2/2016 ΑΕΔ ( 676847) (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Διοικητικές συμβάσεις. Έννοια. Οι αναφυόμενες διαφορές είναι διοικητικές διαφορές ουσίας και υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Σε περίπτωση μη τήρησης του έγγραφου τύπου της σύμβασης, όπως επί προφορικής σύναψης αυτής, οι διαφορές είναι ιδιωτικές και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η επίδικη σύμβαση εκπόνησης και εκτέλεσης μελετών για την κατασκευή δημοσίου έργου είναι ιδιωτική, εφόσον συνήφθη προφορικά μεταξύ των αιτουσών και νπδδ, έστω και αν αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού. Η διαφορά από την αξίωση των αιτουσών για την καταβολή της αμοιβής είναι ιδιωτική και η επίλυσή της υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εσφαλμένη αντίθετη κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Αντίθετη μειοψηφία. Άρση από το ΑΕΔ της αποφατικής σύγκρουσης δικαιοδοσίας μεταξύ πολιτικού και διοικητικού δικαστηρίου και παραπομπή της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο. Η παρούσα δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ τεύχος Α.ΕΙ.Δ. αριθ. 1/29.7.2016

2/2016 ΑΕΔ ( 676847)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Διοικητικές συμβάσεις. Έννοια. Οι αναφυόμενες διαφορές είναι διοικητικές διαφορές ουσίας και υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Σε περίπτωση μη τήρησης του έγγραφου τύπου της σύμβασης, όπως επί προφορικής σύναψης αυτής, οι διαφορές είναι ιδιωτικές και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η επίδικη σύμβαση εκπόνησης και εκτέλεσης μελετών για την κατασκευή δημοσίου έργου είναι ιδιωτική, εφόσον συνήφθη προφορικά μεταξύ των αιτουσών και νπδδ, έστω και αν αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού. Η διαφορά από την αξίωση των αιτουσών για την καταβολή της αμοιβής είναι ιδιωτική και η επίλυσή της υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εσφαλμένη αντίθετη κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Αντίθετη μειοψηφία. Άρση από το ΑΕΔ της αποφατικής σύγκρουσης δικαιοδοσίας μεταξύ πολιτικού και διοικητικού δικαστηρίου και παραπομπή της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο. Η παρούσα δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ τεύχος Α.ΕΙ.Δ. αριθ. 1/29.7.2016....



Αριθμός 2/2016

Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο
(κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος)


 ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Σακελλαρίου, Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως Πρόεδρο, (κωλυομένης της Προέδρου του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου Βασιλικής Θάνου - Χριστοφίλου, Προέδρου του Αρείου Πάγου), Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ιωάννη Σαρμά, Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, (κωλυομένης της Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Ανδρονίκης Θεοτοκάτου και της αρχαιοτέρας αυτού Αντιπροέδρου), Γεώργιο Παπαγεωργίου, Μαργαρίτα Γκορτζολίδου, Ευαγγελία Νίκα - Εισηγήτρια, Αντωνία Χλαμπέα, α΄ αναπληρωματικό μέλος, (ελλείποντος του τακτικού μέλους), Συμβούλους της Επικρατείας, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, γ΄ αναπληρωματικό μέλος, (ελλείποντος του τακτικού μέλους και κωλυομένου του β’ αναπληρωματικού μέλους, Μαρίας Βαρελά, Αρεοπαγίτη), Σοφία
Ντάντου, α΄ αναπληρωματικό μέλος, (ελλείποντος του τακτικού μέλους), Αρεοπαγίτες, Ιωάννη Δρόσο, Καθηγητή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιο Αρχανιωτάκη, Καθηγητή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, α΄ αναπληρωματικό μέλος, (ελλείποντος του τακτικού μέλους), ως μέλη και τη Γραμματέα Μάρθα Ψαραύτη, Προϊσταμένη Διεύθυνσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου.

 Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του Αρείου Πάγου, στις 11 Νοεμβρίου 2015 και ώρα 18:00, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

 ΑΙΤΟΥΣΩΝ: 1) Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία: «.................... ...................», που εδρεύει στην ..... του Ν. Αττικής, νόμιμα εκπροσωπουμένης και 2) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία: «.......................», που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπουμένης, οι οποίες παρέστησαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου .....

 ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ», που εδρεύει στον Άλιμο του Ν. Αττικής, νόμιμα εκπροσωπουμένου, ο οποίος διαδέχτηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ», ως καθολικός διάδοχος αυτού, ο οποίος παρέστη διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του, ......

 Οι αιτούσες, με την από 20.5.2015 αίτησή τους, ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που κατέθεσαν κατά νόμο στο Γραμματέα του, με αριθμό πράξης κατάθεσης ../21.5.2015, ζήτησαν όσα αναφέρονται στο αιτητικό της.

 Ακολούθως, η Εισηγήτρια, Ευαγγελία Νίκα, Σύμβουλος της Επικρατείας, ανέγνωσε την από 26.10.2015 έκθεσή της.

 Στη συνέχεια, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν και προφορικά τις προτάσεις τους.

 Μελέτησε τη δικογραφία

 Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

 1.Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση [για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο καταβολή παραβόλου (Α.Ε.Δ. 1/2015, 4/2014)], οι αιτούσες εταιρίες ζητούν την άρση της αποφατικής συγκρούσεως μεταξύ του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που έκριναν, με τις υπ’ αριθμ. 153/2005 και 742/2013 αποφάσεις τους, αντιστοίχως, ότι στερούνται δικαιοδοσίας και απέρριψαν τις ασκηθείσες ενώπιόν τους από τις ως άνω αιτούσες εταιρίες αγωγές. Το αίτημα και των δύο αυτών αγωγών ήταν να αναγνωρισθεί ότι ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) οφείλει να καταβάλει στις εν λόγω εταιρίες το ποσό των 9.137.128 ευρώ, ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, για την εκπόνηση της αρχιτεκτονικής και πολεοδομικής προμελέτης και οριστικής μελέτης για την οικιστική περιοχή - ζώνη κατοικίας του «Ολυμπιακού Χωριού» βάσει προφορικώς καταρτισθείσης μεταξύ αυτών και του καθ’ ου Οργανισμού συμβάσεως, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

 2. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. δ’ του Συντάγματος, στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (Α.Ε.Δ.) υπάγεται, εκτός των άλλων, «Η άρση των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφετέρου ή, τέλος, μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρίων». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 345/1976 Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΦΕΚ Α΄ 141), εφ’ όσον τα κατά το άρθρο 44 παρ. 1 του εν λόγω Κώδικα δικαστήρια, δηλαδή, μεταξύ άλλων, το Συμβούλιο της Επικρατείας ή τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, αφ’ ενός, και τα αστικά δικαστήρια, αφ’ ετέρου, έκριναν τελεσιδίκως ότι στερούνται δικαιοδοσίας για την ίδια υπόθεση, η σύγκρουση αίρεται με την επιμέλεια κάθε διαδίκου δια καταθέσεως σχετικής αιτήσεως ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από την δημοσίευση της τελευταίας αποφάσεως. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Κώδικα διάδικοι ενώπιον του Α.Ε.Δ. είναι οι διάδικοι των δικών που προκαλούν την σύγκρουση και, τέλος, σύμφωνα με την παρ. 4 του αυτού άρθρου 47 του Κώδικα, η απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου περιορίζεται στην λύση του αμφισβητουμένου ζητήματος δικαιοδοσίας, εξαφανίζει την απόφαση που εσφαλμένως αποφάνθηκε για το ζήτημα αυτό και παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνεται ότι έχει δικαιοδοσία, η δε απόφασή του είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που αρνήθηκε την δικαιοδοσία του και για τους διαδίκους (βλ. Α.Ε.Δ. 11-12/2013, 3/2012, 28/2011 κ.ά.).

 3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ’ αριθμ. 153/2005 απόφασή του, απέρριψε την ενώπιόν του ασκηθείσα από τις αιτούσες εταιρίες αγωγή κρίνοντας ότι η αχθείσα σ’ αυτό διαφορά, αφορώσα την εκτέλεση διοικητικής συμβάσεως, υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Από την άλλη πλευρά, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την υπ’ αριθμ. 742/2015 απόφασή του, δημοσιευθείσα στις 24.2.2015, απέρριψε την από 4.6.2013 έφεση των αιτουσών κατά της υπ’ αριθμ. 1831/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρώνοντας ούτω την πρωτόδικη αυτή απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ενώπιόν του ασκηθείσα στις 25.7.2006 αγωγή των ιδίων αιτουσών εταιριών για τον λόγο ότι η αχθείσα σ’ αυτό διαφορά υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των αγωγών τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όσο και ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών [η απόφαση του οποίου, όπως αναφέρθηκε, επικυρώθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών], τα αγωγικά αιτήματα ταυτίζονται τόσο κατά την πραγματική όσο και κατά τη νομική τους βάση. Περαιτέρω, αμφότερες οι αποφάσεις, από τις οποίες προέκυψε η κατά τους ισχυρισμούς των αιτουσών αποφατική σύγκρουση, είναι τελεσίδικες, εφ’ όσον κατά μεν της υπ’ αριθμ. 153/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 14.6.2005 και της οποίας δεν προκύπτει επίδοση στις αιτούσες, δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (βλ. και υπ’ αριθμ. 5724/15.5.2015 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών) (Α.Ε.Δ. 1/2015, 12/2013), η δε υπ’ αριθμ. 742/2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε κατ’ έφεση. Υπό τα δεδομένα αυτά υφίσταται πράγματι αποφατική σύγκρουση μεταξύ των δύο ως άνω δικαστηρίων για την αυτή διαφορά, οι δε αιτούσες εταιρίες νομιμοποιούνται να ασκήσουν την κρινομένη αίτηση άρσεως αποφατικής συγκρούσεως, καθ’ όσον υπήρξαν διάδικοι (ομόδικοι) ενώπιον των δικαστηρίων, των οποίων οι τελεσίδες αποφάσεις δημιούργησαν την προαναφερθείσα αποφατική σύγκρουση. Παθητικώς στην παρούσα δίκη νομιμοποιείται ήδη ο και παραστάς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), ως καθολικός διάδοχος του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) [βλ. άρθρο 35 του ν. 4144/2013 (ΦΕΚ Α΄ 88/18.4.2013)], που ήταν ο καθ’ ού διάδικος στις δίκες, στις οποίες εκδόθηκαν οι ως άνω αποφάσεις. Εξ άλλου, η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως, εφ’ όσον κατατέθηκε στην Γραμματεία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου στις 21.5.2015 (με αριθμό καταθέσεως ../21.5.2015), εντός 90 ημερών από την ημερομηνία δημοσιεύσεως (24.2.2015) της ανωτέρω τελευταίας υπ’ αριθμ. 742/2015 (τελεσίδικης) αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (Α.Ε.Δ. 3/2012). Συνεπώς, η αίτηση αυτή ασκείται εν γένει παραδεκτώς, εφ’ όσον δε έγιναν όλες οι κοινοποιήσεις που απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2, 45, 46 παρ. 2 και 47 παρ. 1 και 2 του ν. 345/1976, είναι εξεταστέα περαιτέρω ως προς το αίτημα αυτής περί άρσεως της αποφατικής συγκρούσεως που δημιουργήθηκε από τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις που απέρριψαν τις αντιστοίχως ασκηθείσες αγωγές ως απαράδεκτες ελλείψει δικαιοδοσίας.

 4. Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2), και σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν την συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι΄), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπομένη της συμβάσεως αξίωση. Η σύμβαση δε είναι διοικητική εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με την σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει την σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στην σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (βλ. Α.Ε.Δ. 28/2011, 18, 21/2009, 6, 12, 14/2007, 10/2003, 3/1999, 21/1997, 10/1992). Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίες είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκειμένη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτόν είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή την λειτουργία της οποίας δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (βλ. Α.Ε.Δ. 28/2011, 18/2009, 2/1993, 42/1990).

 5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα δικόγραφα των αγωγών που άσκησαν οι αιτούσες εταιρίες και τις επ’ αυτών εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις προκύπτουν τα εξής: Οι εν λόγω εταιρίες, όπως είχαν εκθέσει στα δικόγραφα των αγωγών τους, ασχολούνται με την κατ’ επάγγελμα εκπόνηση χωροταξικών, πολεοδομικών και αρχιτεκτονικών μελετών, απασχολώντας σημαντικό αριθμό συνεργατών. Στο πλαίσιο της ανωτέρω επαγγελματικής τους δράσεως, ανέλαβαν, βάσει συμβάσεως, προφορικώς συναφθείσης με τον ΟΕΚ τον Αύγουστο του 2000, την εκπόνηση προμελέτης και οριστικής μελέτης αναφορικά με την οικιστική περιοχή - ζώνη κατοικίας του «Ολυμπιακού Χωριού» στη θέση «Λεκάνες» του Δήμου Αχαρνών Αττικής. Η υλοποίηση της μελέτης και της κατασκευής του «Ολυμπιακού Χωριού» είχε ανατεθεί νομοθετικά στον ΟΕΚ με την ΠΥΣ 18/22/24.4.2000 (ΦΕΚ Α΄ 189). Ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα στα δικόγραφα των αγωγών και τις επίμαχες δικαστικές αποφάσεις, ο ΟΕΚ δεν ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει όλα τα στάδια των αναγκαίων μελετών, προκειμένου να δημοπρατήσει στη συνέχεια το ανωτέρω έργο, για τον λόγο δε αυτό οι εκπρόσωποι των αιτουσών εταιριών συναντήθηκαν στις μεν 28.7.2000 με την Διευθύντρια της Διεύθυνσης Κατασκευών του Οργανισμού, η οποία τις κάλεσε να συζητήσουν την πιθανότητα εκτέλεσης του έργου, δεδομένου ότι είχαν λάβει μέρος σε προηγούμενο διαγωνισμό που είχε προκηρύξει η Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων «Αθήνα 2004» σχετικά με την διατύπωση ιδεών για το Σχέδιο Γενικής Διάταξης (Master Plan) του «Ολυμπιακού Χωριού» και είχαν υποβάλει σχετικές προτάσεις, την δε 1.8.2000 έγινε συνάντηση του Προέδρου του Οργανισμού με το νόμιμο αντιπρόσωπο της πρώτης των αιτουσών, αλλά και κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με το νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης των αιτουσών, και προτάθηκε σε αυτές η ανάθεση του έργου, που συνίστατο σε προμελέτη και οριστική μελέτη για το «Ολυμπιακό Χωριό», συμφωνήθηκε δε ο καθορισμός της αμοιβής με την υπογραφή της έγγραφης συμβάσεως, η οποία θα καταρτίζετο, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του Προέδρου του Οργανισμού, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι αιτούσες, όπως εξέθεσαν στα δικόγραφα των αγωγών τους, συμφώνησαν να εκτελέσουν το έργο, το οποίο θα ολοκληρωνόταν σε τρεις φάσεις, ήτοι κατά την πρώτη φάση θα εκπονούσαν την πολεοδομική μελέτη, κατά την δεύτερη φάση την προμελέτη των τύπων των κατοικιών για ολυμπιακή και μεταολυμπιακή χρήση και κατά την τρίτη φάση την οριστική μελέτη των τύπων των κατοικιών και της οικιστικής οργάνωσης σε οικοδομικά τετράγωνα. Μετά δε την προφορική συμφωνία, προχώρησαν στην εκτέλεση του ανατεθέντος έργου, είχαν πολυάριθμες συναντήσεις με τους εκπροσώπους του Οργανισμού από 2.8.2000 έως 17.8.2000 και παρέδωσαν στις 18.8.2000 ολοκληρωμένη την πολεοδομική προμελέτη του Ολυμπιακού Χωριού. Ακολούθως, κατά τους μήνες Σεπτέμβριο έως Νοέμβριο του 2000 ολοκλήρωσαν την προμελέτη του έργου, την οποία παρέδωσαν στις 17.11.2000, ενώ κατά την διάρκεια της ανωτέρω χρονικής περιόδου (4.9.2000 - 16.11.2000), πραγματοποίησαν 14 συναντήσεις με όργανα του Οργανισμού, στο πλαίσιο της παρακολουθήσεως της εξελίξεως του έργου. Ακολούθως, κατά την τρίτη φάση της εκπονήσεως των μελετών, υπήρξαν ομοίως πολυάριθμες συναντήσεις με όργανα και συνεργάτες του Οργανισμού, περαιτέρω δε η παράδοση της οριστικής μελέτης των τύπων των κατοικιών έγινε στις 20.12.2000, ενώ η παράδοση της οριστικής μελέτης της οικιστικής οργάνωσης των οικοδομικών τετραγώνων έγινε στις 7.2.2001 στα γραφεία του Οργανισμού. Ο τελευταίος όμως, σύμφωνα με όσα εξέθεσαν οι αιτούσες στην αγωγή τους, ουδέποτε προέβη στην σύναψη έγγραφης συμβάσεως του έργου με τις αιτούσες εταιρίες, αν και κατά τον Μάρτιο του 2001 προχώρησε, μέσω θυγατρικής του εταιρίας, στην δημοπράτηση του «Ολυμπιακού Χωριού», κάνοντας χρήση των σχεδίων και των μελετών των αιτουσών, χωρίς να καταβάλει οποιαδήποτε αμοιβή για την εκτέλεση του έργου, ενώ δεν εξόφλησε τις εταιρίες ακόμα και μετά την από 13.7.2001 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση αυτών. Κατόπιν τούτων, οι αιτούσες εταιρίες κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ’ αριθμ. καταθ. 397/11.9.2003 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι ο Οργανισμός οφείλει να καταβάλει για λογαριασμό τους στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος το ποσόν των 9.137.128 ευρώ ως αμοιβή για το έργο που αυτές εκτέλεσαν βάσει της συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών και του Οργανισμού, άλλως βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρ. 904 επ. ΑΚ), εντόκως, από την εξώδικη δήλωση που επέδωσαν στον Οργανισμό στις 13.7.2001, άλλως από της επιδόσεως της ανωτέρω αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ’ αριθμ. 153/2005 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή των αιτουσών ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, με την ακόλουθη αιτιολογία: «Η δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων επί διαφορών σχετικά με αμοιβές μελετητών για την εκπόνηση από [αυτούς] μελετών για ανάθεση είτε από το Δημόσιο είτε από ΝΠΔΔ γίνεται δεκτή από τη Νομολογία …. Οι μελετητικές συμβάσεις που συνάπτονται ειδικά από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας φέρουν διοικητικό χαρακτήρα και οι όποιες σχετικές διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων …. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, η επίδικη σύμβαση, η οποία έχει συναφθεί προφορικά και με τη διαδικασία της απ’ ευθείας ανάθεσης, φέρει διοικητικό χαρακτήρα, αφού α) έχει συναφθεί από ΝΠΔΔ (ΟΕΚ) που έχει συσταθεί και λειτουργεί για την ικανοποίηση των στεγαστικών αναγκών εργατών και υπαλλήλων, δηλαδή για ένα δημόσιο σκοπό …, β) αφορά σε δημόσιο σκοπό, δηλαδή στην εκπλήρωση βασικών αναγκών σχετικά με τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και στη μεταγενέστερη στέγαση οικογενειών στα ανεγειρόμενα κτήρια και εκπλήρωση βασικής αποστολής του κοινωνικού κράτους που έχει ανατεθεί στον ΟΕΚ ως ΝΠΔΔ ειδικού σκοπού, γ) διέπεται από ειδικό νομικό καθεστώς τόσο ως προς τη διαδικασία συνάψεως όσο και ως προς τους όρους και την εκτέλεσή της ιδίως ως προς τις αμοιβές των μελετητών σε σχέση με αντίστοιχες συμβάσεις του ιδιωτικού δικαίου. Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι, ενώ τους ανατέθηκε προφορικά και απ’ ευθείας από τον εναγόμενο ΟΕΚ η σύμβαση, ο τελευταίος δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις σε σχέση με την καταβολή μελετητικής αμοιβής σ’ αυτές. Πρόκειται επομένως για διαφορά σχετικά με την εκτέλεση της σύμβασης, η οποία, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, είναι διοικητική και οι διαφορές σχετικά με τέτοιες μελετητικές συμβάσεις υπάγονται λόγω συνάφειας στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων που είναι αρμόδια σχετικά με διαφορά που αφορά την κατασκευή των οικείων έργων, στα οποία αναφέρονται οι μελέτες, δηλαδή στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων …». Ακολούθως, οι αιτούσες άσκησαν την από 4.6.2013 αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την ίδια βάση και αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Οργανισμού να καταβάλει στο ΤΕΕ, άλλως σε αυτές αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσόν των 9.137.128 ευρώ, ως αμοιβή για το έργο που εκτέλεσαν βάσει της συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών και του ΟΕΚ, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι ο ΟΕΚ πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος της περιουσίας τους. Η αγωγή αυτή απερρίφθη ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 1831/2013 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 742/2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, απορριπτική της από 4.6.2013 (αριθμ. καταθ. 1519/2013) εφέσεως που άσκησαν οι αιτούσες κατ’ αυτής. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι, εφ’ όσον δεν γίνεται επίκληση από τις αιτούσες ότι προηγήθηκε γραπτή εντολή ανάθεσης της μελέτης σε αυτές, ήταν αναγκαίο η σύμβαση να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο, ο οποίος δεν θα είχε απλώς αποδεικτικό αλλά συστατικό χαρακτήρα, ενώ η σύνταξη και η υπογραφή αυτής ήταν επίσης απαραίτητη όχι μόνο για την έγκυρη κατάρτιση αλλά και για την διαπίστωση του διοικητικού χαρακτήρα της. Και τούτο γιατί, χωρίς τον έγγραφο τύπο δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν οι συμβάσεις διέπονται από κανονιστικό καθεστώς ή περιλαμβάνουν εξαιρετικές ρήτρες που παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο και δημιουργούν υπέρ του Οργανισμού την δυνατότητα να επεμβαίνει μονομερώς σε αυτές, έτσι ώστε να βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση έναντι των μελετητικών εταιριών, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στο δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται κυρίως ο χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως ως διοικητικής. Με τις σκέψεις αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι τα διοικητικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της αχθείσης ενώπιόν του διαφοράς, αναφορικά με την απαίτηση των αιτουσών, η οποία δεν αφορά διαφορά από διοικητική σύμβαση, αλλά διαφορά από ιδιωτική σύμβαση, υπαγομένη στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τόσο για τις αξιώσεις από την σύμβαση καθ’ εαυτήν, όσο και για τις αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

 6. Επειδή με τα ανωτέρω εκτεθέντα δεδομένα, και λαμβανομένου ιδιαιτέρως υπ’ όψη του προφορικού χαρακτήρα της συμβάσεως, που φέρεται ότι έχει συναφθεί μεταξύ των αιτουσών εταιριών και του Ο.Ε.Κ., δεν μπορεί προδήλως να αναζητηθούν στην ίδια την συμφωνία, προκειμένου να διαγνωσθεί ο χαρακτήρας της ως διεπομένης από το διοικητικό ή το ιδιωτικό δίκαιο, ρήτρες αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο ούτε είναι δυνατόν να διαγνωσθεί το κανονιστικό καθεστώς που την διέπει, ώστε να διερευνηθεί εάν διέπεται από εξαιρετικό υπέρ του Δημοσίου νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς. Συνακόλουθα, αφού δεν είναι δυνατή η διαπίστωση της υπάρξεως σχέσεως δημοσίου δικαίου που να συνδέει τις αιτούσες με τον Οργανισμό, η επίδικη διαφορά που απορρέει από την σύμβαση αυτή είναι ιδιωτική, ανεξαρτήτως αν η εν λόγω σύμβαση απέβλεπε στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού (βλ. ΑΕΔ 11-12/2013, 3/2012, 28/2011, πρβλ. και 12/2007), ενώ δεν αρκεί για να χαρακτηρισθεί η σύμβαση ως διοικητική το γεγονός ότι ο ένας εκ των συμβαλλομένων, δηλαδή ο καθ’ ου Οργανισμός, είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (βλ. ΑΕΔ 12/2007). Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εσφαλμένως έκρινε, με την υπ’ αριθμ. 153/2005 απόφασή του, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την επίδικη διαφορά και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξαφανισθεί η εν λόγω απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 4 του Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ως άνω δικαστήριο. Μειοψήφησε το μέλος του Δικαστηρίου Ιω. Σαρμάς, Αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά την γνώμη του οποίου, σε περιπτώσεις όπως η κρινομένη τεκμαίρεται ότι εμπεριέχονται στην επίδικη σύμβαση οι ρήτρες δημοσίου δικαίου που προβλέπονται στην αντίστοιχη εφαρμοστέα νομοθεσία.

 7. Επειδή, το δικαστήριο εκτιμώντας τις περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του περί του εν λόγω Δικαστηρίου Κώδικα, απαλλάσσει τους διαδίκους από την δικαστική δαπάνη.

 Δ Ι Α  Τ Α Υ Τ Α

 Αίρει την αποφατική σύγκρουση δικαιοδοσίας μεταξύ πολιτικού και διοικητικού δικαστηρίου κατά το σκεπτικό.

 Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 153/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 Παραπέμπει σ’ αυτό την υπόθεση.

 Απαλλάσσει τους διαδίκους από την δικαστική δαπάνη.

 Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2015.

 Ο Πρόεδρος                                                          Η Γραμματέας

 Νικόλαος Σακελλαρίου                                        Μάρθα Ψαραύτη

 Και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 25 Μαΐου 2016.

 Η Πρόεδρος                                                        Η Γραμματέας

 Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου                           Σουλτάνα Κουφιάδου

 Ρ.Κ.
 

Σχόλια