ΑΠ 463/2017 - Αναπροσαρμογή μισθώματος από το Δικαστήριο - Συνέπειες - Αν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, ο περί του μισθώματος συμβατικός όρος (ήτοι η συμφωνία περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος) καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορος πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος. Το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 § 3 του ως άνω ΠΔ/τος 34/1995

ΕΦΕΤΕΙΟ  ΠΑΤΡΩΝ 184 3. ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ 16/2010  Νομή. Αν κάποιος κατέχει πράγμα στο όνομα άλλου (π.χ στο χρησιδάνειο ο χρησά - μενος) τεκμαίρεται ότι κατέχει στο όνομα του χρήστη. Έτσι δεν υπάρχουν οι προϋπο -
Αναπροσαρμογή μισθώματος από το Δικαστήριο - Συνέπειες
Έτος: 2017
Νούμερο: 463
 Άρειος Πάγος
Αν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, ο περί του μισθώματος συμβατικός όρος (ήτοι η συμφωνία περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος) καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορος πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος. Το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 § 3 του ως άνω ΠΔ/τος 34/1995...


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Επιχειρήσεων", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο..... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Ιωαννιτών, που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ......

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-9-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 12-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου τμήματος του πρώτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 7 (παρ. 1 έως και 3) του ΠΔ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", προκύπτει, εκτός άλλων, ότι επί των εμπορικών και γενικά των προστατευομένων από το νόμο αυτό μισθώσεων, το μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα κατά την σύναψη της μίσθωσης από τους συμβαλλόμενους, αναπροσαρμόζεται δε κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που προβλέπεται στη σύμβαση. Όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος, που συνομολογείται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1994, ισχύει και για χρόνο (συμβατικό ή με αναγκαστική παράταση), για τον οποίο δεν έχει προβλεφθεί σταδιακή αναπροσαρμογή, εφόσον τα μέρη δεν έχουν αποκλείσει την ισχύ του για χρόνο που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση. Αν δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της σύμβασης, χωρίς δικαστική μεσολάβηση, στα ποσοστά που αναφέρονται στην §2 του ως άνω άρθρου. Στη συνέχεια χωρεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με μόνη προϋπόθεση την πάροδο έτους από την προηγούμενη, ανέρχεται δε η αναπροσαρμογή αυτή σε ποσοστό 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος. Τέλος με την §4 του αυτού άρθρου ορίστηκε ότι "σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα" (Ολ.ΑΠ 3/2014).

Περαιτέρω, το δικαίωμα αναπροσαρμογής κατά τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ είναι διαπλαστικό και κατά συνέπεια τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν λοιπόν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, του λοιπού ο περί του μισθώματος συμβατικός όρος (ήτοι η συμφωνία περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος) καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορος πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος. Μετά από αυτήν (δικαστική αναπροσαρμογή και κατάλυση του περί του μισθώματος συμβατικού όρου) το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 § 3 του ως άνω ΠΔ/τος 34/1995, η δε απαιτούμενη από τον νόμο για την πραγματοποίηση αυτής ετήσια προθεσμία αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής. Εξάλλου, με τη δικαστική απόφαση αναπροσαρμογής μεταβάλλονται τα περιστατικά, πάνω στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τήρηση των συμφωνηθέντων. Αυτή δε η ίδια η προσφυγή στο δικαστήριο εκ μέρους του ενός των συμβληθέντων μερών (ή και αμφοτέρων) υποδηλώνει με σαφήνεια την θέληση του ενός (ή και αμφοτέρων) για μη τήρηση των συμφωνηθέντων. Η άποψη κατά την οποία, μετά τη δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος, που γίνεται σε ορισμένο στάδιο, δεν καταργείται η συμφωνία σταδιακής αναπροσαρμογής, αφού αυτή ισχύει μόνο για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται και επομένως διατηρείται για τα επόμενα στάδια, με δυνατότητα αντιμετώπισης με νέα δικαστική παρέμβαση, κατ’ εφαρμογή των ίδιων διατάξεων, μελλοντικής νέας διατάραξης της ισορροπίας χρήσης του μισθίου και του μισθώματος, δεν είναι προκριτέα ενόψει ιδίως α) του ότι τα στάδια αναπροσαρμογής βρίσκονται μεταξύ τους σε λογική αλληλουχία και κάθε ένα στηρίζεται στο προηγούμενο, ώστε αν διασπασθεί η αλληλουχία αυτή δεν μπορούν τα επόμενα στάδια να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους και να γίνει νέα (ερειδόμενη στη σύμβαση) αναπροσαρμογή, β) είναι δυνατόν να ζητείται δικαστική αναπροσαρμογή για κάθε περαιτέρω στάδιο, με αποτέλεσμα το μεν να είναι δυνατή η εντός ενός και του ιδίου σταδίου διπλή αναπροσαρμογή (συμβατική και δικαστική), το δε να δημιουργούνται περισσότερες δίκες που θα βρίσκονται σε εξέλιξη και που κάθε μία θα εξαρτάται από την προηγούμενη, ώστε η σύμβαση θα βρίσκεται σε αποσταθεροποίηση και τα συμβληθέντα μέρη σε αβεβαιότητα και γ) τίθεται ζήτημα περί του πρακτέου, στην περίπτωση κατά την οποία η σταδιακή αναπροσαρμογή έχει συμφωνηθεί σε ποσό (συγκεκριμένο μίσθωμα) και όχι σε ποσοστό, το δε κατ’ αναπροσαρμογή ορισθέν από το δικαστήριο μίσθωμα κατ’ άρθρο 288 ΑΚ είναι κατά ποσό υπέρτερο του μισθώματος του επομένου ή των επομένων σταδίων, οπότε εκ του πράγματος θα επέλθει αδράνεια του σταδίου ή των σταδίων αυτών της σύμβασης, εφόσον η δικαστική αναπροσαρμογή θα υπερκαλύπτει την συμβατική τοιαύτη. Εν κατακλείδι, με την αναπροσαρμογή του μισθώματος από το δικαστήριο και την συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας σταδιακής αναπροσαρμογής, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της διαταραχθείσας συμβατικής σχέσης και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (Ολ.ΑΠ 3/2014). Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α’ Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 8/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, συνεκδικάζοντας την από 26-6-2013 έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσιβλήτου και την παραδεκτώς από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση ως προς το αναγκαστικά συνεχόμενο με το προσβληθέν με την έφεση κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης αγωγικό αίτημα της ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος της ένδικης μίσθωσης για το μετά την 31-12-2012 χρονικό διάστημα, αφού απέρριψε κατ’ ουσία την αντέφεση δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση με τις εξής παραδοχές: "...Κατόπιν αυτών η ανωτέρω οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα από το έτος 2010 επιδεινούμενη συνεχώς σαφώς και δεν μπορούσε εξαρχής και δη κατά το χρόνο σύναψης της μίσθωσης να προβλεφθεί έτσι ώστε η υποχρέωση καταβολής μισθώματος, ποσού 861.295 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου να είναι υπέρμετρα επαχθής για την ενάγουσα και να οδηγεί σε πλήρη κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και μάλιστα σε τέτοιο σημείο ώστε η ενάγουσα εκτελώντας τη σύμβαση να υφίσταται ουσιώδη ζημία που προκλήθηκε απροόπτως, ο δε εναγόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία αυτής. Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις διαμορφωθείσες συνθήκες κρίνει ότι το καταβλητέο μίσθωμα πρέπει να αναπροσαρμοστεί και να μειωθεί κατά 30% και δη σε 602.906,50 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου (εκ 3,6%, 21.704,63 ευρώ) και συνολικά σε 624.611,13 ευρώ από την επίδοση της αγωγής (27-11- 2012) και εφεξής μέχρι την 31-12-2012 (χρονικό σημείο συμφωνηθείσας αναπροσαρμογής βάσει σχετικού όρου του συμφωνητικού μίσθωσης) αναπροσαρμοζόμενου περαιτέρω ετησίως σύμφωνα με τους όρους του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, σε ποσοστό ίσο με τον δείκτη τιμών καταναλωτή, όπως αυτό υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, προσαυξανόμενο κατά 20% επί του προηγουμένως καταβαλλομένου μισθώματος, με διατήρηση βεβαίως του δικαιώματος των διαδίκων να προβούν σε διαφορετική ρύθμιση ή να προσφύγουν στο Δικαστήριο για νέα αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ’ άρθρα 388 και 288 Α.Κ. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η μείωση του μισθώματος του μισθίου επιβάλλεται λόγω αιφνίδιας και απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών της οικονομικής ζωής τόσο των Ιωαννίνων, όσο και του ευρύτερου χώρου που καθιστούν την εκτέλεση της παροχής της μισθώτριας σε σχέση με την αντιπαροχή του εκμισθωτή και με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια από το άρθρο 388 Α.Κ. βάση της δεν έσφαλε ως προ της εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε συναφείς λόγοι της έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Έσφαλε, όμως, που αναπροσάρμοσε το μίσθωμα του αναφερομένου στο σκεπτικό της παρούσας μισθίου στο ποσό των 559.841,75 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου, για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και εφεξής μέχρι την 31-12-2012, αναπροσαρμοζόμενου περαιτέρω ετησίως σύμφωνα με τους όρους συναφθέντος μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικού συμφωνητικού σε ποσοστό ίσο με το δείκτη τιμών καταναλωτή όπως αυτός υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία προσαυξημένο κατά 20% επί του προηγουμένου καταβαλλομένου μισθώματος, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών Δήμος με τον σχετικό λόγο της έφεσής του και αβάσιμα υποστηρίζει η αντεκκαλούσα με την αντέφεσή της. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η κρινόμενη δια των προτάσεων ασκηθείσα αντέφεση, ενώ δεν πρέπει να επιβληθούν έξοδα σε βάρος της αντεκκαλούσας, διότι ο εκκαλών δεν υποβλήθηκε σε πρόσθετη δικαστική δαπάνη. Αντίθετα πρέπει να γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και ερευνηθεί η από 13-6-2012 αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή κατά την κυρία βάση της, ως νόμω και ουσία βάσιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 388 του ΑΚ (βλ. σχετ. Εφ. Αθηνών. 36/2013 Τρ. Νομ. Πληρ. Δ.Σ.Α., Εφ. Παρ. 49/2013 Τρ. Νομ. Πληρ. Δ.Σ.Α.) και να αναπροσαρμοστεί (μειωθεί) το ετήσιο μίσθωμα, όπως στο διατακτικό...". Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω παραδοχές ότι η ετήσια αναπροσαρμογή της ένδικης μισθώσεως για το μετά την 31-12-2012 χρονικό διάστημα ανέρχεται σε ποσοστό ίσο με το δείκτη τιμών καταναλωτή, όπως αυτός υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, προσαυξημένο κατά ποσοστό 20% επί του προηγουμένως καταβαλλόμενου μισθώματος και όχι σε ποσοστό 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή) έσφαλε, διότι με την προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση, αναπροσαρμογής του μισθώματος, κατά το άρθρο 388 ΑΚ, μεταβάλλονται τα περιστατικά, πάνω στα οποία οι συμβαλλόμενοι διάδικοι στήριξαν την συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τήρηση των συμφωνηθέντων, και εν προκειμένω της συμβατικής ρήτρας, που είχε συμφωνηθεί με το από 8-12-2004 μισθωτήριο συμβόλαιο αναφορικά με το ποσοστό της ετήσιας αναπροσαρμογής του ένδικου μισθώματος, αφού η προσφυγή στο Δικαστήριο εκ μέρους της αναιρεσείουσας μισθώτριας υποδηλώνει με σαφήνεια την θέλησή της για μη τήρηση των συμφωνηθέντων ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο, κατά τα εκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη. Επομένως ο πρώτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι παραδεκτά προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο ή δύνανται να στηρίξουν, αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, αντένσταση, ένδικο μέσο, ανακοπή κ.λπ.), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Εν προκειμένω με τον δεύτερο από τον αριθ. κατ’ ορθότερο χαρακτηρισμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον καθορισμό του μισθώματος στο ύψος του "ελεύθερου" δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" δηλαδή το ποσό της άϋλης αποζημίωσης, ποσού 450.000 ευρώ, που κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο Δήμο κατά την έναρξη της ένδικης μίσθωσης καθώς και το ποσό των 34.500.000 ευρώ, που αφορά τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε για την εξ υπαρχής κατασκευή του μίσθιου Ξενοδοχείου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά "επιχειρήματα" της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη της αγωγής της, που δεν έχουν αυτοτέλεια. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω μετά την παραδοχή του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτου λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος, που αφορά την ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος της ένδικης μίσθωσης μετά την 31-12-2012. Στη συνέχεια πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013), ενώ η αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα, έχει καταθέσει προτάσεις, κατά την προκείμενη αναιρετική διαδικασία, με άμεση δικονομική συνέπεια να είναι δυνατή η εξέτασή της έφεσής της κατά το αναιρούμενο μέρος της πληττόμενης απόφασης (ΑΠ 1129/2014). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε στην αναιρετική δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατ’ άρθρο 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με άρθρο 285 του ν. 3852/2010, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 104/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Αναπροσαρμόζει, περαιτέρω, το αναφερόμενο στο σκεπτικό μηνιαίο μίσθωμα, ετησίως, από 1-1-2013 και εφεξής, κατά ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας από χίλια (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ     Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια