Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

ΑΠ 555/2017 - Αυτούσια Διανομή - Το δικαστήριο για να διατάξει την αυτούσια διανομή ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, πρέπει να είναι δυνατή η διαίρεσή του σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του ή να κρίνεται εφικτή (ύστερα από αίτηση κοινωνού), χωρίς να αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων, η σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit
Αυτούσια Διανομή
Έτος: 2017
Νούμερο: 555
Άρειος Πάγος
Το δικαστήριο για να διατάξει την αυτούσια διανομή ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, πρέπει να είναι δυνατή η διαίρεσή του ..
σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του ή να κρίνεται εφικτή (ύστερα από αίτηση κοινωνού), χωρίς να αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων, η σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Α. του Ν.,2)Ν. Α. του Σ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ......

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου .....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης .../2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27545/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 2672/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-5-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 11-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ’ άρθρ. 480 ΚΠολΔ: "Το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του" (§1). Επίσης, κατ’ άρθρ. 480Α § 1 εδγ ιδίου ΚΠολΔ, "Η απόφαση που διατάζει τη διανομή ... προσδιορίζει τα χωριστά μέρη της οικοδομής που αναλογούν στις μερίδες των συγκυρίων ...", ενώ με το αμέσως προηγούμενο εδάφιο (β) του άρθρου αυτού προβλέπεται εν σχέσει προς την δυνατότητα αυτούσιας διανομής με σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών είτε κατ’ ορόφους (ή μέρη ορόφων), είτε σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές, ότι "το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο αυτόν, αν ... δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων ...". Συμφώνως δε προς το άρθρο 481 αρ. 2 ΚΠολΔ το δικαστήριο στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480Α "μπορεί για την εξίσωση ανίσων μερών, να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ..." και προσέτι στην διάταξη του άρθρου 482 του ΚΠολΔ προβλέπεται, ότι: "Κατά το σχηματισμό των μερών πρέπει, όσο είναι δυνατό, να αποφεύγεται η κατάτμηση των ακινήτων ..." (§ 1) και "Για να σχηματιστούν τα μέρη λαμβάνεται υπόψη η αξία των αντικειμένων που πρέπει να διανεμηθούν κατά το χρόνο του σχηματισμού τους. Το δικαστήριο καθορίζει την αξία με βάση τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί χωρίς να διατάζει γι’ αυτό νέες αποδείξεις στην περίπτωση που έχει κατόπιν, μεταβληθεί η αξία" (§ 2). Τέλος συμφώνως προς την διάταξη 800 ΑΚ: "Η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών".

ΙΙ. Κατ’ άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται ... "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ..." (αρ. 1α). Ο λόγος αυτός ιδρύεται, ειδικότερα, αν ο κανόνας δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντιστρόφως, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, αναίρεση επιτρέπεται και "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ. 8), ως πραγμάτων νοουμένων των αυτοτελών πραγματικών (επιθετικών ή αμυντικών) ισχυρισμών, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Ακόμη, αναίρεση επιτρέπεται (και) "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ.19). Η απόφαση δε στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή με αντιφατικότητα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του εφαρμοσθέντος κανόνος ουσιαστικού δικαίου ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη 2672/2013 απόφασή του υπέπεσε στις ακόλουθες πλημμέλειες και ειδικότερα: Με τους λόγους αναιρέσεως πρώτο έως και τρίτο διολίσθησε, στα υπ’ αρ. 8 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ σφάλματα, υπό την έννοια, ότι δεν έλαβε υπόψη το αίτημα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου περί διανομής του κοινού ακινήτου προεχόντως αυτουσίως και επικουρικώς με λύση της κοινωνίας και ωσαύτως (δεν έλαβε υπόψιν), το εκτιθέμενο στον υπό στοιχ. Α’ λόγο εφέσεως παράπονο, ότι η εκκληθείσα απόφαση διέταξε την διανομή του επικοίνου ακινήτου με σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών, χωρίς την υποβολή από τους διαδίκους σχετικού αιτήματος και περαιτέρω στέρησε από την απόφασή του την νόμιμη βάση, ήτοι "με ανύπαρκτες, ανακριβείς και αντιφατικές αιτιολογίες" απέρριψε την έφεσή τους, παραβιασθείσης με τον τρόπο αυτόν της ΚΠολΔ 482 § 1. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται το κατ’ άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ σφάλμα και δη ότι δεν ελήφθη υπόψιν ο Β’ λόγος εφέσεως, με τον οποίον είχε υποβληθεί το παράπονο περί πεπλανημένης κρίσεως ως προς την αυτούσια διανομή του επιδίκου με σύσταση χωριστών (καθέτων) ιδιοκτησιών. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ψέγεται η εφετειακή απόφαση ότι δεν ελήφθη υπόψιν ο Γ’ λόγος εφέσεως, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες παραπονούντο για το ότι διατάχθηκε η διανομή του κοινού ακινήτου με σύσταση δύο χωριστών (καθέτων) ιδιοκτησιών, μεταξύ τους ανισοεμβαδικών, μετατραπέντος σε πρόσθετα τμ και ποσοστά συγκυριότητος του καθοριστέου εξισωτικού χρηματικού ποσού. Με τους λόγους αναιρέσεως έκτο και έβδομο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου δεν εμπεριέχεται νόμιμη βάση, αλλ’ αντιθέτως το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την έφεσή τους με "ανύπαρκες, αντιφατικές και ανεπαρκείς" αιτιολογίες και ειδικότερα: α) Εν σχέσει προς την χωροταξία του κοινού ακινήτου και την θέα αυτού στον Θερμαϊκό, β) ως προς την δυνατότητα συστάσεως καθέτων ίσου εμβαδού ιδιοκτησιών, (με καθορισμό εξισωτικού της δήθεν άνισης αξίας τους χρηματικού ποσού), με θέαση αμφοτέρων από την νότια (οπίσθια) πλευρά προς τον Θερμαϊκό, γ) καθόσον αφορά στα αναφερόμενα (αλλά μη ληφθέντα υπόψιν) στον ΣΤ’ λόγο εφέσεως εν σχέσει προς την χωροταξική θέση των συσταθεισών χωριστών ιδιοκτησιών (και την δυνατότητα θέας τους προς τον Θερμαϊκό, στοιχείο που κατίσχυσε άλλων πολεοδομικών και ρυμοτομικών στοιχείων, όπως είναι η υψομετρική διαφορά των δημιουργουμένων τμημάτων, οι διακυμάνσεις του επιπέδου των επιφανειών τους έναντι των προ αυτών διερχομένων οδών και η διέλευση λεωφορειακής γραμμής μόνον διά της τριπλασίου πλάτους, οδού ..., δ) ενώ δεν καθόρισε την αξία του όλου ακινήτου, αυθαιρέτως αποφάνθηκε περί της μελλοντικής εμπορικής πλεονεκτικότητος του τμήματος με θέα προς τον Θερμαϊκό και ε) παρά τους πολεοδομικούς κανόνες, δεν διαλαμβάνει παραδοχή περί των βάσει αυτών ισχυόντων συντελεστών δομήσεως, ούτε έγινε μνεία περί της ανά τμ. και της συνολικής αξίας των επιφανειών οικοπέδου και των επ’ αυτών κατασκευασθησομένων οικοδομημάτων, ουδέ περί του τρόπου σχηματισμού των μεταβληθέντων ίσων ποσοστών συγκυριότητος σε άνισα. ‘ Ετσι δε το Εφετείο υπέπεσε στις κατ’ άρθρο 559 αρ. 8, 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Με τους λόγους αναιρέσεως όγδοο και ένατο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι υπέπεσε στις κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, υποστηρίζοντες συγκεκριμένα, ότι κατά παραβίαση των άρθρων 481 § 2 ΚΠολΔ και 480 Α § 1 εδ. γ ιδίου κώδικος, έως και 800 ΑΚ (όπως ανωτέρω αναπτύσσονται), στην πληττομένη απόφασή του διέλαβε παραδοχή δήθεν ορθής κρίσεως περί το υποκατάστατο αντί προσδιορισμού καταβλητέου προς εξίσωση της αξίας των χωριστών ιδιοκτησιακών τμημάτων χρηματικού ποσού, τμημάτων διαφορετικής έκτασης, χωρίς αυτά να αντιστοιχούν στα ποσοστά συγκυριότητος των κοινωνών, αλλά να έχουν διαφορά ποσοστού συγκυριότητος 4,84% και ωσαύτως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την έφεση αν και η εφεσιβληθείσα απόφαση είχε παρανόμως δημιουργήσει άνισης εκτάσεως κάθετες ιδιοκτησίες "691,24 και 761,57 τμ", που δεν αναλογούν στα ίσα ποσοστά συγκυριότητος των κοινωνών (50% + 50%), μεταβληθέντων έτσι αυτών αυθαιρέτως παρά τον νόμο. Προσέτι με τους λόγους αναιρέσεως δέκατο έως και δέκατο τέταρτο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στις κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1,8,9 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, υπό την έννοια, ότι δεν έλαβε υπόψιν προταθέντα και ουσιωδώς καθοριστικά για την έκβαση της υποθέσεως πράγματα, τα οποία αυτοί (αναιρεσείοντες) είχαν προβάλλει προς αντίκρουση του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου προς απόρριψη του ΣΤ’ λόγου της εφέσεώς τους εν σχέσει προς τις διαφορετικές αναφορές στο εμβαδόν του επιδίκου ακινήτου, ούτε επίσης έλαβε υπόψιν τα επικαλεσθέντα και προσκομισθέντα κτηματολογικά στοιχεία ως προς την πραγματική έκταση του εν λόγω ακινήτου και χωρίς νόμιμη βάση και "με ανύπαρκτες, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες" απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως. Με τους λόγους αναιρέσεως 15ο έως και 18ο οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο, ότι με την πληττομένη απόφασή του "διολίσθησε" στις πλημμέλειες υπ’ αρ. 1,8,19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον, κατά παράβαση του άρθρ. 480 Α § 1 εδ.β ΚΠολΔ, αγνόησε τον Δ’ λόγο εφέσεως, (με τον οποίον υποστήριξαν ότι συντελέσθηκε η σύσταση ανισοεμβαδικών χωριστών ιδιοκτησιών, που έτσι εκμηδενίζεται το εργολαβικό ενδιαφέρον με το σύστημα της αντιπαροχής, αποστερεί τους διαδίκους της δυνατότητος ανέξοδης απόκτησης στεγασμένου αυτοτελούς χώρου επί του επικοίνου, που θα αποκτούσαν με το σύστημα της αντιπαροχής, προκαλείται μείωση της συνολικής αξίας του όλου επιδίκου τουλάχιστον κατά 50%, έναντι της αξίας αυτού αδιαιρέτου και ζημιώνει οικονομικώς τα διάδικα μέρη που δεν έχουν χρηματική δυνατότητα οικοδομήσεως των διακεκριμένων τμημάτων, τα οποία έτσι θα παραμείνουν αναξιοποίητα), περαιτέρω δε δεν ελήφθησαν υπόψιν τα ως άνω επικληθέντα πράγματα, που ουσιωδώς επηρεάζουν την δίκη και χωρίς νόμιμη βάση και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απερρίφθη η έφεση. Με τους λόγους αναιρέσεως 19ο και 20ο οι αναιρεσείοντες μέμφονται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβληθείσα απόφασή του υπέπεσε στις πλημμέλειες υπ’ αρ. 1, 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ, υπό την έννοια της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, καθόσον: Η αιτούμενη διανομή είναι ανέφικτη και ασύμφορη, αποκλείεται ο συνομολογούμενος "πολλαπλασιασμός" της αξίας του επιδίκου, που επέρχεται με το σύστημα της επί αντιπαροχής οικοδομήσεώς του, η διανομή κατά την αγωγή, αντιβαίνει προς την περιεχόμενη σε αυτήν δήλωση του αναιρεσιβλήτου ότι επιθυμεί την επί αντιπαροχή οικοδόμηση του ακινήτου, διότι θα πολλαπλασιαστεί η αξία του, ασκήθηκε το δικαίωμα, παρά την προταθείσα συμφερότερη λύση με την σύσταση οριζοντίων και καθέτων ιδιοκτησιών σε διακεκριμένα μέρη του επικοίνου οικοπέδου και την επ’ αντιπαροχή (κατά την τρέχουσα τιμή 50%) ανοικοδόμηση αυτού από οποιοδήποτε εργολάβο της επιλογής του αναιρεσιβλήτου ή από τον αδελφό του πολιτικό μηχανικό κατά τα στο από 8-2-2008 πρακτικό απόπειρας συμβιβασμού υποβληθέντα και περιληφθέντα έγγραφα και σχέδια, το δικαίωμα ασκήθηκε, παρά το ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει και έτερη (την από 19-3-07) αγωγή, απ’ την οποία κατόπιν παραιτήθηκε και αυτός αιτήθηκε την διανομή του επιδίκου αυτουσίως ή με πλειστηριασμό, παρά τους προβληθέντες και μη αμφισβητηθέντες καταλυτικούς αυτής λόγους, που αναφέρονται στο άνω πρακτικό, χωρίς δε νόμιμη βάση και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες το εν λόγω Εφετείο στην βαλλομένη απόφαση απέρριψε την έφεση ως προς την ανωτέρω εν σχέσει προς το προειπωθέν άρθρο υποβληθείσα ένσταση. Με τους λόγους αναιρέσεως εικοστό πρώτο και εικοστό δεύτερο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο "διολίσθησε" στα κατ’ άρθρ. 559 αρ. 8, 19 ΚΠολΔ ατοπήματα, διότι απέρριψε τον ΣΤ’ λόγο εφέσεως, μη λαβόν υπόψιν τα σε αυτόν αναφερόμενα περί της ένεκα σπουδαίου λόγου επιβαλλόμενης επανάληψης της πραγματογνωμοσύνης και επίσης αγνόησε τα μνημονευόμενα στους υπ’ αριθμ. 1,2,3,4 ειδικούς λόγους της εφέσεως και δεν έλαβε υπόψιν τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις τους ουσιώδη πράγματα εν σχέσει προς την αναγκαιότητα επαναλήψεως της πραγματογνωμοσύνης κι έτσι χωρίς νόμιμη βάση και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως. Με τους λόγους αναιρέσεως εικοστό τρίτο και εικοστό τέταρτο (τελευταίο) οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, ότι με την πληττομένη απόφασή του υπέπεσε στα κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔ σφάλματα, διότι έκρινε κατά παράβαση του άρθρου 482 § 2 ΚΠολΔ στο θέμα προσδιορισμού της αξίας του επιδίκου επικοίνου ακινήτου με κρίσιμο χρόνο αυτόν της ασκήσεως της αγωγής και όχι της εκδόσεως της αποφάσεως διανομής κι έτσι χωρίς νόμιμη βάση και με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως αναφορικά με την εις βάρος τους επιβληθείσα δικαστική δαπάνη.

IV. Οι λόγοι αναιρέσεως τέταρτος, πέμπτος, έκτος - έβδομος, δέκατος - δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος - δέκατος όγδοος, δέκατος ένατος - εικοστός και εικοστός πρώτος - εικοστός δεύτερος είναι απαράδεκτοι, διότι υπό την επίφασιν των ανωτέρω ενδελεχώς αναπτυσσομένων φερομένων πλημμελειών πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

V. Τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, έχουν ως ακολούθως:

"Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 795,798,799 800, 1113 ΑΚ, 480 παρ.1, 480 παρ. Α 1 και 2 και 481 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να διατάξει την αυτούσια διανομή ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, πρέπει να είναι δυνατή η διαίρεσή του σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του ή να κρίνεται εφικτή (ύστερα από αίτηση κοινωνού), χωρίς να αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων, η σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις. Το δικαστήριο προκειμένου να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει η διανομή, δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει αποδείξεις περί του αν η αυτούσια διανομή είναι ή δεν είναι προδήλως δυνατή και συμφέρουσα (ΑΠ 975/2007 NOB 2008/1517). Το αίτημα της αγωγής διανομής κοινού πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας που υπάρχει επ’ αυτού, ο δε τρόπος λύσης της κοινωνίας, δηλαδή, το αν η λύση αυτής θα γίνει με αυτούσια διανομή (ή προκειμένου περί διανομής οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή οικοπέδου ακάλυπτου και οικοδομήσιμου με σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών) ή με πώληση με πλειστηριασμό, δεν περιλαμβάνεται αναγκαίως στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του Δικαστηρίου (ΑΠ 1309/2005 , ΑΠ 763/2002, Εφ. Αθ 5772/2009, δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος). Επομένως ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το δικαστήριο διέταξε την αυτούσια διανομή του επικοίνου οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διάφορα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, διότι δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, είναι νόμω αβάσιμος και απορριπτέος, αφού όπως προεκτέθηκε, ο τρόπος λύσης της κοινωνίας δεν περιλαμβάνεται αναγκαίως στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του δικαστηρίου.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει επίσης ότι αν πρόκειται για οικόπεδο στο οποίο δεν υπάρχει οικοδομή (ακάλυπτο) είναι όμως οικοδομήσιμο και η αυτούσια διαίρεση του είναι ανέφικτη ή ασύμφορη το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την αυτούσια διανομή του με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων με την επιφύλαξη και πάλι των πολεοδομικών διατάξεων. Στην περίπτωση που το διανεμητέο ακίνητο είναι οικόπεδο ακάλυπτο δεν προβλέπεται η δυνατότητα αυτούσιας διανομής με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους ή μέρη ορόφων επί οικοδομής που θα ανεγερθεί σε αυτό, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 480 Α παρ.2 ΚΠολΔ προβλέπει ρητά την προαναφερθείσα περίπτωση διανομής του ακαλύπτου οικοπέδου με τη σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων και δεν αναφέρεται και στην περίπτωση της διανομής με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί μέλλουσας να αναγερθεί στο διανεμητέο οικόπεδο οικοδομής, ούτε είναι δυνατή, σύμφωνα με την παρ.2 εδ. τελευταίο του άρθρου 480 Α’ ΚΠολΔ η ανάλογη εφαρμογή της παρ 1 αυτού, η οποία προβλέπει τη διανομή οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται αληθινό νομοθετικό κενό που θα μπορούσε να καλυφθεί με την ανάλογη εφαρμογή παρομοίων νομοθετικών ρυθμίσεων (ΑΠ 972/2005 ΕΔικΠολ 2008/45). Στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η λύση της κοινωνίας μπορεί να επιτευχθεί με τη σύσταση κάθετων και οριζόντιων ιδιοκτησιών και την επ’ αντιπαροχή οικοδόμηση του επίκοινου οικοπέδου. Το αίτημα αυτό κατά το μέρος που αφορά τη λύση της συγκυριότητας με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους ή μέρη ορόφων επί οικοδομής δεν είναι νόμιμο, καθόσον η επίδικη διαφορά αφορά ακάλυπτο οικόπεδο και σύμφωνα με όσα ορίζονται στη μείζονα σκέψη δεν προβλέπεται η δυνατότητα αυτούσιας διανομής με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους ή μέρη ορόφων επί οικοδομής που θα αναγερθεί μελλοντικά στο οικόπεδο. Επομένως ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την συνεκκαλούμενη με αριθμό 20486/2009 μη οριστική απόφαση του απέρριψε ως μη νόμιμο το προαναφερόμενο αίτημα και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετοι περί τούτου ισχυρισμοί των εκκαλούντων που στοιχειοθετούν το δεύτερο λόγο της έφεσης.

Από την εκτίμηση όλων των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα με αριθμό 20486/2009 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης , τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα, στη συνέχεια, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, τη με αριθμό .../2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Ν. Π., που ορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ’ αριθμό 20486/2009 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο ενάγων είναι συγκύριος σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του με ... οικοπέδου εμβαδού 1448 τμ, που βρίσκεται στο … οικοδομικό τετράγωνο του Δήμου ... Θεσσαλονίκης, στη συμβολή των οδών ... και ..., το οποίο στα πλαίσια της κτηματογράφησης της περιοχής έλαβε ΚΑΕΚ ... και συνορεύει γύρω με τα ακίνητα με ΚΑΕΚ ... και με τις οδούς ... και .... Τη συγκυριότητα του οικοπέδου κατά το προαναφερόμενο ποσοστό απέκτησε με τον υπ’ αριθμό .../1978 οριστικό τίτλο κυριότητας (παραχωρητήριο) της Διεύθυνσης Κοινωνικής Προνοίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμος ...). Ο δεύτερος εναγόμενος Α. Σ. με το υπ’ αριθμό ... /1978 παραχωρητήριο της Κοινωνικής Πρόνοιας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμος ...), απέκτησε την κυριότητα του υπολοίπου ιδανικού μεριδίου (50% εξ αδιαιρέτου). Με το υπ’ αριθμό .../1997 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...) μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο Α. Ν., γιό του, τη ψιλή κυριότητα του ιδανικού του μεριδίου , παρακρατώντας την επικαρπία και έτσι σήμερα ο πρώτος εναγόμενος είναι ψιλός κύριος και ο δεύτερος επικαρπωτής του υπολοίπου ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου. Το επίκοινο οικόπεδο, το οποίο μετά από νεώτερη μέτρηση από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα έχει εμβαδό 1452,81 τμ, είναι γωνιακό με δύο προσόψεις μία στην οδό ... και μία στην οδό ..., γεγονός που το καθιστά προνομιούχο συγκριτικά με άλλα ακίνητα της περιοχής που έχουν πρόσωπο σε μία από τις εν λόγω οδούς. Εξυπηρετείται από το δίκτυο αστικών συγκοινωνιών και υπάρχει στάση σε μικρή απόσταση στην οδό .... Παρουσιάζει γενικά ήπια κλίση προς τα δυτικά και έχει θέα στο νοτιοδυτικό όριο του προς το Θερμαϊκό κόλπο. Σύμφωνα με τους όρους δόμησης που ισχύουν στην περιοχή το ελάχιστο εμβαδό του άρτιου οικοπέδου είναι 1000 μέτρα και το ελάχιστο πρόσωπο έξι (6) μέτρα. Σε περίπτωση διαίρεσης του επίκοινου οικοπέδου, μολονότι μπορεί να τηρηθεί η προϋπόθεση των έξι (6) μέτρων που αφορούν το πρόσωπο που πρέπει να έχει το ακίνητο στο δρόμο, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί το κριτήριο του ελάχιστου εμβαδού, διότι στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε το εμβαδό του επιδίκου οικοπέδου να είναι μεγαλύτερο από 2000 μέτρα, ώστε από τη διαίρεση να προκύψουν δύο άρτια και οικοδομήσιμα μέρη με ελάχιστο εμβαδό 1000 τμ το καθένα. Επομένως δεν είναι δυνατή η αυτούσια διανομή του επικοίνου οικοπέδου σε δύο ανεξάρτητες ιδιοκτησίες. Είναι όμως δυνατή η σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων, έτσι ώστε να προκύψουν δύο ίσης αξίας διακεκριμένα τμήματα, με αποτέλεσμα ο καθένας από τους κοινωνούς να έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει αυτόνομα το τμήμα του ακινήτου που θα λάβει. Όπως παραπάνω αναφέρεται από το νοτιοδυτικό άκρο του οικοπέδου που βρίσκεται εγγύτερα στην οδό ... υπάρχει θέα προς τον κόλπο του Θερμαϊκού. Το ακίνητο δεν είναι δυνατό να χωρισθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε και τα δύο μέρη που θα προκύψουν να έχουν θέα προς τον Θερμαϊκό κόλπο. Έτσι, εφόσον όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες που επηρεάζουν την αξία του είναι σταθεροί σε όλη την έκταση του, η ύπαρξη ή όχι θέας είναι το μόνο στοιχείο που μπορεί να διαφοροποιήσει την αξία του. Λαμβανομένου υπόψη ότι το τμήμα με θέα θα πωληθεί 10% πιο ακριβά από το τμήμα χωρίς θέα πρέπει το νότιο τμήμα του οικοπέδου που θα προκύψει από τη διανομή και εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, να έχει εμβαδό 691,24 τμ καινά λάβει ποσοστό 47,58% εξ αδιαιρέτου στο ενιαίο οικόπεδο, ενώ το βόρειο τμήμα με στοιχεία ..., να έχει εμβαδό 761,57 τμ και να λάβει ποσοστό 52,42% στο ενιαίο οικόπεδο. Η προαναφερόμενη αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου, συμφέρει τους διαδίκους, καθόσον, δημιουργεί μεν δύο άνισα κατ’ εμβαδό διακεκριμένα τμήματα, τα οποία όμως είναι ισάξια, καθόσον το νότιο τμήμα, μετά την τυχόν ανοικοδόμηση του θα έχει θέα προς το Θερμαϊκό κόλπο, ενώ το βόρειο τμήμα στερείται αυτής της θέας. Η απώλεια σε τετραγωνικά μέτρα του νοτίου τμήματος εξισώνεται από την αξία που λαμβάνει λόγω της θέας του προς τον Θερμαϊκό κόλπο και δεν συντρέχει λόγος καταβολής οποιουδήποτε εξισωτικού ποσού, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διάδικοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν ορισμένο χρηματικό ποσό για την εξίσωση άνισων μερίδων (βλ. προτάσεις εναγομένων που κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης). Όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω προκύπτουν με σαφήνεια από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ν. Π.. Ο τελευταίος, αφού μετέβη στο επίδικο και έλαβε υπόψη του όλα τα κρίσιμα έγγραφα που προσκομίστηκαν (τίτλοι ιδιοκτησίας, τοπογραφικά διαγράμματα), κατέληξε στο παραπάνω αναφερόμενο συμπέρασμα για την αυτούσια διανομή του επίκοινου οικοπέδου και συνέταξε την πραγματογνωμοσύνη, η οποία είναι εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη, γνωμοδοτώντας σε όλα τα ζητήματα που έθεσε η προδικαστική απόφαση. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την ορκοδοσία των πραγματογνωμόνων δεν απαιτείται κλήτευση των διαδίκων και συνεπώς η παράλειψη τέτοιας κλητεύσεως δεν προκαλεί ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης που διεξήχθη, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, και ήδη εκκαλούντες, οι οποίοι παραπονούνται ότι δεν κλητεύθηκαν να παραστούν κατά την όρκιση του πραγματογνώμονα (ΑΠ 770/1985 απόσπασμα στη Δίκη 19, σελ.880, Εφ.ΑΘ. 6913/1998, ΕλλΔνη 1998/1680). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο, απέρριψε το αίτημα των εναγομένων για διενέργεια επαναληπτικής πραγματογνωμοσύνης και έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη με την αιτιολογία ότι είναι δυνατή και συμφέρουσα η αυτούσια διανομή του επίκοινου οικοπέδου με τη σύσταση χωριστών (καθέτων) ιδιοκτησιών σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων, όπως παραπάνω τα διακεκριμένα τμήματα περιγράφονται, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων και οι αντίθετοι περί τούτου λόγοι της έφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ. ΑΠ 7/2002, ΕλλΔνη 2002/681, Ολ ΑΠ 19/1998 ΤΝΠ Νόμος). Η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης δεν αποκλείεται επί αγωγής διανομής ακινήτου, η οποία αποτελεί μορφή ασκήσεως του δικαιώματος συγκυριότητας που κατάγεται στη δίκη (ΑΠ 473/2004 ΕλλΔνη 45/1619, ΑΠ 13/2004 ΝοΒ 52/1198, ΑΠ 219/1999 ΕλλΔνη 40/629, ΑΠ 1333/1998 ΕλλΔνη 39/1585 ΕφΑΘ 6546/2008 ΕλλΔνη 2009, 557). Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει σαφώς ότι για την εφαρμογή της απαιτείται η συνδρομή περιστατικών, με βάση τα οποία θα κριθεί η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του δικαιώματος και η πραγματική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, η οποία δεν δικαιολογεί την άσκηση του, επειδή αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που καθορίζονται στην ίδια διάταξη. Η υπέρβαση αυτή είναι προφανής όταν προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος. Πότε συντρέχει προφανής υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ θα κριθεί από τις συγκεκριμένες κατά περίπτωση περιστάσεις, ενώ τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει όταν η λύση της κοινωνίας δεν εξυπηρετεί έναν από τους κοινωνούς ή προσκρούει στα συμφέροντα του (βλ. ΑΠ 1047/2003, ΑΠ 1034/2002 δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος). Στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι καταχρηστικά ο ενάγων ζητεί τη λύση της κοινωνίας με την αυτούσια διανομή του επικοίνου οικοπέδου, η οποία είναι ανέφικτη και ασύμφορη, ενώ πρότειναν καλύτερη και πλέον συμφέρουσα οικονομικά για όλους αξιοποίηση του κοινού οικοπέδου με την επ’ αντιπαροχή ανοικοδόμηση αυτού από οποιοδήποτε εργολάβο της επιλογής του και τη σύσταση οριζόντιων αυτοτελών ιδιοκτησιών που θα περιέλθουν στους συγκυρίους. Τα επικαλούμενα από τους εναγόμενους περιστατικά δεν θεμελιώνουν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται, στη μείζονα σκέψη, κατάχρηση δικαιώματος, με έννομη συνέπεια να μην είναι νόμιμη η προταθείσα ένσταση Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με τη συνεκκαλούμενη 20486/2009 μη οριστική απόφαση απέρριψε την ένσταση ως νομικά αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει να απορροφηθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης.

Από τη διάταξη του άρθρου 193 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι, δεν επιτρέπεται, προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει, και την ουσία της υπόθεσης. Η προαναφερόμενη διάταξη δεν καθιστά απρόσβλητη από τα ένδικα μέσα της διάταξη της απόφασης περί δικαστικών εξόδων, αλλά απλώς ορίζει ότι, δεν είναι παραδεκτή αυτοτελής προσβολή αυτής με ένδικο μέσο μόνο ως προς τα έξοδα, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή και ως προς την ουσία της υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι, εσφαλμένα η εκκαλούμενη απόφαση επέβαλε σε βάρος τους δικαστική δαπάνη ύψους 3.000,00 ευρώ Ο λόγος αυτός της έφεσης προβλήθηκε παραδεκτά, αφού οι εκκαλούντες προσέβαλαν την ουσία της υπόθεσης. Τα έξοδα της δίκης διανομής βαρύνουν τη διανεμητέα περιουσία, όπως κάθε δαπάνη για το κοινό πράγμα με την έννοια του καταλογισμού τους σε βάρος όλων των διαδίκων ανάλογα με τα ποσοστά συγκυριότητας του καθενός επί του διανεμητέου κοινού πράγματος (άρθρο 794 ΑΚ, ΑΠ 400/1992 NOB 20,1154 Εφ Πειραιώς 918/1996 ΕλλΔνη 38/859). Εξάλλου δικαστικά και εξώδικα έξοδα της δίκης διανομής είναι τα αναγκαία έξοδα που έγιναν από όλους τους διαδίκους για την περάτωση της διανομής, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία συμμετέχει στη δίκη εκείνος που τα κατέβαλε. Η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της αγωγής και των προτάσεων καθορίζεται με βάση την αξία της ιδανικής μερίδας του ενάγοντος επί του διανεμητέου (ΑΠ 400/1992 Εφ Πειραιώς 918/1996 οπ). Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι, η αξία του διανεμητέου ακινήτου, κατά το χρόνο που ασκήθηκε η αγωγή ανερχόταν σε 700.000 ευρώ όπως αναφέρεται, στην αγωγή, χωρίς να αμφισβητηθεί ειδικά από τους εναγόμενους (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ). Έτσι η αξία του ιδανικού μεριδίου εκάστης διαδίκου πλευράς (1/2) κατά τον ίδιο χρόνο ήταν 350.000 ευρώ Ενόψει, αυτού, τα δικαστικά και εξώδικα έξοδα της δίκης που έγιναν από όλους τους διαδίκους ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 21.000 ευρώ, εκκαθαριζόμενα χωρίς κατάλογο, με βάση το αντικείμενο της δίκης, το δικαστικό ένσημο που καταβλήθηκε και τις διαδικαστικές ενέργειες των ενδιαφερομένων. Ειδικότερα για τον ενάγοντα ανέρχονται στο ποσό των 13.500 ευρώ (σύνταξη αγωγής, προτάσεων, επιδόσεων, παραστάσεων, δικαστικό ένσημο) και για τους εναγόμενους στο ποσό των 7.500 ευρώ (σύνταξη προτάσεων, παραστάσεις). Στα έξοδα του ενάγοντα δεν περιλαμβάνεται το ποσό που κατέβαλε για τη σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης, διότι, όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση δεν προσκομίσθηκε κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης σχετική απόδειξη από την οποία να προκύπτει το καταβληθέν ποσό στον πραγματογνώμονα. Με βάση τα ποσοστά συγκυριότητας οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν το 1/2 των εξόδων που έγιναν από τον αντίδικό τους (13.500 : 2=6.750) και δικαιούνται να λάβουν από εκείνον το 1/2 των δικών τους εξόδων (7.500:2= 3.750). Μετά το συμψηφισμό των αντιθέτων αυτών απαιτήσεων κατά το μέρος που καλύπτονται απομένει να οφείλουν οι εναγόμενοι στον ενάγοντα 3000 ευρώ (6.750-3.750). Εφόσον η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ανωτέρω ως προς την αξία του διανεμητέου ακινήτου, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και ως προς το ύψος των εξόδων που έγιναν από τους διαδίκους, και ακολούθως προέβη στην κατανομή της δικαστικής δαπάνης ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητας στο επίδικο, επιδικάζοντας τελικά στον ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ, δεν έσφαλε ως προς τον υπολογισμό της και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης".

VI. Οι λόγοι αναιρέσεως 23ος-24ος είναι αβάσιμοι ως ερειδόμενοι επί λανθασμένης προϋποθέσεως. Συγκεκριμένα, στην άνω αναλυθείσα ουσιαστική διάταξη 482 του ΚΠολΔ προβλέπεται η κατά τον χρόνο σχηματισμού των διανεμομένων αυτουσίως μερών αξία αυτών, ενώ στο ζήτημα της επιβολής των δικαστικών εξόδων λαμβάνεται υπόψιν η αξία (συνολικώς) του κοινού προς διανομή πράγματος κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής και βάσει (υπό την πρόβλεψη της ΑΚ 794) του ποσοστού συγκυριότητος των συγκοινωνών, παρά τα όσα πεπλανημένα και ανακριβή διατυπώνουν οι αναιρεσείοντες, όπως προκτέθηκαν. Οι λόγοι αναιρέσεως πρώτος - τρίτος, όγδοος - ένατος, καταδεικνύεται απ’ τα προειπωθέντα και ανωτέρω επισκοπηθέντα, ότι ενέχουν αβασιμότητα. Ειδικότερα, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα και επισκοπηθέντα, το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς παλινδρομήσεις και με πληρότητα και προσήκοντα ειρμό αιτιολογιών ορθώς διερμήνευσε τις προμνησθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και (επίσης σωστά) υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά και διένειμεν αυτουσίως το επίκοινο ακίνητο, με την σύσταση των προρρηθέντων καθέτων ιδιοκτησιακών τμημάτων, επί τη βάσει των καθορισάντων την διεξοδικώς εκπεφρασμένη δικανική κρίση του στοιχείων, αξιακών των επί μέρους παραγόντων, οι οποίοι ουσιωδώς πλοήγησαν την μορφοποίηση της κρίσεώς του, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

VII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει, συμφώνως προς το διατακτικό, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να επιβληθεί στους ηττωμένους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχήν του αιτήματός του και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 176, 183, 191 § 2, 495 § 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-5-2014 αίτηση των Σ. Α. και Ν. Α. περί αναιρέσεως της 2672/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€). Και

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: