Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

ΑΠ 641/2017 - Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου - Για να καταστεί κάποιος κύριος με κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) ακινήτου ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) δεν αρκεί μόνο να νεμηθεί το ακίνητο επί μία συνεχή 15ετία, με τα λοιπά απαιτούμενα κατά νόμο προσόντα της κτητικής παραγραφής, αλλά πρέπει επιπλέον να επιτύχει την αναγνώριση του δικαιώματος του αυτού της κτητικής παραγραφής έναντι του φερόμενου, σύμφωνα την τελευταία εγγραφή στο Κτηματολόγιο ως κυρίου του ακινήτου (ή των κληρονόμων του), εκτός των άλλων, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση και καταχώριση αυτής στο Κτηματολόγιο

ΕΦΕΤΕΙΟ  ΠΑΤΡΩΝ 184 3. ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ 16/2010  Νομή. Αν κάποιος κατέχει πράγμα στο όνομα άλλου (π.χ στο χρησιδάνειο ο χρησά - μενος) τεκμαίρεται ότι κατέχει στο όνομα του χρήστη. Έτσι δεν υπάρχουν οι προϋπο -
Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου
Έτος: 2017
Νούμερο: 641
Άρειος Πάγος
Για να καταστεί κάποιος κύριος με κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) ακινήτου ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) δεν αρκεί μόνο να νεμηθεί ...
το ακίνητο επί μία συνεχή 15ετία, με τα λοιπά απαιτούμενα κατά νόμο προσόντα της κτητικής παραγραφής, αλλά πρέπει επιπλέον να επιτύχει την αναγνώριση του δικαιώματος του αυτού της κτητικής παραγραφής έναντι του φερόμενου, σύμφωνα την τελευταία εγγραφή στο Κτηματολόγιο ως κυρίου του ακινήτου (ή των κληρονόμων του), εκτός των άλλων, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση και καταχώριση αυτής στο Κτηματολόγιο.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... AΝΩΝΥΜΗ EΤΑΙΡΙΑ" με το δ.τ. "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ......

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ι....... με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 54/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου ερήμην της εκκαλούσας.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 27-6-2014 ανακοπή ερημοδικίας ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, επί της οποίας εκδόθηκε η 80/2015 απόφαση.

Την αναίρεση των υπ’ αριθμ. 54/2014 και 80/2015 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 17-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους. Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτά (Ολομ. ΑΠ 16/1990, ΑΠ 543/2014)). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 554 Κ.Πολ.Δικ., αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Έτσι, αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση (ΑΠ 126/2000). Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη από 17/7/2015 αίτηση αναίρεσης στρέφεται: α) κατά της 54/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, λόγω της ερημοδικίας της και β) κατά της 80/2015 απόφασης του ίδιου Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της αμέσως πιο πάνω 54/2014 ερήμην απόφασής του. Εξάλλου, δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, ούτε άλλωστε και επικαλείται ο αναιρεσίβλητος, ότι έχουν επιδοθεί οι παραπάνω εφετειακές αποφάσεις, οπότε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., η προθεσμία προς άσκηση κατ’ αυτών αίτησης αναίρεσης λήγει μετά τριετία από τη δημοσίευσή τους, ήτοι την 31/5/2017 και την 30/4/2018, αντίστοιχα. Με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, εφόσον ασκήθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως προς τις προσβαλλόμενες 80/2015 και 54/2014 (στην οποία ενσωματώνεται και η πρωτόδικη 1/2013 απόφαση) αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τους προβαλλόμενους με αυτή λόγους αναίρεσης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. δ’ 127 παρ. 1,128 παρ. 1,129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, πρέπει αυτό να παραδοθεί στο νόμιμο ή κατά το καταστατικό νόμιμο εκπρόσωπο του είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου. Αν ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα κ.λπ. του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη περίπτωση, σ’ ένα από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους, που συνοικούν με τον παραλήπτη και στη δεύτερη περίπτωση σ’ ένα από τα διαζευκτικώς αναφερόμενα πρόσωπα (στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σ’ ένα από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες), χωρίς να είναι απαραίτητο για το κύρος της επίδοσης να τηρηθεί καμιά σειρά τόσο ως προς τον τόπο επίδοσης, δηλαδή αναζήτηση του νόμιμου εκπροσώπου πρώτα στην κατοικία και μετά στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, όσο και ως προς τα πρόσωπα, που θα παραδοθεί το επιδιδόμενο έγγραφο, σε απουσία του. Στην έκθεση επίδοσης, πρέπει να αναγραφεί από το δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμο του νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, αν η επίδοση γίνεται στον ίδιο. Σε περίπτωση που αυτός δεν βρεθεί στο γραφείο του (άρθρο 124 § 2 ΚΠολΔ) και η επίδοση γίνει με παράδοση του εγγράφου σε πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 129 § 1 ΚΠολΔ, δεν απαιτείται μεν η αναγραφή στην έκθεση του ονόματος του νόμιμου εκπροσώπου του, πρέπει, όμως, να αναφέρεται σ’ αυτή το γεγονός της μη ανεύρεσης και το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο έγινε η παράδοση του εγγράφου, για να διαπιστωθεί, αν αυτό το φυσικό πρόσωπο είναι από τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή ως δεκτικά παράδοσης (ΑΠ 396/2006). Περαιτέρω ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο (δικηγόρο, υπάλληλο, κ.λπ.) ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, οπότε στην τελευταία περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλάβει δικόγραφο, σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος (ΑΠ2137/2007), και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται μνεία του ονοματεπωνύμου αυτού, αρκούσης της μνείας του ονοματεπωνύμου του πληρεξουσίου, η οποία μπορεί να μη γίνεται στο κυρίως κείμενο της έκθεσης επίδοσης, αλλά να αναφέρεται αυτό και πριν από την υπογραφή του παραλαβόντος το δικόγραφο. Εφόσον υπάρχει πληρεξουσιότητα, μπορεί η επίδοση να γίνει προς τον πληρεξούσιο του εκπροσώπου, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση ή διατύπωση (ΟλΑΠ 900/1985, ΑΠ 443/20015, 322/2015,1005/2005). Επίσης, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔικ η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της έκθεσης επίδοσης ως πλαστής. Τα περιστατικά, αντίθετα, που βεβαιώνονται σ’ αυτή, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του, όπως είναι και ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι υπάλληλος του παραλήπτη, που στηρίζεται σε δήλωση του παραλαβόντος, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθεια τους. Εξάλλου σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔικ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παρά τον νόμο, και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις, ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση, με την οποία δικάσθηκε ερήμην ο διάδικος, όχι όμως και η απόφαση που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, όταν η άκυρη ερημοδικία έλαβε χώρα σε προηγούμενη συζήτηση στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό.

Συνεπώς, η απόφαση που κατ’ αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε ανακοπή ερημοδικίας δεν προσβάλλεται με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, εάν προσάπτεται σ’ αυτήν ότι παρά τον νόμο δεν δέχθηκε ότι ήταν άκυρη η ερημοδικία παρότι δεν είχε κλητευθεί καθόλου ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως ή εμπροθέσμως ο διάδικος που ερημοδικάσθηκε, αλλά με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγο για μη κήρυξη ακυρότητας παρά το νόμο, για την απόρριψη, δηλαδή, της ανακοπής ερημοδικίας και τη μη κήρυξη άκυρης της ερημοδικίας παρά το νόμο (ΑΠ 1689/2009). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 1/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 30/3/2010 διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας. Κατά της απόφασης αυτής η τελευταία άσκησε την από 8/4/2013 έφεση, η συζήτηση της οποίας επισπεύστηκε από τον ενάγοντα -εφεσίβλητο για την ορισθείσα δικάσιμο της 14/3/2014. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 54/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση, εξαιτίας της ερημοδικίας της εναγομένης-εκκαλούσας, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην παραπάνω δικάσιμο. Στη συνέχεια η εκκαλούσα-αναιρεσείουσα άσκησε κατά της τελευταίας απόφασης την από 27/6/2014 ανακοπή ερημοδικίας, με τον πρώτο λόγο της οποίας ισχυρίστηκε ότι η προς αυτήν επίδοση της από 8/4/2013 έφεσης που έγινε στα γραφεία της έδρας της δεν ήταν νόμιμη, επειδή το σχετικό δικόγραφο, λόγω της απουσίας του νόμιμου εκπροσώπου της κατά το χρόνο της επίδοσης, παραδόθηκε από το δικαστικό επιμελητή σε μη εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή δικογράφων υπάλληλο της. Επί της παραπάνω ανακοπής ερημοδικίας εκδόθηκε, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων η συμπροσβαλλόμενη 80/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την ...10.5.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Ρόδου Μ. Κ. ο τελευταίος, ενεργώντας κατ’ εντολή του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου- καθ’ ου η ανακοπή, μετέβη στα γραφεία της έδρας της αναιρεσείουσας στη ..., όπου δεν βρήκε ούτε το νόμιμο εκπρόσωπο ούτε τον διευθυντή αυτής και, στη συνέχεια, επέδωσε ακριβές αντίγραφο της προαναφερόμενης έφεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την ορισθείσα δικάσιμο της 14/3/2014, στον Ν. Π., ο οποίος του δήλωσε ότι ήταν υπάλληλος της αναιρεσείουσας. Η επίδοση αυτή ήταν νόμιμη, αφού πληρούνταν οι προϋποθέσεις της έγκυρης επίδοσης σε νομικό πρόσωπο, σε περίπτωση που δεν ανευρίσκεται ο νόμιμος εκπρόσωπος του στο κατάστημά ή στο γραφείο του, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν. Δεν ήταν δε απαραίτητο για την εγκυρότητα της εν λόγω επίδοσης, αυτή να γίνει προς άλλο, εξουσιοδοτημένο από την αναιρεσείουσα για την παραλαβή δικογράφων πρόσωπο, αφού δεν προκύπτει από την έκθεση επίδοσης ούτε από κάποιο άλλο έγγραφο η ύπαρξη τέτοιου προσώπου που να γνωστοποιήθηκε στον δικαστικό επιμελητή με οποιοδήποτε τρόπο.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη 80/2015 απόφασή του δεν δέχθηκε την ακυρότητα της πιο πάνω επίδοσης και απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής ερημοδικίας δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ της παρά το νόμο μη κήρυξης δικονομικής ακυρότητας. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ’ αριθ. 132 της 1-9-1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 2 παρ 1 του ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας, (μούλκ), επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας, μετά δεκαπενταετία, από την εγγραφή που έγινε. Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη με την οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε. Από το κείμενο της διάταξης είναι φανερό ότι η δεκαπενταετής νομή πρέπει να είναι μεταγενέστερη της εγγραφής στο Κτηματολογικό βιβλίο στο όνομα του δικαιούχου (κατά του οποίου χωρεί η χρησικτησία), ενώ εξ άλλου το στοιχείο τούτο πρέπει να περιέχεται στην αγωγή (ΟλΑΠ 188/1980). Η συμπληρωθείσα κτητική παραγραφή η προβλεπόμενη από τον Κτηματολογικό Κανονισμό έχουσα διττή ενέργεια, συνεπάγεται, αφενός μεν απόσβεση του εμπραγμάτου δικαιώματος του δικαιούχου κατά του οποίου χωρεί η χρησικτησία, καθώς και απόσβεση κάθε εμπραγμάτου επί του ακινήτου αξιώσεως των δικαιούχων (π.χ. της διεκδικητικής αγωγής), αφ’ ετέρου δε οδηγεί σε απόκτηση με χρησικτησία κυριότητος (ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος) επί του ακινήτου, για το οποίο δικαίωμα επιτρέπεται η εγγραφή στο Κτηματολόγιο κατά τους όρους του νόμου. Η εγγραφή αυτή που συνδέεται με την κτητική ενέργεια της εν λόγω παραγραφής είναι άσχετη προς το αποσβεστικό αυτής αποτέλεσμα, το οποίο δεν επηρεάζει. Για να καταστεί λοιπόν κάποιος κύριος με κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) ακινήτου ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) δεν αρκεί μόνο να νεμηθεί το ακίνητο επί μία συνεχή 15ετία, με τα λοιπά απαιτούμενα κατά νόμο προσόντα της κτητικής παραγραφής, αλλά πρέπει επιπλέον να επιτύχει την αναγνώριση του δικαιώματος του αυτού της κτητικής παραγραφής έναντι του φερόμενου, σύμφωνα την τελευταία εγγραφή στο Κτηματολόγιο ως κυρίου του ακινήτου (ή των κληρονόμων του), εκτός των άλλων, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση και καταχώριση αυτής στο Κτηματολόγιο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνεται, ως τρόπος κτήσης της κυριότητας, η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή), η οποία ως προς τα λοιπά, πέραν της δεκαπενταετούς νομής, στοιχεία, ήτοι ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της χρησικτησίας, μετά την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 510/1947 της Ελληνικής Νομοθεσίας, ήτοι από 30-12-1947, διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΟλΑΠ 188/1980), μεταξύ των οποίων είναι εκείνη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία για τον καθορισμό της έννοιας της νομής ορίζεται ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, εκείνη του άρθρου 1045 ΑΚ, κατά την οποία εκείνος που έχει στη νομή του, κατά το καθοριζόμενο στο νόμο χρονικό διάστημα, πράγματος γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία) και εκείνη του άρθρου 1051 ΑΚ, από την οποία συνάγεται ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος είτε με καθολική είτε με ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, δεδομένου ότι η γενομένη με το ως άνω άρθρο 63 παραπομπή στις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας είναι γνήσια, δηλαδή η συμπλήρωσή του γίνεται όχι με τις διατάξεις που κατά τη θέσπιση του Κτηματολογικού Κανονισμού ίσχυαν, αλλά με αυτές που κάθε φορά ισχύουν και αποτελούν έτσι συμπληρωματικά κείμενο της παραπέμπουσας διάταξης. Ειδικότερα άσκηση νομής, η οποία απαιτείται για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, αποτελούν, προκειμένου για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πράξεις, που ενεργούνται σε αυτό, από τις οποίες συνάγεται η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως δικό του. Τις υλικές αυτές πράξεις πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του αυτός που επικαλείται τη χρησικτησία και, εφόσον αμφισβητούνται, πρέπει να αποδεικνύονται από αυτόν. Και δεν αρκεί η έκφραση, ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου και με τα λοιπά νόμιμα προσόντα, χωρίς αναφορά και των εμφανών υλικών πράξεων που ενήργησε στο ακίνητο. Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 30/3/2010 αγωγή του, την οποία ο Άρειος Πάγος εκτιμά, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ισχυρίστηκε ότι είναι κύριος του περιγραφόμενου ακινήτου (αγρού), έκτασης 17.159 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ... και είναι θεμελιωδώς εγγεγραμμένο στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου στο όνομα της Ιταλικής Κυβέρνησης των νήσων του Αιγαίου, ακολούθως δε περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Ιταλικού Δημοσίου και, στη συνέχεια, αποδόθηκε με απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Κτηματολόγιο Ρόδου, στα αναφερόμενα στην αγωγή πρόσωπα, κατά τα αναγραφόμενα στον καθένα ποσοστά συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου, μεταξύ των οποίων ήταν και ο πατέρας του Γ. Κ. Ότι την κυριότητα του πιο πάνω ακινήτου απέκτησε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο τρόπο από τον πατέρα του, και ειδικότερα δυνάμει του .../1997 νόμιμα μεταγεγραμμένου συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ρόδου Κ. Τ. και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, δυνάμει της 79/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου που μεταγράφηκε νόμιμα στο Κτηματολόγιο Ρόδου με την οποία αναγνωρίστηκε ότι στο πρόσωπο του συμπληρώθηκε ο νόμιμος χρόνος της 15ετούς κτητικής παραγραφής .Ότι στα τέλη του έτους 2008 η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κατέλαβε παράνομα το ειδικότερα περιγραφόμενο στην αγωγή τμήμα του παραπάνω ακινήτου, εμβαδού 1251 τ.μ.,το οποίο ενσωμάτωσε στη δική της μερίδα. Κατόπιν αυτών ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο επίδικο τμήμα του πιο πάνω ακινήτου και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του το αποδώσει. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη, κατά το μέρος που αφορά στην κτήση κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στο επίδικο λόγω κτητικής παραγραφής, διότι: 1)δεν εκθέτει έναντι ποίου ή ποίων φερόμενων, σύμφωνα την τελευταία εγγραφή στο Κτηματολόγιο ως κυρίων του επίδικου ακινήτου (ή των κληρονόμων τους), αναγνωρίστηκε το πιο πάνω επικαλούμενο δικαίωμά του με την 79/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου ή αν αυτό αναγνωρίστηκε έναντι της αναιρεσείουσας και 2) σε περίπτωση που με την ένδικη αγωγή ζητείται η αναγνώριση του εν λόγω δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου έναντι της αναιρεσείουσας, δεν εκτίθενται τα στοιχεία που απαιτούνται για την κτήση κυριότητας αυτού, κατά το επικαλούμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, με βάση τη 15ετή κτητική παραγραφή, και ειδικότερα, δεν εκτίθενται ποιες είναι οι εμφανείς υλικές πράξεις νομής που άσκησε ο αναιρεσίβλητος στο επίδικο κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα. Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την συμπροσβαλλόμενη 54/2014 απόφασή του απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ως ορισμένη την ένδικη αγωγή υπέπεσε στην από το άρθρο 559αρ.14ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου.

Συνεπώς είναι βάσιμος ο συναφής δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση παραπάνω διάταξης, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο με την πιο πάνω απόφαση του (στην οποία ενσωματώνεται και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, ως προς τη βάση της περί κτήσης κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία δυνάμει της 79/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου, ισχυρισμό που είχε προβάλει τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις όσο και με την έφεσή της. Κατ’ ακολουθία πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη 54/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην πιο πάνω βάση της ένδικης αγωγής, κρατηθεί δε η υπόθεση κατά τούτο και εκδικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, αφού δεν απαιτείται άλλη έρευνα ή διευκρίνιση αυτής, δεδομένου ότι, λόγω της δεσμευτικής ενέργειας της παρούσας απόφασης, δεν παρέχεται δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης. Στη συνέχεια πρέπει να γίνει δεκτή τυπικά και κατ’ ουσίαν η από 8/4/2013 έφεση της εναγομένης-αναιρεσείουσας, να εξαφανιστεί η 1/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κατά το κεφάλαιο που έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή, ως προς την κτήση κυριότητας του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία, δυνάμει της 79/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου και, ακολούθως, να γίνει δεκτή η αγωγή, κατά ένα μέρος, να αναγνωριστεί ο ενάγων κύριος, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του πιο πάνω ακινήτου και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του το αποδώσει, κατά το ποσοστό αυτό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ.4 εδάφ.ε’ ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 54/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει, κατά τούτο, την από 8/4/2013 έφεση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) κατά της 1/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Δέχεται την έφεση ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη κατά το πιο πάνω κεφάλαιο. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό. Κρατεί και δικάζει την από 30/3/2010 αγωγή, κατά το ίδιο κεφάλαιο. Δέχεται την αγωγή αυτή κατά ένα μέρος.

Αναγνωρίζει τον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) κύριο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, τμήματος εκτάσεως 1.251 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται ως τμήμα Α, με στοιχεία γωνιών ... στο από 2 Φεβρουαρίου 2010 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π. Α., ενός ακινήτου που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ..., και φέρει κτηματολογικά στοιχεία: τόμος … γαιών ..., φύλλο ... και φάκελος ... του Κτηματολογίου Ρόδου.

Υποχρεώνει την εναγομένη (αναιρεσείουσα) να αποδώσει στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) το ακίνητο αυτό, κατά ποσοστό 1/2 εξαδιαιρέτου.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Απριλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: