
Τοκογλυφία
Έτος: 2017
Νούμερο: 830
Άρειος Πάγος
Είναι σωρευτικά μικτό και πραγματώνεται αντικειμενικά με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με την συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, όπως η λήψη από το δράστη αξιογράφων (συναλλαγματικών, επιταγών) που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, είτε με την επιδίωξη εκπληρώσεως των τοκογλυφικών ωφελημάτων που έχουν ήδη συνομολογηθεί....
Έτος: 2017
Νούμερο: 830
Άρειος Πάγος
Είναι σωρευτικά μικτό και πραγματώνεται αντικειμενικά με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με την συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, όπως η λήψη από το δράστη αξιογράφων (συναλλαγματικών, επιταγών) που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, είτε με την επιδίωξη εκπληρώσεως των τοκογλυφικών ωφελημάτων που έχουν ήδη συνομολογηθεί....
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή και Μαρία Γκανιάτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Σ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τ....., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2756/2016 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...17.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 404 παρ. 2 του Π.Κ., με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, ανεξάρτητα από τους όρους που διαλαμβάνονται στην πρώτη παράγραφο του ιδίου άρθρου, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα, που υπερβαίνουν το, κατά νόμο, θεμιτό ποσοστό του τόκου και όποιος επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτήν την απαίτηση. Κατά την παρ. δε 3 του αυτού ως άνω άρθρου, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ. 1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή. Σύμφωνα δε με τον αυθεντικό ορισμό των εννοιών αυτών από το άρθρο 13 περ. στ του Π.Κ. κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας, είναι σωρευτικά μικτό και πραγματώνεται αντικειμενικά με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με την συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, όπως η λήψη από το δράστη αξιογράφων (συναλλαγματικών, επιταγών) που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, είτε με την επιδίωξη εκπληρώσεως των τοκογλυφικών ωφελημάτων που έχουν ήδη συνομολογηθεί (Α.Π. 66/2015, Α.Π. 876/2014). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι "κατ’ εξακολούθηση έγκλημα" είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους και προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της, προς εκτέλεσή τους, αποφάσεως (Α.Π. 1315/2016, Α.Π. 274/2014). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε (Ολ. Α.Π. 1/2005, Α.Π. 1315/2016, Α.Π. 972/2014, Α.Π. 787/2014, Α.Π. 389/2014). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 210/2012, Α.Π. 2325/2009). Η απαιτουμένη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, τις οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αυτές που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπερασπίσεώς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολογήσεως και σε περίπτωση ευδοκιμήσεώς τους της επελεύσεως του ευνοϊκότερου, για τον κατηγορούμενο, αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, άλλως το δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση απαντήσεως και μάλιστα αιτιολογημένης (Ολ. Α.Π. 2/2015, Α.Π. 208/2012, Α.Π. 1101/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνην που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ. Α.Π. 2/2011, Ολ. Α.Π. 3/2008, Α.Π. 1006/2011, Α.Π. 2325/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το Α’ Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του και τα οποία μνημονεύει, κατά το είδος τους, προέκυψαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, από όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Μάιο του έτους 2009, περιήλθε ανώνυμη καταγγελία στην Επιχειρησιακή Διεύθυνση Ειδικών Υποθέσεων του Σ.Δ.Ο.Ε., σύμφωνα με την οποίαν ο Ι. Σ. του Μ. (κατηγορούμενος), συνταξιούχος ναυτικός, παρά το γεγονός ότι στη ... εμφανιζόταν επί σειρά ετών να δηλώνει εισοδήματα ύψους περίπου 35.000 έως 40.000 ευρώ, προερχόμενα από σύνταξη και εκμίσθωση ακινήτων, πραγματοποιούσε καθημερινά καταθέσεις χιλιάδων ευρώ σε λογαριασμούς που τηρούσε σε διάφορες τράπεζες και εξέδιδε από προσωπικό του καρνέ επιταγές επίσης χιλιάδων ευρώ. Συνεργείο ελέγχου της ως άνω υπηρεσίας του Σ.Δ.Ο.Ε. προέβη σε έρευνα στην ευρισκομένη επί της οδού ..., στην …, οικία του Ι. Σ. και κατάσχεσε πλήθος τραπεζικών επιταγών, τραπεζικών ενημερωτικών φύλλων κίνησης λογαριασμών, βιβλιαρίων καταθέσεων των Τραπεζών ... και χειρόγραφα σημειώσεων, ημεροδεικτών με γραμμένα φύλλα, στα οποία απεικονίζονταν πλήθος εγγραφών με ιδιαίτερα μεγάλα ποσά και διάφορα ονόματα (βλ. την από 25-6-2009 έκθεση κατάσχεσης). Με την από 29-6-2009 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς τον Διευθυντή της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων του Σ.Δ.Ο.Ε. ζητήθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Υπάλληλοι της εν λόγω υπηρεσίας συνέταξαν την από 6-9-2010 έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης. Διενεργήθηκαν έλεγχοι στη ..., σε ατομικούς και κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς του Ι. Σ. στις τράπεζες ... και ελήφθησαν καταθέσεις από διάφορα πρόσωπα, που φέρονταν να έχουν χρηματικές συναλλαγές με τον Ι. Σ.. Προέκυψε δε από τον αντιπαραβολικό έλεγχο των δηλωθέντων οικογενειακών εισοδημάτων του ως άνω κατηγορουμένου, βάσει των δηλώσεων φόρου εισοδήματος των οικονομικών ετών 2005-2009 (χρήσεις 2004-2008) και των τραπεζικών λογαριασμών, επιταγών και λοιπών συναλλαγών του σημαντική διαφορά χιλιάδων ευρώ, την οποίαν αυτός δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει. Αποδείχθηκε ότι ήταν γνωστό στην περιοχή, όπου είχε τη δραστηριότητά του ο κατηγορούμενος, δηλαδή στην Ελευσίνα, ότι αυτός δάνειζε διάφορα χρηματικά ποσά, με τόκο που υπερέβαινε κατά πολύ το νόμιμο ποσοστό τόκου. Οι έχοντες οικονομική ανάγκη είτε γνώριζαν τούτο είτε το πληροφορούνταν από άλλους και προσέτρεχαν στον κατηγορούμενο για δανεισμό, δεχόμενοι να πληρώνουν υπέρογκους τόκους, καθόσον δεν είχαν τη δυνατότητα να δανεισθούν από τράπεζα για διάφορους λόγους και κυρίως λόγω δυσμενών στοιχείων στον "...". Πρέπει να σημειωθεί, ότι το νόμιμο ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου ήταν: από 14-1-1999 έως 16-1-2000 21%, από 17-1-2000 έως 26-1-2000 18,5%, από 27-1-2000 έως 8-3-2000 18%, από 9-3-2000 έως 19-4-2000 17,25%, από 20-4-2000 έως 28-6-2000 16,5%, από 29-6-2000 έως 5-9-2000 16%, από 6-9-2000 έως 14-11-2000 15,25%, από 15-11-2000 έως 28-11-2000 14,75%, από 29-11-2000 έως 12-12-2000 14,25%, από 13-12-2000 έως 26-12-2000 13,5%, από 27-12-2000 έως 10-5-2001 12,75%, από 11-5-2001 έως 30-8-2001 12,5%, από 31-8-2001 έως 17-9-2001 12,25%, από 18-9-2001 έως 8-11-2001 11,75%, από 9-11-2001 έως 5-12-2002 11,25%, από 6-12-2002 έως 6-3-2003 10,75%, από 7-3-2003 έως 5-6-2003 10,5%, από 6-6-2003 έως 5-12-2005 10%, από 6-12-2005 έως 7-3-2006 10,25%, από 8-3-2006 έως 14-6-2006 10,5%, από 15-6-2006 έως 8-8-2006 10,75%, από 9-8-2006 έως 10-10-2006 11%, από 11-10-2006 έως 12-12-2006 11,25%, από 13-2-2006 έως 13-3-2007 11,5%, από 14-3-2007 έως 12-6-2007 11,75%, από 13-6-2007 έως 8-7-2008 12%, από 9-7-2008 έως 7-10-2008 12,25%, την 8-10-2008 11,75%, από 9-10-2008 έως 10-11-2008 11,25%, από 11-11-2008 έως 9-12-2008 10,75%, από 10-12-2008 έως 10-3-2009 10%, από 11-3-2009 έως 7-4-2009 9,5%, από 8-4-2009 έως 12-5-2009 9,25% και από 13-5-2009 έως το τέλος του καλοκαιριού του 2009 8,75%. Στα πλαίσια αυτής της παράνομης δραστηριότητάς του ο κατηγορούμενος, από τις αρχές του 2000 έως και το καλοκαίρι του 2009, συμφώνησε με τους παρακάτω αναφερόμενους επιχειρηματίες που αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα να προεξοφλεί μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών τους και να τους χορηγεί δάνεια, αξιώνοντας και λαμβάνοντας τόκους που υπερέβαιναν το νόμιμο θεμιτό ποσοστό δικαιοπρακτικού τόκου. Ειδικότερα, α) στις αρχές του έτους 2001 έως και τα τέλη του 2002, συμφώνησε με τον Ν. Π., ουσιαστικό διαχειριστή της οικογενειακής ναυτιλιακής εταιρείας "....", ο οποίος είχε δυσμενή στοιχεία στον "...", να του προεξοφλεί μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών του, οι οποίες υπερέβαιναν τις τριάντα έξι, συνολικής αξίας 290.000 ευρώ, αξιώνοντας και λαμβάνοντας τόκο 4% μηνιαίως επί του αντίστοιχου ποσού που ενσωμάτωνε κάθε επιταγή, την οποίαν του μεταβίβαζε με οπισθογράφηση, δηλαδή τόκο 48% ετησίως. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το κεφάλαιο που δάνεισε και κατέβαλε στον Π., ως προεξόφληση των επιταγών, δεν ανερχόταν σε 220.000 ευρώ, αλλά στο ποσό των 260-270.000 ευρώ και επομένως ο τόκος δεν υπερέβη το νόμιμο ποσοστό, είναι αβάσιμος, καθόσον η συναλλαγή που επικαλείται δεν είχε σχέση με το συνολικό παραπάνω ποσό που ενσωματώνεται στις επιταγές, β) από τις αρχές του 2004 έως και το καλοκαίρι του 2009, συμφώνησε με τον Μ. Μ., νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της ετερόρρυθμης εταιρείας "... Ε.Ε." και της ναυτιλιακής εταιρείας "....", που είχαν καταχωρισθεί στον "...", να του προεξοφλεί επιταγές που υπερέβαιναν τις πενήντα τέσσερις, συνολικής αξίας τουλάχιστον 1.512.613,29 ευρώ, αξιώνοντας και λαμβάνοντας τόκο 3% μηνιαίως επί του αντίστοιχου ποσού που ενσωμάτωνε κάθε μία μεταχρονολογημένη επιταγή πελατών του που του μεταβίβαζε με οπισθογράφηση, δηλαδή τόκο 36% ετησίως. Πρέπει να σημειωθεί ότι από τα κατασχεθέντα έγγραφα (επιταγές, τραπεζικά έγγραφα-κινήσεις λογαριασμών, ημερολόγια) αποδεικνύεται πλήθος συναλλαγών του κατηγορουμένου με την ως άνω εταιρεία και τους Μ. και Δ. Μ., μεταξύ των οποίων και πλήθος τραπεζικών συναλλαγών (αναλήψεων-καταθέσεων). Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την αναφορά στο από 1-6-09 ιδιωτικό συμφωνητικό ότι η όποια συνδρομή του κατηγορουμένου προς τους Μ. και Δ. Μ. έγινε αφιλοκερδώς, καθόσον η δήλωσή τους αυτή έγινε στα πλαίσια διακανονισμού των εκκρεμοτήτων τους με τον κατηγορούμενο και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος, για τις συναλλαγές που είχε με τους ως άνω έλαβε πάνω από 1.000.000 ευρώ για τόκους, γ) από τις αρχές του έτους 2004 έως και το καλοκαίρι του 2009, συμφώνησε με τον Π. Κ., νόμιμο εκπρόσωπο και ουσιαστικό διαχειριστή της ναυτιλιακής εταιρείας "...." και εταίρο στις ναυτιλιακές εταιρείες "....", να του προεξοφλεί επιταγές, άνω των είκοσι τριών, ποσού 30.000 έως 40.000 ευρώ η κάθε μία, συνολικής αξίας τουλάχιστον 430.032,34 ευρώ, αξιώνοντας και λαμβάνοντας τόκο 3% έως 4% μηνιαίως επί του αντίστοιχου ποσού που ενσωμάτωνε κάθε μία μεταχρονολογημένη επιταγή πελατών του που του μεταβίβαζε με οπισθογράφηση, δηλαδή τόκο 36% έως 48% ετησίως, ενώ αρχές του 2004 χορήγησε στον Π. Κ. δάνειο ύψους 80.000 ευρώ, για την εξόφληση του οποίου του παρείχε προθεσμία έξι μηνών, αξιώνοντας και λαμβάνοντας τόκο 42% ετησίως. Τα περί τοκογλυφίας επιβεβαίωσε ο Π. Κ. και ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καταθέτοντας "..... ξέρω ότι είναι για τοκογλυφία ...", δ) από τις αρχές του έτους 2000 έως και το τέλος του 2005, συμφώνησε με τους Δ. Ν. και Σ. Τ., νόμιμο εκπρόσωπο-διαχειριστή και μέτοχο, αντίστοιχα, της ναυτιλιακής εταιρείας "... Α.Ε." να τους προεξοφλεί πενήντα επιταγές ανά έτος περίπου, ποσού 3.000 έως 10.000 ευρώ η κάθε μία, συνολικής αξίας τουλάχιστον 94.430 ευρώ, αξιώνοντας και λαμβάνοντας τόκο 3% έως 4,5% επί του αντίστοιχου ποσού που ενσωμάτωνε κάθε μία μεταχρονολογημένη επιταγή πελατών του που του μεταβίβαζαν με οπισθογράφηση, δηλαδή τόκο 36% έως 54% ετησίως. Την τοκογλυφία επιβεβαίωσε ο Δ. Ν. και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ε) από τις αρχές του έτους 2005 έως και το τέλος του 2007, συμφώνησε με τον Γ. Κ., νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της ναυτιλιακής εταιρείας "....", να του προεξοφλεί δεκαπέντε έως είκοσι επιταγές, αξίας 10.000 ευρώ η κάθε μία, συνολικής αξίας 150.000 έως 200.000 ευρώ, αξιώνοντας και λαμβάνοντας τόκο 3% έως 4% μηνιαίως επί του αντίστοιχου ποσού που ενσωμάτωνε κάθε μία μεταχρονολογημένη επιταγή πελατών του που μεταβίβαζε με οπισθογράφηση, δηλαδή τόκο 35% έως 48% ετησίως. Για όλα τα παραπάνω γίνεται αναφορά και στην έκθεση του Σ.Δ.Ο.Ε. που διενήργησε σχετικό έλεγχο. Καμία ιδιαίτερη σχέση δεν συνέδεε τον κατηγορούμενο με τους προαναφερόμενους δανειολήπτες, ώστε αυτός να προβαίνει σε δανεισμό τόσο μεγάλων ποσών σε τόσο πολλούς ανθρώπους χωρίς να προσβλέπει σε πολύ σημαντικό όφελος, σαφώς μεγαλύτερο από το νόμιμο ποσοστό τόκου. Με τον τρόπο αυτόν ο κατηγορούμενος, στις προεκτεθείσες συναλλαγές (προεξόφληση επιταγών-χορήγηση δανείων), συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερέβαιναν το προαναφερόμενο νόμιμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου, ενήργησε δε βάσει οργανωμένου, επί σειρά ετών, σχεδίου και με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και την υποδομή που είχε διαμορφώσει και με βάση το οργανωμένο σχέδιό του προκύπτει, όπως αναφέρθηκε, σκοπός για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητάς του. Με βάση τα παραπάνω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις υπό στοιχεία α, β, γ, δ και ε πράξεις της τοκογλυφίας κατ’ επάγγελμα και συνήθεια". Ακολούθως, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο, κατά πιστή μεταφορά του ότι: "Στην … Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 2000 έως το καλοκαίρι του 2009, τέλεσε το ακόλουθο έγκλημα που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας και χρηματική ποινή και ειδικότερα: Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατά την παροχή και προεξόφληση δανείων, συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το, κατά το νόμο, θεμιτό ποσοστό του τόκου, τέτοιες δε τοκογλυφικές πράξεις διαπράττει κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενώ το, κατά το νόμο, θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου ήταν από 14-1-1999 έως 16-1-2000 21%, από 17-1-2000 έως 26-1-2000 18,5%, από 27-1-2000 έως 8-3-2000 18%, από 9-3-2000 έως 19-4-2000 17,25%, από 20-4-2000 έως 28-6-2000 16,5%, από 29-6-2000 έως 5-9-2000 16%, από 6-9-2000 έως 14-11-2000 15,25%, από 15-11-2000 έως 28-11-2000 14,75%, από 29-11-2000 έως 12-12-2000 14,25%, από 13-12-2000 έως 26-12-2000 13,5%, από 27-12-2000 έως 10-5-2001 12,75%, από 11-5-2001 έως 30-8-2001 12,5%, από 31-8-2001 έως 17-9-2001 12,25%, από 18-9-2001 έως 8-11-2001 11,75%, από 9-11-2001 έως 5-12-2002 11,25%, από 6-12-2002 έως 6-3-2003 10,75%, από 7-3-2003 έως 5-6-2003 10,5%, από 6-6-2003 έως 5-12-2005 10%, από 6-12-2005 έως 7-3-2006 10,25%, από 8-3-2006 έως 14-6-2006 10,5%, από 15-6-2006 έως 8-8-2006 10,75%, από 9-8-2006 έως 10-10-2006 11%, από 11-10-2006 έως 12-12-2006 11,25%, από 13-2-2006 έως 13-3-2007 11,5%, από 14-3-2007 έως 12-6-2007 11,75%, από 13-6-2007 έως 8-7-2008 12%, από 9-7-2008 έως 7-10-2008 12,25%, την 8-10-2008 11,75%, από 9-10-2008 έως 10-11-2008 11,25%, από 11-11-2008 έως 9-12-2008 10,75%, από 10-12-2008 έως 10-3-2009 10%, από 11-3-2009 έως 7-4-2009 9,5%, από 8-4-2009 έως 12-5-2009 9,25% και από 13-5-2009 έως το τέλος του καλοκαιριού του 2009 8,75%, συμφώνησε κατ’ επανάληψη: α) αρχές του έτους 2001 έως και τα τέλη του 2002, με τον Ν. Π., ο οποίος ήταν ουσιαστικός διαχειριστής της οικογενειακής ναυτιλιακής εταιρείας "...." και αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, να του προεξοφλεί επιταγές, οι οποίες υπερέβαιναν τις 36, συνολικής αξίας 290.000 ευρώ περίπου, αξιώνοντας και λαμβάνοντας τόκο 4% επί του αντίστοιχου ποσού που ενσωμάτωνε κάθε μεταχρονολογημένη επιταγή πελατών του, την οποίαν του μεταβίβαζε με οπισθογράφηση, δηλαδή τόκο 48% ετησίως, β) αρχές του έτους 2004 έως και το καλοκαίρι του 2009, με τον Μ. Μ., νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της ετερόρρυθμης εταιρείας "... Ε.Ε." και της ναυτιλιακής εταιρείας "....", που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, να του προεξοφλεί επιταγές που υπερέβαιναν τις πενήντα τέσσερις, συνολικής αξίας τουλάχιστον 1.512.613,29 ευρώ, αξιώνοντας και λαμβάνοντας τόκο 3% επί του αντίστοιχου ποσού που ενσωμάτωνε κάθε μία μεταχρονολογημένη επιταγή πελατών του που του μεταβίβαζε με οπισθογράφηση, δηλαδή τόκο 36% ετησίως, γ) αρχές του έτους 2004 έως και το καλοκαίρι του 2009, με τον Π. Κ., νόμιμο εκπρόσωπο και ουσιαστικό διαχειριστή της ναυτιλιακής εταιρείας "...." και εταίρο στις ναυτιλιακές εταιρείες "....", που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, να του προεξοφλεί επιταγές, άνω των είκοσι τριών, ποσού 30.000 έως 40.000 ευρώ η κάθε μία, συνολικής αξίας τουλάχιστον 430.032,34 ευρώ, αξιώνοντας και λαμβάνοντας τόκο 3% έως 4% επί του αντίστοιχου ποσού που ενσωμάτωνε κάθε μία μεταχρονολογημένη επιταγή πελατών του που του μεταβίβαζε με οπισθογράφηση, δηλαδή τόκο 36% έως 48% ετησίως, και αρχές του 2004 χορήγησε σε αυτόν δάνειο ύψους 80.000 ευρώ, για την εξόφληση του οποίου του παρείχε προθεσμία έξι μηνών, αξιώνοντας και λαμβάνοντας τόκο 42% ετησίως, δ) από αρχές του έτους 2000 έως και το τέλος του 2005, με τους Δ. Ν. και Σ. Τ., νόμιμο εκπρόσωπο-διαχειριστή και μέτοχο, αντίστοιχα, της ναυτιλιακής εταιρείας "... Α.Ε.", που αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα, να τους προεξοφλεί πενήντα επιταγές ανά έτος περίπου, ποσού 3.000 έως 10.000 ευρώ η κάθε μία, συνολικής αξίας τουλάχιστον 94.430 ευρώ, αξιώνοντας και λαμβάνοντας τόκο 3% έως 4,5% επί του αντίστοιχου ποσού που ενσωμάτωνε κάθε μία μεταχρονολογημένη επιταγή πελατών τους που του μεταβίβαζαν με οπισθογράφηση, δηλαδή τόκο 36% έως 54% ετησίως και ε) από αρχές του έτους 2005 έως και το τέλος του 2007, με τον Γ. Κ., νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της ναυτιλιακής εταιρείας "....", που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, να του προεξοφλεί δεκαπέντε έως είκοσι επιταγές, αξίας 10.000 ευρώ η κάθε μία, συνολικής αξίας 150.000 έως 200.000 ευρώ, αξιώνοντας και λαμβάνοντας τόκο 3% έως 4% επί του αντίστοιχου ποσού που ενσωμάτωνε κάθε μία μεταχρονολογημένη επιταγή πελατών του που μεταβίβαζε με οπισθογράφηση, δηλαδή τόκο 35% έως 48% ετησίως. Με τον τρόπο αυτόν ο Ι. Σ., στις προεκτεθείσες συναλλαγές (προεξόφληση επιταγών- χορήγηση δανείων), συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερέβαιναν το, κατά το νόμο, θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου, ενώ, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του". Με αυτές τις, κατά τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές, το Δικαστήριο που δίκασε, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις διαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προειρημένου εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ, 26 παρ. 1 περ. α, 27, 98 και 404 παρ. 1, 2 περ. α και 3 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Και τούτο διότι, με την επιβαλλόμενη αιτιολογική επάρκεια προσδιορίζονται ο τόπος, ο χρόνος, ο τρόπος και οι λοιπές περιστάσεις τελέσεως της εν λόγω πράξεως και δη αναφέρονται τα συμβληθέντα, με τον αναιρεσείοντα, πρόσωπα, το περιεχόμενο των επίμαχων συμβάσεων και τα αφορώντα σε αυτές και τα τοκογλυφικά ωφελήματα χρηματικά ποσά, χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναφορά των συγκεκριμένων επιταγών, σημειώνεται με ακρίβεια το νόμιμο ποσοστό του ισχύοντος δικαιοπρακτικού τόκου κατά την κρίσιμη, για τη δραστηριότητα του αναιρεσείοντος, περίοδο (14-1-1999 έως το τέλος του θέρους του έτους 2009), καθώς και το καθ’ υπέρβαση αυτού ποσοστό, το οποίο αυτός αξίωνε και λάμβανε, κατά περίπτωση, με κριτήριο του σχετικού υπολογισμού το ποσό που ενσωμάτωνε κάθε μεταχρονολογημένη επιταγή πελατών του δανειολήπτη που ο τελευταίος του μεταβίβαζε με οπισθογράφηση, παρατίθενται δε τα πραγματικά περιστατικά που καταδεικνύουν τόσο τον διακεκριμένο χαρακτήρα του τελεσθέντος εγκλήματος, όσο και την συντρέχουσα δόλια προαίρεση του αναιρεσείοντος. Προσθέτως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσήκουσα νομική προσέγγιση υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν από αυτό δεκτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, καθόσον, η τοκογλυφική προεξόφληση μεταχρονολογημένων επιταγών εμπίπτει στις προβλέψεις της πρώτης (α) περιπτώσεως της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 404 του Π.Κ., η οποία πραγματεύεται την κυρίως τοκογλυφία, και όχι σ’ αυτές της πρώτης παραγράφου του ιδίου άρθρου, η οποία ρυθμίζει την περίπτωση της τοκογλυφίας υπό ευρεία έννοια ή της αισχροκερδούς δικαιοπραξίας υπό στενή έννοια. Περαιτέρω, για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ.) δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται να καταδεικνύεται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς (Α.Π. 377/2015). Επίσης, για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ., υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, η συμπεριφορά του πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, μη αρκούσης της απλής καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής χωρίς παραβατικότητα και μόνον, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβιάσεως των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (Α.Π. 469/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως για την εξυπηρέτηση των αναγκών του αναιρετικού λόγου και δη της βασιμότητας ή μη του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την επί της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος πρόταση του Εισαγγελέα, οι παριστάμενοι, κατά το άρθρο 340 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., συνήγοροι υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος, αφού ανέπτυξαν την υπεράσπιση και ζήτησαν την απαλλαγή του, ακολούθως ανέπτυξαν προφορικά και κατέθεσαν εγγράφως αυτοτελείς ισχυρισμούς για την αναγνώριση στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων, με το εξής, κατά λέξη, περιεχόμενο: "Ανεξαρτήτως των κατά των κατηγοριών ισχυρισμών μου, συντρέχουν στο πρόσωπό μου, αθροιστικώς, οι κατωτέρω ελαφρυντικές περιστάσεις: 1. Ότι, μέχρι την τέλεση των αδικημάτων, για τα οποία σήμερα δικάζομαι, έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ.). Ειδικότερα: 1.1. Κάθε άνθρωπος μπορεί να επικαλεστεί και να του αναγνωριστεί μία φορά στην ζωή του η ελαφρυντική περίσταση του "πρότερου έντιμου βίου": τη στιγμή που θα καταδικαστεί για πρώτη φορά. Αυτή η μέρα για μένα είναι η σημερινή. 1.2. Αναμφισβητήτως, από την όλη ακροαματική διαδικασία (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λ.π.), προέκυψε ότι, μέχρι του αποδιδόμενου χρόνου τελέσεως, έζησα μία πραγματικά έντιμη, από όλες τις απόψεις, ζωή. 1.3. Το γεγονός τούτο πιστοποιείται από το εντελώς λευκό δελτίο του ποινικού μου μητρώου, από τις καθ’ όλα θετικές και σταθερές εκδηλώσεις κάθε μορφής της ζωής μου, από την εργατικότητά μου και από την πανθομολογούμενη αγάπη και αφοσίωσή μου για την οικογένειά μου και την εργασία μου, όπως προέκυψε από την καθ’ όλη ακροαματική διαδικασία. 1.4. Μεγάλωσα ουσιαστικώς μόνος, με στερήσεις. Εργάστηκα σκληρά, από μικρό παιδί, μακριά από την πατρίδα μου και την οικογένειά μου και ταξίδεψα ως καπετάνιος σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης μέχρι το 1976. Αποταμίευσα μέχρι και την τελευταία δραχμή από τα χρήματα που κέρδισα με αίμα και με κίνδυνο της ίδιας μου της ζωής, υπό συνθήκες που δεν μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους, με την υποδομή των πλοίων της δεκαετίας του 1960 και του 1970, όταν οι ναυτικοί μάθαιναν ότι έχει πεθάνει ο πατέρας τους μόλις "έπιαναν" λιμάνι. Με τα χρήματα που αποκόμισα από την εργασία μου ως ναυτικός, κατάφερα να αγοράσω ποσοστά σε δικά μου πλοία τα οποία στην συνέχεια εκμεταλλεύτηκα. Κανείς δεν με βοήθησε, κανείς δεν μου δάνεισε ούτε μία δραχμή. Έζησα μία λιτή ζωή, σε ένα διαμέρισμα στην … και ποτέ δεν προέβην σε καμία απολύτως ενέργεια σπατάλης ή ματαιοδοξίας, αφού μάλιστα σε όλη μου την ζωή οδήγησα ένα υπέργηρο και πάμφθηνο αυτοκίνητο. Έχω δημιουργήσει μία άριστη οικογένεια, αποτελούμενη από τρεις θυγατέρες όλες επιστήμονες, τη Δ. Σ., Χημικό, την Α. Σ., Φιλόλογο και την Μ. Σ., φοιτήτρια Νομικής και τον υιό μου Μ. Σ., ο οποίος διέπρεψε ως αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, έχοντας λάβει πλήθος ηθικών αμοιβών, καθώς και σωρεία επαίνων και τιμητικών διακρίσεων και εύφημων μνειών. Μεγάλωσα τα τέκνα μου με Χριστιανικές αρχές, με αγάπη για την πατρίδα μας, που εγώ στερήθηκα στα νιάτα μου, με φιλότιμο και με τις αξίες της αλληλεγγύης και της εργατικότητας, δίνοντάς τους το ζωντανό παράδειγμα του πως είναι να ζει κανείς με τους καρπούς του καθημερινού του μόχθου. Ανέθρεψα τέσσερις άξιους ανθρώπους, μεγάλωσα και παρέδωσα στην ελληνική κοινωνία τέσσερις εξαιρετικούς πολίτες. Είχα, τέλος, πολλαπλές εκδηλώσεις συμμετοχής στον κοινωνικό βίο της πόλης της Ελευσίνας, έγινα εξαιρετικά αγαπητός στους συμπολίτες μου και βοήθησα όποιον χτύπησε την πόρτα μου για να ζητήσει την βοήθειά μου. 1.5.
Συνεπώς, πρέπει το Δικαστήριό Σας να κάνει δεκτό ότι συντρέχει στο πρόσωπό μου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ. και να μειώσει την ποινή που θα μου επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 83 του Π.Κ. 2. Ότι συμπεριφέρθηκα καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη που μου αποδίδεται (άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ.). 2.1. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι μετά την πράξη μου, μέχρι και σήμερα, διάστημα που ξεπερνάει τα επτά χρόνια και που είναι αναμφιβόλως μεγάλο, έζησα και γενικώς συμπεριφέρθηκα κατά τρόπο άψογο, όπως προκύπτει από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και της ακροαματικής διαδικασίας. Συνεχίζω, δηλαδή, να επιδεικνύω, μετά την πράξη, για την οποίαν κατηγορούμαι, την ίδια, όπως και κατά το παρελθόν, εντιμότητα και σταθερότητα. 2.2. Ακόμη και μετά την έναρξη της παρούσας ποινικής διώξεως που έγινε ευρέως γνωστή στους κύκλους της μικρής μου πόλης, ουδείς έχει στραφεί εναντίον μου, με αγωγή ή άλλο ένδικο μέσο, αφού ουδείς αισθάνεται αδικηθείς από εμένα. Δεν υπάρχει καμία άλλη ποινική δίωξη εναντίον μου, καμία δυσμενής διοικητική πράξη. Δεν έχει διαπιστωθεί εις βάρος μου ουδεμία φορολογική παράβαση, όπως προκύπτει από το αντίγραφο φορολογικής ενημερότητας και τη βεβαίωση οφειλών που σας προσκόμισα, αφού οι φορολογικές Αρχές διαπίστωσαν ότι τα εισοδήματά μου, ως πόροι από εκμετάλλευση πλοίων υπό Ελληνική σημαία, απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος. 2.3. Με δεσμευμένο το σύνολο των προσωπικών και κοινών μου τραπεζικών λογαριασμών καταφέρνω να επιβιώνω, να "ζω" την οικογένειά μου και να αντιμετωπίζω την ασθένειά μου. 2.4. Η συμπεριφορά μου αυτή αφορά μακρό χρονικό διάστημα, άνω των επτά ετών, αναφέρεται δε σε καθεστώς απόλυτης ελευθερίας (δεν μου επεβλήθη προσωρινή κράτηση), ώστε αποδεικνύεται ειλικρίνεια και σταθερότητα στην συμπεριφορά μου, η οποία τυγχάνει απόλυτα ενσυνείδητος και προϊόν της ελεύθερης βούλησής μου. 2.5. Συντρέχει, συνεπώς στο πρόσωπό μου και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ. Επισημαίνεται, τέλος, πως οι ελαφρυντικές περιστάσεις θεσπίσθηκαν και αναγνωρίζονται ή όχι, με βάση την προσωπικότητα του δράστη και την συνολική συμπεριφορά του πριν και μετά την πράξη, ανεξαρτήτως δε της βαρύτητας της πράξεως. Ανεξαρτήτως, δηλαδή, της σοβαρότητας της πράξεως, η οποία μόνη, δεν αποτελεί, αφ’ εαυτής, νόμιμο λόγο αποκλεισμού των ελαφρυντικών περιστάσεων, όλα τα άλλα στοιχεία της ακροαματικής διαδικασίας συνηγορούν υπέρ της αναγνωρίσεως των ανωτέρω δύο ελαφρυντικών περιστάσεων, οι οποίες άλλωστε, θεσπίσθηκαν στο νόμο ακριβώς για τους κατηγορουμένους που κηρύσσονται ένοχοι και όχι βεβαίως για τους αθώους. Οι ανωτέρω συνθήκες και ισχυρισμοί, όπως αναλυτικά εξετέθησαν, δικαιολογούν απολύτως την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων που ζητώ και πρέπει να μου αναγνωρισθούν, αφού συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις". Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τους πιο πάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου. Στο αιτιολογικό της ανωτέρω αποφάσεώς του, δέχθηκε το δικαστήριο ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Το αίτημα του κατηγορουμένου για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ., πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον δεν αποδείχθηκε θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους οριζόμενους στο εν λόγω άρθρο τομείς, μη αρκούντος του λευκού ποινικού μητρώου μόνο (Α.Π. 9/2012, Α.Π. 469/2012). Το αίτημα του κατηγορουμένου για αναγνώριση ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμο. Ειδικότερα, για να συντρέξει η ελαφρυντική αυτή περίσταση απαιτείται εκτός από το σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής διαβίωσης του δράστη στην κοινωνία μετά την πράξη. Η καλή, όμως, συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή, ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και την θετική δραστηριότητα του υπαιτίου η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως ως αποτέλεσμα της ηθικής και ψυχικής μεταστροφής του δράστη.
Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας μη κρατουμένου σε φυλακή, δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνον, αλλά πρέπει ο κατηγορούμενος να επικαλεσθεί πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής του διαβιώσεως μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα, και όχι μόνον το σύνηθες συμβαίνον για κάθε μέσο συνετό άνθρωπο (βλ. ad hoc Α.Π. 33/2016, Α.Π. 79/2016, Α.Π. 454/2016). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως διατυπώθηκε ο παραπάνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου δεν περιέχει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή του, δεδομένου ότι δεν αρκεί η απουσία παραβατικότητας ή η ύπαρξη ομαλής οικογενειακής ζωής. Ούτε άλλωστε, αποδείχθηκε θετική και γενικότερη κοινωνική δραστηριότητα του κατηγορουμένου. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί το αίτημά του για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ.". Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του απορρέοντος από το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ. δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι διαδικαστικά έγγραφα ή αναφέρονται διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Δεν είναι, όμως, απαραίτητο να αναφέρεται στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, αρκεί να διαλαμβάνονται στα πρακτικά προσδιοριστικά της ταυτότητάς του στοιχεία, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 προβλεπόμενα δικαιώματά του, καθόσον με την ανάγνωσή του έγινε κτήμα του και έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις δηλώσεις και εξηγήσεις του για το αποδεικτικό αυτό μέσο (Α.Π. 310/2016, Α.Π. 294/2015, Α.Π. 190/2012). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. καμία απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση δεν έχει κύρος, αν δεν ακουσθεί προηγουμένως ο εισαγγελέας. Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 περ. β και 369 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δίδεται υποχρεωτικώς ο λόγος στον εισαγγελέα, προκειμένου να αναπτύξει τις απόψεις του σχετικά με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου επί της κατηγορίας που του αποδίδεται και έπειτα, αν συντρέχει περίπτωση, και για την ποινή, διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ιδρύεται ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 869/2014). Για να δοθεί, όμως, ο λόγος στον εισαγγελέα, ώστε να προτείνει επί των αυτοτελών ισχυρισμών ή αιτημάτων του κατηγορουμένου, οι ισχυρισμοί ή τα αιτήματα πρέπει να έχουν προβληθεί κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας (άρθρα 350-368 του Κ.Π.Δ.) και όχι μετά την λήξη της, οπότε δεν είναι αναγκαίο να δοθεί ο λόγος στον εισαγγελέα, αν αυτός δεν τον ζητήσει για να δευτερολογήσει (Α.Π. 720/2013, Α.Π. 739/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου και δη της βασιμότητας των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι τα διαλαμβανόμενα στον οικείο κατάλογο έγγραφα που αναγνώσθηκαν και συγκεκριμένα "εισηγητικός φάκελος παροχών υπηρεσίας του κατηγορουμένου", "2 εκτυπωμένα έγγραφα του taxisnetgr από το internet", "έγγραφα διαφόρων τραπεζών ... με θέμα την απαγόρευση κίνησης σε λογαριασμούς", "φωτοαντίγραφα επιταγών γραμματίων είσπραξης πινάκια καταθέσεων από ... Τράπεζα", "φωτοαντίγραφα επιταγών γραμματίων είσπραξης πινάκια καταθέσεων από ... Τράπεζα" και "φωτοαντίγραφα επιταγών τράπεζας ..., ... Τράπεζας", προσδιορίζονται επαρκώς, τα χαρακτηριστικά δε της ταυτότητάς τους στοιχεία και μάλιστα ενόψει της μοναδικότητάς τους είναι διακριτά και δεν υπόκειται αμφιβολία για το αν αναγνώσθηκαν ή όχι. Άλλωστε, κατά την ανάγνωση των εγγράφων ουδεμία αντίρρηση από κάποιον παράγοντα της δίκης προβλήθηκε. Οι αυτοτελείς δε ισχυρισμοί, για την αναγνώριση της συνδρομής, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, προβλήθηκαν από τους συνηγόρους υπερασπίσεως του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και αφού ο Εισαγγελέας είχε προτείνει επί της ενοχής του τελευταίου και για τον λόγο αυτόν δεν ήταν αναγκαίο να δοθεί ο λόγος επί του ζητήματος της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών στον Εισαγγελέα, αφού τέτοιο αίτημα του Εισαγγελέα δεν υποβλήθηκε και οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι (Α.Π. 993/2001). Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος υπερασπίσεώς του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα, που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 352 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως με σκοπό να προσκομισθούν νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, όπως, πιο συγκεκριμένα, για να κληθούν και εξετασθούν στο ακροατήριο ουσιώδεις μάρτυρες. Ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος τούτου του κατηγορουμένου απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει αυτό να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπερασπίσεώς του σαφές και ορισμένο αίτημα, δηλαδή, με όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωσή του και δικαιολογούν την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως (Α.Π. 403/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως για την εξυπηρέτηση των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου και δη της βασιμότητας ή μη του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της καταθέσεως του εξετασθέντος μάρτυρα υπερασπίσεως Μ. Σ., οι συνήγοροι υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, αφού έλαβαν το λόγο, "..... υπέβαλαν αίτημα κλήτευσης ως μαρτύρων των Κ., Π. και Μ. Μ., της Ε. Π., του Γ. Κ. και του Π. Κ." (σελ. 33 των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό, το αίτημα δεν ήταν σαφές και ορισμένο, αλλά εντελώς αόριστο, αφού δεν προσδιορίζεται η αναγκαιότητα της εξετάσεως, ως μαρτύρων, των συγκεκριμένων προσώπων, το θέμα της εξετάσεως του καθενός από αυτούς και η συμβολή του αποδεικτικού αυτού μέσου στην ασφαλέστερη διάγνωση της υποθέσεως.
Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, έστω και αν, κατ’ αρχάς, επιφυλάχθηκε να απαντήσει επ’ αυτού, όσα δε περί του αντιθέτου διατείνεται ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Οι δε λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απαράδεκτες ως αναγόμενες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα. Κατά συνέπεια των όσων προεκτέθηκαν οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Π.Δ., πρώτος, δεύτερος, τρίτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Ομοίως οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Π.Δ., τέταρτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην ίδια ως άνω απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Τέλος ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του Κ.Π.Δ., όγδοος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη στην ουσία της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Ιανουαρίου 2017 και με αριθμό εκθέσεως …27 Ιανουαρίου 2017 αίτηση του Ι. Σ. του Μ., κατοίκου ... (οδός ...), που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών Β. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2756/2016 αποφάσεως του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου