Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

ΑΠ 755/2017 - Προσβολή προσωπικότητας -Συκοφαντική Δυσφήμηση - Αποζημίωση - Έννοια αξιολογικής κρίσης - Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα.

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit
Προσβολή προσωπικότητας -Συκοφαντική Δυσφήμηση - Αποζημίωση - Έννοια αξιολογικής κρίσης
Έτος: 2017
Νούμερο: 755
Άρειος Πάγος
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα...


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Θ. (Θ.) Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Μ. Δ. και Ά. Α. και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. (Ά.) Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ν. Τ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2201/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6945/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/5/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 23/12/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του δικαιούται να αξιώσει: α)την άρση της προσβολής, β) την παράλειψη της στο μέλλον, γ) αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται, επιπλέον, σχετική υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής. Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτά είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της, από άλλον γενομένης, ανακοινώσεως. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ. Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α’ -δ’ του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ’ και δ’ ). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρου 367 ΠΚ) για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα άνω άρση του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής (ΑΠ 1976/2014). Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης του άρθρου 363 ΠΚ, η όταν, από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. (ΑΠ 1455/14).

Εξάλλου, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 14 Συντάγματος "καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου, τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Κράτους" κατά δε την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου "ο τύπος είναι ελεύθερος και ότι η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίστανται στην πληροφόρηση και στη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί όμως αυτοσκοπό και, συνακόλουθα, δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων εννόμων αγαθών, γι’ αυτό και υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 Συντάγματος, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι αποτελούν και το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος. Επομένως, με νόμο μπορεί να περιορισθεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφόρησης, αρκεί αυτοί οι περιορισμοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Άλλωστε, από το άρθρο 14 παρ. 1 Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρο 25 παρ. 3 αυτού (Συντάγματος) και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι, το δικαίωμα της ελευθεροτυπίας υπόκειται σε περιορισμούς και ασκείται εντός των ορίων που χαράσσουν οι νόμοι του κράτους, οι οποίοι επιδιώκουν όχι την, με "οποιονδήποτε τρόπο, παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά την προστασία των πολιτών και του κοινωνικού συνόλου από την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της, με τον τύπο, ελεύθερης έκφρασης γνώμης ή διάδοσης πληροφοριών ή άσκησης κριτικής. Τα δυσδιάκριτα όρια του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας από την εφαρμογή των προμνησθεισών διατάξεων προσδιορίζονται από το ημεδαπό δίκαιο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρο 367 ΠΚ. Επίσης, το άρθρο 10 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο (ΝΔ 53/74), καθιερώνει, με την παρ. 1 αυτού, την ελευθερία της γνώμης και της μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, όμως με την παρ. 2 αυτού προβλέπει δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας του τύπου, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας (ΑΠ 1565/2012). Από το πλέγμα των προαναφερθεισών διατάξεων συνάγεται, ότι, από τον ενυπάρχοντα στη δημοσιογραφική δραστηριότητα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητας λόγω της δημοσιότητας, που αποτελεί το πεδίο δράσεως του τύπου, απορρέουν οι λεγόμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα. Η μη τήρηση αυτών των συναλλακτικών υποχρεώσεων αποκλείει, στην περίπτωση της μετάδοσης αναληθούς ειδήσεως, την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του δημοσιογράφου προς ενημέρωση του κοινού, και γ’ αυτό δεν τίθεται θέμα άρσεως του παρανόμου της προσβολής κατ’ άρθρο 367 ΠΚ.(ΑΠ 632/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2243/1994, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή" ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το αρθρ. 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το αρθρ. 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το αρθρ. 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος, στον εκδότη ή στο διευθυντή σύνταξης του εντύπου. Η παραπάνω διάταξη είναι σαφές ότι αναφέρεται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, ο οποίος υποχρεούται έτσι, σε περίπτωση δυσφημιστικού δημοσιεύματος, σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος και σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, έστω και αν η γνώση ή η υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή στο διευθυντή σύνταξης του εντύπου, η ευθύνη των οποίων, εφόσον βέβαια δεν ταυτίζονται ως πρόσωπα με τον ιδιοκτήτη του εντύπου, ρυθμίζεται από τις κοινές διατάξεις (ΑΠ 271/2012 ΑΠ 387/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ. ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1976/2014).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 ΑΚ και 363 ΠΚ η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή, απορρίπτοντας την ασκηθείσα απ’ αυτούς κατά της ομοίως αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως (2201/13 Π.Πρ. Αθηνών έφεσή τους, την κατ’ αυτών εγειθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, που φέρεται ότι υπέστη από την σε βάρος του διαπραχθείσα απ’ αυτούς (αναιρεσείοντες) αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου), δεχθείσα, με ελλιπείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, τη συνδρομή των προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης αυτών επικαλουμένων από τον αναιρεσίβλητο προϋποθέσεων παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά περιστατικά επέβαλλαν την αντίθετη κρίση και την απόρριψη αυτής (αγωγής), ως αβάσιμης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τ’ ακόλουθα αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα: "Η πρώτη των εκκαλούντων, ανώνυμη εταιρεία, είναι ιδιοκτήτρια και εκδότρια της εβδομαδιαίας εφημερίδας "...", που εκδίδεται στην … και κυκλοφορεί σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια κάθε …, διευθύνεται δε από συντακτική ομάδα, μέλος της οποίας είναι ο δεύτερος των εκκαλούντων. Στο υπ’ αριθ. ...-4-2008 φύλλο της εν λόγω εφημερίδας και στο μέσον της πρώτης σελίδας αυτού αναφέρονται με έντονα στοιχεία τα εξής: "... "..." του … με μισθό 10.000 ευρώ - ..." και παραπλεύρως αυτών με μικρά στοιχεία ".... Υπάρχουν δύο στρατοί πληρωμένων κονδυλοφόρων. Θα δώσω εγώ τα ονόματα στη ..." και"... Να δώσει η κυβέρνηση όλα τα στοιχεία στη δημοσιότητα" και ακολούθως γίνεται παραπομπή στις σελίδες 14-15 του συγκεκριμένου φύλλου, όπου στη σελίδα 14 αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: "..." που έριξε την … το πρωί στη … ο πρόεδρος το ... κ. Γ. Κ.. Απευθυνόμενος στον κ. Κ. Κ. στην ... ... ο κ. Κ. κατήγγειλε τον... κ. Θ. Ρ. και τον γραμματέα ... κ. ... ότι "συντηρούν ομάδα ...", που στόχο έχουν να προβάλουν την κυβερνητική προπαγάνδα "παρασιωπώντας την πραγματικότητα". "Υπάρχει η ομάδα μισθοφόρων του κ. Ρ., η οποία λειτουργεί έξυπνα, και η ομάδα του κ. Κ., η οποία λειτουργεί άγαρμπα. Η ομάδα του κ. Ρ. μετέτρεψε την υπόθεση Ζ. σε ενδοδημοσιογραφικό θέμα προς όφελος της …. Σε αντίθεση με τον κ. Κ., ο οποίος δημιουργεί προβλήματα, ο κ. Ρ., που αντιδρά σαν μάγος, σας λύνει τα προβλήματα", είπε ο κ. Κ.. Ο κ. Κ., αναφερόμενος στις δεσμεύσεις που δημιουργούνται σε δημοσιογράφους που εργάζονται σε κρατικά ... - (τους οποίους ξεχώρισε πάντως από την ομάδα έμμισθων της ... - "φωτογράφισε" μάλιστα και πρόσωπα λέγοντας: "Όταν ένας δημοσιογράφος παίρνει 5.000 ευρώ από τον Δήμο ..., δηλαδή από εσάς, από την κυβέρνηση σας, και όταν ο ίδιος συμπτωματικά είναι στο κρατικό κανάλι και παίρνει άλλες 10.000 ευρώ, δεν μπαίνει στον πειρασμό της μη αντικειμενικής δημοσιογραφίας;". Το επαγγελματικό προφίλ του δημοσιογράφου που "φωτογράφισε" ο πρόεδρος του ... εικάζεται ότι προσομοιάζει σε τουλάχιστον τέσσερις δημοσιογράφους:... και στους κυρίους Ά. Σ...., οι οποίοι εργάζονται ταυτοχρόνως στα δύο παραπάνω ......" Όσον αφορά, όμως, το δημοσίευμα της σελίδας 15 του ως άνω φύλλου της εφημερίδας "...", το οποίο φέρει τον τίτλο "... ...", δεν γίνεται σ’ αυτό οποιαδήποτε αναφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος - μέλος της ... από το έτος 1978 και έχει εργαστεί σε εφημερίδες και περιοδικά, σε ραδιοφωνικούς σταθμούς και στην ... καλύπτοντας διάφορους τομείς, όπως ελεύθερο και πολιτικό ρεπορτάζ, έρευνα, πολιτιστικό και ιστορικό ντοκιμαντέρ. Ειδικότερα, δημοσιογραφικά κείμενα του τελευταίου έχουν δημοσιευθεί επί σειρά ετών στις εφημερίδες "...", καθώς και στο περιοδικό "...", ενώ από το 1990 έως την άσκηση της αγωγής εργαζόταν στην ... και είχε τη δημοσιογραφική επιμέλεια τηλεοπτικών εκπομπών μέσα από τις οποίες προβάλλονταν πορτραίτα ζωής σημαντικών προσώπων της νεώτερης ελληνικής ιστορίας, κατά τον χρόνο δε άσκησης της αγωγής είχε την ευθύνη της παραγωγής και παρουσίασης, από τον τηλεοπτικό σταθμό της ..., των εβδομαδιαίων εκπομπών "...". Περαιτέρω, αυτός εργάστηκε επί σειρά ετών στο ραδιοφωνικό σταθμό ... FM του Δήμου ... επί Δημαρχίας Α., M. και Κ., κατά τον χρόνο δε άσκησης της αγωγής, είχε στον εν λόγω σταθμό, από κοινού με τον δημοσιογράφο Φ. Σ., εβδομαδιαία εκπομπή ελεύθερου σχολιασμού της καθημερινότητας. Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι ο ενάγων εργαζόταν στην ... και στο σταθμό ... FM επί κυβερνήσεων τόσο του ... Τέλος, ο ενάγων έχει αναπτύξει και συγγραφική δραστηριότητα, έργα δε αυτού είναι το μυθιστόρημα "..." και το διήγημα "...", ενώ διήγημα του περιλαμβάνεται στο βιβλίο με τον τίτλο "...". Η ως άνω μακροχρόνια πορεία και πολύπλευρη δραστηριότητα του ενάγοντος τον έχει καταξιώσει στο χώρο της δημοσιογραφίας και τον έχει καταστήσει ιδιαίτερα γνωστό στο κοινό. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι κατά τον χρόνο του επίδικου δημοσιεύματος οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος από την εργασία του στην ... ανέρχονταν στο ποσό των 4.860 ευρώ, ενώ οι μηνιαίες αποδοχές αυτού από την εργασία του στο ραδιοφωνικό σταθμό ... FM ανέρχονταν στο ποσό των 1.674 ευρώ χωρίς να προκύπτει αν πρόκειται για καθαρές ή μικτές αποδοχές. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονται κατά πολύ εκείνων των 10.000 ευρώ και 5.000 ευρώ αντίστοιχα, που ανέφερε ο Πρόεδρος του ... Γ. Κ. κατά την ομιλία του στη ..., συνεπώς ο δημοσιογράφος τον οποίο "φωτογράφιζε" ο τελευταίος, σύμφωνα με το επίδικο δημοσίευμα, δεν είχε καμία σχέση με τον ενάγονται η σύνδεση δε του ονόματος του ενάγοντος με την ως άνω καταγγελία του Γ. Κ. έγινε αυθαίρετα από τον συντάκτη του δημοσιεύματος. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν αληθές όσον αφορά το γεγονός ότι ο ενάγων εργαζόταν ταυτόχρονα στην ... και στο ραδιοφωνικό σταθμό ... FΜ και ψευδές όσον αφορά το ύψος των αποδοχών του. Περαιτέρω, ο δεύτερος εναγόμενος Θ. Α. γνώριζε, άλλως είχε τη δυνατότητα λόγω της ιδιότητας του ως δημοσιογράφου, αλλά και την υποχρέωση, που πηγάζει από το καθήκον αληθείας, να διαπιστώσει ότι τούτο ήταν ψευδές κατά τα ανωτέρω σημεία του, γνώριζε δε ότι το εν λόγω δημοσίευμα μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ωστόσο ως μέλος της διευθύνουσας την εφημερίδα "..." συντακτικής ομάδας ενέκρινε τη δημοσίευση του επίμαχου άρθρου στο υπ’ αριθ. ...-4-2008 φύλλο της ανωτέρω εφημερίδας και μάλιστα με πρωτοσέλιδους τίτλους που παρέπεμπαν ακολούθως στις σελίδες 14 και 15 αυτού. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι εξαιτίας της ως άνω παράνομης συμπεριφοράς των εκκαλούντων επιπλέον δε και υπαίτιας όσον αφορά τον δεύτερο εξ αυτών, οι οποίοι ενήργησαν στην προκειμένη περίπτωση υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του καθένας ήτοι η πρώτη ως ιδιοκτήτρια και εκδότρια της εφημερίδας "..." και ο δεύτερος ως μέλος της συντακτικής ομάδας που διευθύνει την εν λόγω εφημερίδα, ο ενάγων υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του, καθόσον από το επίμαχο δημοσίευμα της εν λόγω εφημερίδας, η οποία απευθύνεται σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, εθίγησαν η τιμή και η υπόληψη του, δεδομένο ότι εμφανίστηκε να ασκεί, έναντι ανταλλάγματος συνισταμένου σε λίαν υψηλές αποδοχές, μη αντικειμενική και κατευθυνόμενη από πολιτικά συμφέροντα δημοσιογραφία, γεγονός που του προξένησε αναμφισβήτητα ηθική βλάβη. Για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη κατά τα ανωτέρω ο ενάγων, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας του υποκειμενικά ευθυνόμενου δευτέρου των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και της κοινωνικής θέσης του ενάγοντος, κρίνεται ως εύλογο το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν στον τελευταίο οι εκκαλούντες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του. ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω. ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις (άρθρα 57, 59, 914 ΑΚ 363ΠΚ), αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταφάσεως, δηλαδή, της αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσειόντων απορρέουσας από την διαπραχθείσα απ’ αυτούς συκοφαντική δυσφήμηση του αναιρεσιβλήτου, δεχθείσα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τη συνδρομή των προς θεμελίωση τη εν λόγω ευθύνης επικληθεισών προϋποθέσεων. Ειδικότερα δε, της παρανόμου και υπαιτίου προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου δια της καταχωρήσεως στην εκδιδομένη από την πρώτη αναιρεσείουσα εβδομαδιαία εφημερίδα ... του προαναφερθέντος αναληθούς, ως προς το ύψος των αποδοχών του αναιρεσίβλητου δημοσιεύματος του δευτέρου των αναιρεσειόντων, ο οποίος τελούσε σε γνώσει της αναληθείας αυτού με την υποστηρίζουσα την εν λόγω παραδοχή, ως άνω αιτιολογία, η οποία καλύπτει πλήρως, τόσο των αντικειμενική υπόσταση του διαπραχθέντος εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, υπό την επίκληση, ότι "το επίδικο δημοσίευμα είναι ψευδές όσον αφορά το ύψος των αποδοχών αφού οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του (αναιρεσίβλητου) ενάγοντος από με την ... ανέρχονταν στο ποσό των 4.860 €, από δε το Δήμο ... σε 1.764 ευρώ" και όχι σε 10.000 και 5.000 € αντίστοιχα όσο και την υποκειμενική υπόσταση αυτού δια της παραδοχής, ότι ο δόλος του δευτέρου αναιρεσείοντος συνίστατο "στη γνώση ότι το ως άνω καταχωρηθέν δημοσίευμα αφενός ήταν ψευδές και αφετέρου μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψη του αναιρεσίβλητου" για την πληρότητα της οποίας (αιτιολογίας) αναφέρεται και ο κατά την προσβαλλομένη αιτίαση, φερόμενος (αβασίμως) ως μη διαλαμβανόμενος, προσδιορισμός των περιστατικών από τα οποία προκύπτει η περί της αναληθείας του δημοσιεύματος γνώση του δεύτερου αναιρεσίβλητου δια της επικλήσεως της δημοσιογραφικής ιδιότητας αυτού και του απορρέοντος από την τελευταία καθήκοντος αληθείας, η οποία, κατά τη μη διατυπούμενη ρητά πλην όμως σαφώς, εμμέσως, συναγομένη, ώστε να αποκλείεται η εκδοχή του ενδεχόμενου δόλου, παραδοχή της προσβαλλομένης, υπήρξε η πηγή της γνώσεως του δευτέρου αναιρεσίβλητου υπό την έννοια της καταχωρήσεως αυτού παρά την, κατ’ επιβαλλομένη από την εν λόγω δημοσιογραφική ιδιότητα, προηγηθείσα διαπίστωση της αναληθείας του επιδίκου δημοσιεύματος. Υπό τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, καθεστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες οι προσβαλλόμενες (από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ) αιτιάσεις. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής ..., ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλομένων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκομένου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που, όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση, δηλαδή, του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει δε αυτών αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για την ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του ευλόγου (η οποία δεν συνιστά νομική έννοια με συνέπεια η σχετική περί αυτής κρίσης να μην υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Ολ ΑΠ 9/2015) εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο".

Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμα του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, αφενός για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ, 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, και αφετέρου για το αν συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως απ’ αυτό (δικαστήριο της ουσίας) των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης από την προσβαλλομένη απόφαση της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, και, σε κάθε περίπτωση αφενός της Συνταγματικής περί αναλογικότητας αρχής του άρθρου 25 του Συντ. και αφετέρου της υπερβάσεως από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της παρεχόμενης από την παραπάνω διάταξη σχετικής διακριτικής ευχέρειας κατά τον προσδιορισμό της, λόγω ηθικής βλάβης, επιδικασθείσας σε βάρος τους χρηματικής ικανοποιήσεως, η οποία προσδιορίστηκε, στο "υπέρογκο, εξωπραγματικό και δυσανάλογο υψηλό προς την προκληθείσα ζημία ποσό των 30.000 ευρώ" Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος μεν, κατά το μέρος, κατά το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβάσεως αυτοτελώς της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με το ύψος της επιδικαζομένης χρηματικής ικανοποιήσεως, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν συνιστά η έννοια του "ευλόγου", ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, δεν ελέγχεται αναιρετικά αβάσιμος δε, κατά το μέρος κατά το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια ως άνω πλημμέλεια αλλά σε σχέση αφενός με την αρχή της αναλογικότητας και αφετέρου με την υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της παρεχομένης σ’ αυτό με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ σχετικής διακριτικής ευχέρειας, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν συντρέχουν στην ένδικη υπόθεση αφού το επιδικασθέν, [ως εύλογη, κατά τη ρητή παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου και όχι κατά τον επιβαλλόμενο από τη διάταξη του άρθρου μόνον του ν.1178/1981 δεσμευτικό περιορισμό, όπως εσφαλμένως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αφού η εφαρμογή αυτής ως προς το καθοριζόμενο ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποιήσεως αποκρούσθηκε ορθώς ως αντισυνταγματική (ΟλΑΠ 6/2015) με ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 7 φύλλο)] ως άνω χρηματικό ποσό δεν κρίνεται "ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας του υποκειμενικά ευθυνόμενου δευτέρου εκκαλούντος, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και της κοινωνικής θέσης του ενάγοντος δυσανάλογο σε σχέση με τη γενομένη προσβολή, συνισταμένη στην εμφάνιση του αναιρεσιβλήτου ως ασκούντος έναντι υψηλού χρηματικού ανταλλάγματος, μη αντικειμενική και κατευθυνόμενη από πολιτικά συμφέροντα δημοσιογραφία" ώστε να επέρχεται υπέρμετρος πλουτισμός του αναιρεσιβλήτου υπερακοντίζοντος του επιδιωχθέντα από το νομοθέτη σκοπό και να μπορεί να γίνει λόγος για επιδίκαση είτε καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχερείας του δικαστηρίου (ΑΠ 632/2015, ΑΠ 732/2008) είτε καθ’ υπέρβαση της αρχής της αναλογικότητας, ενόψει του ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει (και μάλιστα καταφανώς) το συνήθως επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 180 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 29.5.15 και με αριθμ. καταθ. ...2015, αίτηση των: α) ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και β)του Θ. (Θ.) Α., προς αναίρεση της 6945/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ    Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: