
Νόμιμος τίτλος προς εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ
Έτος: 2017
Νούμερο: 394
Άρειος Πάγος
Με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και γι’ αυτό βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμα του με αγωγή....
Έτος: 2017
Νούμερο: 394
Άρειος Πάγος
Με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και γι’ αυτό βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμα του με αγωγή....
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Τ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 3) Ν. Α. του Τ., κατοίκου ..., 4) Π. Α. του Α., κατοίκου ... και 5) Α. Α. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην … και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 53α/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-9-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 6-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως (κατά τη διάκριση που γίνεται στο σκεπτικό) και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στη δίκη, που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 583 έως 585 ΚΠολΔ (η οποία μπορεί να ασκείται και κατά του νομίμου τίτλου, όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης) ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και γι’ αυτό βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμα του με αγωγή. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ, νόμιμο τίτλο προς εκτέλεση για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελεί: α) η νόμιμη βεβαίωση, που εκδίδεται από τις αρμόδιες Αρχές στο Δημόσιο Ταμείο (Δ.Ο.Υ.) για τον προσδιορισμό του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία οφείλεται, ανεξάρτητα από το αν αυτό οφείλεται ευθέως από το νόμο ή από σύμβαση, β) η οφειλή, που αποδεικνύεται από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα και γ) η πιθανολογούμενη κατά την έννοια του άρθρου 347 ΚΠολΔ οφειλή. Επίσης, νόμιμο τίτλο αποτελεί και η πράξη καταλογισμού (ταμειακή βεβαίωση) χρηματικού ποσού σε βάρος του διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, απ’ αυτόν δε (τον τίτλο), με την συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βέβαιη και εκκαθαρισμένη η απαίτηση, της οποίας επιδιώκεται η ικανοποίηση. Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής νομική και πραγματική αιτία της οφειλής, έτσι ώστε σε περίπτωση αμφισβήτησης αυτού από τον οφειλέτη να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το νόμιμο τίτλο είναι δυνατό να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη για την απαίτηση και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους. Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής (Τράπεζα), προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση για την εξόφληση του τραπεζικού δανείου και στη θέση του οποίου το Δημόσιο υποκαταστάθηκε λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη (ΑΠ 434/2015, ΑΠ 1898/2014, ΑΠ 2284/2009). Περαιτέρω, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 ΚΕΔΕ η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή, μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 § 1 ΚΕΔΕ, στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο αν κηρυχθεί η ακυρότητα της ατομικής ειδοποιήσεως, εν όψει, ιδίως, της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη (ΣτΕ 3214/1999). Βλάβη με την ανωτέρω έννοια τελικά δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται με τα αναγκαία δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που αυτά γνωστοποιούνται στον οφειλέτη με οποιοδήποτε τρόπο με ή χωρίς αίτησή του αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους κατά της οφειλής ισχυρισμούς του (ΑΠ 1247/2015).
Εν προκειμένω, οι ανακόπτοντες (ήδη αναιρεσείοντες) με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής ζητούσαν να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. .../2011 ταμειακή βεβαίωση (με τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο) του προϊσταμένου της ... με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος τους συνολική οφειλή 662.405,29 ευρώ, προερχομένη από δάνειο της ... Τράπεζας της Ελλάδος, μετά από αποστολή προς αυτήν από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους της από 12.3.2011 τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης και χρηματικού καταλόγου μαζί με τα συνημμένα σχετικά έγγραφα, διότι στην ανωτέρω ταμειακή βεβαίωση δεν περιγράφεται με πληρότητα και ακρίβεια η νομική και πραγματική αιτία της οφειλής ούτε αναλύεται αυτή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, έτσι ώστε να μην είναι σε θέση να αμυνθούν κατάλληλα και σε περίπτωση αμφισβήτησης του χρέους να μην είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος κι γι’ αυτό να υφίστανται δικονομική βλάβη, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των εν λόγω τίτλων. Η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το λόγο αυτό, δέχθηκε ως βάσιμα τα εξής: Ότι η πρώτη ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα (κτηνοτροφική επιχείρηση) έλαβε κατά τα έτη 1982 έως 1991 για τις ανάγκες της δραστηριότητάς της από την "... Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" διάφορα δάνεια, για την καταβολή των οποίων ενέχονταν εις ολόκληρον μαζί της και οι λοιποί ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες, που την 1.1.2001 ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 4.702.335,96 ευρώ. Ότι το ανωτέρω δάνειο δεν υπήχθη στις διατάξεις του ν. 2789/2000 διότι οι οφειλέτες προτίμησαν να υπαχθούν στην ειδική ρύθμιση της υπ’ αριθ. .../7.2.2001 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, αποδεχόμενοι την υπ’ αριθ. .../2001 πρόσθετη δανειακή σύμβαση ρύθμισης οφειλών, με αποτέλεσμα η οφειλή τους η οποία τελούσε υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου να περιοριστεί στο τελικό ποσό των 1.869.365,35 ευρώ η εξόφληση του οποίου συμφωνήθηκε ότι θα γίνει με ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις με έναρξη καταβολής την 31-12-2012 και η τελευταία την 31-12-2017. Ότι εν τέλει κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την καταβολή δύο δόσεων (31-12-2007 και 31-12-2008) με αποτέλεσμα να καταπέσει η εγγύηση του Δημοσίου και γι’ αυτό το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους έστειλε προς την αρμόδια ..., μαζί με χρηματικό κατάλογο των οφειλών των ανακοπτόντων, την από 12.3.2011 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και την υπ’ αριθ. .../22-03-2011 βεβαίωση οφειλών των δανειοληπτών του συνημμένου χρηματικού καταλόγου, με συνημμένα τα απαραίτητα δικαιολογητικά, ιδίως δε κατάσταση υποβολής εγγυημένων δανείων, αναλυτική κίνηση βεβαιωμένου δανείου, εκτυπώσεις βεβαιωμένης απαίτησης από την ... Χαλκίδας. Ότι, κατόπιν αυτών, η ως άνω οφειλή βεβαιώθηκε αρμοδίως από τη ..., η οποία με βάση το χρηματικό κατάλογο και την τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών, προχώρησε στην έκδοση της ανακοπτόμενης υπ’ αριθ. .../18-4-2011 ταμειακής βεβαίωσης ποσού, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος των ανακοπτόντων ποσό 662.405,32 ευρώ. Ότι στη συνέχεια άρχισε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (Κ.Ε.Δ.Ε.) και για το λόγο αυτό απεστάλησαν από το Υπουργείο Οικονομικών, δια της αρμοδίας Δ.Ο.Υ., σε καθένα από τους οφειλέτες οι από 2.5.2011 ταμειακές ειδοποιήσεις που λεπτομερώς αναφέρονται, με τις οποίες επιτάσσονταν να πληρώσουν ο καθένας τα ποσά που βεβαιώθηκαν σε βάρος του. Ότι οι ειδοποιήσεις αυτές δεν είχαν άλλη επεξήγηση ούτε συνοδεύονταν από άλλο διευκρινιστικό έγγραφο, εκτός από τον αριθμό της ταμειακής βεβαίωσης. Ότι για το λόγο αυτό οι ανακόπτοντες, με την υπ’ αριθ. πρωτ. ...7-9-2012 αίτησή τους προς το Τμήμα Εσόδων της ..., ζήτησαν αντίγραφο του χρηματικού καταλόγου, βάσει του οποίου έγινε η ταμειακή βεβαίωση και η ..., δια του από 5-10-2012 εγγράφου της, τους χορήγησε φωτοαντίγραφο της Τριπλότυπης Περιληπτικής Κατάστασης και φωτοαντίγραφο του Χρηματικού Καταλόγου, στον οποίο αναφέρεται ως αιτία της οφειλής: "δάνεια με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου", το δε συνολικό ποσό αυτής αναλύεται σε δύο επί μέρους οφειλόμενα ποσά (356.458,05 και 305.947,25 ευρώ), ενώ στην τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από τα ανωτέρω ποσά αναλύονται ως κεφάλαιο 340.272,47 ευρώ, τόκοι συμβατικοί 302.186,31 ευρώ, τόκοι καθυστέρησης και υπερημερίας 77.888,85 ευρώ και τόκοι υπερημερίας υπέρ Δημοσίου 12.718,36 ευρώ. Ότι όλα τα αναγκαία για την ταυτότητα της οφειλής στοιχεία περιέχονται στα έγγραφα, με βάση τα οποία η 25η Δνση του Γ.Λ.Κ. προσδιόρισε το εισπρακτέο ποσό, το είδος του εσόδου και την αιτία της οφειλής, τα οποία ως άνω έγγραφα αποτελούν τον εν ευρεία εννοία νόμιμο τίτλο του άρθρου 2 παρ. 1, 2 ΚΕΔΕ. Ότι επομένως η ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση που αποτελεί τον εν στενή εννοία νόμιμο τίτλο είναι έγκυρη, έστω και αν δεν περιέχει πλήρη ανάλυση της οφειλής και της ιστορικής της αιτίας διότι ο νόμος δεν απαιτεί να περιλαμβάνει στο περιεχόμενό της αναλυτικά την οφειλή και το ιστορικό προελεύσεως της οφειλής, ενώ όλα τα αναγκαία για την πληρότητα της οφειλής στοιχεία, με ακριβή προσδιορισμό των ένδικων απαιτήσεων του Δημοσίου, υπάρχουν στα έγγραφα που απεστάλησαν στη ... από το Γ.Λ.Κ. και συγκεκριμένα αναφέρεται σ’ αυτά η ακριβής αιτία της οφειλής και το οφειλόμενο ποσό κατά κεφάλαιο, τόκους και άλλες επιβαρύνσεις, τα στοιχεία δε αυτά ήταν επαρκή ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησής τους από τους οφειλέτες ανακόπτοντες, να μπορούν οι τελευταίοι να ισχυριστούν και να αποδείξουν την ενδεχόμενη απόσβεση, μερική ή ολική, της απαίτησης, την ανακρίβεια των επιμέρους ποσών, τον ενδεχομένως εσφαλμένο υπολογισμό ή τον παράνομο χαρακτήρα των τόκων, καθώς και να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος. Ότι επί πλέον οι ανακόπτοντες, αφού ήταν συμβαλλόμενοι στην μεταξύ αυτών και της ΑΤΕ προαναφερόμενη σύμβαση ρύθμισης οφειλών και πρόσθετη πράξη που κατ’ εφαρμογή της υπ’ αριθ..../11-6-2001 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών προέβλεπαν την υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα της ΑΤΕ μετά την κατάπτωση της εγγυήσεως, είχαν πλήρη γνώση των εγγράφων που συνόδευαν το νόμιμο τίτλο, δηλαδή των δανειακών συμβάσεων, της κατάστασης υποβολής εγγυημένων δανείων της ΑΤΕ, των καταστάσεων αναλυτικής κίνησης του δανείου, του πίνακα κατάπτωσης δανείου, αφού στα έγγραφα αυτά είτε συνέπραξαν με την υπογραφή της υπ’ αριθ. ... πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλών, είτε είχαν άμεση πρόσβαση τόσο από την ΑΤΕ, όσο και από τη .... Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε ότι ο πρώτος λόγος της ανακοπής είναι αβάσιμος και επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε αντίθετα, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης, αναφορικά με το χρηματικό κατάλογο της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ο οποίος επίσης προσβλήθηκε από τους ανακόπτοντες ως άκυρος με την ένδικη ανακοπή και επίσης ακυρώθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου διότι το εν λόγω έγγραφο δεν αποτελεί πράξη εκτελέσεως δεκτική προσβολής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 περ. α’ , β’ , γ’ του ΚΕΔΕ. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ακολούθως την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε τον ως άνω πρώτο λόγο της ανακοπής ως αβάσιμο. ‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. .../18-4-2011 ταμειακή βεβαίωση της ..., με βάση την οποία το αναιρεσίβλητο Δημόσιο άρχισε την εκτέλεση κοινοποιώντας τις σχετικές ατομικές ειδοποιήσεις, ήταν πλήρης ως νόμιμος τίτλος και επομένως έγκυρος, έστω και αν δεν περιείχε πλήρη ανάλυση της οφειλής και της ιστορικής της αιτίας, με την αιτιολογία ότι ο νόμος δεν επιβάλλει να περιλαμβάνεται στο περιεχόμενό της αναλυτικά η οφειλή και το ιστορικό προελεύσεώς της, ενώ όλα τα αναγκαία για την πληρότητα της οφειλής στοιχεία με ακριβή προσδιορισμό των ένδικων απαιτήσεων του Δημοσίου υπάρχουν στα έγγραφα που απεστάλησαν στη ... από το Γ.Λ.Κ., παραβίασε με ψευδή ερμηνεία την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 στοιχ. α’ του ν.δ. 356/1975 (ΚΕΔΕ), ενόψει μάλιστα και του ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα έγγραφα που "συγκροτούν" τον ένδικο νόμιμο τίτλο είχαν κοινοποιηθεί στους ανακόπτοντες ή ότι είχε γίνει προς αυτούς γνωστοποίηση με άλλο νόμιμο τρόπο των επί μέρους στοιχείων του όλου χρέους πριν από την άσκηση της ένδικης ανακοπής. Ειδικότερα κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι ανακόπτοντες, με την υπ’ αριθ. πρωτ. ...7-9-2012 αίτηση τους προς το Τμήμα Εσόδων της ..., ζήτησαν αντίγραφο του χρηματικού καταλόγου, βάσει του οποίου έγινε η ταμειακή βεβαίωση, και η ... δια του από 5-10-2012 εγγράφου της τους χορήγησε φωτοαντίγραφο της Τριπλότυπης Περιληπτικής Κατάστασης και φωτοαντίγραφο του Χρηματικού Καταλόγου, στον οποίο αναφέρεται ως αιτία της οφειλής: "δάνεια με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου", το δε συνολικό ποσό αυτής αναλύεται σε δύο επί μέρους οφειλόμενα ποσά (356.458,05 και 305.947,25 ευρώ), ενώ στην τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από τα ανωτέρω ποσά αναλύονται ως κεφάλαιο 340.272,47 ευρώ, τόκοι συμβατικοί 302.186,31 ευρώ, τόκοι καθυστέρησης και υπερημερίας 77.888,85 ευρώ και τόκοι υπερημερίας υπέρ Δημοσίου 12.718,36 ευρώ. Επομένως, όπως προκύπτει από τις αναφερόμενες ως άνω ημερομηνίες, η αίτηση των οφειλετών και η απάντηση της Δ.Ο.Υ. έλαβαν χώρα όχι πριν αλλά μετά την άσκηση της ανακοπής που κατατέθηκε την 12.6.2012 και συνεπώς τα εξ αυτών στοιχεία δεν ήταν έγκαιρα στη διάθεσή τους για να διατυπώσουν τους ισχυρισμούς και τις ενστάσεις τους για την οφειλή ώστε να μη έχουν υποστεί δικονομική βλάβη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός αλλά μόνο όσον αφορά την ως άνω ταμειακή βεβαίωση. Αντίθετα, όσον αφορά το χρηματικό κατάλογο της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ο οποίος επίσης προσβλήθηκε από τους ανακόπτοντες ως άκυρος με την ένδικη ανακοπή, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε μεν την ανακοπή και ως προς αυτόν αλλά με διαφορετική απ’ ό,τι για την ταμειακή βεβαίωση αιτιολογία (μη προσβαλλόμενη ωστόσο από τους αναιρεσείοντες) και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν αποτελεί πράξη εκτελέσεως δεκτική προσβολής κατά το άρθρο 73 παρ.1 περ. α’ , β’ , γ’ του ΚΕΔΕ.
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος, που επικαλείται. Όταν λοιπόν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες και επικουρικές αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ’ αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλουν τις λοιπές, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (ολομΑΠ 25/2003, 25/1994).
Εν προκειμένω, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της ανακοπής τους ισχυρίσθηκαν ότι η επισπευδόμενη σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη, γιατί μετά τη νομοθετική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, οι οποίες εφαρμόζονται και επί της ένδικης απαίτησης του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητου, για την οποία επισπεύδεται η εκτέλεση, η απαίτηση αυτή δεν ήταν πλέον βέβαιη και εκκαθαρισμένη αφού δεν είχε γίνει ο ορθός κατά νόμο επαναπροσδιορισμός του ύψους της εκ μέρους της ... Τράπεζας η οποία δεν τους υπήγαγε στις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 42 ν.2912/2001, αλλά ούτε και στις διατάξεις του νόμου 2789/2000, αν και υπέβαλαν σχετική προς τούτο αίτηση. Επί του λόγου αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τα ίδια όμως ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι οι ανακόπτοντες - εφεσίβλητοι, παρά την ισχύ του ν. 2789/2000, δεν υπέβαλαν αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμισή του εντός της οριζόμενης σ’ αυτόν προθεσμίας, αλλά επέλεξαν να υπαχθούν στην ειδική ρύθμιση με βάση την Υπουργική Απόφαση 4216/Β/7-2-2001, ενώ και στη συνέχεια, παρά την θέση σε ισχύ του ν. 3259/2004, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι υπέβαλαν μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 αίτηση για την υπαγωγή τους στις διατάξεις του νόμου αυτού, αλλά, αντιθέτως, ενέμειναν στην διατήρηση της ειδικής ρύθμισης που ίσχυε γι’ αυτούς, μάλιστα δε κατήρτισαν και νέα πρόσθετη πράξη ρύθμισης της οφειλής τους, κατά τα προαναφερόμενα. Επομένως, ισχύει γι’ αυτούς η ανωτέρω ειδική ρύθμιση στην οποία επέλεξαν να υπαχθούν κατ’ εφαρμογή της με αριθμό .../29-6-2002 πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλών και δεν εφαρμόζονται ως προς την οφειλή τους οι ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, όπως εσφαλμένα αυτοί ισχυρίζονται. Και ναι μεν με την παράγραφο 10 του άρθρου 39 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι στις διατάξεις του υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμιστεί με βάση το ν. 128/1975 (και συνακόλουθα της κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθείσης ...7/7-2-2001 απόφασης), όπως αυτό των ανακοπτόντων - εφεσίβλητων, πλην όμως με την αυτονόητη προϋπόθεση, όπως άλλωστε ίσχυε κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγηθείσα μείζονα σκέψη και υπό το καθεστώς του ν. 2789/2000, ότι αυτοί θα επέλεγαν τη ρύθμιση του νόμου αυτού αντί της ειδικής ρύθμισης στην οποία είχαν ήδη υπαχθεί και ήταν σε ισχύ, πράγμα το οποίο αποδείχθηκε ότι δεν συνέβη. Εξάλλου, θα πρέπει, να επισημανθεί ότι αν και όπως ισχυρίζονται είχαν υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3259/2004, ωστόσο δεν αναφέρουν στον λόγο της ανακοπής αν το συνολικό ποσό του δανείου υπερβαίνει το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός της ανακοπής να είναι, σε κάθε περίπτωση, λόγω της αοριστίας του, απαράδεκτος. Τέλος όπως προαναφέρθηκε στη ίδια ως άνω μείζονα σκέψη, εάν τα μέρη δεν στέρξουν σε κατάρτιση συμφωνίας, εξ ουδεμίας διάταξης συνάγεται ότι η απαίτηση καθίσταται αβέβαιη, γιατί έχει προστεθεί αίρεση, προθεσμία ή όρος από το νόμο για την επιδίωξη της είσπραξης αυτής και με αναγκαστική εκτέλεση". Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε και το δεύτερο λόγο της ανακοπής κυρίως μεν ως αβάσιμο λόγω του ότι αναιρεσείοντες επέλεξαν, αντί της ρυθμίσεως των ν. 2789/2000 και 3259/2004, να υπαχθούν σε ειδική ρύθμιση κατ’ εφαρμογή της υπ’ αριθ. .../29-6-2002 πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλών, επικουρικά δε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρουν αν το συνολικό ποσό του δανείου υπερβαίνει το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί αν έπρεπε να εφαρμοσθεί για την οφειλή τους ο ν. 3259/2004. Οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς τους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κρίνοντας έτσι με την κύρια αιτιολογία της, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 39 ν. 3259/2004, ενώ, αν την εφάρμοζε ορθά, θα έκανε δεκτό ότι υπάγονταν στη ρύθμιση αυτή και επομένως η ένδικη οφειλή τους δεν ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη αφού δεν είχε γίνει ο ορθός κατά νόμο επαναπροσδιορισμός του ύψους της. Ουδόλως, όμως, προσβάλλουν και την επικουρική αιτιολογία, στην οποία επίσης το Εφετείο στήριξε το διατακτικό του, δηλαδή ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρουν αν το συνολικό ποσό του δανείου υπερβαίνει το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί αν έπρεπε να εφαρμοσθεί για την οφειλή τους ο ν. 3259/2004. Σύμφωνα λοιπόν και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής ελλείψει εννόμου συμφέροντος.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως προς τον πρώτο λόγο της με τη διάκριση που γίνεται στο σκεπτικό και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, δηλαδή τον πρώτο λόγο της ανακοπής για ακύρωση της ταμειακής βεβαιώσεως. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957 λόγω της μερικής ήττας και των αναιρεσειόντων. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτούς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 53α/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας όσον αφορά το κεφάλαιό της που αφορά στον πρώτο λόγο της ανακοπής κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτούς. Και
Συμψηφίζει εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου