Κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης – Απορρίπτει – Ένορκη βεβαίωση που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης. Λαμβάνονται υπόψη εφόσον δεν δόθηκαν επίτηδες - Αν ορισθεί ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί με το άρθρο 341 Κ.Πολ.Δ., ένορκες βεβαιώσεις δεν λαμβάνονται υπόψη.Άρειος Πάγος 762/2013

 
Άρειος Πάγος 762/2013.Κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης – Απορρίπτει – Ένορκη
βεβαίωση που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης. Λαμβάνονται υπόψη εφόσον δεν δόθηκαν επίτηδες - Αν ορισθεί ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί με το άρθρο 341 Κ.Πολ.Δ., ένορκες βεβαιώσεις δεν λαμβάνονται υπόψη.

ΑΠ  762/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Π. συζ. Α., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πέτσα.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστου Κακαρούνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7739/1998 μη οριστική, 3757/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2378/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/12/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 10/5/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με το με αριθμό .../16-1-1959 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αποστόλου Θ. Ζέρβα, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τόμο ... και αριθμό 390), αγόρασε από τους Β. Κ. Λ., Γ. Κ. Φ. και Σ. Γ. Μ. ένα αγροτεμάχιο, επιφάνειας 471.50 τεκτονικών πήχεων, που βρίσκεται στην ειδικότερη θέση "..." ή "..." ή "...", της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας Νέων Λιοσίων - Αττικής, τέως Δήμου Αθηναίων και εκτός του σχεδίου της εν λόγω κοινότητας. Αυτό φαίνεται στο από 8-2-1955 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Ν., με αριθμό 1, του 2ου Οικοδομικού Τετραγώνου, συνορεύει Βορειοανατολικά σε πλευρά μήκους 12.00 μέτρα με το με αριθμό 3 αγροτεμάχιο του ιδίου τετραγώνου, Νοτιοανατολικά σε πρόσωπο 24,25 μέτρα με ιδιωτική οδό, Νοτιοδυτικά σε πρόσωπο 12,50 μέτρα με ιδιωτική οδό και Βορειοδυτικά σε πλευρά 20,70 μέτρα με το με αριθμό 2 αγροτεμάχιο του αυτού τετραγώνου και σχεδιαγράμματος. Μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως το ακίνητο αυτό (επίδικο) βρίσκεται στην ειδικότερη θέση "Ραδιοφωνία" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ιλίου Αττικής, στο με αριθμό 907 Οικοδομικό τετράγωνο και στη συμβολή των οδών ..., αρ. 104 και ..., αρ. 20. Αυτό φαίνεται στο από Νοέμβριο του 1994 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικής μηχανικού Α. Τ., με τα κεφαλαία γράμματα "Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α", έχει επιφάνεια 277.75 τ.μ. και συνορεύει Βορειοανατολικά σε πλευρά Β-Γ, μήκους 13.00 μέτρα, με ιδιοκτησία εναγομένου, Νοτιοανατολικά σε πρόσωπο "Α-Β", μήκους 17,50 μέτρα, με τον οδό ..., Νοτιοδυτικά, εν μέρει, σε πρόσωπο "Ε-Α", μήκους 17.50 μέτρα, με την πιο πάνω οδό και εν μέρει σε πρόσωπο "Δ-Ε", μήκους 09.00 μέτρα, με την οδό ..., πλάτους 18.00 μέτρα και Βορειοδυτικά σε πλευρά "Δ-Γ", μήκους 20.50 μέτρα, με ιδιοκτησία Σ. συζ. Χ. Κ., το γένος Κ., δηλαδή την αδελφή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και σύζυγο του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου. Επίσης, με το με αριθμό .../21-3-1966 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Κων/νου Π. Κόντου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέων Λιοσίων (τόμο ... και αριθμό 130), ο αναιρεσίβλητος-εναγόμενος αγόρασε από τον Γ. Ν. Δ. το όμορο αγροτεμάχιο, επιφάνειας 224 τ.μ. Αυτό φαίνεται στο πιο πάνω από 8-2-1955 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Ν. με αριθμό 3 του Β' Οικοδομικού Τετραγώνου και συνορεύει Βορειοανατολικά σε πλευρά 22,50 μέτρα, με το με αριθμό 4 αγροτεμάχιο, του ιδίου τετραγώνου, ιδιοκτησίας αγνώστου, Νοτιοανατολικά σε πρόσωπο 10.00 μέτρα με ιδιωτική οδό, που αποτελεί επέκταση της οδού ..., Νοτιοδυτικά σε πλευρά 22,50 μέτρα, εν μέρει με το με αριθμό 1 αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας-ενάγουσας και εν μέρει με το με αριθμό 2 αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας της συζύγου του Σ. συζ. Χ. Κ. και Βορειοδυτικά σε πλευρά 10.00 μέτρα, με ιδιοκτησία Δ. Γ. και ήδη Π.. Εξάλλου, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι κατά τα μέσα Ιουνίου 1966 επισκέφθηκε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο στην οικία του ο Δ. Τ., που ήταν θείος της αναιρεσείουσας και της συζύγου του αναιρεσιβλήτου και του πρότεινε να αγοράσει το ακίνητο της αναιρεσείουσας (επίδικο), αντί του ποσού των 35.000 δραχμών. Αν και το τίμημα ήταν κάπως υψηλό ο αναιρεσίβλητος δέχθηκε να το αγοράσει και κατέβαλε το συμφωνημένο τίμημα. Για την πώληση αυτή δεν καταρτίσθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά το από 20-6-1966 ιδιωτικό συμφωνητικό. Αυτό καταρτίσθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων και με την παρουσία των μαρτύρων Δ. Τ. και Ι. Κ., οι οποίοι και το υπέγραψαν. Για την ύπαρξη του συμφωνητικού αυτού καταθέτουν ένορκα οι μάρτυρες του αναιρεσιβλήτου. Με την πάροδο τριών μηνών περίπου από την άτυπη μεταβίβαση (20-6-1966) και μάλιστα κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 1966 ο εναγόμενος προέβη στην καθαρισμό του επιδίκου ακινήτου από χόρτα, πέτρες και έκοψε μια άγρια αχλαδιά, αλλά και στην ισοπέδωση αυτού, προκειμένου να το χρησιμοποιεί ως βοηθητικό χώρο της ξυλουργικής βιοτεχνίας, που διατηρούσε στο όμορο ακίνητο. Η βιοτεχνία αυτή (ξυλουργείο) λειτουργούσε από 10-1-1966, στην οδό ..., αρ. 130 και ήδη μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως με αριθμό 106. Έτσι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι το ξυλουργείο του αναιρεσιβλήτου λειτουργούσε από το έτος 1980 και μεταγενέστερα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Άλλωστε και στην με αριθμό πρωτ. .../14.9382/6-6-94 άδεια λειτουργίας ξυλουργείου (ανανέωση) της Νομαρχίας Δυτικής Αττικής (Δ/νση Βιομηχανίας), που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, αναφέρεται ότι ήδη είχε εκδοθεί η με αριθμό 6628/8-7-1970 απόφαση της πιο πάνω υπηρεσίας για τη λειτουργία του ξυλουργείου του αναιρεσιβλήτου. Επίσης ο τελευταίος κατά το μήνα Δεκέμβριο του 1969 κατασκεύασε μέσα στο επίδικο ακίνητο μία ξύλινη αποθήκη-γκαράζ στη συνέχεια της όμορης ιδιοκτησίας του επιφάνειας 30 τ.μ. περίπου, στην οποία τοποθετούσε το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του και την ευπαθή ξυλεία, που χρησιμοποιούσε στο ξυλουργείο του, ενώ την υπόλοιπη ξυλεία στον ακάλυπτο χώρο του επιδίκου. Την ξύλινη αποθήκη ο εναγόμενος αντικατέστησε τον Ιούνιο του 1971, με σιδερένια κατασκευή, η οποία αποτελούνταν από χαλύβδινο σκελετό που ήταν επενδεδυμένος με ανοξείδωτες λαμαρίνες με σιδερένια πόρτα. Για την αυθαίρετη αυτή κατασκευή επιβλήθηκε στον εναγόμενο από την αρμόδια Δ/νση Πολεοδομίας πρόστιμο 23.908 δρχ. Όμως αυτό ανακλήθηκε με την με αριθμό πρωτ. 6239/1569/10-5-2000 απόφαση της Νομαρχίας Αθηνών, τομέα Δυτικής Αττικής (Δ/νση Πολεοδομίας), διότι έγινε δεκτό, μετά την από 25-2-1997 έκθεση αυτοψίας, ότι η αυθαίρετη μεταλλική κατασκευή είχε γίνει πριν από την 31-1-1983. Η κατασκευή αυτή απεικονίζεται και στο από Μάιο του 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Τ.. Για την κατάρτιση του τοπογραφικού αυτού διαγράμματος η αναιρεσείουσα υπέβαλε σε βάρος του πολιτικού μηχανικού και του αναιρεσιβλήτου μήνυση, για τα αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση, της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή και της απάτης στο δικαστήριο, πλην όμως αυτοί απηλλάγησαν με την με αριθμό 36.221/6-5-2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, χωρίς να προκύπτει αν η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη. Κατά το μήνα Οκτώβριο του 1974 ο αναιρεσίβλητος επιχείρησε να περιφράξει το επίδικο ακίνητο, με την κατασκευή μανδροτοίχου με τσιμεντόλιθους, πλην όμως καταμηνύθηκε από το Α/Τ Νέων Λιοσίων για αυθαίρετη κατασκευή και δεν προέβη στην περίφραξη. Επίσης αυτός τον Μάιο του 1976 κατασκεύασε μέσα στο επίδικο ακίνητο και στην βορειοανατολική πλευρά αυτού, έναν απορροφητικό βόθρο, τον οποίο συνέδεσε με την οικία της συζύγου του, διότι ο στεγανός βόθρος που υπήρχε στη δική του ιδιοκτησία δεν εξυπηρετούσε τις ανάγκες της οικογένειάς του, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1978 κατασκεύασε στη βορινή πλευρά του επίδικου ακινήτου καμινάδα, για την εξυπηρέτηση του ισογείου καταστήματος της συζύγου του. Τον απορροφητικό βόθρο στο επίδικο έπαυσε να χρησιμοποιεί κατά το έτος 1983, οπότε η οικία της οικογένειάς του συνδέθηκε με το δίκτυο αποχέτευσης του Δήμου. Αυτός συνέχιζε να χρησιμοποιεί το επίδικο ακίνητο για την αποθήκευση ξυλείας (ακάλυπτο χώρο), αλλά και την σιδερένια κατασκευή για να βάζει το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο και την ευπαθή ξυλεία. Κατά το μήνα Οκτώβριο του 1994 αποφάσισε να επεκτείνει την βιοτεχνία του και μέσα στο επίδικο ακίνητο. Για το λόγο αυτό ζήτησε από την πολιτικό μηχανικό Α. Τ., στην οποία παρέδωσε το συμβόλαιο της αναιρεσείουσας (με αριθμό .../1959), το από 8-2-1955 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Ν. και το από 20-6-1966 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης, για να φροντίσει για την έκδοση οικοδομικής αδείας. Όμως η τελευταία του δήλωσε ότι για την έκδοση της άδειας απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο και δεν αρκεί το ιδιωτικό συμφωνητικό. Μετά από αυτά ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε τα πιο πάνω έγγραφα στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Αλεξάνδρα Μοναστηριώτου και κάλεσε την αναιρεσείουσα να μεταβεί στην εν λόγω Συμβολαιογράφο, για να υπογράψει τις δηλώσεις μεταβίβασης και στη συνέχεια το συμβόλαιο. Όμως η αναιρεσείουσα, αν και πήγε στο γραφείο της Συμβολαιογράφου δεν υπέγραψε τις δηλώσεις μεταβίβασης, ούτε και έγινε συμβόλαιο μεταβίβασης. Τότε χάθηκε από το γραφείο της Συμβολαιογράφου και το ιδιωτικό συμφωνητικό. Παρά την άρνηση της αναιρεσείουσας για την κατάρτιση του συμβολαίου ο αναιρεσίβλητος εξακολουθούσε να ασκεί στο επίδικο ακίνητο τις πιο πάνω πράξεις νομής μέχρι την άσκηση της αγωγής (8-1-1997). Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής από την άτυπη μεταβίβαση (20-6-1966) μέχρι την προαναφερόμενη άσκηση της αγωγής και κυρίως ότι είχε παραχωρήσει τη χρήση του επιδίκου ακίνητου στον αναιρεσίβλητο, κατά το έτος 1993. Βέβαια η αναιρεσείουσα με την από 23-1-1997 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία, την οποία κοινοποίησε στον αναιρεσίβλητο στις 27-1-1997, ισχυριζόταν ότι είναι κυρία του επιδίκου ακινήτου και ότι μέσα σε πέντε ημέρες έπρεπε να αφαιρέσει την σιδερένια κατασκευή. Στην εξώδικη αυτή διαμαρτυρία απάντησε ο αναιρεσίβλητος με το από 3-2-1997 εξώδικο, που κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα, ισχυρίζονταν ότι είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου με άτυπη μεταβίβαση. Μετά από αυτά η αναιρεσείουσα, με την από 13-5-1997 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ζητούσε να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας του επιδίκου ακίνητου και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να απομακρύνει την σιδερένια κατασκευή, με την απειλή ποινών. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε, ως αβάσιμη στην ουσία, με την με αριθμό 89/1997 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου, διότι έγινε δεκτό ότι η κατασκευή ήταν πρόσφατη και ότι η αναιρεσειουσα και τότε αιτούσα δεν ήταν νομέας του επιδίκου ακινήτου. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την με αριθμό 9364/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Για τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά καταθέτουν ρητά οι μάρτυρες του αναιρεσιβλήτου και οι καταθέσεις τους ενισχύονται από τα προαναφερόμενα έγγραφα, τις προσκομιζόμενες από αυτόν ένορκες βεβαιώσεις, αλλά και τις από Νοέμβριο του 2001, 31-10-2001 και Οκτώβριο του 1997 εκθέσεις φωτοερμηνείας των αγρονόμων-τοπογράφων-μηχανικών Κ. Β., Α. Α. και Π. Α., αντίστοιχα. Οι καταθέσεις αυτές δεν μπορούν να ανατραπούν από τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας, τις προσκομιζόμενες από αυτήν ένορκες βεβαιώσεις και τις από Φεβρουάριο του 1998 και 25-1-1998 εκθέσεις φωτοερμηνείας των αγρονόμων - τοπογράφων - μηχανικών Π. Κ. και Ν. Ζ., οι οποίες δεν παρέχουν επαρκή πίστη για το σχηματισμό διαφορετικής κρίσης. Από τα περιστατικά αυτά αποδεικνύεται, ότι ο αναιρεσίβλητος νεμόταν και κατείχε το επίδικο ακίνητο από την άτυπη μεταβίβαση (20-6-1966) μέχρι την κοινοποίηση του εξωδίκου αρχικά (27-1-1997) και την άσκηση της αγωγής στη συνέχεια (8-1-1998), διάνοια κυρίου, με αποτέλεσμα να γίνει κύριος αυτού, με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως η ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου έπρεπε να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία και να απορριφθεί η αγωγή, ως αβάσιμη στην ουσία, ως προς την κύρια βάση της (παράγωγο τρόπο) και την επικουρική (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), αφού η αναιρεσείουσα από 20-6-1966 μέχρι την άσκηση της αγωγής (8-1-1998), δεν άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο ακίνητο".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος νεμόταν και κατείχε το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου συνεχώς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ήτοι από την άτυπη μεταβίβαση (20-6-1966) μέχρι την κοινοποίηση αρχικά του εξωδίκου στις 27-1-1997 και την άσκηση στη συνέχεια της ένδικης αγωγής στις 8-1-1998, με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος να γίνει κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και κατόπιν τούτου, αφού δέχτηκε την ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που έχει κρίνει αντίθετα, απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης από τον αναιρεσίβλητο της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και ότι δεν αποδείχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής από την άτυπη μεταβίβαση στις 20-6-1966 μέχρι την προαναφερόμενη άσκηση της αγωγής στις 8-1-1998 και ότι αυτή είχε παραχωρήσει απλώς τη χρήση του επιδίκου στον αναιρεσίβλητο κατά το έτος 1993. Επομένως, ο πέμπτος, καθ' όλα τα μέρη του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, περιέχοντας αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ. 2, 270 παρ.1 και 2, 341 παρ. 1, 2 και 3, και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μετά το ν. 2207/1994 και πριν το ν. 2915/2001, προκύπτει ότι επί υποθέσεως δικαζόμενης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, αν ο Πρόεδρος με πράξη του, που καταχωρίζεται στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής, ορίσει, ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, τότε ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ληφθείσες για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη, ως μη παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, ούτε στον πρώτο βαθμό ούτε στο δεύτερο, ουδέ καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η ένορκη βεβαίωση όμως που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης δεν αποτελεί μεν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί, κατά τα ανωτέρω, προδικαστική απόφαση, αλλά δεν στερείται παντελώς αποδεικτικής αξίας, διότι εκτιμάται, εφόσον συγχωρείται η εμμάρτυρη απόδειξη, ως έγγραφο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν δόθηκε, κατά την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη, οπότε δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. O λόγος αυτός αναίρεσης από την ως άνω διάταξη του αριθμού 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 2058/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, κατ' αρχήν, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, και δη έλαβε υπόψη την .../23-10-1997 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Κατσά, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, καίτοι ελήφθη χωρίς προηγούμενη κλήτευσή της, ώστε να παραστεί κατά τη λήψη της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου είχε επικαλεστεί την προηγούμενη κλήτευση της αναιρεσείουσας για να παραστεί κατά τη λήψη της και νομίμως ελήφθη υπόψη η ένορκη αυτή βεβαίωση, ως έγγραφο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού είχε δοθεί στα πλαίσια άλλης δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, και τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 περ. γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος νεμόταν και κατείχε το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου συνεχώς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος να γίνει κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι κατέστη κυρία του επιδίκου τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία), ήτοι 1) τις με αριθμό .../2-2-1998 και .../2-2-1998 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της Π. Π. και Π. Α. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, 2) το ΦΕΚ 542 Δ/20-10-1978 με το επισυναπτόμενο απόσπασμα ρυμοτομικού διαγράμματος, που αφορά στο από 7-10-1978 προεδρικό διάταγμα επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου Νέων Λιοσίων (νυν Ιλίου) και των όρων και περιορισμένων δόμησης των οικοπέδων, 3) το ΦΕΚ 668 Δ/13-8-1986 1978 με το επισυναπτόμενο απόσπασμα ρυμοτομικού διαγράμματος, που αφορά κύρωση δεκαεπτά πινακίδων εφαρμογής του ιδίου ως άνω ρυμοτομικού σχεδίου, 4) το ΦΕΚ 668 Δ/13-8-1986 1978 με το επισυναπτόμενο απόσπασμα ρυμοτομικού διαγράμματος, που αφορά στην από 2-6-1993 απόφαση του Νομάρχη Δυτικής Αττικής για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου στο Οικοδομικό Τετράγωνο 2006 (907), όπου ευρίσκεται το επίδικο, 5) την 17056/23-9-1997 παροχή στοιχείων-βεβαίωση του Δήμου Ιλίου Αττικής, 6) την από 13-11-1998 βεβαίωση της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού με το επισυναπτόμενο απόσπασμα τοπογραφικού διαγράμματος από αεροφωτογραφία έτους λήψεως 1969, που αναθεωρήθηκε με αεροφωτογραφία έτους λήψεως 1979, 7) τα με αριθμό 3704318/19-9-1996, 3704597/1-10-1996, 3702570/4-11-1996 και 3705625/4-12-1996 διπλότυπα είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Ιλίου. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, όσον αφορά μεν το με στοιχείο (1) τμήμα του της μη λήψης υπόψη των ως άνω δύο ένορκων βεβαιώσεων (πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του), διότι επί υποθέσεως δικαζόμενης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, αν ο Πρόεδρος με πράξη του, που καταχωρίζεται στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής, ορίσει, ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, όπως εν προκειμένω, τότε ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ληφθείσες για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη, ως μη παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, ως προς δε τα λοιπά τμήματα αυτών, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 30/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 259/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων στα αναφερόμενα ως άνω στην προηγούμενη σκέψη δημόσια έγγραφα, που είχαν συνταχθεί από τους αρμόδιους δημόσιους υπαλλήλους και που είχε προσκομίσει προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι ουδεμία ξύλινη ή μεταλλική κατασκευή ή κτίσμα απεικονιζόταν εντός του επιδίκου κατά τα έτη 1969, 1978, 1979, 1986 και 1993 και περί τακτικής και εκτάκτου χρησικτησίας της επί του επιδίκου. Οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι τα έγγραφα αυτά δεν αποτελούν ως προς τα ανωτέρω ζητήματα πλήρη απόδειξη, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, αφού τα ζητήματα αυτά δεν είναι από τα ανωτέρω αναφερόμενα περιστατικά ως προς τα οποία τα έγγραφα αυτά παρέχουν πλήρη απόδειξη, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το αποδεικτικό τούτο θέμα, εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της, ότι δεν καταρτίστηκε το επικαλούμενο από τον αναιρεσίβλητο ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν διενήργησε βάσει αυτού πράξεις νομής στο επίδικο και ότι, συνεπώς, το συμφωνητικό αυτό δεν "χάθηκε" κατά οποιοδήποτε τρόπο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά αποτελούν άρνηση της ένστασης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί ιδίας κυριότητας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2007 αίτηση της αναιρεσείουσας Χ. συζ. Α. Π. για αναίρεση της 2378/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια