ΑΠ 367/2017 - Λόγος αναίρεσης απόφασης - Αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι ελήφθησαν υπόψιν από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι


 ΕΦΕΤΕΙΟ  ΠΑΤΡΩΝ 184 3. ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ 16/2010  Νομή. Αν κάποιος κατέχει πράγμα στο όνομα άλλου (π.χ στο χρησιδάνειο ο χρησά - μενος) τεκμαίρεται ότι κατέχει στο όνομα του χρήστη. Έτσι δεν υπάρχουν οι προϋπο -

Λόγος αναίρεσης απόφασης
Έτος: 2017
Νούμερο: 367
Άρειος Πάγος διάδικοι δικαστήρια
Αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι ελήφθησαν υπόψιν από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι....


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1)Α. συζ. Σ. Α., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., 2)Ε. Θ. συζ. Δ. το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., 3)Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 4)Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 5)Δ. Β. συζ. Β., το γένος Χ. Κ. Κ., κατοίκου ..., 6)Ν. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 7)Κ. συζ. Μ. Κ. το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1)Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2)Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., 3)Φ. χήρας Α. Μ. το γένος Ι. Μ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο .... με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.

Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων:4)Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., και 5)Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Ελένη Κωστίκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2003 αγωγή και την από 27/1/2004 ανακοίνωση δίκης των 1ου, 2ου και 3ης ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και την από 5/7/2005 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5022/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και ...2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12/12/2007 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 393/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση.

Με την από 20-3-2015 κλήση τους οι 4ος και 5ος αναιρεσίβλητοι- καλούντες επανέφεραν την υπόθεση και πάλι προς συζήτηση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή ανέγνωσε την από 16-10-2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθούν τα αντίδικα μέρη στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. ‘ Όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Σ. Π. προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με ημεροχρονολογία 13-1-2016 και την .../18-1-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε. Χ., οι απουσιάζοντες καθών η από 20-3-2015 κλήση-αναιρεσείοντες έχουν κληθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (οι πρώτοι έξι εξ αυτών ως αγνώστου διαμονής, για τους οποίους έλαβαν χώρα και οι επιβεβλημένες δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο), για την δικάσιμο της 20-4-2016, μετ’ αναβολήν εκ του πινακίου της οποίας η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά του πινακίου κατά την αναφερομένη στην αρχή της προκειμένης αποφάσεως δικάσιμο. Επομένως, κατ’ άρθρ. 576 παρ. 1 εδ. γ’ ΚΠολΔ, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία των ανωτέρω καθών, η κλήση-αναιρεσειόντων, κλητευθέντων, ως άνω, απ’ τους επισπεύδοντες την συζήτηση καλούντες-αναιρεσιβλήτους Δ. και Σ. Κ..

ΙΙ. Ο από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Επίσης, κατ’ άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Περαιτέρω, κατ’ άρθρ. 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο ... δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι ελήφθησαν υπόψιν από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, συμφώνως προς τα άρθρα 335 επ. ΚΠολΔ, μη θεμελιουμένου λόγου αναιρέσεως λόγω παραλείψεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη, ή να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. ‘ Ετι περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 19 του ιδίου άρθρου (559 ΚΠολΔ), η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικώς, για να είναι ορισμένος ο από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχεται, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνος του ουσιαστικού δικαίου και μόνον ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικώς η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (Ολ ΑΠ 20/2005). Ωσαύτως, για να είναι ορισμένος (και κατά συνέπεια παραδεκτός) ο κατ’ άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνει πλην άλλων, 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Η αοριστία δε του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 20/2005).

IV. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει, κατ’ ουσίαν, την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, η κυρία παρέμβασή τους, παρεβίασε ευθέως κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα αυτούς των άρθρων 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικος και 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 εδ. β του ΑΝ 431/1968 και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Εν τούτοις, οι αναιρεσείοντες δεν παραθέτουν στο αναιρετήριο τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο αυτό της ουσίας, ως θεμελιωτικά της ανωτέρω κρίσεώς του, με τις οποίες (παραδοχές) συντελέσθηκε η προβαλλόμενη από αυτούς παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου των επικαλουμένων από τους ιδίους ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, ούτε αναφέρουν το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Αντιθέτως, στο αναιρετήριο εκτίθεται μόνο ένα σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις, καθώς και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος.

V. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση κατ’ άρθρ. 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ και δη ότι το Εφετείο, καταλήξαν στην κρίση του περί απορρίψεως της εφέσεως (των αναιρεσειόντων) κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε απορρίψει την κύρια παρέμβασή τους, δεν έλαβε υπόψιν του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: 1) Τον Πίνακα Πράξεως Εφαρμογής επί της με αρ. 20 μεμονωμένης πράξεως εφαρμογής, ο οποίος κυρώθηκε με την .../4-8-1997 απόφαση του Νομάρχη Θεσ/κης, με την οποία στην θέση του αρ. κληροτεμαχίου … αγρού 5.700 μ2, αποδόθηκε το ... οικόπεδο του ... οικοδομικού τετραγώνου του οικισμού Ν. ... Θεσ/κης, 4.715,76 μ2, και 2) την κοινοποίηση από την Κοινότητα ... της ΠΡΑΞΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ προς τον πατέρα τους, ως συνδικαιούχο του πιο πάνω οικοπέδου. Προσέτι, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η μομφή κατά λέξη ότι: "η προσβαλλόμενη απόφαση παντελώς αναπόδεικτα δέχθηκε ότι "‘ Εκτοτε [από το 1954] ο Χ. Κ. ουδέποτε εκδήλωσε πρόθεση να νέμεται τα ανωτέρω ακίνητα, αντίθετα οι συγκληρονόμοι του από το έτος 1954, που έλαβε χώρα η προφορική συμφωνία περί διανομής, του γνωστοποίησαν την πρόθεσή τους να τα νέμονται αποκλειστικά για τον εαυτό τους και κατά τα ιδανικά μερίδια που τους αναλογούσαν". ‘ Όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο (έγγραφα, εμμάρτυρες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα πρακτικά της δίκης), δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα η προφορική συμφωνία, αφού κανένας από τους εξετασθέντες μάρτυρες στην πρωτόδικη δίκη, δεν κατέθεσε ορισμένα ότι γνώριζε για την συμφωνία αυτή [είτε ότι ήτανε παρών είτε ότι το γνώριζε από κάποιους από τους διαδίκους], αλλά η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε εσφαλμένα στην παραπάνω κρίση της από την όλη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Επίσης, από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι αναιρεσίβλητοι γνωστοποίησαν την πρόθεσή τους να τα νέμονται τα ακίνητα αποκλειστικά για τον εαυτό τους και κατά τα ιδανικά μερίδια που τους αναλογούσαν. ‘ Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά της δίκης, δεν υπάρχει καμία αναφορά, από κανένα απολύτως εξετασθέντα μάρτυρα, περί της πρόθεσης αυτής των αναιρεσιβλήτων, ούτε βέβαια η προσβαλλομένη απόφαση εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη αυτή.

Συνεπώς με όσα παραπάνω δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 10, αφού δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά και χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη αυτή και για τους λόγους αυτούς θα πρέπει να αναιρεθεί".

VI. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, από όλα τα έγγραφα που νομότυπα επικαλούνται οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω χωρίς να παραληφθεί η συνεκτίμηση κανενός και τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε για άμεση απόδειξη [αρθρ.438 Κ.Πολ.Δικ.], είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακολούθα πραγματικά περιστατικά. Ο Δ. Κ. του Φ., απεβίωσε την 21-12- 1934 χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη και κατέλειπε μονούς εξ αδιάθετου κληρονόμους του τη σύζυγο του Κ. σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαίρετου και τα τέκνα του Ε. συζ. Γ. Ρ., Ε. συζ. Α. Μ., Χ. και Χ. σε ποσοστό 3/16 εξ αδιαίρετου έκαστο. Στην κληρονομιά του περιλαμβάνονταν οικοπεδικός και αγροτικός κλήρος αποτελούμενος από ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του συνοικισμού "..." του Νομού Θεσσαλονίκης με ..., έκτασης 500 τ.μ. και τους αγρούς που βρίσκονται στην εποικισθείσα περιοχή αγροκτήματος ... του Νομού Θεσσαλονίκης με αριθμούς …, έκτασης 5.700 τ.μ., …, έκτασης 11.625 τ.μ. και…, έκτασης 16.200 τ.μ. Στον κληρονομούμενο τα ακίνητα αυτά παραχωρήθηκαν κατά την οριστική διανομή που κυρώθηκε με το νόμο 5496/1932 και το νομοθετικό διάταγμα 2535/1953, αντίστοιχα και δημοσιεύθηκαν νόμιμα [ΦΕΚ 173/32, τεύχος Α’ και Α/...27-8-1953] και εκδόθηκαν οι με αριθμούς .../1968 και ...10-10-1955 τίτλοι κυριότητας του Διοικητή της ΑΤΕ, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφύλακα Θεσσαλονίκης στις 18-51968 και 27-3-1958, αντίστοιχα. Το με ... κληροτεμάχιο στη συνέχεια μετά την ένταξη της περιοχής στο ρυμοτομικό σχέδιο της Κοινότητας ... με την ... μεμονωμένη πράξη εφαρμογής, που κυρώθηκε με την με αριθμό πρωτ..../4-8-1997 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα, αντικαταστάθηκε και στη θέση του αποδόθηκε στους δικαιούχους, το με ... οικόπεδο του με αριθμό ... οικοπεδικού τετράγωνου του οικισμού ... Νομού Θεσσαλονίκης, έκτασης 4.715,76 τ.μ. Την 24-10-1942 απεβίωσε αδιάθετη η θυγατέρα του αρχικού δικαιοπάροχου Ε. συζ. Γ. Ρ., η οποία κατέλιπε μονούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της επί της ανωτέρω κληρονομικής μερίδας του πάτερα της [3\16] το σύζυγο της Γ. και το φυσικό της τέκνο Α. Μ.. Ακολούθως, την 1-7-1945 απεβίωσε και ο Γ. Ρ. και το προαναφερθέν κληρονομικό μερίδιο [3/16 εξ αδιαιρέτου] της Ε. Ρ. περιήλθε εξ ολοκλήρου στον Α. Μ.. Την 26-11-1942 απεβίωσε αδιάθετη η σύζυγος του αρχικού δικαιοπάροχου Κ. και κατέλιπε μονούς εξ αδιάθετου κληρονόμους της επί της ανωτέρω κληρονομικής μερίδας του συζύγου της [1\4 εξ αδιαίρετου] τα τρία της τέκνα, Ε., Χ. και Χ. και τον εγγονό της Α. Μ., τέκνο της προαποβιωσάσης θυγατέρας της Ε.. Μετά το θάνατο και της Κ. όλοι οι ανωτέρω κληρονόμοι απεδέχθησαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά με ενεργό ανάμιξη τους σ’ αυτήν, που συνίστατο στην κατοχή και καλλιέργεια των αγρών. Το έτος 1954, ενόψει της επικείμενης μετανάστευσης του Χ. Κ. στην Αυστραλία, οι συγκληρονόμοι με προφορική συμφωνία τους διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία και ο Χ. έλαβε υπό τη νομή του τον με ... αγρό, έκτασης 11.625 τ.μ. ενώ αναφορικά με τα υπόλοιπα κληρονομιαία ακίνητα [αριθμ. ...] μεταβίβασε το κληρονομικό τους μερίδιο με σκοπό αποξένωσης στους συγκληρονόμους του, οι οποίοι έκτοτε τα έλαβαν υπό τη συννομή τους. Οι κυρίως παρεμβαίνοντες με το πρώτο λόγο της εφέσεως τους ισχυρίζονται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις, δεχόμενο ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή της περιουσίας του Δ. Κ. το έτος 1954. Ο λόγος, όμως, αυτός της εφέσεως κρίνεται ως ουσία αβάσιμος και τούτο αποδεικνύεται από τα παρακάτω αποδεικτικά στοιχεία. Όπως προκύπτει από την με αριθμό ... εισηγητική έκθεση, επί της αγωγής που άσκησε ο Χ. Κ. κατά των δικαιοπάροχων των εναγόντων - εφεσίβλητων, καταθέτει την 8η Φεβρουάριου 1978 ο ίδιος ο αγοραστής του αγροτεμαχίου που - κατά την άτυπη συμφωνία διανομής- περιήλθε στον Χ. Κ., Ε. Μ., ο οποίος κατηγορηματικά λέει ‘ Το αγόρασα το 1954. προσύμφωνο είχαμε κάνει τότε και όχι οριστικό συμβόλαιο. Δια την αγορά του κληροτεμαχίου αυτού με ενόχλησε πολλές φορές ο ενάγων, Χ. Κ.. Τελικώς το αγόρασα έναντι δρχ. 11.398.200. Το τίμημα αυτό επλήρωσα απευθείας στην Αγροτική Τράπεζα εγώ για λογαριασμό του ενάγοντος, Χ. Κ. και εις εξόφλησιν χρέους του προς την Τράπεζα. Ο Χ. Κ. τότε επρόκειτο να φύγει στην Αυστραλία και δεν μπορούσε να φύγει αν δεν εξοφλείτο το χρέος του προς την τράπεζα τα άλλα αδέλφια του ενάγοντος δεν πήραν ούτε δραχμή από το τίμημα’ . Επίσης, και η τότε δασκάλα του χωριού, Α. Ν., καταθέτει ‘ Όταν έφυγε ο ενάγων στην Αυστραλία χρωστούσε χρήματα στην εφορία, γι’ αυτό και δεν τον άφηναν να φύγει. Τότε πούλησαν ένα χωράφι από τον κλήρο 11-11,5 στρέμματα στον δήμαρχο ..., το όνομα του οποίου δεν θυμάμαι, και με το τίμημα ο αγοραστής πλήρωσε τα χρέη του ενάγοντος στην εφορία και ό,τι περίσεψε το έδωσε στον ίδιο και έτσι έφυγε. Η συμφωνία του ενάγοντος με τα άλλα αδέλφια του ήταν ότι με αυτό που πώλησαν παίρνει το μερίδιο του και τα υπόλοιπα μένουν στους άλλους. Μάλιστα ενθυμούμαι ότι τότε ρώτησα τον εναγόμενο Χ. Κ. ‘ καλά εσείς υπογράψατε γι αυτό που πουλήθηκε, ο αδελφός σας που φεύγει σας υπέγραψε χαρτί ότι δεν θα ζητήσει από τα υπόλοιπα’ και αυτός μου απήντησε ότι είναι αδελφός του και του έχει εμπιστοσύνη’ . Στην ίδια κατάθεση της συνεχίζει Ό κλήρος των διάδικων ήταν περίπου 33 στρέμματα και αυτό το άκουσα στο χωρίο που υπηρέτησα ως διδασκάλισσα επί 16 χρόνια. Το περιστατικό ότι επούλησε το μερίδιο του ο ενάγων με την υπογραφή των αδελφών του το άκουσα στην κοινότητα, δεν θυμάμαι όμως συγκεκριμένο πρόσωπο, διότι πέρασαν πολλά χρόνια’ . Επίκληση της ίδιας συμφωνίας διανομής της περιουσίας γίνεται από τον πάτερα των εναγόντων - εφεσίβλητων, Α. Μ. και στη με αριθμό ...14-12-1988 αγωγή του για τη διαγραφή της από 8-2-1976 αγωγής του Χ. Κ. από τα οικεία Βιβλία Διεκδικήσεων, όπως επίσης και στις με αριθ. καταθ.../24-10-1989 και .../15-9-1993 αγωγές των εναγόντων κατά του Χ. Κ., επί των οποίων εκδόθηκαν οι με αριθμούς 763/1990 και 7922/1994 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επίσης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοδίκης δίκης τη συμφωνία διανομής της περιουσίας του Δ. Κ., επιβεβαίωσε η μάρτυρας, Ά. Α., αλλά και ο μάρτυρας, Μ. Σ., ο οποίος μίσθωνε το με ... κληροτεμάχιο από το 1960 ως το 1958. Ο τελευταίος μάλιστα σε ερώτηση της Εισηγήτριας ‘ Ακούσατε μήπως από εκεί, από την περιοχή, αν ο Χ. διεκδικούσε κάποιο μερίδιο από αυτά τα ακίνητα’ απάντησε επί λέξει "κοιτάξτε όταν ήλθαν διεκδικούσε άλλα τι έγινε μετά δεν ξέρω γιατί αυτός είχε πουλήσει ένα χωράφι και έφυγε. Αυτά είναι δικά τους’ . Επίσης κατέθεσε ότι το άλλο αγροτεμάχιο της πατρικής περιουσίας πουλήθηκε στον ‘ Β. Μ.’ και τα χρήματα από την πώληση τα πήρε ο Χ. Κ. και έφυγε στην Αυστραλία, ενώ ο αγοραστής ανέλαβε να πληρώσει το χρέος του. Την ύπαρξη της συμφωνίας επιβεβαίωσε και ο Μ. Μ., στη με αριθμό …2007 ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε ύστερα από νόμιμη κλήτευση των εναγομένων, αφού σχετική πρόσκληση τους επιδόθηκε την 8-1-2007, όπως αποδεικνύεται από τη με αριθμό .../8-1-2007 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Ν. Τ.-Κ.. Συγκεκριμένα κατέθεσε ‘ Πριν να φύγει στην Αυστραλία ήταν αγρότης, όπως και ο Χ., αλλά και όλος ο κόσμος στην .... Από διηγήσεις της οικογένειας γνωρίζω, εδώ και δεκαετίες, ότι είχε χρέη και δεν μπορούσε να πάρει διαβατήριο για να φύγει. Τότε αυτός ήταν που ζήτησε από τα αδέλφια του, να μοιράσουν την περιουσία και να πάρει το μερίδιο του. Έτσι πήρε αυτός το χωράφι των 11,5 στρεμμάτων και η συμφωνία ήταν η υπόλοιπη περιουσία θα άνηκε στον αδελφό του Χ. και στην οικογένεια Μ.. Το χωράφι αυτό των 11,5 στρεμμάτων πουλήθηκε στον τότε δήμαρχο ..., ο οποίος ανέλαβε και πλήρωσε τα χρέη του Χ. Κ.‘ . Έκτοτε, [από το 1954] ο Χ. Κ. ουδέποτε εκδήλωσε πρόθεση να νέμεται τα ανωτέρω ακίνητα, αντίθετα οι συγκληρονόμοι του από το έτος 1954, που έλαβε χώρα η προφορική συμφωνία περί διανομής, του γνωστοποίησαν την πρόθεση τους να τα νέμονται αποκλειστικά για τον εαυτό τους και κατά τα ιδανικά μερίδια που τους αναλογούσαν. Αυτοί συνέχισαν να νέμονται και να τα κατέχουν σαν αποκλειστικοί κύριοι καλλιεργώντας τα και συλλέγοντας τους καρπούς μάλιστα στο με αριθμό … οικόπεδο ανήγειραν και οικία χωρίς ποτέ να εμποδιστούν στην άσκηση της νομής τους από τον Χ. Κ.. Σε κάθε περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αξίωση των κυρίως παρεμβαινόντων για την αναγνώριση της κυριότητας τους είχε υποπέσει σε παραγραφή μέχρι την άσκηση της κρινομένης παρέμβασης τους, καθόσον η σχετική παραγραφή συμπληρώθηκε είκοσι [20] έτη μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη επί της με αριθμό κατάθεσης …1976 αγωγής του δικαιοπάροχου τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δηλαδή την 15-6-1998. Η παραδοχή αυτή της εκκαλουμένης απόφασης που αποτέλεσε τη νομική και πραγματική βάση για την αποδοχή της ένστασης παραγραφής, δεν προσβάλλεται με την κρινομένη έφεση των εκκαλούντων. Εξάλλου, ούτε στην κρινομένη έφεση, ούτε και στην κυρία παρέμβαση τους, οι εκκαλούντες προέβαλαν κανένα ισχυρισμό σχετικά με την άσκηση εκ μέρους των κυρίως παρεμβαινόντων η του δικαιοπάροχου τους οποιασδήποτε διακατοχικής πράξης επί των επίδικων ακινήτων, ή την προσβολή οποιασδήποτε αξιώσεως σχετικά με αυτά μετά την εγκατάλειψη του δικαστικού αγώνα το 1978 από τον Χ. Κ. και μέχρι την άσκηση της κρινομένης παρέμβασης. Όλοι, ανεξαιρέτως, οι μάρτυρες που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η μάρτυρας των κυρίως παρεμβαινόντων, αλλά και ο Μ. Μ. στη με αριθμό …2007 ένορκη βεβαίωση του καταθέτουν ότι μετά το 1978 οι κυρίως παρεμβαίνοντες - εκκαλούντες, αλλά και προηγουμένως ο δικαιοπάροχος πατέρας τους δεν ήγειραν καμία αξίωση, ούτε εναντιώθηκαν στη διάνοια κυρίου νομή των επίδικων ακίνητων από τους εφεσίβλητους και την οικογένεια του Χ. Κ. κατά ποσοστά 2/3 και 1/3, αντίστοιχα. Έτσι, μετά την παρέλευση 20ετιας που συμπληρώθηκε, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση την 15-6-1998, από τη μια πλευρά οι εναγόντες - εφεσίβλητοι και ο Σ. και Δ. Κ., απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα του ποσοστού 1/4 εξ αδιαίρετου των επίδικων ακίνητων -ο καθένας κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή τους ποσοστά- και από την άλλη, η αξίωση των κυρίως παρεμβαινόντων για την προστασία της εκκαλούμενης κυριότητας τους σε ποσοστά 1/4 εξ αδιαίρετου των ακίνητων συνολικά έχει υποπέσει σε παραγραφή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, την 4-6-1975 απεβίωσε αδιάθετη η Ε. σύζυγος Α. Μ. και κληρονομήθηκε από τον μοναδικό κληρονόμο της, το θετό της τέκνο Α. Μ., στον οποίο περιήλθε η ανωτέρω κληρονομική της μερίδα. Το έτος 1974 επέστρεψε ο Χ. Κ. από την Αυστραλία και τότε πλέον αμφισβητώντας το δικαίωμα συγκυριότητας των συγκληρονόμων του επί των υπολοίπων κληρονομιαίων ακίνητων πλην αυτού που ο ίδιος πώλησε και εισέπραξε το τίμημα, άσκησε ενώ ήδη είχε παραγραφεί το δικαίωμα άσκησης της περί κλήρου αγωγής, την με αριθμ. καταθ....-2-1976 αγωγή του με την οποία ζητούσε ν’ αναγνωρισθεί το δικαίωμα συγκυριότητας του επί των ανωτέρω ακινήτων. Με την άσκηση της αγωγής αυτής επήλθε διακοπή της παραγραφής της περί συγκυριότητας αξίωσης του. Κατά τη διάρκεια της επιδικίας εκδόθηκε η αριθμ. 1977/1977 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που διέταξε τη διενέργεια αποδείξεων. Αυτές βάσει της αριθμ.3020/1977 Εισηγητικής Έκθεσης του Εισηγητή Δικαστή, ολοκληρώθηκαν με την κατάθεση του τελευταίου μάρτυρος την 14-6-1978, οπότε και περαιώθηκε η διεξαγωγή των αποδείξεων. Από την επομένη της τελευταίας διαδικαστικής πράξης άρχισε να τρέχει καινούργιος χρόνος παραγραφής, ενώ δεν μεσολάβησε μέχρι την κατάθεση της κυρίας παρέμβασης [6-7-2005] άλλη διαδικαστική πράξη. Συνέπεια αυτού είναι ότι η παραγραφή της αξίωσης του δικαιοπάροχου των κυρίως παρεμβαινόντων ως αντικείμενου της αναγνωριστικής αγωγής, η οποία παραγραφή είχε αρχίσει κατά το έτος 1974 και είχε διακοπεί την 10-2-1976, συνεχίσθηκε στο πρόσωπο των κυρίως παρεμβαινόντων ως καθολικών διάδοχων του δικαιοπάροχου τους και συμπληρώθηκε την 15-6- 1998. Κατά την κατάθεση της κυρίας παρεμβάσεως [6-7-2005], η αξίωση των κυρίως παρεμβαινόντων είχε υποκύψει σε παραγραφή. Επομένως, ο ισχυρισμός των καθ’ ων η κυρία παρέμβαση περί κτητικής και αποσβεστικής παραγραφής κρίνεται ουσιαστικά βάσιμος, γι’ αυτό άλλωστε, ορθά η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι το αναγνωριστικό αίτημα της κυρίας παρεμβάσεως αποβαίνει χωρίς έννομο συμφέρον και απορρίφθηκε. Με το ανωτέρω εκτιθέμενο τρόπο, οι δικαιοπάροχοι των διάδικων της κυρίας αγωγής, των ακίνητων με αριθμούς ... [επίδικα] και του με ... αγρού, ο οποίος ακολούθως εκποιήθηκε με τα’ αριθμ. ...28-12-1987 και ...2-11-1989 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Α. Ν., κατέστησαν δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας συγκύριοι. Την 8-5-1988 απεβίωσε ο Χ. Κ., ο οποίος κατέλειπε την με αριθμ. .../1984 δημοσία διαθήκη του που συνετάγη ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ε. Σ., και δημοσιεύθηκε νόμιμα. Βάσει αυτής εγκατέστησε κληρονόμους του, τη σύζυγο του Α. σε εξ αδιαίρετου ποσοστό [1000/5700] από το ιδανικό του μερίδιο επί του με ... κληροτεμαχίου, καθώς και κατά επικαρπία στην υπόλοιπη κληρονομιαία περιουσία του και τα τέκνα του Δ. και Σ., εναγομένους, στην ψιλή κυριότητα αυτής [υπόλοιπης κληρονομιαίας περιουσίας]. Η Α. χήρα Χ. Κ. αποδέχθηκε με την αριθμ. ...1995 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Α. Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα την επαχθείσα σ’ αυτήν κληρονομιά, ενώ οι εναγόμενοι δεν την αποποιήθηκαν, όπως τούτο προκύπτει από το αριθμ..../18-7-2003 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ακολούθως, η Α. χήρα Χ. Κ., με το αριθμ. .../1995 συμβόλαιο γονικής παροχής του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στα τέκνα της την ψιλή κυριότητα της κληρονομηθείσας περιουσίας του συζύγου της, παρακρατώντας την επικαρπία, η οποία [επικαρπία] μετά το θάνατο της, την 17-7-1999, συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα κι έτσι οι εναγόμενοι απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα και δη κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαίρετου έκαστος το ιδανικό μερίδιο επί των επίδικων ακίνητων του πάτερα τους Χ. Κ. [1/3 εξ αδιαιρέτου]. Τέλος, την 23-6-1989 απεβίωσε ο Α. Μ. και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιάθετου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Φ. και τα τέκνα του, Γ. και Α. [ενάγοντες], οι οποίοι αποδέχθηκαν το κληρονομικό του μερίδιο επί των επίδικων ακίνητων [2/3 εξ αδιαίρετου], κατά ποσοστό 8/48 η πρώτη και από 12/48 εξ αδιαίρετου έκαστος των λοιπών με τις αριθμ. .../1990 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ε. Κ. - Κ. και αριθμ. ...2003 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς που συνετάγη ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα. Οι εκκαλούντες με την ένδικη έφεσή τους ισχυρίζονται ότι, το με ... κληροτεμάχιο στην ... δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κτήσης κυριότητας με χρησικτησία. Η διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 Α.Ν. 431/1968, με την οποία επιτράπηκε η διάθεση των κλήρων υπό τον περιορισμό μόνον της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής -κατά τη ρητή και απολύτως σαφή διατύπωσή της- απαγορεύει την κατάτμηση των τεμαχίων της οριστικής διανομής. Προφανώς, και δεν θεσπίζει απαγόρευση κατάτμησης ολόκληρου του κλήρου, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, αφού ο κλήρος, δηλαδή η έκταση που δινόταν σε κάθε ακτήμονα αγρότη αποτελούνταν κατά κανόνα από περισσότερα τεμάχια αγρού και από οικόπεδο εκτός οικισμού, τα οποία βρίσκονταν σε διαφορετικό τόπο το καθένα, εντός της ευρύτερης αγροτικής περιοχής κάθε κοινότητας ή Δήμου ή κι εκτός του οικισμού. Τα γεωτεμάχια αυτά -αγροί και οικόπεδα- δεν αποτελούσαν ενιαία έκταση. Κάθε κληροτεμάχιο, ή οικόπεδο ήταν αυτοτελές ακίνητο το οποίο αποτελούσε, και αποτελεί, εξάλλου, χωριστά αντικείμενο κυριότητας. Επομένως, είναι αυτονόητο ότι ο περιορισμός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής δεν αφορά την κτήση κυριότητας [με παράγωγο τρόπο ή και με χρησικτησία] επί ολοκλήρου κληροτεμαχίου, όπως το επίδικο με ... κληροτεμάχιο στην ..., το οποίο ολόκληρο [κι όχι τμήμα του] απέκτησαν οι εφεσίβλητοι και οι Σ. και Δ. Κ.. Όσον άφορα την ένσταση των εκκαλούντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων εφεσίβλητων, πρέπει να λεχθεί ότι, η άσκηση της προκείμενης παρέμβασης από τους κληρονόμους του Χ. Κ. υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά κυρίως ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος κυριότητας, αφού τόσο οι ίδιοι, όσο και ο δικαιοπάροχος τους δεν έχουν ενδιαφερθεί να ασκήσουν καμία από τις εξουσίες του επικαλουμένου από αυτούς δικαιώματος συγκυριότητας για περισσότερο από τριάντα [30] χρόνια. Αντίθετα, η συμπεριφορά του Χ. Κ. να ζητήσει ο ίδιος τη διανομή της περιουσίας, να λάβει το μερίδιο του, να μεταναστεύσει και να γυρίσει υστέρα από είκοσι [20] χρόνια και να ασκήσει την με αριθμ. …1976 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας, στη συνέχεια να παρατήσει τον δικαστικό αγώνα και να μην εγείρει ποτέ δικαιώματα στα ακίνητα, ούτε αυτός, ούτε και τα παιδιά του επί τριάντα σχεδόν χρόνια [συνολικά πενήντα (50) έτη] δημιούργησαν στην οικογένεια των εφεσίβλητων και την οικογένεια του Χ. Κ., την πεποίθηση ότι οι παρεμβαίνοντες δεν θα διεκδικούσαν σε καμία περίπτωση δικαιώματα στα επίδικα ακίνητα. Επί των κατ’ ιδίαν ισχυρισμών των εκκαλούντων πρέπει να σημειωθεί ότι, η δικαστική επιδίωξη της αναγνώρισης της κυριότητας των εναγόντων - εφεσίβλητων μόνον επί του με αριθμό ... κληροτεμαχίου έγινε για το λόγο ότι το αγροτεμάχιο αυτό επώλησαν από κοινού οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι με την οικογένεια του Χ. Κ. στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ‘ ...’ με τα με αριθμούς ...1987 και ...1989 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Α. Ν. και ότι στις συναφείς αγωγές και αποφάσεις που εκδόθηκαν, αυτοί [ενάγοντες - εφεσίβλητοι] ισχυρίζονται δέκα πέντε [15] χρόνια πριν την προκείμενη δίκη, ότι οι δικαιοπάροχοι τους απέκτησαν τη νομή και των επίδικων ακίνητων από την άτυπη διανομή της κληρονομιάς του Δ. Κ. το έτος 1954 κι έκτοτε, συνεχώς κι αδιαλείπτως, ασκούν επ’ αυτών διακατοχικές πράξεις, διάνοια κυρίου. Τέλος, οι εκκαλούντες, σχολιάζουν τις καταθέσεις των μαρτυρικών καταθέσεων και καταλήγουν σε εσφαλμένα αποτελέσματα. Αντίθετα, από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων αποδείχθηκε ότι το με ... αγροτεμάχιο καλλιεργούνταν αρχικά από τον Χ. Κ. και για λογαριασμό του πατέρα τους, στη συνέχεια από τη δεκαετία του 1960 εκμισθωνόταν σε τρίτους, μεταξύ των οποίων οι δυο μάρτυρες, Μ. Σ. και Γ. Μ. και ότι στο οικόπεδο με την επ’ αυτού οικία κατοικούσε κατά παραχώρηση της χρήσης από τον πάτερα των εναγόντων -εφεσίβλητων, την οποία σεβάστηκαν και αυτοί, η οικογένεια του Χ. Κ., ότι ο πατέρας των εκκαλούντων, Χ. Κ. και στη συνέχεια οι κυρίως παρεμβαίνοντες, ποτέ δεν προέβαλαν δικαιώματα κυριότητας στους ενοικιαστές του αγρού, τους μάρτυρες, Μ. Σ. και Ι. Μ.. Τέλος, όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν ότι, μετά την αποδήμηση για δεύτερη φορά του Χ. Κ. στην Αυστραλία και αυτός και οι καθολικοί διάδοχοι του και κυρίως παρεμβαίνοντες, καίτοι γνώριζαν θετικά ότι οι οικογένειες του Χ.υ Κ. και του Α. Μ. αντιποιούνται το μερίδιο του στα επίδικα ακίνητα, αυτοί ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν, ουδέποτε άσκησαν διακατοχικές πράξεις, όπως παραδέχθηκε στην κατάθεση της η μάρτυρας τους, Κ. Κ., πεθερά της παρεμβαίνουσας, Κ. Κ.. Επομένως, το πρωτόδικο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε την κυρία παρέμβαση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε το νόμο. Πρέπει, συνεπώς, η έφεση, όλοι οι λόγοι της οποίας ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ν’ απορριφθεί, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη". VII. Οι επιτρεπτώς επισκοπηθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καταδεικνύουν την αβασιμότητα των δευτέρου και τρίτου (τελευταίου) λόγων αναιρέσεως. Ειδικότερα: Το γεγονός της λήψεως υπόψιν όλων των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, (ήτοι και όλων των εγγράφων) ρητώς διαλαμβάνεται στο σκεπτικό και δη στην επικεφαλίδα του αποδεικτικού πορίσματος, επί τη βάσει των αιτιολογιών του οποίου είναι αδιστάκτως εκπεφρασμένη η δικανική πεποίθηση και σαφώς μορφοποιημένη η κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μη όντος επιβεβλημένου να αναφέρεται η διάκριση της χρησιμεύσεως των αποδεικτικών μέσων προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή της βαρύτητος ενός εκάστου εξ αυτών, συμφώνως προς την μείζονα σκέψη. Εν κατακλείδι λεκτέον ότι: Το Εφετείο συνεκτίμησε όλα (και τα αναγραφόμενα στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως και αδοκίμως φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψιν) τα υπό των διαδίκων μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και με έρεισμα αυτά οικοδόμησε τον ιστό του πορίσματός του επί των εν θέματι ζητημάτων, τα οποία ως πυλώνες ουσιωδώς επηρεάζουν την έκβαση της δίκης, παρά τα όσα αντίθετα (περί μη λήψεως υπόψιν και αναποδείκτου) υποστηρίζουν, αβασίμως όμως, οι αναιρεσείοντες, κατά τα άνω εκτιθέμενα. VIII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθεί στους ηττωμένους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό, ενώ δεν τίθεται ζήτημα εισαγωγής στο Δημόσιο Ταμείο παραβόλου, αφού τέτοιο δεν καταβλήθηκε, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-12-2007 αίτηση των: 1) Α. Α., 2) Ε. Θ., 3) Α. Κ., 4) Δ. Κ., 5) Δ. Β., 6) Ν. Κ. και 7) Κ. συζ. Μ. Κ., περί αναιρέσεως της 1492/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια