Χρησικτησία ακινήτων που ανήκουν στο δημόσιο. Προϋπόθεση της χρησικτησίας.Άρειος Πάγος 4/2013

 
Άρειος Πάγος 4/2013.Χρησικτησία ακινήτων που ανήκουν στο δημόσιο. Προϋπόθεση της χρησικτησίας.
Περίληψη

Επειδή κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, των νόμων 8 παρ.1 Κώδ (7.39), 9 παρ.1 Β (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4), 6 Πανδ (44.3), 76 παρ.1 Πανδ (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3), κατά τις οποίες σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ. ΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφ' όσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία από ιδιώτη και συνεπώς και σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές είναι η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων εφαρμόζονται αι εν των πολιτικώ νόμω διατάξεις".
Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" αφού έκτοτε ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων καθώς και τον χρόνον της χρησικτησίας, από δε τις 26.5.1926 που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή απαγορεύτηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς, δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία.
Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά 32.12.2002 κτίσμα, που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή".

ΑΠ  4/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. χήρας Χ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., 2) Δ. Κ. συζύγου Δ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., 3) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Ν. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 5) Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 10/10/2008 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 12/11/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 4/1/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξ άλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας, είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε νομίμως παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως, με τη μη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (23.11.2012) που έγινε με εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ οι αναιρεσίβλητοι. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (13.1.2012) καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. (βλ. τις υπ. αρ. 9354, 9351, 9350, 9353 και 9352 από 21.9.2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας ...). Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως από το πινάκιο προκύπτει, οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Μιχάλη Καραγιάννη, και η συζήτησή της αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήσεώς του, για την παρούσα δικάσιμο. Επομένως, εφ' όσον, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από το αναιρεσείον, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.
Επειδή κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, των νόμων 8 παρ.1 Κώδ (7.39), 9 παρ.1 Β (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4), 6 Πανδ (44.3), 76 παρ.1 Πανδ (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3), κατά τις οποίες σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ. ΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφ' όσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία από ιδιώτη και συνεπώς και σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές είναι η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων εφαρμόζονται αι εν των πολιτικώ νόμω διατάξεις". Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" αφού έκτοτε ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων καθώς και τον χρόνον της χρησικτησίας, από δε τις 26.5.1926 που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή απαγορεύτηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς, δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά 32.12.2002 κτίσμα, που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 ΑΚ ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003 πρέπει ο νομέας, μεταξύ άλλων, να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου. Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνο αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο, από βαριά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο "έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τ' ακόλουθα: Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1976 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βάρδας Γεωργίου Τζιμόπουλου που έχει νόμιμα μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο Μυρτουντίων στο τόμο 282 και αριθμό ... ο Χ. Κ., σύζυγος της πρώτης των αιτούντων και πατέρας των λοιπών, αγόρασε από τους Β. Α. το γένος Γ. Δ. και Ν. Δ. το επίδικο οικόπεδο 641 τ.μ. το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του Δημοτικού διαμερίσματος Αρετής του Δήμου Λεχαινών Ηλείας και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Π. Δ., Ν. Δ., ιδιοκτησία της πρώτης αιτούσας, Α. Κ. και Α. Μ.. Στους δε δικαιοπαρόχους του Χ. Κ. το επίδικο είχε περιέλθει από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1939 πατέρα τους Γ. Δ.. Ο Χ. Κ. το έτος 1997 απεβίωσε και κατέλιπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους αιτούντες, οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά στην οποία περιλαμβανόταν και το ανωτέρω ακίνητο, δυνάμει της .../18-4-2003 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Μαρίας θυγατέρας Ευθυμίου Πανουτσοπούλου, κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/16 εξ αδιαιρέτου καθένας των λοιπών αιτούντων. Το ακίνητο αυτό νεμήθηκαν αρχικά από το έτος 1939 με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι τις 23-2-1946 οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του Χ. Κ. και στη συνέχεια από της εγκαταστάσεώς του σ' αυτό το έτος 1976 δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου ο ίδιος μέχρι το θάνατό του το έτος 1997 και στη συνέχεια οι αιτούντες μέχρι και σήμερα. Ειδικότερα τόσον οι αιτούντες, όσο και ο άμεσος και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους από τους ανωτέρω χρόνους ασκούσαν όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, ήτοι το επέβλεπαν το καθάριζαν, το εκμίσθωναν σε τρίτους, πλήρωναν τα πάγια και τις εισφορές τους προς το ΤΟΕΒ Μυρτουντίων ενεργώντας τα ανωτέρω με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και χωρίς τα δικαιώματά τους να αμφισβητηθούν από κανέναν. Μάλιστα οι αιτούντες εντός του επιδίκου ανήγειραν ισόγεια αποθήκη εμβαδού 28,80 τ.μ. από τσιμεντόλιθους και ελενίτ δυνάμει της 175/1986 άδειας της Πολεοδομίας Αμαλιάδας, δήλωσαν δε την ως άνω κληρονομιά τους δυνάμει της υπ' αριθμ. 18/2001 δηλώσεως φόρου κληρονομιάς στην αρμόδια ΔΟΥ Λεχαινών. Περαιτέρω, από τα τοπογραφικά αποσπάσματα και σχεδιαγράμματα του σχεδίου πόλεως Λεχαινών όσο, και τα αποσπάσματα προσωρινού κτηματολογικού διαγράμματος της Β' ανάρτησης αποδεικνύεται, ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός του οικισμού της Μυρσίνης ο οποίος υπάρχει πριν το έτος 1923 με την ονομασία Ρετούνη, ενώ δίπλα στο επίδικο βρίσκεται και η κύρια κατοικία στην οποία κατοικούν για χρονικό διάστημα άνω των εξήντα ετών οι εκκαλούντες. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω ο ισχυρισμός των εκκαλούντων που προβάλλεται παραδεκτά το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη με το δικόγραφο της έφεσης (765 ΚΠολΔ), ότι έναντι του εφεσίβλητου - κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου έχουν καταστεί κύριοι του επιδίκου εφόσον πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του προπαρατεθέντος άρθρου 4 του ν. 3127/2003 (έναρξη ισχύος 19/3/2003), είναι βάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου, ότι το γεγονός ότι οι δικαιοπάροχοι του Χ. Κ. φέρονται στο ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο να απέκτησαν το ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία αποκλείει την ύπαρξη καλής πίστης, τόσο στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου τους, όσο και στους ίδιους τους αιτούντες κατά τους χρόνους κτήσης της νομής του επιδίκου είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος και ουδόλως αναιρεί τα ανωτέρω αφού η χρησικτησία αποτελεί νόμιμο τρόπο κτήσεως κυριότητας. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών προκύπτει η εσφαλμένη αναγραφή του ανωτέρω ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Λεχαινών με αριθμό 150300113025 ως αγνώστου ιδιοκτήτη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με την καλή πίστη των αιτούντων και των δικαιοπαρόχων τους κατά την κτήση της νομής του επίδικου ακινήτου και την κτήση κυριότητας από τους δικαιοπαρόχους του Χ. Κ. με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς οιαδήποτε αναφορά, περί της διενέργειας από τους τελευταίους διακατοχικών πράξεων στο επίδικο ακίνητο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί σειρά τριάντα ετών μέχρι το 1915 (καθόσον έκτοτε δεν χωρεί χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου), παραδοχή η οποία θα δικαιολογούσε την κατά την κτήση της νομής του επιδίκου καλή τους πίστη και θα επέφερε, σε συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων, την από τους αιτούντες κτήση της κυριότητας του επιδίκου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, αφού τις εφήρμοσε παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Ακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/20122, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (αρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη όμως στο όριο που θέτει το άρθρο 22 παρ.1 του ν.3693/1957, όπως αυτό ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 155/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια