Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

295/2014 ΕΙΡ ΡΟΔ (ΑΣΦ) ( 661750) (Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Παραχρήμα απόδειξη. Συμψηφισμός κατά του εκδοχέα. Ο οφειλέτης μπορεί να προτείνει σε συμψηφισμό κατά του εκδοχέα ανταπαίτηση που έχει κατά του εκχωρητή, εφόσον αυτή υπήρχε κατά το χρόνο αναγγελίας της εκχώρησης, ακόμη και αν δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, αρκεί να κατέστη ληξιπρόθεσμη πριν τη λήξη της απαίτησης που εκχωρήθηκε. Παραχρήμα απόδειξη είναι η απόδειξη που πρέπει να προσκομίζεται στο δικαστήριο αμέσως. Τέτοια απόδειξη δεν συντρέχει όταν ο αιτών προσκομίσει έγγραφα μαρτυρίας από τα οποία δεν αποδεικνύεται συμψηφισμός ή εξόφληση βάση συμφωνίας που ισχυρίζεται ότι υπάρχει με τον εκχωρητή και το ύψος της ανταπαίτησης. Δικαστικά έξοδα. Τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου επιδικάζονται σε βάρος του αιτούντος, σύμφωνα και με το νέο Κώδικα Δικηγόρων.

295/2014 ΕΙΡ ΡΟΔ (ΑΣΦ) ( 661750)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Παραχρήμα απόδειξη. Συμψηφισμός κατά του εκδοχέα. Ο οφειλέτης μπορεί να προτείνει σε συμψηφισμό κατά του εκδοχέα ανταπαίτηση που έχει κατά του εκχωρητή, εφόσον αυτή υπήρχε κατά το χρόνο αναγγελίας της εκχώρησης, ακόμη και αν δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, αρκεί να κατέστη ληξιπρόθεσμη πριν τη λήξη της απαίτησης που εκχωρήθηκε. Παραχρήμα απόδειξη είναι η απόδειξη που πρέπει να προσκομίζεται στο δικαστήριο αμέσως. Τέτοια απόδειξη δεν συντρέχει όταν ο αιτών προσκομίσει έγγραφα μαρτυρίας από τα οποία δεν αποδεικνύεται συμψηφισμός ή εξόφληση βάση συμφωνίας που ισχυρίζεται ότι υπάρχει με τον εκχωρητή και το ύψος της ανταπαίτησης. Δικαστικά έξοδα. Τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου επιδικάζονται σε βάρος του αιτούντος, σύμφωνα και με το νέο Κώδικα Δικηγόρων....




 

                                                  ΑΡΙΘΜΟΣ 295/2014

                                              ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ
                                        (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων)



 ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δόκιμη Ειρηνοδίκη Ρόδου Αγγελική-Λουκία Δαμαλά, χωρίς τη σύμπραξη δικαστικού γραμματέα.

 ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 10η Δεκεμβρίου 2014 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

 ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: (…), κατοίκου Ρόδου, ο οποίος παραστάθηκε στη δίκη μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ......

 ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… ΑΕ», η οποία εδρεύει στην Αττική και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο .....

 Ο αιτών με την από 08-12-2014 και με αριθμό κατάθεσης 336/08-12-2014 αίτησή του ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

 Για την συζήτηση της αίτησης αυτής ορίσθηκε δικάσιμος η στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη συνεδρίαση.

 Ακολούθησε συζήτηση όπου οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού πήραν το λόγο από την Ειρηνοδίκη ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν την παραδοχή αυτών, αναφέρθηκαν δε και στα έγγραφα σημειώματά τους.


                                               ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
                                               ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Κατά τη διάταξη του άρθρου 938 ΚΠολΔ, με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αναγκαία προϋπόθεση για τη χορήγηση της αναστολής εκτέλεσης, είναι η προηγούμενη ή σύγχρονη με την υποβολή της σχετικής αιτήσεως, άσκηση της κατ’ άρθρο 933 ή 936 ΚΠολΔ ανακοπής, όπως προκύπτει από τη χρήση του όρου "ανακόπτοντος", προϋποτίθεται δηλαδή η νόμιμη άσκηση ανακοπής με κατάθεση και επίδοση δικογράφου. Περαιτέρω, ουσιαστική προϋπόθεση για την αναστολή είναι η πιθανολόγηση του παραδεκτού της ανακοπής, καθώς και η βασιμότητα ενός τουλάχιστον λόγου της. Τέλος, η χορήγηση της αναστολής προϋποθέτει πιθανολόγηση ότι η, εκκρεμής ακόμη, αναγκαστική εκτέλεση, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (ΜΠρΑθ 1577/2009, ΕλλΔ/νη 2009, 626, ΜΠρΑθ 9184/2006, Δίκη 2007, 336, Κεραμέα- Κονδύλη - Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ υπό άρθρο 938 αρ. 1-2, Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Γενικό Μέρος [1998] σελ. 804, Χαμηλοθώρη, Ασφαλιστικά Μέτρα [2010] σελ. 512). Από τη διάταξη του άρθρου 938 παρ. 4 εδ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι το ανώτατο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ισχύει η χορηγηθείσα αναστολή εκτείνεται έως την δημοσίευση της επί της ανακοπής οριστικής απόφασης.

 Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, οι οποίες ορίζουν η μεν πρώτη ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", η δε δεύτερη ότι "Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν" και ειδικότερα από την αρχή της αμοιβαιότητας την οποία αυτές θεσπίζουν, συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις θα συνυπάρξουν, υπό την προϋπόθεση της εγκυρότητας τους (ΑΠ 181/95 ΕλλΔνη 37.1344, ΕΑ 1363/2000 ΕλλΔνη 41.859) και του ληξιπροθέσμου τους, ιδία για την προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση (ΕΑ 4725/2001 ΕλλΔνη 44.253). Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την ανταπαίτηση του δανειστή του προτείνοντας την ανταπαίτηση του σε συμψηφισμό. Με την πρόταση αυτού, που είναι αδιάφορο πότε θα γίνει οι αμοιβαίες απαιτήσεις, εφόσον διατηρούνται κατά το χρονικό αυτό σημείο, αποσβήνονται αναδρομικώς, δηλαδή από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν.

 Ακόμα, από τις διατάξεις των άρθρων 448, 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 200 και 288 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται, ότι ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης θέσης του οφειλέτη (ΑΠ 937/2005 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 16/2008 όπ.π). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 448 και 463 παρ. 2 ΑΚ, συνάγεται ότι ο οφειλέτης μπορεί να προτείνει σε συμψηφισμό κατά του εκδοχέα ανταπαίτηση που έχει κατά του εκχωρητή, εφόσον αυτή υπήρχε κατά το χρόνο της αναγγελίας της εκχώρησης, ακόμη και αν δεν ήταν τότε ληξιπρόθεσμη, αρκεί να γίνεται ληξιπρόθεσμη πριν από τη λήξη της απαίτησης που εκχωρήθηκε (ΑΠ 1204/ 1994 Τ.Ν.Π. Νόμος).

 Περαιτέρω, η διαταγή πληρωμής αποκτά ισχύ δεδικασμένου ως προς την επιδικασθείσα απαίτηση, υπό τους όρους του άρθρου 633 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ, αν επιδοθεί δύο φορές στον οφειλέτη και ο οφειλέτης δεν ασκήσει ανακοπή κατ’ αυτής ή αν η ασκηθείσα ανακοπή είναι εκπρόθεσμη ή απορριφθεί τελεσίδικα (ΑΠ 1538/2005, ΕλλΔ/νη 2006, 118) η τυχόν ασκηθείσα ανακοπή του άρθρου 632 ή 633 ΚΠολΔ. Ενώ, αντίθετα, δεν δημιουργείται δεδικασμένο από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, αν δεν επακολούθησε δεύτερη επίδοση. Στην περίπτωση αυτή, δεν καλύπτονται οι ενστάσεις του καθ’ ου η εκτέλεση κατ’ άρθρο 330 ΚΠολΔ και ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης μπορεί να προτείνει με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ όλους τους λόγους της ανακοπής κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής ή της απαίτησης, χωρίς να δεσμεύεται από το άρθρο 330 ΚΠολΔ ή να περιορίζεται από οποιοδήποτε άλλο είδος έκπτωσης (βλ. Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεση Ι παρ. 25, Φραγκίστα/Γέσιου-Φαλτσή, Αναγκαστική Εκτέλεση, σ. 199, 200, Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, 2012, άρθρο 933, αρ. 22, σελ. 584-585, ΑΠ 382/2002, Δίκη 2003, 352, με παρατ. Μπέη), η κρατούσα γνώμη δέχεται ότι οι λόγοι που πλήττουν την απαίτηση μπορεί να προβάλλονται ως λόγοι ακυρωτικοί κατά των πράξεων της εκτέλεσης και όταν η εκτέλεση επισπεύδεται με βάση διαταγή πληρωμής (ΕφΑθ 5600/1986 ΑρχΝ ΛΗ`, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως Π.Γέσιου- Φαλτση Γενικό Μέρος σελ. 576). Αν η διαταγή πληρωμής δεν έχει αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου, δεν κωλύεται ο καθ` ου η εκτέλεση να προτείνει με την ανακοπή του 933 ΚΠολΔ, ενστάσεις του κατ’ ουσίαν υποστατού της απαίτησης (ΑΠ 454/1974 ΝοΒ 23/17, Ιω. Κατράς, Σύστημα Ασφαλιστικών Μέτρων Αναγκαστικής Εκτέλεσης Γ` Εκδοση σελ. 1476).

 Σύμφωνα με το άρθρο 933 παρ.1 ΚΠολΔ, η ανακοπή στηρίζεται σε τρείς κατηγορίες λόγων: σε αυτούς που αφορούν τον εκτελεστό τίτλο, σε αυτούς που αφορούν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, και σε αυτούς που αφορούν την απαίτηση. Ο νομικός χαρακτηρισμός των λόγων της ανακοπής ως λόγων που αφορούν το κύρος του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία, ή την απαίτηση έχει σημαντική πρακτική αξία για τον καθορισμό της εφαρμογής των σταδιακών προθεσμιών του άρθρου 934 ΚΠολΔ (βλ. Π.Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως Γενικό Μέρος σελ. 579). Το λόγο της ανακοπής που αφορά την εγκυρότητα του τίτλου η θεωρία και η νομολογία διακρίνουν σε λόγο που αφενός αφορά τα τυπικά ελαττώματα αφετέρου τα ουσιαστικά ελαττώματα του τίτλου. Τυπικά ελαττώματα του τίτλου θεωρούνται εκείνα που αφορούν τον τίτλο ως έγγραφο ενώ ως ουσιαστικό ελάττωμα αντιμετωπίζεται η έλλειψη παθητικής ή ενεργητικής νομιμοποίησης (βλ. Π.Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης σελ. 568). Οι λόγοι που αφορούν την εγκυρότητα του τίτλου είναι δυνατό να προβληθούν μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών που αρχίζει από την ενέργεια της πρώτης πράξης εκτελέσεως μετά την επιταγή (934 παρ 1 περ. α` ΚΠολΔ). Αντίθετα οι λόγοι που αφορούν την απαίτηση αντλούνται κυρίως από το ουσιαστικό δίκαιο. Μπορούν να αναφέρονται είτε στην ύπαρξη (γένεση πχ εικονικότητα), είτε στην άσκηση (π.χ παραγραφή), είτε στην απόσβεση της απαίτησης (π.χ εξόφληση, συμψηφισμός, καταγγελία). Κάθε πλέγμα πραγματικών περιστατικών που είναι δυνατό να αποτελέσει την πραγματική βάση (γνήσιας ή καταχρηστικής) ένστασης κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η οποία αναιρεί την έννομη συνέπεια του κανόνα στον οποίο στηρίζεται η απαίτηση του επισπεύδοντος δανειστή, μπορεί να αποτελέσει λόγο ανακοπής του άρθρου 933 κατά της υπό εκτέλεση απαίτησης (βλ. Π.Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως Γενικό Μέρος σελ. 574). Ο λόγος ανακοπής κατά της απαιτήσεως που συνιστά ένσταση πρέπει να αποδεικνύεται από τον ανακόπτοντα. Οι λόγοι ανακοπής που αφορούν την απαίτηση υπόκεινται στο δεύτερο στάδιο προθεσμίας (934 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ), ανεξάρτητα από την πράξη εκτελέσεως που η ακύρωση της επιδιώκεται με την ανακοπή (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως Γενικό Μέρος σελ. 607). Το χρονικό όριο, ως το οποίο είναι δυνατό να προβληθούν οι λόγοι ανακοπής του δευτέρου σταδίου στους οποίους συγκαταλέγονται οι λόγοι που αφορούν την απαίτηση και συνεπώς και η ένσταση συμψηφισμού ή εξόφλησης (ως αποσβεστικοί της απαίτησης λόγοι), εκτείνεται ως «την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης» (934 παρ. 1 περ. β). Κατά συνέπεια, αβασίμως προβάλλεται από την καθ` ης η ένσταση περί απαραδέκτου του λόγου ανακοπής ως εκπρόθεσμου, διότι ο προβαλλόμενος λόγος ανακοπής είναι ο συμψηφισμός και επικουρικά η εξόφληση και ως λόγος που αφορά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, την απαίτηση και ειδικότερα την απόσβεση αυτής, μπορεί να προβληθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης (934 παρ 1 περ. β ΚΠολΔ) που σύμφωνα με το νόμο είναι η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (934 παρ. 2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, στους λόγους της ανακοπής που αμφισβητούν την απαίτηση ισχύει η υποχρέωση της άμεσης (παραχρήμα) απόδειξης (933 παρ. 4 ΚΠολΔ). Η επιβολή της παραχρήμα απόδειξης αφορά πρωταρχικά τους λόγους ανακοπής που αναφέρονται στους αποσβεστικούς λόγους των ενοχών κατά τα άρθρα 416-454 ΑΚ. Πρέπει επομένως να αποδεικνύεται παραχρήμα ο ισχυρισμός του καθ` ου η εκτέλεση για την εξόφληση της απαιτήσεως του δανειστή, όπως πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως και οι ισχυρισμοί για την ύπαρξη ανταπαιτήσεως προς συμψηφισμό (440-452 ΑΚ) (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως σελ. 634). Κατά τη νομολογία του ΑΠ παραχρήμα απόδειξη είναι η απόδειξη που πρέπει να προσκομίζεται στο δικαστήριο αμέσως. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 933 § 4 ΚΠολΔ, οι ισχυρισμοί οι οποίοι αφορούν την απόσβεση της απαίτησης, για την ικανοποίηση της οποίας γίνεται η εκτέλεση, πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως (παραχρήμα), διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι. Η ρύθμιση, που καθιερώνει η διάταξη αυτή, είναι ειδική και υπερισχύει των διατάξεων της τακτικής ή της ειδικής διαδικασίας, με την οποία εκδικάζεται κατά τα λοιπά η ανακοπή και αποσκοπεί, με το απαράδεκτο που καθιερώνει, στην αποφυγή παρέλκυσης της εκτελεστικής διαδικασίας και τον περιορισμό των δικών περί την εκτέλεση, ώστε να μην αποδυναμώνονται οι εκτελεστικοί τίτλοι με την καθυστέρηση της εκτελέσεως τους. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο και το σκοπό της αλλά και από το γεγονός ότι αφορά δίκες περί την εκτέλεση, όπου οι απαιτήσεις είναι εξοπλισμένες με εκτελεστό τίτλο, άμεση απόδειξη δεν σημαίνει απλώς προαπόδειξη, με την οποία, αν και την προϋποθέτει δεν ταυτίζεται εννoιoλoγικώς, αλλά απόδειξη των αποσβεστικών της εκτελoύμενης απαίτησης ισχυρισμών κατά την υποβολή τους, μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία, γιατί αλλιώς κινδυνεύει να φαλκιδευθεί και το δικαίωμα του αντιδίκου για ανταπόδειξη. Το έγγραφο μπορεί να είναι δημόσιο (συμβολαιογραφικό) ή και ιδιωτικό που προέρχεται από την επισπεύδοντα ή τρίτο, εάν όμως πρόκειται για έγγραφο διαθέσεως (βλ. Π.Γέσιου-Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως σελ. 644). Ειδικότερα ως έγγραφο που αποδεικνύει αμέσως, νοείται όχι μόνο το συμβολαιογραφικό έγγραφο αλλά και το ιδιωτικό, εφόσον όμως προέρχεται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση ή ενδεχομένως και από τρίτο αν είναι έγγραφο διαθέσεως και όχι έγγραφο μαρτυρίας, όπως είναι το περιέχον βεβαίωση ή μαρτυρία του εκδότη έγγραφο για κάποιο περιστατικό ευρισκόμενο εκτός αυτού (ΕφΑΘ 805/1987 ΕλΔ 29. 307, ΕφΑΘ 5632/1985 ΕλΔ 27.117, βλ. και Πελαγία Γέσιου- Φάλτση, Δίκαιο Αναγκ. Εκτέλεσης Γενικό Μέρος σελ. 642). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 443 ΚΠολΔ για να έχει αποδεικτική δύναμη το ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, από την οποία διάταξη συνάγεται ότι ως εκδότης θεωρείται εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει υποχρεώσεις με το εκδιδόμενο έγγραφο, γιατί κρίσιμο στοιχείο είναι το αν το έγγραφο υπογράφηκε από εκείνον που αναλαμβάνει μ’ αυτό υποχρεώσεις, και όχι μόνο αν το έγγραφο εκδόθηκε από κάποιον. Συνεπώς, για την απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισμών των αποσβεστικών της απαίτησης (όπως είναι οι ισχυρισμοί για την εξόφληση της απαίτησης, για την δόση αντί καταβολής, για την ύπαρξη ανανέωσης, για τον συμβιβασμό, για την ύπαρξη συμφωνίας αφέσεως χρέους, για την ύπαρξη συμφωνίας συμψηφισμού κ.λ.π.) δεν επιτρέπονται αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους της ως άνω διάταξης, ούτε ένορκες βεβαιώσεις ούτε εξέταση μαρτύρων, ούτε επαγωγή όρκου, γιατί τα μέσα αυτά θεωρούνται ως μη παρέχοντα "παραχρήμα" απόδειξη. Η αδυναμία "παραχρήμα" απόδειξης δεν άγει σε ουσιαστική απόρριψη των απoσβεστικών ισχυρισμών αλλά σε απόρριψη τους ως απαράδεκτων και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 10/1993 ΕλΔ 35.1243, ΑΠ 622/1999 ΕλΔ 41.81, ΕφΑΘ 5377/2001 ΕλΔ 45.529, ΜΠΡοδ 1968/2009 ΤΝΠ Νόμος, βλ. Μπρίνιας Αναγκ. Εκτέλ. τόμ. Α` σελ. 439 επ.).

 Με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών ζητεί να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδει εναντίον του η καθ’ ης, έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής της κατά της εκτέλεσης, εκθέτοντας ότι κατά του κύρους αυτής έχει ασκήσει ανακοπή, της οποίας πιθανολογείται η ευδοκίμηση, η δε ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προκαλέσει στον ίδιο ανεπανόρθωτη βλάβη, και να καταδικαστεί η καθ’ ης στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.

 Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρο 938 ΚΠολΔ) κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 938 παρ. 3, 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 938 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος της χορήγησης της αναστολής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής, το οποίο κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι όπως προαναφέρθηκε η χορήγηση της αναστολής ισχύει μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Επίσης, μη νόμιμο είναι το αίτημα περί καταδίκης της καθ’ ης στη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, το οποίο πρέπει να απορριφθεί, διότι σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 του Ν. 4194/2013 « Κώδικας Δικηγόρων», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 4236/2014, επί αιτήσεως χορήγησης αναστολής εκτέλεσης, επιδικάζονται πάντα σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

 Από το περιεχόμενο των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από την εκτίμηση των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων των (…) και από όλη γενικά τη διαδικασία πιθανολογήθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 250/03-11-2014 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ρόδο (…) και για ικανοποίηση απαίτησης της καθ’ ης, με εκτελεστό τίτλο την υπ’ αριθ. 642/2014 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Ρόδου με την από 08-09-2014 επιταγή προς εκτέλεση που συντάχθηκε κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο 713/2014, κατασχέθηκε αναγκαστικά (για το ποσό των 9.740,59 €) ένα ακίνητο ιδιοκτησίας του αιτούντος και συγκεκριμένα μία διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο όροφο επιφανείας 87 τ.μ και πρώτο όροφο επιφανείας 87 τ.μ και αυλή επιφανείας 33,00 τ.μ, που ευρίσκεται επί της οδού (…) στην Παλαιά Πόλη της Ρόδου, με κτηματολογικά στοιχεία τόμος .... οικοδομών Ρόδου, φύλλο ....., μερίδα ......... και φάκελος ......, το οποίο συνορεύει. Η αξία του ανωτέρω κατασχεθέντος ακινήτου εκτιμήθηκε κατά την ελεύθερη κρίση της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας στο ποσό των 121.360,65 ευρώ, ενώ δυνάμει της υπ’ αριθ. 251/11.11.2014 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, ημερομηνία πλειστηριασμού ορίσθηκε η 17-12-2014 με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 80.908,00 ευρώ. Κατά του κύρους των ως άνω πράξεων εκτέλεσης (ήτοι της ως άνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης καθώς και της περίληψης αυτής), ο αιτών έχει ασκήσει την από 08-12-2014 και με αριθμό κατάθεσης 840/08-12-2014 ανακοπή του, ζητώντας την ακύρωσή τους προβάλλοντας ως μοναδικό λόγο ανακοπής τον συμψηφισμό της απαίτησης της καθ` ης ή επικουρικά την εξόφληση της απαίτησης της καθ` ης. Ειδικότερα, ο αιτών ισχυρίζεται ότι στις 02-04-2011, ήτοι σε χρονικό διάστημα προγενέστερο της εκχώρησης της απαίτησης (που συνήφθη την 09-09-2013 μεταξύ του εκχωρητή «…» και της καθ` ης η αίτηση- εκδοχέως), η οποία αναγγέλθηκε στον αιτούντα στις 26-03-2014, είχε λάβει χώρα μεταξύ αυτού (του αιτούντος) και του συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…» εκχωρητή της απαίτησης της καθ’ ής για την οποία επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, προφορική συμφωνία περί συμψηφισμού της επίδικης εκχωρηθείσας απαίτησης ποσού 6.890,31 ευρώ (που αντιστοιχούσε στο οφειλόμενο από τον αιτούντα ποσό από αγορά ηλεκτρολογικών υλικών από το «…») και της ανταπαίτησης του ιδίου ποσού 36.342,45 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αξία των πέντε συνεταιριστικών του μερίδων και για την οποία ισχυρίζεται ότι ήταν αποδοτέα σε αυτόν λόγω της αποχώρησης του από τον ανωτέρω συνεταιρισμό, λόγω συνταξιοδότησης του. Ομως από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει η συμφωνία περί συμψηφισμού και το ύψος της ανταπαίτησης του αιτούντος, όπως παραδεκτά πρόβαλλε με την ένσταση της η καθ’ ης. Ειδικότερα τα έγγραφα τα οποία προσκομίζει προς απόδειξη του ισχυρισμού του ο αιτών, αποτελούν απλά έγγραφα μαρτυρίας, που δεν αποδεικνύουν αμέσως τον ισχυρισμό του αιτούντος περί απόσβεσης της επίδικης απαίτησης, κατά τα ως άνω ποσά, βάσει συμφωνίας των διαδίκων, ούτε αποδεικνύουν το ύψος της ανταπαίτησης του αμέσως, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη. Συνεπώς, ο λόγος της ανακοπής είτε αυτός νοηθεί ως ένσταση συμψηφισμού είτε εν πάση περιπτώσει ως ένσταση εξόφλησης, σε κάθε περίπτωση πρόκειται για λόγο που αφορά την απόσβεση της απαίτησης και για τον οποίο ισχύει η υποχρέωση της άμεσης απόδειξης, πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει και ότι θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατ` άρθρο 933 § 4 ΚΠολΔ, γιατί δεν αποδεικνύεται αμέσως (παραχρήμα) με έγγραφο ή δικαστική ομολογία, όπως προαναφέρθηκε και στη νομική σκέψη της παρούσας. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ως κατ` ουσία αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα της καθ` ης (άρθρο 84 παρ. 2 του Ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 4236/2014), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.


                                              ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 - ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 - ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.

 - ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης τα οποία ορίζει στο ποσό των εκατό πενήντα (150) ευρώ.

 Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Ρόδο σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι τους δικηγόροι στις 15 Δεκεμβρίου 2014.


 Η ΔΟΚΙΜΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                           ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
                                                                                                      Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Ε.Φ.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: