
Δήλωση βουλήσεως λόγω απάτης – Αγορά ακινήτου από μη κύριο
Έτος: 2017
Νούμερο: 745
Άρειος Πάγος δικηγόροι ακίνητα απάτη ..
Έτος: 2017
Νούμερο: 745
Άρειος Πάγος δικηγόροι ακίνητα απάτη ..
Όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 και επ. ΑΚ), εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Ο. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ..... και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε η δικηγόρος Α. Μ., η οποία, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.
Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2014 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/4/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 27/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ.1 και 2, 97 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με έγγραφο της αρχής που χορηγεί την πληρεξουσιότητα, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητος, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ως άνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση (ΑΠ 273/2010). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ως προς όλους τους διαδίκους. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.γ’ και δ’ ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.β’ ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητος της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι, ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή δια του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει, ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νομίμου παραστάσεως του κατ’ αυτήν (ΑΠ 314/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 4/4/2015 αίτηση για αναίρεση της 135/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Από τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως προκύπτει, ότι τη συζήτηση αυτής επισπεύδει ο απολειπόμενος αναιρεσείων, με τον φερόμενο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, Ν. Δ., κατά παραγγελία του οποίου ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής Αγρινίου επέδωσε στον αναιρεσίβλητο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 7ης Δεκεμβρίου 2015 (βλ. το επιδοθέν στον αναιρεσίβλητο επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, το οποίο προσκομίζει ο ίδιος). Κατά τη δικάσιμο εκείνη, οι διάδικοι παρέστησαν δια πληρεξουσίων δικηγόρων, ήτοι ο μεν αναιρεσείων δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ν. Δ. που είχε ρητή πληρεξουσιότητα να υπογράψει και καταθέσει το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και να παραστεί κατά την εκδίκασή της ενώπιον του Αρείου Πάγου (βλ. το .../22.4.2015 ειδικό πληρεξούσιο της συμ/φου Αθηνών Π. Π.), ο δε αναιρεσίβλητος μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Παντελή Βαμβακά, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο (19/9/2016) και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε. Επομένως, εφόσον ο απολειπόμενος αναιρεσείων είχε επισπεύσει, εγκύρως, τη συζήτηση της υποθέσεως, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί, κατά την προκείμενη μετ’ αναβολή δικάσιμο, σαν να ήταν και εκείνος παρών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 147 και 149 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 και επ. ΑΚ), εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία. Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών, είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία και προκλήθηκε πράγματι από την απάτη (ΑΠ 325/2009). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, εξάγεται ότι η απάτη αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες, ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, εξ αιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του, και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 ΑΚ. Δεν ενδιαφέρει δε αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή μη, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως της βουλήσεως του απατηθέντος (ΑΠ 373/2008). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση αδικοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής (άρθρα 140 επ. ΑΚ) αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας (άρθρο 241 παρ. 1 ΑΚ). Στην περίπτωση, όμως, που η πλάνη, η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα αφότου πέρασε η κατάσταση που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης ή απάτης ή από την παύση της απειλής. Κατά δε το άρθρο 280 ΑΚ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος, ενώ η παραίτηση από αυτήν είναι άκυρη. Έτσι, το δικαστήριο, εφόσον από το αποδεικτικό υλικό προκύπτει η πάροδος της τασσομένης από το νόμο προθεσμίας, χωρίς αίτηση ή ένσταση του εναγομένου απορρίπτει την αγωγή που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχει αποσβεστεί. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α’ ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που, ανελέγκτως, δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός του άρθρου 559 αριθ. 1 α’ ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο: "Το Σεπτέμβριο του έτους 2006, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) θέλησε να αγοράσει ένα ακίνητο προκειμένου να στεγάσει την οικογένειά του. Από αγγελία σε τοπική εφημερίδα πληροφορήθηκε ότι πωλείται ένα οροφοδιαμέρισμα στο Αγρίνιο επί της οδού ..., επιφάνειας 90 τ.μ., του οποίου ως ιδιοκτήτης εμφανιζόταν ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων). Ο ενάγων ήρθε σε επαφή με τον τελευταίο, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι το διαμέρισμα του ανήκει κατ’ αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή, συμφωνήθηκε δε να του το μεταβιβάσει έναντι τιμήματος 90.000 ευρώ, το οποίο και θα ελάμβανε ο ενάγων ως δικαιούχος στεγαστικού δανείου από τον ΟΕΚ. Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, μετά από σχετικό έλεγχο που διενήργησε ο ενάγων, διαπίστωσε ότι το επίδικο διαμέρισμα περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου λόγω γονικής παροχής προς αυτόν από τον πατέρα του, Χ. Ρ., δυνάμει της .../5-1-2006 συμβολαιογραφικής πράξης του Συμβολαιογράφου Αγρινίου, Ν. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα οικεί βιβλία μεταγραφών, σε συνδυασμό με την .../1966 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Αγρινίου Γ. Μ., όπως αυτή συμπληρώθηκε με την .../1982 πράξη του Συμβολαιογράφου Αγρινίου Κ. Μ., επίσης νόμιμα μεταγεγραμμένων. Στις 7-12-2006 ο εναγόμενος δυνάμει του ...7-12-2006 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, του Συμβολαιογράφου Αγρινίου, Ν. Τ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου στον ... και με ..., μεταβίβασε στον ενάγοντα την παραπάνω οριζόντια ιδιοκτησία. Στο ως άνω συμβόλαιο περιλήφθηκε ρητή δήλωση του εναγομένου ότι το ακίνητο είναι απαλλαγμένο από κάθε εν γένει βάρος, χρέος, δουλεία, υποθήκη, προσημείωση, κατάσχεση, κληρονομική απαίτηση, εκνίκηση, διεκδίκηση από τρίτους, αμφισβήτηση, φιλονικία κλπ και από κάθε εν γένει νομικό ελάττωμα. Στο συμβόλαιο επισυνάφθηκε επίσης το ...2006 πιστοποιητικό της Δ.Ο.Υ. Αγρινίου, από το οποίο προέκυπτε ότι ο εναγόμενος προέβη σε δήλωση ιδιοκτησίας για το πωλούμενο ακίνητο. Η ύπαρξη του ανωτέρω τίτλου (συμβολαίου γονικής παροχής), αλλά και οι διαβεβαιώσεις του εναγομένου ότι αυτός είχε την κυριότητα και νομή του ως άνω διαμερίσματος, ενίσχυσε την πεποίθηση του ενάγοντος ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτού. Μετά την υπογραφή του συμβολαίου ο ενάγων παρέλαβε τα κλειδιά του επίδικου διαμερίσματος από τον εναγόμενο και επειδή ήθελε να προβεί στην ανακαίνισή του, ζήτησε από τον τελευταίο να απομακρύνει τα μικροέπιπλα που βρισκόταν εντός αυτού και τα οποία ο εναγόμενος του παρέστησε ψευδώς ότι του ανήκαν. Περαιτέρω, δοθέντος ότι ο ενάγων ήταν δικαιούχος δανείου από τον ΟΕΚ, ως προελέχθη, με την εκταμίευση του ποσού του δανείου εξόφλησε πλήρως στις 15-2-2007 το τίμημα της αγοραπωλησίας, συνταχθείσης προς τούτο της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης εξόφλησης. Την ίδια ημέρα ο ενάγων, ο οποίος περίμενε ακόμα τον εναγόμενο να αδειάσει το διαμέρισμα προκειμένου να μπουν τα συνεργεία και να ξεκινήσουν τις εργασίες ανακαίνισης, επισκεπτόμενος το διαμέρισμα, με έκπληξη διαπίστωσε, ότι τα έπιπλα δεν είχαν μετακινηθεί, ενώ έγινε και μάρτυρας επεισοδίου, που έλαβε χώρα, μεταξύ του εναγομένου και του πατέρα του, Χ. Ρ., από τη μια μεριά και του θείου του εναγομένου (αδελφού του πατέρα του), Α. Ρ., από την άλλη, τον οποίο μέχρι τότε δεν γνώριζε και ο οποίος διατεινόταν ότι είναι νομέας του επίδικου διαμερίσματος. Ο ενάγων πεισθείς στις διαβεβαιώσεις του εναγομένου ότι αυτός είναι αποκλειστικός κύριος και νομέας του διαμερίσματος αυτού και ότι οι αιτιάσεις του Α. Ρ. δεν έχουν λογική βάση, ανέμενε ακόμα να αδειάσει το διαμέρισμα από τα πράγματά του ο εναγόμενος. Καθώς, όμως, ο χρόνος κυλούσε (σημειωτέον ότι ο ενάγων δεν βιαζόταν γιατί εκείνη την χρονική στιγμή δεν είχε την οικονομική άνεση να ανακαινίσει το διαμέρισμα), χωρίς να ξεκαθαρίσει η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί μετά την παρέμβαση του Α. Ρ. και παρά τις διαβεβαιώσεις του εναγομένου ότι αυτός ήταν κύριος και νομέας του επίδικου, ο ενάγων, στις αρχές Ιουνίου 2008 και δη στις 5-6-2008 (όπως εξάλλου δεν αμφισβητείται ειδικά από τον εναγόμενο με τις κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προτάσεις του) ανέθεσε σε δικηγόρο να προβεί σε ενδελεχή έρευνα βάσει του τίτλου του εναγομένου, στο Υποθηκοφυλακείο Αγρινίου, οπότε και διεπίστωσε ότι το επίδικο διαμέρισμα είχε μεταβιβασθεί με το .../1993 πωλητήριο συμβόλαιο από τον Δ. Ρ. (παππού του εναγομένου) κατά ψιλή κυριότητα στην εξαδέλφη του, Μ. Ρ. και κατ’ επικαρπία στον θείο του Α. Ρ.. Ειδικότερα, ο ενάγων πληροφορήθηκε, διά των νομικών παραστατών του, τα κάτωθι, όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου. Δυνάμει της .../1982 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Αγρινίου Κ. Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένης στον ... και με αριθμό … των βιβλίων του Α’ Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου, ο Δ. Ρ., παππούς του εναγομένου και ο Χ. Ρ., πατέρας του εναγομένου, συνέστησαν με τους υπόλοιπους οικοπεδούχους σε ένα ενιαίο οικόπεδο, εμβαδού 285 τ.μ., που βρίσκεται στο Αγρίνιο επί της οδού ..., οριζόντια και κάθετη ιδιοκτησία, υφισταμένης ήδη οικοδομής με τα στοιχεία Ι και μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής με τα στοιχεία
ΙΙ. Ειδικότερα με την προαναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη συμφωνήθηκε να περιέλθει από την άνω μέλλουσα να ανεγερθεί οικοδομή (υπό στοιχεία ΙΙ), στον μεν Δ. Ρ. (παππού του εναγομένου) το με ... διαμέρισμα του ισογείου αυτής, εμβαδού 87,50 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας 168,05/000 εξ αδιαιρέτου, καθώς και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του με ... διαμερίσματος του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου αυτής, εμβαδού 93 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 178,62/000 εξ αδιαιρέτου, στον δε Χ. Ρ. (πατέρα του εναγομένου) το με ... διαμέρισμα του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 93 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 176,62/000 εξ αδιαιρέτου, καθώς και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου με ... διαμερίσματος του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου της οικοδομής αυτής. Περαιτέρω, με το ...1982 πωλητήριο συμβόλαιο του άνω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, ο Δ. Ρ., μεταβίβασε στο Χ. Ρ. το ανήκον σ’ αυτόν 1/2 2ξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του μέλλοντος να ανεγερθεί διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου, καθιστώντας έτσι τον τελευταίο αποκλειστικό κύριο του άνω διαμερίσματος. Μετά τη σύσταση των άνω ιδιοκτησιών, οι συνιδιοκτήτες θα έκτιζαν με δικές τους δαπάνες ο καθένας τις αντιστοιχούσες σε αυτούς οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμερίσματα). Προέβησαν λοιπόν στην έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας, πλην όμως δεν ακολούθησαν τα της συστάσεως και ανήγειραν το οικοδόμημα χωρίς ισόγειο όροφο αλλά επικαθήμενο επί πυλωτής. Σημειωτέον ότι η μεταβολή αυτή έλαβε χώρα δίχως να προβούν στην ανάλογη τροποποίηση της συστατικής πράξης. Δεδομένου ότι το προβλεπόμενο στη συστατική πράξη ισόγειο δεν κατασκευάστηκε (στην πραγματικότητα αντί για τρία κατασκευάστηκαν δύο διαμερίσματα) με την αποπεράτωση της οικοδομής ο Δ. Ρ., παππούς του εναγομένου, εγκαταστάθηκε μαζί με τον γιο του Α. Ρ., στο με ... διαμέρισμα του πρώτου πάνω από την πυλωτή ορόφου, από το έτος 1991 (επίδικο), ενώ ο Χ. Ρ., πατέρας του εναγομένου, μαζί με την οικογένειά του (σύζυγο και τέκνα) στο με ... διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από την πυλωτή ορόφου. Τα διαμερίσματα αυτά αποπεράτωσε καθένας από τους παραπάνω με αποκλειστικά δικές δαπάνες. Στη συνέχεια, ο Δ. Ρ. με το .../1993 πωλητήριο συμβόλαιο, νόμιμα μεταγεγραμμένο, πώλησε και μεταβίβασε στο γιο του Α. και στην εγγονή του Μ. (κόρη του προηγούμενου), κατ’ επικαρπία στον πρώτο και κατά ψιλή κυριότητα στη δεύτερη το ως άνω διαμέρισμα του πρώτου πάνω από την πυλωτή ορόφου, στο οποίο διέμενε από το έτος 1991 και το οποίο νεμόταν και κατείχε μαζί με τον γιο του, Α., από το έτος αυτό. Το εν λόγω διαμέρισμα το χρησιμοποιούσαν αμφότεροι (Δ. και Α. Ρ.) ως κύρια κατοικία τους, κατ’ αποκλειστικό τρόπο θεωρώντας το δικό τους, ανεξαρτήτως της φαινόμενης καταστάσεως ότι αυτό ανήκε κατά κυριότητα στον Χ. Ρ., μη τροποποιηθείσας της συστάσεως οριζόντιων ιδιοκτησιών και ανεξαρτήτως της μη δόκιμης περιγραφής του στο .../1993 πωλητήριο συμβόλαιο, ως ισόγειο υπέρ της πυλωτής, διαμερίσματος. Μετά δε το θάνατο του Δ. Ρ. το έτος 1994, χρησιμοποιούσαν το άνω διαμέρισμα οι Α. και Μ. Ρ., η δε φυσική εξουσία αυτών έλαβε χώρα εν γνώσει του εναγομένου και της οικογένειάς του, οι οποίοι συνοικούσαν επί του υπερκείμενου του επίδικου δευτέρου ορόφου της οικοδομής. Ειδικότερα, οι ανωτέρω, Α. και Μ., κατοικούσαν κατά διαστήματα στο άνω διαμέρισμα, είχαν τοποθετήσει τις οικοσκευές τους, ενώ ταυτόχρονα προέβησαν σε υπέρμετρες δαπάνες για την εσωτερική ολοκλήρωσή του. Περί τα μέσα του μηνός Μαΐου του έτους 2002 ο πατέρας του εναγομένου, Χ. Ρ., επωφελούμενος της απουσίας του αδελφού του, Α., προέβη στην αυθαίρετη αντικατάσταση της κλειδαριάς της κεντρικής εισόδου της οικοδομής, ενώ με την 1250/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υποχρεώθηκε να αποδώσει στον αδελφό του την ελεύθερη χρήση της κοινόχρηστης εισόδου. Περαιτέρω, περί το μήνα Απρίλιο του έτους 2004 ο ίδιος προέβη σε αντικατάσταση της κλειδαριάς του επίδικου διαμερίσματος, αποβάλλοντας τους Α. και Μ. Ρ. από τη νομή τους, την οποία και υποχρεώθηκε να τους αποδώσει με την 52/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Περαιτέρω, με την ...2-2003 αγωγή, ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου ασκηθείσα κατά των Α. και Μ. Ρ., ο δικαιοπάροχος του εναγομένου, Χ. Ρ., ζήτησε, αφενός μεν, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του προαναφερθέντος .../1993 συμβολαίου με το οποίο περιήλθε η κυριότητα του επίδικου στους ανωτέρω (Α. και Μ. Ρ.), αφετέρου δε να αναγνωρισθεί ο ίδιος κύριος του επίδικου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 26/2004 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου με την οποία αυτή απορρίφθηκε. Κατά της απόφασης αυτής ο δικαιοπάροχος του εναγομένου, Χ. Ρ., άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, πλην όμως με την από 1-2-2006 έγγραφη δήλωσή του παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ...2-2003 αγωγής. Και ενώ έτσι είχε διαμορφωθεί η κατάσταση όσον αφορά το επίδικο διαμέρισμα, ο Χ. Ρ., με την προρηθείσα ...5-1-2006 πράξη γονικής παροχής, μεταβίβασε στον εναγόμενο γιό του το επίδικο διαμέρισμα καίτοι είχε κριθεί ότι νομείς αυτού ήταν οι Α. και Μ. Ρ. και ο ίδιος είχε αποβληθεί από τη νομή του δυνάμει της ...31-3-2005 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αγρινίου Ε. Κ., προκειμένου να αποκτήσει αυτός (εναγόμενος) νόμιμο τίτλο. Στη συνέχεια ο τελευταίος, ο οποίος γνώριζε όλα τα ανωτέρω, ήτοι ότι νομείς του επίδικου ήταν οι Α. και Μ. Ρ. και όχι ο πατέρας του και συνακόλουθα και ο ίδιος, απέκρυψε την αλήθεια από τον ενάγοντα και πέτυχε να τον πείσει να προβεί στην αγορά του επίδικου και στην καταβολή του τιμήματος των 90.000 ευρώ. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων είχε εξαρχής ενημερωθεί ότι υφίστατο δικαστική διαμάχη, μεταξύ των αδελφών Ρ., αφορώσα το επίδικο. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο υπογραφής του συμβολαίου αγνοούσε τα ανωτέρω και παρασύρθηκε στην κατάρτιση της συμβάσεως και την καταβολή του τιμήματος, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις του εναγομένου ότι ο ίδιος είναι κύριος και νομέας του επίδικου και ουδείς το διεκδικεί. Ενώ αν γνώριζε την αλήθεια δεν θα προέβαινε στην αγορά του και στην καταβολή του τιμήματος. Την πραγματική δε κατάσταση, ήτοι ότι το επίδικο διαμέρισμα σύμφωνα με την .../1982 πράξη συστάσεως οροφοκτησίας ανήκε μεν κατά κυριότητα στον δικαιοπάροχό του εναγομένου, δεδομένου ότι αυτή (πράξη) δεν τροποποιήθηκε ποτέ κατά τους νόμιμους τύπους, πλην όμως ουδέποτε περιήλθε στη νομή του, αφού αυτό από της αποπερατώσεώς του το έτος 1991 νέμονταν οι Δ. και Α. Ρ., απέκρυψε δολίως ο εναγόμενος από τον ενάγοντα, ο οποίος δεν θα μπορούσε, ακόμα και αν κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, να πληροφορηθεί εύκολα αφού είναι απλός έλεγχος τίτλων στον οποίο προβαίνουν συνήθως οι πληρεξούσιοι των αγοραστών ακινήτων δεν αρκούσε εν προκειμένω. Για το λόγο αυτό, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα ανωτέρω πληροφορήθηκε ο ενάγων, διά των πληρεξουσίων του, που διαπίστωσαν μετά από λεπτομερή έρευνα τη δικαστική διαμάχη μεταξύ των ανωτέρω νομέων του επίδικου αφενός και του δικαιοπαρόχου του εναγομένου αφετέρου, το πρώτον στις 5-6-2008, έτσι ώστε η ασκηθείσα στις 11-6-2009 ένδικη αγωγή είναι εμπρόθεσμη ως ασκηθείσα εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των δύο ετών από την ημέρα της αποκάλυψης της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου, απορριπτομένου του περί τα αντιθέτου ισχυρισμό του εναγομένου και του σχετικού λόγου της έφεσής του. Ενόψει όλων των ανωτέρω, εφόσον η σύμβαση πώλησης του επίδικου διαμερίσματος, με το ως άνω ...2006 συμβόλαιο, είναι προϊόν απάτης είναι ακυρώσιμη. Ο ενάγων δε, ο οποίος εξαιτίας της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου, που συνιστά αδικοπραξία, υπέστη ζημία ίση με το καταβληθέν τίμημα των 90.000 ευρώ, δικαιούται ως αποζημίωση το παραπάνω ποσόν. Πέραν όμως τούτου δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σε βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία. Κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου το ποσόν που πρέπει να του επιδικασθεί για την παραπάνω αιτία ανέρχεται σε 5.000 ευρώ (αφαιρουμένου του ποσού των 40 ευρώ για το οποίο επιφυλάχθηκε να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στα ποινικά δικαστήρια), το οποίο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που τελέσθηκε η αδικοπραξία, το ύψος της ζημίας και της ταλαιπωρίας του ενάγοντος, που από υπαιτιότητα του εναγομένου ενεπλάκη σε μία εξαιρετικά δύσκολη οικονομική κατάσταση, κρίνεται εύλογο. Κατόπιν τούτων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε τα ίδια, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, αφού δέχθηκε ότι η απάτη αφορούσε την κυριότητα του επίδικου (και όχι τη νομή, όπως είναι το ορθό) και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, κηρύσσοντας άκυρη την προαναφερθείσα δικαιοπραξία και επιδικάζοντας στον ενάγοντα τα παραπάνω ποσά δεν έσφαλε, κατ’ αποτέλεσμα και ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένων των περί τα αντιθέτου, λόγων της έφεσης". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού αντικατέστησε την άνω αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης με την προαναφερόμενη δική του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος στο σύνολό της, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147, 149, 157, 280, 914, 932 του AK, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα: α) ότι ο εναγόμενος, μολονότι γνώριζε ότι δεν είναι νομέας του επίδικου ακινήτου, αλλά νομείς αυτού ήταν οι Α. και Μ. Ρ. και όχι ο πατέρας του που προέβη στην γονική παροχή προς αυτόν και συνακόλουθα και ο ίδιος και ότι είχε αποβληθεί από το επίδικο μετά από δικαστική απόφαση από τους ανωτέρω που διεκδικούσαν την νομή αυτού και θεωρούσαν ότι τους ανήκε, εν τούτοις απέκρυψε την αλήθεια από τον ενάγοντα, ο οποίος δεν μπορούσε να διαπιστώσει τα ανωτέρω με τον έλεγχο των τίτλων της ιδιοκτησίας του εναγομένου και του πατέρα του, όπως επιχείρησε και από τους οποίους προέκυπτε ότι ο εναγόμενος ήταν κύριος αυτού, επιτυγχάνοντας έτσι να πείσει τον ενάγοντα να προβεί στην αγορά του ως άνω διαμερίσματος, συνταγέντος προς τούτο του προαναφερόμενου συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και να καταβάλει στον εναγόμενο το συμφωνηθέν τίμημα των 90.000 ευρώ, ώστε η ανωτέρω σύμβαση της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου, ως προϊόν απάτης να καθίσταται ακυρώσιμη και να πρέπει να ακυρωθεί, β) ότι ο ενάγων γνώση δεν είχε κατά την αγορά του διαμερίσματος περί των ανωτέρω, τα οποία πληροφορήθηκε, για πρώτη φορά, στις 5-6-2008, μετά από λεπτομερή έρευνα των πληρεξουσίων δικηγόρων του, την οποία επιχείρησε ενόψει της άρνησης του εναγομένου να απομακρύνει τις εντός του διαμερίσματος ευρισκόμενες οικοσκευές, σε τρόπον ώστε στις 11-6-2009 που άσκησε την ένδικη αγωγή να μην έχει παρέλθει η προβλεπόμενη διετής προθεσμία και να μην έχουν αποσβεσθεί οι επιδιωκόμενες μ’ αυτήν από τις παραπάνω διατάξεις αξιώσεις του και να καθίσταται απορριπτέος ο αντίθετος περί τούτου ισχυρισμός του εναγομένου και γ) ότι συνεπεία της διαπραχθείσης από τον εναγόμενο εις βάρος του ενάγοντος απάτης, η οποία συνιστά αδικοπραξία, τελεσθείσα από την δόλια συμπεριφορά του πρώτου εις βάρος του δεύτερου, ο ενάγων υπέστη ζημία ίση με το καταβληθέν ποσόν του τιμήματος των 90.000 ευρώ, ώστε ο τελευταίος να δικαιούται το ποσόν αυτό ως αποζημίωση και πλέον αυτού και το ποσό των 5.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άνω αδικοπραξία εις βάρος του. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά τις σ’ αυτόν περιλαμβανόμενες αιτιάσεις, προς στοιχειοθέτηση, επίσης, της πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, τα σχετιζόμενα με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, καθόσον τα συγκροτούντα αυτό περιστατικά δεν προκύπτουν, κατά τον αναιρεσείοντα, από τα εκτιμηθέντα αποδεικτικά στοιχεία, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι με τον τρόπο αυτό πλήττεται πλέον, απαραδέκτως, μέσω των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αρ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ. ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996). Με τον ίδιο ως άνω μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμά του και δέχτηκε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, μετ’ απόρριψη της προβληθείσας ενστάσεώς του, περί αποσβέσεως των αξιώσεων από την βάση αυτή της αγωγής, χωρίς να λάβει υπόψη του τους ακόλουθους ισχυρισμούς του: α) ότι ουδέν απέκρυψε από τον ενάγοντα, ούτε εξαπάτησε αυτόν, αλλά ο τελευταίος γνώριζε πολύ πριν από τις 5-6-2008, ήτοι από 7-2-2006, όταν του παρέδωσε τα κλειδιά και το ίδιο το επίδικο διαμέρισμα, την ύπαρξη διαφοράς περί τη νομή του επίδικου διαμερίσματος μεταξύ του πατρός του Χ. Ρ. και του θείου του, ότι ο αντίδικός του γνώριζε τα ανωτέρω ήδη κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, αλλά και κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, στις 7-12-2006, καθώς και κατά την εκταμίευση του προϊόντος του δανείου από τον Ο.Ε.Κ., στις 17-2-2007, β) ότι την παραπάνω γνώση είχε ο ενάγων ήδη από τις 17-2-2007, κατά την οποία αυτός αναμένοντας να αδειάσει ο εναγόμενος το διαμέρισμα από τις οικοσκευές και λοιπά πράγματα που βρισκόταν σ’ αυτό, έγινε μάρτυρας επεισοδίου μεταξύ του εναγομένου, του πατέρα του Χ. Ρ. και του Α. Ρ., κατά το οποίο ο τελευταίος διατεινόταν ότι είναι νομέας του επίδικου διαμερίσματος, γ) ότι την ως άνω γνώση, ως προς την νομή και την διεκδίκηση του διαμερίσματος από τον Α. Ρ., έλαβε ο ενάγων από 6-3-2007 που κατέθεσε μήνυση εναντίον του τελευταίου για φθορές που προκάλεσε αυτός στο εν λόγω διαμέρισμα, καθώς και από την κατάθεσή του, στις 5-3-2007, που υπέβαλε την μήνυση αυτή, δ) ότι την ίδια γνώση μπορούσε να έχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης, από τις δικαστικές αποφάσεις που απέβαλαν τον πατέρα του από τη νομή του επίδικου ακινήτου και την έκθεση αποβολής του, κατόπιν αυτού, του δικαστικού επιμελητή Αγρινίου Ε. Κ., που συντάχθηκε στις 31-3-2005, στοιχεία τα οποία επικαλέστηκε νομίμως κατά την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, ε) ότι γνώση περί των ανωτέρω μπορούσε να λάβει ο ενάγων και πριν την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης, όταν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του έκαναν τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας του ίδιου και του πατέρα του, στο οικείο Υποθηκοφυλακείο, οπότε θα διαπίστωναν την διεκδίκηση της νομής του διαμερίσματος από τον Α. Ρ. και την εξέλιξη της δικαστικής διαμάχης, στ) ότι η επίμαχη γνώση του ενάγοντος, ως προς τα ανωτέρω, προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα προς την απόφαση αυτή πρακτικά και ζ) ότι γνώση περί των ανωτέρω μπορούσε να λάβει ο ενάγων από την διεκδικητική αγωγή, τη σχετική με το επίδικο διαμέρισμα που είχε καταθέσει ο πατέρας του Χ. Ρ. κατά του Α. και Μ.ς Ρ. και είχε καταχωρηθεί στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου, στις 10-2-2003. Όμως, οι προς στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανωτέρω αιτιάσεις απαραδέκτως προβάλλονται. Τούτο, διότι καμιά από τις αυτές δεν συνιστά "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά όλες αναφέρονται σε άρνηση της αγωγής, ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θεμελιώνουν αυτήν, καθώς και στα αποδεικτικά μέσα και την αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου αυτών, και τέλος, σε φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη επιχειρήματα του αναιρεσείοντος και σε συμπεράσματα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ την προβληθείσα από τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ ένσταση του αναιρεσείοντος, ρητώς έλαβε υπόψη του το Εφετείο και την απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα τεκμήρια, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως, αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της σχετικής με το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων νομίμως προσκόμισε με επίκληση και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: α) Την .../6-3-2007 αναφορά-υποβολή δικογραφίας του Διοικητή του Α’ Α/Τ Αγρινίου και την Α.Β.Μ. ... δικογραφία, που σχηματίσθηκαν μετά από αναφορά του ενάγοντος κατά του Α. Ρ., για διατάραξη οικιακής ειρήνης και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, καθώς και την από 5-3-2007 κατάθεση του ενάγοντος ενώπιον του άνω αστυνομικού οργάνου κατά την υποβολή της εν λόγω μήνυσής του, β) την 36/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, την 2/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, την 52/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και την ...31-3-2005 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αγρινίου Ε. Κ., γ) την από 24-11-2002 αναγνωριστική αγωγή της κυριότητος του επίδικου ακινήτου του Χ. Ρ., που είχε καταχωρηθεί στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου, στις 10-2-2003 και δ) την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στις 2-11-2011, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά του εν λόγω δικαστηρίου. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιλαμβάνονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά και αξιολόγηση ορισμένων εκ των παραπάνω εγγράφων, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Επομένως, ο από την παραπάνω διάταξη αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/4/2015 αίτηση του Δ. Ρ., για αναίρεση της 135/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου