Κτήση κυριότητας επί τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία - ΑΠ 56/2011

 
Κτήση κυριότητας επί τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία (Άρειος Πάγος - Αριθμός απόφασης 56/2011)
Περίληψη: Οριζόντια ιδιοκτησία...
Δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Κατάτμηση οικοπέδου. Δυνατή η κτήση κυριότητας επί τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία μη άρτιων οικοπέδων. Περίπτωση ανέγερσης σε οικόπεδο διόροφης οικοδομής, η οποία υπήχθη στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας με ποσοστά στο οικόπεδο και δεύτερης αυτοτελούς οικοδομής. Κρίνεται ότι πρόκειται για κατάτμηση του οικοπέδου από την οποία προέκυψαν δύο αυτοτελείς και διακεκριμένες ιδιοκτησίες και όχι για σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας. Εννοια διδαγμάτων κοινής πείρας. Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ΄ αριθμ. 382/2007 απόφασης Εφετείου Πατρών.

[…] Κατά το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο. εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. (Ολ ΑΠ 26/2004). Περαιτέρω από τα άρθρα 953, 954, 1001, 1002, 1117, 1033, 1013, 1194, 1198 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 5 έως 7, 10, 13 και 14 του ν. 3741/1929, διατηρηθέντος εν ισχύι με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 2 § 3 του Δ/τος της 31/10/1856 και 2 του Δ/τος της 5.11.1914, συνάγεται ότι σύσταση ή μεταβίβαση χωριστής ιδιοκτησίας κατ` ορόφους ή διαμέρισμα, μπορεί να γίνει μόνο με ρητή σύμβαση του κυρίου ή των κυρίων του όλου ακινήτου, για την οποία δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποκείμενη σε μεταγραφή, ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως. Με την σύμβαση αυτήν ο προς ον η μεταβίβαση αποκτά αυτοδικαίως εκ του νόμου ιδιαίτερα αυτοτελές δικαίωμα επί του ορόφου και συγκυριότητα επί των κοινών μερών της όλης οικοδομής, μεταξύ των οποίων και το έδαφος επί του οποίου αυτή έχει οικοδομηθεί, κατά το ιδανικό μερίδιο που του έχει μεταβιβασθεί, εάν δε τούτο δεν έχει καθορισθεί από τα μέρη ή με την διάταξη τελευταίας βουλήσεως, προσδιορίζεται από το δικαστήριο κατά την αναλογία της αξίας του ορόφου ή του διαμερίσματος στο οποίο αντιστοιχεί. Η τέτοια χωριστή ιδιοκτησία δημιουργείται αυτομάτως και όταν ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας εκποιεί ορόφους ή διαμερίσματα, αφού συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος, χωρίς να απαιτείται κατάρτιση ιδιαίτερης συμβάσεως γι` αυτήν και μεταγραφής, ούτε και διπλή μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται περί δυο διαφορετικών συμβάσεων περιεχομένων στο ίδιο έγγραφο ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της κάθε μιας δουλείας. Εξ άλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 953 και 954 ΑΚ, συνάγεται ότι χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος συνιστάται μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή είτε με σύμβαση μεταξύ αυτών ή με σύμβαση μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος, είτε και με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, όχι όμως και με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, με την οποία μπορεί απλώς να αποσβεσθεί το επί αυτοτελούς διαμερίσματος ή ορόφου συσταθέν ως άνω δικαίωμα κυριότητος και να αποκτηθεί τούτο από άλλον. Τέλος, κατά με την § 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 3 § 1 του αν.ν. 625/1968 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 § 1 του ν. 651/1977: "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητος οικοπέδων επαγόμενη την δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστον εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστον πρόσωπον ή βάθος", κατά δε την § 3 του ιδίου άρθρου, "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενον απαγορευμένην κατά τας προηγουμένας παραγράφους μεταβίβασιν κυριότητας, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρος". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρος. Συνεπώς δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (Ολ. ΑΠ 606/1976). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο Π. Κ. , πατέρας των διαδίκων και απώτερος δικαιοπάροχος τους, απέκτησε την κυριότητα ενός οικοπέδου με την υπάρχουσα σ` αυτό παλαιά οικία, επιφάνειας 300 τμ περίπου, που βρίσκεται στην οδό ... αριθμ. .. , της πόλης των ..., με βάση το ... /1955 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Πατρών Φ. Κουτσοκώστα, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τους προηγούμενους, αληθείς κυρίους αυτού, πωλητές. Το 1964, αφού κατεδάφισε την οικία και εφοδιάσθηκε με οικοδομική άδεια, που εκδόθηκε από το Γραφείο Πολεοδομίας της Δ/νσης Τ.Υ.Ν. Αχαΐας, ανήγειρε στη νοτιοδυτική πλευρά του οικοπέδου, που προαναφέρθηκε, νέα διώροφη οικοδομή, ο κάθε όροφος της οποίας (ισόγειο και πρώτος όροφος) αποτελείται από δύο διαμερίσματα. Η οικοδομή αυτή, εφάπτεται σε όλο το μήκος της δυτικής της πλευράς με την οδό ... , στην οποία διαθέτουν είσοδο όλα τα διαμερίσματα αυτής και επί της οποίας φέρει τον αριθμό .. . Το 1966 ο πατέρας των διαδίκων, ανήγειρε, χωρίς οικοδομική άδεια, στο ανατολικό τμήμα του ίδιου οικοπέδου άλλη ισόγεια οικοδομή, αυτοτελή και μη εφαπτόμενη με την πρώτη η οποία επικοινωνεί με την οδό ... , επί της οποίας φέρει τον αριθμό .. , με ακάλυπτο τμήμα αυτού (οικοπέδου), μήκους 15 μ και πλάτους 3 μ, που βρίσκεται βόρεια και δυτικά της διώροφης οικοδομής, με το βόρειο τοίχο της οποίας και εφάπτεται. Με το ... /1967 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Γ. Αγγελόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο προαναφερόμενος πατέρας μεταβίβασε, λόγω προίκας, υπέρ της πρώτης των εναγουσών, θυγατέρας του και του συζύγου της, το Α1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της διώροφης οικοδομής, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό και αποτυπωνόταν σε σχεδιάγραμμα, που συνόδευε τούτο. Παράλληλα με το ίδιο συμβόλαιο ο προικοδότης, με μονομερή δήλωση (ΑΚ 1002) υπήγαγε τις δύο οικοδομές και το οικόπεδο στις διατάξεις του Ν. 3741/29 "περί της κατ` ορόφους οριζοντίου ιδιοκτησίας" και καθόρισε ότι το παραπάνω διαμέρισμα, που περιήλθε έτσι στην αποκλειστική κυριότητα των προικοληπτών, έχει ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του μείζονος οικοπέδου 20/100. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πατέρας των διαδίκων με το ... /1968 συμβόλαιο του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω προίκας στη δεύτερη εναγομένη θυγατέρα του και στο σύζυγο της το Α4 διαμέρισμα του ισογείου ορόφου της διώροφης οικοδομής και καθόρισε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας αυτού σε 25/100 επί του τμήματος του μείζονος οικοπέδου, το οποίο καταλαμβάνει η διώροφη οικοδομή, με την αυλή του, που βρίσκεται ανατολικά αυτής. Στο συμβολαιογραφικό αυτό έγγραφο, γίνεται ρητή αναφορά του πρώτου παραπάνω συμβολαίου, σύστασης της οροφοκτησίας "ότι ολόκληρον το οικόπεδον μετά των επ` αυτού δύο κτισμάτων θα διέπεται εφεξής υπό των διατάξεων του Ν. 3741/29 ...". Ακολούθως με το ... /6-2-1965 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, του μεταγράφηκε νόμιμα, ο πατέρας των διαδίκων μεταβίβασε λόγω προίκας στην πρώτη εναγομένη- αντενάγουσα και στο σύζυγο της, την ισόγεια οικοδομή, που όπως ήδη έχει αναφερθεί ανήγειρε, χωρίς οικοδομική άδεια, στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου "μετά του οικοπέδου της και μετά της προς δυσμάς εισόδου, μήκους 15 μ και πλάτους 3 μ.", χωρίς στο συμβόλαιο αυτό να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε σύσταση οροφοκτησίας και καθορισμός ποσοστού συγκυριότητας της προικώας, οικοδομής στο οικόπεδο. Με το .... /13-8-1969 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο παραπάνω προικοδότης, μεταβίβασε στη δεύτερη ενάγουσα και στο σύζυγο της, λόγω προίκας, το Α3 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της διώροφης οικοδομής και καθόρισε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας αυτού σε 25/100 επί του τμήματος του μείζονος οικοπέδου, το οποίο καταλαμβάνει η διώροφη οικοδομή "και επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων πραγμάτων, χώρων και εγκαταστάσεων της οικοδομής ταύτης ...". Σ` αυτό το συμβολαιογραφικό έγγραφο αναγράφεται ότι η διώροφη οικοδομή, με το οικόπεδο, που αυτή καταλαμβάνει υπήχθη, με το .... /68 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου που προαναφέρθηκε (με το οποίο όμως μεταβιβάσθηκε λόγω προίκας στη δεύτερη εναγομένη το Α4 διαμέρισμα της διώροφης οικοδομής) στις διατάξεις του Ν 3741/29 "των τεσσάρων διαμερισμάτων ταύτης αποτελούντων ούτω, κεχωριστών έκαστον και αυτοτελή ιδιοκτησία με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, όπερ καταλαμβάνει αύτη (η οικοδομή) 25/00 αδιαιρέτως ...". Τέλος με το ... /1976 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Χρ. Αργύρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ίδιος προικοδότης μεταβίβασε λόγω προίκας στην τρίτη ενάγουσα και το σύζυγο της, το Α2 διαμέρισμα του ισογείου ορόφου της διώροφης οικοδομής και καθόρισε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας αυτού σε 30/100 επί του μείζονος οικοπέδου. Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι με το τρίτο από τα προαναφερόμενα συμβόλαια, με το οποίο μεταβιβάσθηκε το προικώο ακίνητο, δηλαδή η αυτοτελής ισόγεια οικοδομή, στην εναγομένη - αντενάγουσα, ο προικοδότης περιγράφει με λεπτομέρεια τις διαστάσεις και τα όρια της λωρίδας του μείζονος οικοπέδου, η οποία με την ισόγεια οικοδομή μεταβιβάσθηκε σ` αυτήν. Ειδικότερα αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό ότι η είσοδος αυτή, που εκτείνεται δυτικά της ισόγειας οικίας και μέχρι να φθάσει στην οδό ... , συνορεύει βόρεια με δασύλειο, ανατολικά με την αυλή της ίδιας οικίας, δυτικά με την οδό ... και νότια με τη διώροφη οικοδομή. Στο ίδιο επίσης συμβόλαιο αναφέρεται ότι την είσοδο αυτή μπορούν να χρησιμοποιούν ο ίδιος και η θυγατέρα του Ε. (τρίτη των εναγουσών), εφόσον όμως ιδιοχρησιμοποιούν το ισόγειο διαμέρισμα της διώροφης οικοδομής, που βρίσκεται νότια αυτής της εισόδου. Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά η διατύπωση της βούλησης του προικοδότη, που περιέχεται στο πρώτο από τα παραπάνω συμβόλαια (... /1967) περί σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στις δύο οικοδομές, καταλείπει έμμεσα αμφιβολίες ως προς το αληθές νόημα αυτής δηλαδή κατά πόσον ο τελευταίος ήθελε να συστήσει οροφοκτησία σε όλο το οικόπεδο ή μόνο στο οικοδομημένο τμήμα αυτού, που αφορά στη διώροφη οικοδομή, ως προς το οποίο άλλωστε (νόημα) ερίζουν οι διάδικοι. Και τούτο ειδικότερα ενόψει του ότι 1) με το ίδιο συμβόλαιο μεταβιβάζεται διαμέρισμα της διώροφης, οικοδομής και καθορίζεται ποσοστό συγκυριότητας των προικοληπτών στο μείζον ακίνητο, 2) με το μεταγενέστερο του παραπάνω συμβολαίου (... /68) γίνεται μεταβίβαση της κυριότητας διαμερίσματος της διώροφης οικοδομής και καθορίζεται ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας των προικοληπτών στο οικόπεδο, που καταλαμβάνει η οικοδομή 3) στο μεταγενέστερο τούτου συμβόλαιο (... /69) μεταβιβάζεται η κυριότητα της ισόγειας οικοδομής και τμήματος του οικοπέδου, που δεν έχει οικοδομηθεί, αυτοτελώς, ως ακίνητο που έχει περιγραφική ατομικότητα και λειτουργική ανεξαρτησία; χωρίς να γίνεται αναφορά σε οροφοκτησία, αποκλείονται δε και από τη χρήση της εδαφικής λωρίδας του ακάλυπτου οικοπέδου που κατά κυριότητα μεταβιβάσθηκε με την οικοδομή, οι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων της διώροφης οικοδομής πλην του ίδιου και της θυγατέρας του, όπως προαναφέρθηκε, 4) με το μεταγενέστερο τούτου συμβόλαιο (... /69) μεταβιβάζεται διαμέρισμα της διώροφης οικοδομής και καθορίζεται ποσοστό συγκυριότητας των προικοληπτών στο οικόπεδο, που καταλαμβάνει η οικοδομή αυτή, γίνεται δε αναφορά ότι συστήθηκε οροφοκτησία στην ίδια οικοδομή και το οικόπεδο που αυτή καταλαμβάνει με το δεύτερο από τα προαναφερόμενα συμβόλαιο (.. /68), 5) στο τελευταίο δε προικοσυμβόλαιο (... /76) μεταβιβάζεται η κυριότητα διαμερίσματος της διώροφης οικοδομής και καθορίζεται ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας των προικοληπτών στο μείζον ακίνητο. Δεν θα πρέπει να παραληφθεί ακόμα και το γεγονός ότι η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 14 του Ν. 3741/29, που ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης των παραπάνω δικαιοπραξιών ήταν δυνατή μόνον επί του "αυτού οικοδομήματος" δηλαδή έθετε ως προϋπόθεση την ύπαρξη μιας κύριας οικοδομής ή μια ενιαία κύρια οικοδομή με τυχόν βοηθητικά άλλα κτίσματα π.χ. αποθήκη, πλυντήριο, γκαράζ και όχι επί αυτοτελών οικοδομημάτων για την οποία προβλέπει το Ν. Δ/γμα 1024/71 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου", που αναγνώρισε το θεσμό, της κάθετης οροφοκτησίας επί αυτοτελών οικοδομημάτων, που ανεγείρονται, σε ενιαίο οικόπεδο, που ανήκει, σε έναν ή πλείονες συνιδιοκτήτες. Στην παρούσα δε υπόθεση η ισόγεια οικοδομή, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ήταν αυτοτελής και ανεξάρτητη από τη διώροφη, δεν αποτελούσε βοηθητικό χώρο αυτής, ούτε ανήκε κατά δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης σε ιδιοκτήτη οριζοντίου ιδιοκτησίας της διώροφης οικοδομής, ώστε να πρόκειται για σύσταση οροφοκτησίας στο μείζον οικόπεδο. Για την άρση της παραπάνω αμφιβολίας είναι αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ώστε να ανευρεθεί η αληθής βούληση του προικοδότη, δικαιοπαρόχου των διαδίκων. Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά με την βοήθεια των παραπάνω αρχών των ερμηνευτικών κανόνων, το δικαστήριο κρίνει ότι ο τελευταίος προέβη στη κατάτμηση του επιδίκου οικοπέδου και διαμόρφωσε δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους τμήματα, έτσι ώστε καθένα τούτων με την υπάρχουσα σ` αυτό οικοδομή να αποτελέσει αυτοτελή και διακεκριμένη ιδιοκτησία, επιφάνειας η μεν πρώτη, που αφορά την ισόγεια οικοδομή και το συνεχόμενο δυτικά μέχρι την οδό ... ακάλυπτο τμήμα αυτής, 120 τ.μ., η δε δεύτερη, που αφορά, τη διώροφη οικοδομή, 180τ.μ. Περαιτέρω με τη δήλωση του στο πρώτο από τα παραπάνω συμβόλαια υπήγαγε στην οροφοκτησία μόνο τη διώροφη οικοδομή με το αντίστοιχο οικόπεδο αυτής, των 180 τ.μ., έτσι ώστε κάθε μια από τις τέσσερες θυγατέρες του να προικισθεί με ένα διαμέρισμα αυτής και η πέμπτη με την ισόγεια οικοδομή. Αυτός άλλωστε ήταν και ο ειδικός σκοπός της περιεχόμενης στον ίδιο τίτλο δήλωσης της βούλησης του. Σε διαφορετική περίπτωση θα αποκλειόταν η αντενάγουσα από οποιαδήποτε κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, αφού με τα προικώα συμβόλαια, με τα οποία μεταβιβάσθηκαν τα διαμερίσματα της διώροφης οικοδομής και καθορίσθηκαν τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας στο οικόπεδο, εξαντλήθηκαν (τα ποσοστά) μεταξύ των τεσσάρων αδελφών. Έτσι κάθε μία των εναγουσών κατέστη αποκλειστική κυρία του διαμερίσματος, που μεταβιβάσθηκε σ`αυτήν με τους προαναφερόμενους τίτλους και συγκυρία με το επίσης προαναφερόμενο ποσοστό εξ` αδιαιρέτου στο οικόπεδο και αυτή καταλαμβάνει και την αυλή του, επιφάνειας 180. τ.μ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη - αντενάγουσα, από το 1969 που περιήλθε σ`αυτήν ως προίκα το ισόγειο ακίνητο με την αυλή του και τη δυτικά τούτου εκτεινόμενη εδαφική λωρίδα, κατείχε και εξουσίαζε τούτο, με τη θέληση να είναι κυρία αυτού, κατοικούσε στην οικία με την οικογένεια της, τη συντηρούσε και την επισκεύαζε, χρησιμοποιούσε την αυλή της, τοποθέτησε σ` αυτήν γλάστρες με φυτά, διερχόταν από την παραπάνω εδαφική λωρίδα, που αποτελούσε τη μοναδική επικοινωνία της οικίας της με την οδό ... , τοποθέτησε δε μεταλλική πόρτα, στην άκρη αυτής της διόδου όπου εφάπτεται με την ίδια οδό, συνέχεια μέχρι και το χρόνο που ασκήθηκε η αγωγή. Συνεπώς απέκτησε την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου δηλαδή οικοπέδου, επιφάνειας 120 τμ, με την ισόγεια οικία που υπάρχει σ` αυτό, που συνορεύει ανατολικό με ακίνητο Β. Γ. , βόρεια με δασύλλιο, νότια κατά ένα μέρος επί πλευράς μήκους 4,80 μ. με ακίνητο Θ. Γ. και κατά το υπόλοιπο επί πλευράς μήκους 16 μ. με τη διώροφη οικοδομή και την αυλή της και δυτικά κατά ένα μέρος, επί πλευράς μήκους 3,5 μ. με την οδό ... , επί της οποίας φέρει τον αριθμό .. και κατά το υπόλοιπο, επί πλευράς 12 μ και με τη διώροφη οικοδομή και την αυλή της με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη - αντενάγουσα είχε ασκήσει κατά της τρίτης των ήδη εναγουσών - αδελφής της και του συζύγου της, την από 26-7-1993 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί νομέας της παραπάνω εδαφικής λωρίδας, που όπως έχει αναφερθεί αποτελεί την είσοδο από την οδό ..... προς την οικία της, λόγω διατάραξης στην άσκηση του δικαιώματος αυτού από τους τελευταίους για πρώτη φορά το 1992. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 8/95 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που δέχθηκε κατ1 ουσίαν την αγωγή, η οποία (απόφαση) έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της έφεσης που άσκησαν οι εναγόμενοι κατ` αυτής, με την 85/1997 απόφαση του δικαστηρίου τούτου και της αναίρεσης της τελευταίας με την 430/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και αν ακόμη με την κατάτμηση του μείζονος οικοπέδου δημιουργήθηκαν κατά παράβαση του ισχύοντος κατά το χρόνο της υλικής πράξης της κατάτμησης αυτού άρθρου 2 παρ, 1 του Ν Δ/τος 690/1948, σύμφωνα με το οποίο "απαγορεύεται η μεταβίβασις της κυριότητας οικοπέδων επαγόμενη τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο ή το βάθος", δύο μη άρτια οικόπεδα, δεν αποκλείεται η απόκτηση τμήματος οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία μη άρτιου οικοπέδου. Οι ενάγουσες με την έφεση προβάλλουν για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας της κυριότητας του ισογείου ακινήτου από τον προικοδότη προς την αντενάγουσα - εναγομένη, με βάση το ...... /69 προαναφερόμενο προικοσυμβόλαιο, ως αντικείμενης στις διατάξεις των παραπάνω άρθρων 2 και 3 του Ν. 690/1948. Ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτά μεν προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ως λαμβανόμενος υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά νόμο από το δικαστήριο, αφού αναφέρεται στη νομική αβασιμότητα της ανταγωγής, πλην όμως αλυσιτελώς, αφού με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε κατ` ουσίαν δεκτή η ανταγωγή ως προς την επικουρική βάση αυτής, τη θεμελιούμενη στην έκτακτη χρησικτησία και όχι στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας. Εξάλλου σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηρίζεται ο λόγος της εφέσεως, με τον οποίο αποδίδεται σφάλμα στην εκκαλουμένη απόφαση, επειδή δέχθηκε για να στηρίξει το διατακτικό της σε σχέση με την ανταγωγή ότι συστήθηκε στο επίδικο μείζον ακίνητο κάθετη οροφοκτησία, ενώ με οριστική διάταξη της προδικαστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είχε απορριφθεί το επικουρικό αυτό αίτημα της ανταγωγής περί συστάσεως κάθετης οροφοκτησίας, καθ` όσον με την εκκαλουμένη έγινε δεκτό ότι ο προικοδότης δικαιοπάροχος των διαδίκων, προέβη σε κατάτμηση του οικοπέδου, από την οποία προέκυψαν δύο αυτοτελείς και διακεκριμένες, ανεξάρτητες ιδιοκτησίες και όχι στη σύσταση κάθετης οροφοκτησίας, έννοια εντελώς διαφορετική, όπως ήδη έχει αναφερθεί. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με ελλιπείς και εσφαλμένες κατά ένα μέρος αιτιολογίες, που συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις διαλαμβανόμενες στην παρούσα απόφαση και δεδομένου ότι ήχθη σε ορθό διατακτικό (άρθρο 534 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί κατ` ουσίαν η έφεση με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή με την οποία οι ενάγουσες - αναιρεσείουσες ζητούσαν να αναγνωρισθούν ότι έχουν δικαίωμα αναγκαστικής συγκυριότητας κατά ποσοστά 20%, 25% και 30% εφ ολοκλήρου του ως άνω οικοπέδου και έγινε δεκτή η ανταγωγή με την οποία η αντενάγουσα αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της κυριότητάς της που απέκτησε με χρησικτησία επί τμήματος του επίδικου οικοπέδου ιτο τη μετά της επ` αυτού ισόγεια οικίας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δεν παρεβίασε ευθέως η εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αφού ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της ερμηνείας της συστατικής της οροφοκτησίας σύμβασης δέχθηκε κενό και ασάφεια (η δε κρίση αυτή είναι αναιρετικά ανέλεγκτη) και ακολούθως προέβη στην κατά τα ανωτέρω ερμηνεία της σύμβασης αυτής, δεχόμενο ότι η οροφοκτησία που συστήθηκε αφορούσε όχι το μείζον οικόπεδο των 300 τμ. Αλλά το τμήμα των 180 τμ. στο οποίο υπήρχε η διόροφη οικοδομή και έτσι δεν ήταν αναγκαία η σύμβαση του προικολήπτη συζύγου της πρώτης ενάγουσας-αναιρεσείουσας για τροποποίηση της συστατικής πράξης της οροφοκτησίας ώστε αυτή να περιοριστεί στο ως άνω τμήμα του ακινήτου των 180 τμ. και να κατατμήσει το μείζον ακίνητο σε δυο διακεκριμένα ακίνητα των 180 και 120 τμ. έκαστο, το δε τμήμα των 120 τμ. ως αυτοτελές και αυθύπαρκτο ακίνητο χωρίς να έχει υπαχθεί σε καθεστώς οριζόντιας ιδιοκτησίας αν και μη άρτιο χρησιδεσπόθηκε από την εναγομένη αναιρεσίβλητη αφού νεμήθηκε συνέχεια αυτό επί εικοσαετία. Επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παραγρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Ετσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ερμηνεία των άρθρων 173 Α.Κ. και 200 Α.Κ. 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1,5 και 13 του Ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους" του άρθρου 1033 Α.Κ και για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των εν λόγω άρθρων. Και τούτο διότι ανεζήτησε την αληθινή βούληση του προικοδότη πατρός των αναιρεσειουσών όχι στο υπ` αριθ. .. /23-10-1967 προικοσυμβόλαιο-σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας (που προσδιορίζει το νομικό καθεστώς του όλου οικοπέδου) αλλά στα μεταγενέστερα τούτου αναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα ή στοιχεία, τα οποία όμως είναι χωρίς οποιαδήποτε έννομη επιρροή, διότι μετά την μεταβίβαση εις την πρώτη από αυτές του υπό στοιχεία Α 1 διαμερίσματος με ποσοστό ιδιοκτησίας στο όλο εν γένει οικόπεδο, ο προικοδότης δεν μπορούσε να προβεί εις οιανδήποτε μεταβολή, χωρίς την σύμπραξη της πρώτης από αυτές, κατά τον γνωστό κανόνα ουδείς μετάγει πλέον του ούτινος έχει δικαιώματος". Μετά την σύνταξη και υπογραφή του ... /1967 προικοσυμβολαίου είναι αδιάφορη νομικά η βούληση του προικοδότη και ούτε θα μπορούσε να προβεί σε κατάτμησή του, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Ετέρωθεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των άνω διατάξεων 173 Α.Κ. και 200 Α.Κ. δεχόμενη ότι "... το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τελευταίος προέβη στην κατάτμηση του επιδίκου οικοπέδου και διαμόρφωσε δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους τμήματα, έτσι ώστε το καθένα τούτων με την υπάρχουσα σε αυτό οικοδομή να αποτελέσει αυτοτελή και διακεκριμένη ιδιοκτησία.." και παρακάτω "και αν ακόμη με την κατάτμηση του μείζονος οικοπέδου δημιουργήθηκαν κατά το χρόνο της υλικής πράξης της κατάτμησης άρθρου 2 παρ. 1 του Ν/Δ/τος 690/1948 ..." δεχόμενη έτσι ότι ο προικοδότης είχε βούληση και προέβη σε κατάτμηση του οικοπέδου, έστω και αν αυτό απαγορευόταν. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού οι αναιρεσείουσες δεν αναφέρουν, σαφώς και ορισμένως, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Εφετείο χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτόν πραγματικών γεγονότων. Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί, ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ. ή επιχειρήματα νομικά η πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η αιτίαση από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών που πρότειναν προς αντίκρουση των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης ότι η ισόγεια οικοδομή κτίσθηκε στον ακάλυπτο χώρο της διόροφης οικοδομής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά άρνηση της ανταγωγής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-10-2007 αίτηση των Ά. χας Ν. Γ. κλπ, για αναίρεση της 382/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

πηγή: NOMOS

Σχόλια