§1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
I. Η ελευθερία του διατιθέναι και η προστασία της οικογένειας
Βασική αρχή του κληρονομικού δικαίου αποτελεί η ελευθερία του διατιθέναι, η
οποία καθιερώνεται νομοθετικά στη διάταξη του άρθρου 1712 ΑΚ. Σύμφωνα με τη
διάταξη αυτή ο κληρονομούμενος μπορεί να εγκαταστήσει κληρονόμο με μονομερή
διάταξη αιτία θανάτου (διαθήκη1
), δηλαδή να καθορίσει με μονομερή διάταξη
τελευταίας βούλησης την τύχη της περιουσίας του για το χρόνο μετά το θάνατό του.
Η ελευθερία διάθεσης αποτελεί ατομικό δικαίωμα2
και συνάμα έκφραση της
ατομικής ελευθερίας για διάθεση, η οποία βρίσκει έρεισμα στα άρθρα 17 §1 και 5§1
του Συντάγματος. Ειδικότερα, τα περιουσιακά στοιχεία του κληρονομουμένου, τα
οποία καταλείπονται με τη διαθήκη στους κληρονόμους εμπίπτουν στη συνταγματική
έννοια της ιδιοκτησίας και το δικαίωμα στη διάθεσή τους προστατεύεται από το
άρθρο 17§1 του Συντάγματος, ως αναγκαίο συμπλήρωμα των εξουσιών του φορέα
του δικαιώματος.
Όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία του κληρονομουμένου που δεν εμπίπτουν
στην συνταγματική έννοια της ιδιοκτησίας, το δικαίωμα στη διάθεσή τους
προστατεύεται από το άρθρο 5§1 ως εκδήλωση της ελεύθερης ανάπτυξης της
προσωπικότητας του διαθέτη και ειδικότερα της οικονομικής του ελευθερίας.3
Ωστόσο, το δικαίωμα ελεύθερης διάθεσης του κληρονομουμένου περιορίζεται
από το δίκαιο της νόμιμης μοίρας4
, το οποίο στηρίζεται στην συνταγματικά
κατοχυρωμένη αρχή της προστασίας της οικογένειας (άρθρο 21§1 Συντ), η οποία
αποτελεί ομοίως θεμελιώδη αρχή του κληρονομικού δικαίου.
Από τις παραπάνω αρχές προβάδισμα ο νομοθέτης δίνει στην αρχή της
προστασία της οικογένειας με διατάξεις οι οποίες καθιερώνουν ένα σύστημα
προστασίας των κληρονομικών δικαιωμάτων των προσώπων που δικαιούνται νόμιμη
μοίρα. Με άλλα λόγια, το δικαίωμα του διαθέτη για ελεύθερη επιλογή των διαδόχων
1 Διαθήκη είναι η μονομερής αιτία θανάτου δικαιοπραξία που περιέχει τη δήλωση βούλησης με την
οποία ο κληρονομούμενος-διαθέτης ρυθμίζει, κατά κύριο λόγο, την τύχη της κληρονομικής του
διαδοχής. Ουσιαστικά, η διαθήκη αποτελεί το μέσο άσκησης του δικαιώματος του κληρονομουμένου
να «διαθέσει» ελεύθερα την περιουσία του για τον μετά το θάνατό του χρόνο.
2 Παπαντωνίου Ν., Κληρονομικό Δίκαιο5
(1989) §35 ΙΙΙ σ. 213.
3 Ψούνη Ν., Κληρονομικό Δίκαιο3 (2012) Τόμος Ι, §1 ΙΙ σ.3.
4 Παπαντωνίου, ΚληρΔ, §35 ΙΙ σ. 212.
[5]
του περιορίζεται υπέρ των μεριδούχων του (κατιόντων, γονέων και συζύγου του),
έτσι ώστε να υποχωρεί τελικά η ελευθερία του διατιθέναι υπέρ της αρχής της
προστασίας της οικογένειας του κληρονομουμένου5
.
Η αναγκαστική διαδοχή ή διαδοχή από νόμιμη μοίρα είναι διαδοχή από το
νόμο, ρυθμίζεται από τα άρθρα 1825 επ. του ΑΚ, που εισάγουν αναγκαστικό δίκαιο
και έχει προτεραιότητα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, έναντι της από διαθήκης
διαδοχής, με αποτέλεσμα ο κληρονομούμενος να μην μπορεί να αποκλείσει από την
κληρονομική του διαδοχή τους νόμιμους μεριδούχους του, εκτός εάν έχει λόγους
αποκλήρωσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στα άρθρα 1840-1842 του ΑΚ
και κατ’ επιταγή του άρθρου 1839 του ΑΚ μνημονεύονται ρητά στη διαθήκη που
συντάσσει ο κληρονομούμενος.
II. Διάγραμμα μελέτης
Αντικείμενο της παρούσας μελέτης, αποτελεί ο θεσμός της μέμψης άστοργης
δωρεάς, ο οποίος ρυθμίζεται στο κεφάλαιο Ε’ του πέμπτου βιβλίου του Αστικού
Κώδικα και συγκεκριμένα στα άρθρα 1835 επ. ΑΚ και εντάσσεται στην ύλη του
του κληρονομικού δικαίου.
Στο πρώτο κεφάλαιο κρίνεται σκόπιμο, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για την
κατανόηση των ρυθμίσεων του εν λόγω θεσμού, η ανάλυση της έννοιας της νόμιμης
μοίρας, η παράθεση του τρόπου υπολογισμού, των τρόπων με τους οποίους αυτή
μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονομούμενο, καθώς και η διαφορετική
προστασία που προβλέπει ο νόμος υπέρ του νόμιμου μεριδούχου ανάλογα με τον
τρόπο προσβολής της νόμιμης μοίρας.
Στο δεύτερο κεφάλαιο, εξετάζεται ο θεσμός της μέμψης άστοργης δωρεάς ως
προς τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος, προκειμένου να μπορέσει ο μεριδούχος να
ενεργοποιήσει την προστασία που έχει ταχθεί από το νόμο υπέρ αυτού, η αγωγή
μέμψεως της άστοργης δωρεάς ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού και του
βασίμου αλλά και ως προς το αίτημα αυτής, οι δυνατότητες άμυνας του εναγομένου
κατ’ αυτής και τέλος τα αποτελέσματα, δηλαδή οι έννομες συνέπειες που αυτή
επιφέρει στις έννομες σχέσεις των διαδίκων.
5 ΕφΑθ 3327/1999 ΝοΒ 48(2000), 485.
[6]
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Η ΝΟΜΙΜΗ ΜΟΙΡΑ ΚΑΙ Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ
§2. Έννοια, σκοπός και νομική φύση του δικαιώματος νόμιμης μοίρας
I. Έννοια και σκοπός της νόμιμης μοίρας
Νόμιμη μοίρα είναι το κληρονομικό μερίδιο που αναγνωρίζεται από το νόμο
και παρά την τυχόν αντίθετη βούληση του διαθέτη σε ορισμένα πρόσωπα, στους
αναγκαίους κληρονόμους ή νόμιμους μεριδούχους6
.
Σκοπός του θεσμού της νόμιμης μοίρας, όπως προκύπτει από τη συνολική
επισκόπηση των άρθρων 1825 επ. ΑΚ, είναι η προστασία των στενών συγγενών και
του συζύγου του κληρονομουμένου, ουσιαστικά δηλαδή του θεσμού της
οικογένειας, από το δικαίωμα που έχει αναγνωριστεί στο διαθέτη να ορίζει με
διαθήκη του τους κληρονόμους του7
. Ο νομοθέτης δεν αφήνει ελεύθερο τον
κληρονομούμενο να ρυθμίσει κατά βούληση την τύχη της περιουσίας του μετά το
θάνατό του, αν έχει οικογένεια (υπό στενή έννοια). Στην περίπτωση αυτή
«δεσμεύει» μέρος της κληρονομιάς υπέρ της οικογένειας (νόμιμους μεριδούχους).8
Με την εισαγωγή του θεσμού της νόμιμης μοίρας είναι φανερή η προσπάθεια
του νομοθέτη για συγκερασμό αφενός της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας, με την
ειδικότερη μορφή του δικαιώματος του κληρονομουμένου να διαθέτει μεταθανάτια
την περιουσία του σύμφωνα με τη βούλησή του, αφετέρου της αρχής της
προστασίας της οικογένειας. Αποτέλεσμα της προσπάθειας αυτής είναι ο
συμβιβασμός των δύο αυτών αντιτιθέμενων συμφερόντων, υπό την έννοια ότι ο
διαθέτης που έχει στην οικογένεια του νόμιμους μεριδούχους δικαιούται να
μεταθέσει ελεύθερα μετά θάνατον τη μισή κληρονομιά του, ενώ η άλλη μισή
εξαιρείται από την αυτονομία του και περιέρχεται αναγκαστικά στους νόμιμους
6 Παπαντωνίου, ΚληρΔ,§108 Ι, σ. 409· Ψούνη, ΚληρΔ, §9 Ι, σ.401.
7 Παπαντωνίου, ΚληρΔ,§108 Ι, σ. 411.
8
Σταθόπουλος, σε Γεωργιάδη Απ.- Σταθόπουλου Μιχ,. Αστικός Κώδιξ, Κατ’ άρθρον Ερμηνεία,
Κληρονομικό Δίκαιο,( Τόμος ΙΧ), άρθρα 1710-1870, Εισαγ.Παρατ. στα άρθρα 1825-1845 αρ.4.
[7]
μεριδούχους και μάλιστα στον καθένα από αυτούς κατά την αναλογούσα σε αυτόν
μερίδα.9
II. Νομική φύση δικαιώματος νόμιμης μοίρας
Ως προς τη φύση του δικαιώματος στη νόμιμη μοίρα, κυρίως ως προς το αν
αυτό συνιστά ενοχικό ή εμπράγματο δικαίωμα, ο Έλληνας νομοθέτης, επιδιώκοντας
να εξασφαλίσει για τον μεριδούχο το ίδιο τρόπο κτήσης της νόμιμης μοίρας με αυτόν
του κληρονόμου, όρισε στο άρθρο 1825§2 ΑΚ ότι ο μεριδούχος μετέχει στην
κληρονομιά, κατά το ποσοστό της νόμιμής του μοίρας ως κληρονόμος.
Η ρύθμιση αυτή έχει την έννοια ότι ο νόμιμος μεριδούχος αποκτά εμπράγματο
δικαίωμα στα κληρονομιαία στοιχεία, μέχρι το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, με
την επαγωγή (ΑΚ 1846)10
. Τούτο σημαίνει ότι, ο αστικός κώδικας δεν αναγνωρίζει
στο μεριδούχο ενοχικό δικαίωμα11 να απαιτήσει τη νόμιμή του μοίρα, αλλά ότι ο
μεριδούχος αποκτά τη νόμιμή του μοίρα «εμπραγμάτως», δηλαδή αμέσως και
αυτοδικαίως12 Μάλιστα, ο μεριδούχος αποκτά «εμπραγμάτως» ίδιας φύσης δικαίωμα
με εκείνο του κληρονομουμένου13, ευθυνόμενος παράλληλα, κατά το ποσοστό της
νόμιμης μοίρας, και για τα χρέη της κληρονομιάς.
14
Στο δίκαιο της νόμιμης μοίρας, λοιπόν, ισχύει η αρχή της «άμεσης
συμμετοχής» του μεριδούχου στα στοιχεία της κληρονομίας από την επαγωγή15, ενώ
πριν από την επαγωγή ούτε δικαίωμα υπό αίρεση υπάρχει ούτε και δικαίωμα
9
Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Εισαγ.Παρατ. στα άρθρα 1825-1845, αρ. 8.
10 Παπαντωνίου, ΚληΔ,§110 Ι, σ.415.
11 Ο γερμ ΑΚ (§2303 Ι BGB) καθιερώνει το δικαίωμα του μεριδούχου ως ενοχικό, προσδιορίζοντας τη
νόμιμη μοίρα στο χρηματικό ισάξιο, στην αξία το μισού της εξ αδιαθέτου μερίδας. Αντίθετα κατά το
γαλλικό δίκαιο (άρθρο 1011 γαλλΑΚ) ο κληρονομούμενος έχει δικαίωμα να διαθέτει μόνο το
διαθέσιμο μέρος της περιουσίας του, την «quotite disponible», που αποτελεί ποσοστό το οποίο
κυμαίνεται ανάλογα με τον αριθμό των κατιόντων, ενώ το υπόλοιπο, η «reserve», πρέπει να
διατηρηθεί για να περιέλθει στους αναγκαίους κληρονόμους. Με το γαλλικό δίκαιο ο μεριδούχος έχει
εμπράγματο δικαίωμα στη reserve. Βλ. σχετικά Παπαντωνίου, ΚληρΔ, §110 Ι, σ.414 επ.
12
Παπαντωνίου, ΚληρΔ, §110 Ι, σ. 415· Ψούνη, ΚληρΔ , §9 Ι, σ. 403.
13 π.χ. αν ο κληρονομούμενος είχε κυριότητα σε ένα αντικείμενο της κληρονομίας ο μεριδούχος
αποκτά κυριότητα και όχι απλώς ενοχική αξίωση να ζητήσει τη μεταβίβαση της κυριότητας από τον
εγκατάστατο με διαθήκη κληρονόμο.
14 Σύμφωνα με την ΑΚ 1885 τα χρέη διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των συγκληρονόμων, ανάλογα
με τη μερίδα του καθενός.
15 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Εισαγ.Παρατ. στα άρθρα 1825-1845 αρ.17
[8]
προσδοκίας. Γι’ αυτό, άλλωστε, και ο μεριδούχος δεν έχει δικαίωμα άσκησης
αναγνωριστικής αγωγής για την ύπαρξη δικαιώματος νόμιμης μοίρας.16
§3. Δικαιούχοι νόμιμης μοίρας-Ύψος και τρόπος υπολογισμού της νόμιμης
μοίρας.
I. Δικαιούχοι νόμιμη μοίρας
Κατά την ΑΚ 1825§1 εδ.α΄ νόμιμοι μεριδούχοι είναι οι κατιόντες και οι
γονείς του κληρονομουμένου, ο σύζυγος που επιζεί καθώς και ο σύντροφος του
κληρονομουμένου από σύμφωνο συμβίωσης (άρθρο 11§2 ν. 3719/2008)17. Ωστόσο,
τα πρόσωπα αυτά είναι in abstracto μεριδούχοι, ενώ, σε κάθε συγκεκριμένη
περίπτωση, δικαίωμα νόμιμης μοίρας αναγνωρίζεται μόνο σε εκείνα από τα
παραπάνω πρόσωπα που θα είχαν κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (in concreto
μεριδούχοι). Συνεπώς, δικαίωμα νόμιμης μοίρας έχει ο in abstracto μεριδούχος που
είναι, συγχρόνως, και in concreto μεριδούχος, με την παραπάνω έννοια.
Σύμφωνα με τη ρύθμιση της ΑΚ 1825 οι in abstracto μεριδούχοι ανήκουν είτε
στην πρώτη τάξη εξ αδιαθέτου διαδοχής (κατιόντες- ΑΚ 1813) είτε στην δεύτερη
τάξη εξ αδιαθέτου διαδοχής (γονείς –ΑΚ 1824) είτε τέλος στην πρώτη εως και
πέμπτη, κατά τις διακρίσεις του νόμου (ο σύζυγός, ΑΚ 1820)18. Σύμφωνα δε με την
ΑΚ 1819, η ύπαρξη κληρονόμων προηγούμενης τάξης αποκλείει την κλήση στην
κληρονομιά των κληρονόμων των επόμενων τάξεων. Για το εαν θα κληθεί η πρώτη ή
η δεύτερη τάξη κρίσιμο είναι το αν υπάρχουν κατιόντες. Αν υπάρχουν, αποκλείονται
ως μεριδούχοι οι γονείς και μόνοι μεριδούχοι μένουν οι ανήκοντες στην πρώτη τάξη
πλησιέστεροι κατιόντες (διαδοχή κατά ρίζες-ΑΚ 1813§1 και 2) και ο τυχόν επιζών
σύζυγος. Αν δεν υπάρχουν κατιόντες, μεριδούχοι είναι οι γονείς και ο τυχόν επιζών
σύζυγος. Αν λείπουν τόσο κατιόντες όσο και γονείς μόνος μεριδούχος είναι ο επιζών
σύζυγος, όποια τάξη κι αν καλείται στην εξ αδιαθέτου διαδοχή.
16
Βαρθακοκοίλης Β., Ερμηνεία-Νομολογία Αστικού Κώδικα (ΕΡΝΟΜΑΚ), Τόμος ΣΤ,Ημίτομος Α’
:Κληρονομικό Δίκαιο, άρθρο 1825 αρ. 8.
17 Σούρλας Κ., Τα πρόσωπα των μεριδούχων εν των κληρονομικό δίκαιο και σχετικά επ’αυτών
ζητήματα, ΕλλΔνη 11 (1970) ,σ. 169 επ.
18 Για να κληθεί ο σύζυγος ως μεριδούχος του κληρονομουμένου συζύγου του θα πρέπει η ιδιότητα
του συζύγου να υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, έστω κι αν ο γάμος είναι
άκυρος ή ακυρώσιμος, αλλά δεν έχει ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, βλ. Ψούνη,
ΚληρΔ, § 9 ΙΙΙ, σ. 407.
[9]
II. Ύψος και τρόπος υπολογισμού νόμιμης μοίρας
Σύμφωνα με την ΑΚ 1825 §1 εδ. β’, η νόμιμη μοίρα είναι το μισό (½) της εξ
αδιαθέτου μερίδας, αποτελεί δηλαδή ποσοστό της κληρονομικής μερίδας που θα
κληρονομούσε ο μεριδούχος με την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Από τη ρύθμιση αυτή
συνάγεται ότι λογική προϋπόθεση για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας είναι ο
προσδιορισμός της κληρονομιάς, αφού η νόμιμη μοίρα αποτελεί ποσοστό της.19
Πράγματι, σύμφωνα με την ΑΚ 1831§1: «Ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας
γίνεται με βάση την κατάσταση και την αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του
θανάτου του κληρονομουμένου, αφού αφαιρεθούν τα χρέη και οι δαπάνες της
κηδείας του και της απογραφής της κληρονομίας»
20
. Με τον όρο «κατάσταση της
κληρονομιάς» νοούνται όλα τα αντικείμενα της κληρονομίας, ενσώματα ή
ασώματα, δηλαδή όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το ενεργητικό της, καθώς και όλα
τα στοιχεία του παθητικού της, ενώ κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αξίας
της είναι ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου.21 Βάσει δηλαδή της κατάστασης
των στοιχείων της κληρονομιάς και της αξίας αυτών κατά τον κρίσιμο χρόνο,
γίνεται ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την ΑΚ 1831§2: Στην κληρονομιά που υπάρχει
κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, η οποία συνιστά την «πραγματική
κληρονομιά», αφού αφαιρεθούν, κατά τα ως άνω, τα χρέη, οι δαπάνες της κηδείας
του κληρονομουμένου και αυτές της απογραφής της κληρονομιάς «προσθέτονται, με
την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος
παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο
τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία
δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός εάν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή
ιδιαίτερο ηθικό καθήκον». Με αυτόν τον τρόπο ανευρίσκεται η «πλασματική
κληρονομιά».
Με τη ρύθμιση αυτή ο νομοθέτης παρέχει προστασία στο μεριδούχο για την
περίπτωση όπου ο κληρονομούμενος μείωσε εν ζωή την περιουσία του,
19
Παπαντωνίου, ΚληρΔ, §120 Ι, σ. 436
20 Η ρύθμιση αυτή εναρμονίζεται προς την ιδιότητα του μεριδούχου ως κληρονόμου (ΑΚ 1825§2),
απόρροια της οποίας είναι η σε αυτόν επαγωγή της νόμιμης μοίρας αυτοδικαίως από το θανάτου του
κληρονομουμένου.
21 ΕφΙωανν 187/2007 Αρμ 2008 , 414.
[10]
προβαίνοντας σε χαριστικές διαθέσεις περιουσιακών δικαιωμάτων του είτε σε
άλλους μεριδούχος είτε σε τρίτους, καθώς αυτές συνυπολογίζονται στην κληρονομιά
που υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, προκειμένου να
υπολογιστεί η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα του μεριδούχου και ακολούθως η
νόμιμοι μοίρα που αυτός δικαιούται.
Ο συνυπολογισμός των παροχών της ΑΚ 1831§2, καταλογιστέων ή μη, στη
νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, χωρεί ανεξάρτητα από τη θέληση του
κληρονομουμένου.22
Η νόμιμη μοίρα ανευρίσκεται επί της πλασματικής κληρονομιάς. Ειδικότερα,
με βάση την πλασματική ομάδα της κληρονομιάς βρίσκεται η αξία της πλασματικής
εξ αδιαθέτου μερίδας, η οποία στη συνέχεια διαιρείται δια δύο, αφού η νόμιμη μοίρα
είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας κατά την ΑΚ 1825§1 εδ. 2. Το ποσό που
βρίσκεται αποτελεί την αξία στην οποία ανταποκρίνεται η νόμιμη μοίρα.23
22 ΑΠ 1412/2000 ΕλλΔνη 42(2001), 711 σύμφωνα με την οποία «Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου
1831 παρ. 1 εδ. β’ του Α.Κ, για να εξευρεθεί η αξία της κληρονομίας, επί της οποίας υπολογίζεται η
νόμιμη μοίρα των κατιόντων, προστίθεται σε αυτή και οποιαδήποτε δωρεά, που ο κληρονομούμενος
έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή
ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Εντεύθεν, ο ισχυρισμός ότι μια τέτοια δωρεά δεν είναι συνεισενεκτέα, γιατί
υπαγορεύθηκε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας αποτελεί ένσταση, την
οποία προτείνει και αποδεικνύει ο επικαλούμενος την εξαίρεση, ενώ η κρίση του δικαστηρίου της
ουσίας για τη βασιμότητα αυτής είναι ανέλεγκτη, ως αναγόμενη σε πράγματα (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Εξ
άλλου, από το συνδυασμό αυτής προς τη διάταξη του άρθρου 1833 Α.Κ, οι οποίες, σύμφωνα με το
άρθρο 88 του ν. 1329/1983, εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως είχαν πριν από την
τροποποίησή τους, προκύπτει ότι ο συνυπολογισμός παροχών, καταλογιστέων ή μη στη νόμιμη μοίρα
του μεριδούχου, χωρεί ανεξάρτητα από τη θέληση του κληρονομουμένου»· όμοια η ΕφΑθ 5675/2002
ΕλλΔνη 2003, 845, σύμφωνα με την οποία «από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1831 παρ.
1 εδ. β και 1833 ΑΚ, προκύπτει ότι ο συνυπολογισμός παροχών, καταλογιστέων ή μη στη νόμιμη
μοίρα του μεριδούχου, χωρεί ανεξάρτητα από τη θέληση του κληρονομουμένου».
23 Ψούνη, ΚληρΔ, §9 ΙΧ,σελ.466· ΕφΑθ 5675/2002 ΕλλΔνη 2003, 845, η οποία αναφέρει στη μείζονα
σκέψη της «Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεών των άρθρων 1831 και 1833 ΑΚ, για
τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία είναι το μισό της εξ αδιαθέτου
μερίδας (άρ. 1825 παρ. 1 ΑΚ), λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομίας κατά το
χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα υπάρχοντα κατά το χρόνο αυτό στην
κληρονομία περιουσιακά στοιχεία δεκτικά κληρονομικής διαδοχής (πραγματική κληρονομική ομάδα),
από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομίας, οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου,
καθώς και οι δαπάνες απογραφής της κληρονομίας, προστίθενται δε ακολούθως σε αυτά και
θεωρούνται ως υπάρχοντα στην κληρονομία (πλασματική κληρονομική ομάδα) οι αναφερόμενες στα
άρθρα 1831 παρ. 2 και 1833 ΑΚ παροχές του κληρονομουμένου, όσο αυτός ζούσε, προς τους
μεριδούχους ή τρίτους (δωρεές που έγιναν εντός της τελευταίας δεκαετίας πριν από το θάνατό του), επί
της προσδιοριζομένης δε με τον τρόπο αυτό αυξημένης (πλασματικής) κληρονομικής ομάδας
εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του αναγκαίου κληρονόμου. Το ποσοστό της νόμιμης μοίρας αποτελεί
ποσοστό της καθαρής πραγματικής κληρονομίας, από την οποία λαμβάνει αυτό ο μεριδούχος, ο
οποίος, κατά το ποσοστό αυτό συντρέχει ως κληρονόμος. Στην περίπτωση κατά την οποία η
προσθετέα παροχή είναι και καταλογιστέα στη νόμιμη μοίρα, κατά το άρθρο 1833 ΑΚ, τότε πρέπει να
[11]
Από την αξία της νόμιμης μοίρας που υπολογίστηκε κατά τα ως άνω, σύμφωνα
με την ΑΚ 1833 §1, αφαιρείται η αξία της χαριστικής εν ζωή παροχής που έλαβε ο
μεριδούχος, ώστε να διαπιστωθεί εάν η χαριστική παροχή καλύπτει τη νόμιμη μοίρα
ή όχι, οπότε κι αυτός θα δικαιούται υπόλοιπο. Από την αντιπαραβολή άλλωστε, της
αξίας της νόμιμης μοίρας που δικαιούται να λάβει ο μεριδούχος και της αξίας της
χαριστικής εν ζωή παροχής που έλαβε αυτός, βρίσκεται το αν θίγεται η νόμιμή του
μοίρα.24
Μάλιστα κατά την ΑΚ 1833§2, ο καταλογισμός της παροχής που έλαβε ο
μεριδούχος εν ζωή γίνεται και αν στη θέση του κατιόντος που έλαβε την παροχή
υπεισέρχεται ως μεριδούχος άλλος κατιών. Η υπεισέλευση του νέου μεριδούχου
μπορεί να είναι αποτέλεσμα θανάτου του αρχικού μεριδούχου πριν την επαγωγή ή
έκπτωσής του αλλά με αναδρομικά αποτελέσματα (πχ παραίτηση). Η διάταξη εννοεί
ασφαλώς κατιόντες της ίδιας ρίζας με τον αρχικό μεριδούχο. Δεν ισχύει όμως το ίδιο
επί νέου μεριδούχου με αυτοτελές δικαίωμα, του οποίου το ποσοστό διευρύνεται
λόγω ανυπαρξίας άλλου κατιόντος. Δηλαδή, η ρύθμιση αυτή δεν εφαρμόζεται όταν
χωρεί διαδοχή τάξεων.25
Καταρχήν, κάθε παροχή που προσθέτεται στην πραγματική κληρονομιά
προκειμένου να εξευρεθεί η πλασματική κληρονομιά είναι εκ του νόμου
καταλογιστέα26. Ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, αυτή δεν καταλογίζεται στον μεριδούχο
μόνο εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά κατά το χρόνο της παροχής.
Αναγνωρίζεται, δηλαδή, στον διαθέτη η δυνατότητα να ορίσει τον μην καταλογισμό
όταν δίνει την παροχή, ενώ δεν μπορεί να προβλέψει το μη συνυπολογισμό των
χαριστικών παροχών προς εξεύρεση της πλασματικής κληρονομιάς.27
Επειδή όμως η νόμιμη μοίρα δεν είναι ποσό αλλά ποσοστό επί της
πραγματικής κληρονομίας, το κληρονομικό δικαίωμα του μεριδούχου υπολογίζεται
μεν επί της πλασματικής κληρονομίας, αλλά υπάρχει και συγκεντρώνεται στην
εξευρίσκεται η αξία της καταλογιστέας παροχής. Το ποσοστό που θα προκύψει ανάγεται σε ποσοστό
της καθαρής πραγματικής κληρονομίας. Κατά το ποσοστό αυτό ο νόμιμος μεριδούχος συντρέχει ως
κληρονόμος».
24 Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1831 αρ. 9.
25 Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1833 αρ. 9
26 Για να χωρήσει συνυπολογισμός στη νόμιμη μοίρα παροχής που έγινε στο μεριδούχο, πρέπει αυτή
να έχει εκπληρωθεί ως το θάνατο του κληρονομουμένου, αλλιώς το αντικείμενο που αναφέρεται στην
υποσχετική δικαιοπραξία θεωρείται ότι δεν εξήλθε από την κληρονομιά και πρέπει να συμπεριληφθεί
στην πραγματική της ομάδα, Βλ. Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1833 αρ. 3.
27 Ψούνη, ΚληρΔ, §9 ΙΧ ,σ. 467.
[12]
πραγματική κληρονομιά.28 Τούτο πρακτικά γίνεται εαν το ποσό, που μετά τον
υπολογισμό βρεθεί ότι αντιστοιχεί στο ποσοστό της νόμιμης μοίρας, αποτελέσει τον
αριθμητή κλάσματος με παρανομαστή την αξία της πραγματικής κληρονομιάς.29 Το
ποσοστό που αντιπροσωπεύει το κλάσμα αυτό ή ο δεκαδικός αριθμός, ο οποίος
προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή, αποτελεί το ποσοστό
το οποίο πρέπει να λάβει ο μεριδούχος προς συμπλήρωση της νόμιμής του μοίρας.
Συνοπτικά, τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσει κάποιος προκειμένου να
υπολογίσει τη νόμιμη μοίρα είναι τα ακόλουθα:
1. Αποτίμηση της πραγματικής κληρονομιάς
Όπως προαναφέρθηκε αφετηρία για τον προσδιορισμό της αξίας της
πλασματικής κληρονομιάς είναι η πραγματική κληρονομιά, δηλαδή η περιουσία του
κληρονομουμένου κατά το χρόνο θανάτου του (ΑΚ 1710§1, 1831§1)30. Στην
πραγματική κληρονομία περιλαμβάνονται οι άμεσες ή έμμεσες κληροδοσίες (ΑΚ
1996) που έχει προβλέψει ο κληρονομούμενος με τη διαθήκη του, τα στοιχεία που
αποτελούν αντικείμενο δωρεάς αιτία θανάτου, απαιτήσεις του κληρονομουμένου
κατά του κληρονόμου, έστω κι αν επέρχεται απόσβεση λόγω σύγχυσης (ΑΚ 453).
Επιπροσθέτως, στην πραγματική κληρονομιά υπολογίζονται και αντικείμενα επί των
οποίων ο κληρονομούμενος είχε νομή ή κατοχή, ακόμη κι αν είχε αποβληθεί από
αυτή.31
Αντίθετα, δεν περιλαμβάνονται στην πραγματική κληρονομιά περιουσιακά
στοιχεία που περιέρχονται στους κληρονόμους, λόγω του θανάτου του
κληρονομουμένου, χωρίς όμως να ανήκουν σε αυτόν, όπως π.χ. η αξίωση κατά
ασφαλιστικής εταιρείας για ασφάλεια ζωής υπέρ των κληρονόμων, που είχε συνάψει
ο κληρονομούμενος ή η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα που έχει ο επιζών
σύζυγος (ΑΚ 1400), διότι σε αυτές τις περιπτώσεις οι παραπάνω δικαιούχοι
αποκτούν τα σχετικά δικαιώματα εξ ιδίου δικαίου κι όχι υπό την ιδιότητα του
κληρονόμου.32
28 Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1831 αρ. 9.
29 ΕφΠατρ 856/2008 ΝΟΜΟΣ
30 ΕφΑθ 5140/2005 ΕλλΔνη 48 (2007), 576.
31 ΑΠ 1996/2006 ΝΟΜΟΣ.
32Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 1831-1834 αρ.14.
[13]
Κατά την εκτίμηση της κληρονομιάς υπολογίζονται και τα δικαιώματα που
τελούν υπό διαλυτική αίρεση (ΑΚ 1832§2 εδ. α’) σαν να μην υπήρχε η διαλυτική
αίρεση. Αν η αίρεση πληρωθεί θα γίνει η προσήκουσα εξίσωση, δηλαδή θα
αφαιρεθεί από την αξία της κληρονομιάς η αξία του δικαιώματος που χάνεται, άρα
θα αναπροσαρμοσθεί αντίστοιχα και η αξία της νόμιμης μοίρας. Αντίθετα, κατά την
ίδια διάταξη δικαίωμα που τελεί υπό αναβλητική αίρεση δεν υπολογίζεται κατά την
εκτίμηση, αλλά αν πληρωθεί η αίρεση θα προστεθεί η αξία του δικαιώματος στην
αρχική αξία της κληρονομιάς.33
Κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αξίας της πραγματικής κληρονομιάς
είναι σύμφωνα με την ΑΚ 1831§1 ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου34. Η
κληρονομιά εκτιμάται με αναφορά στα περιουσιακά στοιχεία του κληρονομουμένου
που υπήρχαν και στην κατάσταση στην οποία βρίσκονταν και την αξία που είχαν
κατά το χρόνο αυτόν, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη επιγενόμενα περιστατικά, που
επιφέρουν βελτίωση ή χειροτέρευση των κληρονομιαίων στοιχείων.
Η αξία της κληρονομιάς κατά την 1832 §1, εφόσον είναι αναγκαίο, βρίσκεται
με «εκτίμηση» που γίνεται σε χρήμα.35 Αποφασιστική είναι η αληθινή αξία των
περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς, η οποία σε ομαλές οικονομικές συνθήκες
συμπίπτει με την αγοραία, δηλαδή η αξία τους όπως διαμορφώνεται στις συναλλαγές
και όχι η υποκειμενική αξία που δίνουν οι ενδιαφερόμενοι στα διάφορα περιουσιακά
στοιχεία της κληρονομιάς36. Οι εκτιμήσεις που γίνονται για φορολογικούς σκοπούς
μπορούν να αποτελέσουν ένα οδηγό αλλά δεν είναι δεσμευτικές37
. Επίσης, για την
αποτίμηση των στοιχείων της κληρονομιάς σημασία έχει αν αυτά αποτελούν
οικονομική ενότητα. Έτσι, τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν επιχείρηση δεν
θα αποτιμηθούν το καθένα ξεχωριστά ως πράγματα, αλλά ως τμήματα της
οικονομικής ενότητας κατά την εσωτερική τους αξία.
33 Ψούνη, ΚληρΔ, §9 ΙΧ ,σ.450 επ.
34 ΑΠ 996/2006 ΝΟΜΟΣ· ΕφΑθ 3926/2002 ΕλλΔνη 45 (2004), 1487.
35 Αναγκαία παρίσταται για τον προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας, η αποτίμηση σε χρήμα των
κληρονομιαίων στοιχείων, όταν καταλείπεται στο μεριδούχο με δικαιοπραξία εν ζωή ή με διάταξη
τελευταίας βούλησης, όχι ποσοστό επί της κληρονομιάς αλλά ορισμένο στοιχείο αυτής. Με την
εκτίμηση καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός σε ποιο ποσοστό της κληρονομιάς αντιστοιχεί αυτό
που επιδόθηκε και συνακόλουθα ποιο το καλυπτόμενο μέρος της νόμιμης μοίρας, βλ. Βαρθακοκοίλης,
ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1832 αρ. 4.
36 Σταθόπουλος , στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 1831-1834 αρ.15.
37
Παπαντωνίου, ΚληρΔ, §122, σ. 442.
[14]
- Ειδικά η περίπτωση της προσωπικής δουλείας της επικαρπίας
Ζήτημα γεννιέται αν, στην υποθετική περίπτωση που ο κληρονομούμενος είχε
παραχωρήσει από ελευθεριότητα, με χαριστική δικαιοπραξία εν ζωή την ψιλή
κυριότητα επί ακινήτου παρακρατώντας υπέρ αυτού εφ’ όρου ζωής του δικαιώματος
της επικαρπίας, η επικαρπία αποτελεί στοιχείο της κληρονομιάς.
Σχετικά, υποστηρίζονται στη νομολογία δύο απόψεις: Σύμφωνα με πρώτη
άποψη38
, η οποία στηρίζεται στο συνδυασμό των διατάξεων των ΑΚ 1167, 1168,
1710 και 1831 εδ.α’, η επικαρπία ενός πράγματος που ανήκει στον κληρονομούμενο
και η οποία επανέρχεται με τον θάνατό του στον ψιλό κύριο του πράγματος, και
εφόσον ο ψιλός κύριος είναι συγχρόνως και κληρονόμος του επικαρπωτή, αποτελεί
στοιχείο της κατά το χρόνο του θανάτου αυτού καταλειπόμενης κληρονομικής
περιουσίας του και λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας των
μεριδούχων κατά την αξία που είχε κατά το χρόνο του θανάτου του
κληρονομουμένου επικαρπωτή. Δηλαδή, σύμφωνα με την άποψη αυτή, η αξία της
επικαρπίας που είχε ο κληρονομούμενος θα αποτελέσει στοιχείο της πραγματικής
κληρονομιάς, προκειμένου να υπολογιστεί, με τον τρόπο που περιγράφηκε
παραπάνω, η αξία της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου. Ως προς τον υπολογισμό της
αξίας της επικαρπίας θα εφαρμοσθούν οι ακόλουθες ρυθμίσεις: α) το άρθρο 3 παρ. 4
του ΑΝ 1521/1950 «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου», όπως αντικαταστάθηκε
με το άρθρο 42 παρ. 1 του Ν 12/1975, β) τα άρθρα 15 και 16 του ΝΔ 118/1973 «περί
Κώδικος Φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείου» από
τα προκύπτει ότι η αξία της ψιλής κυριότητας εξευρίσκεται με αφαίρεση από την
αξία της πλήρους κυριότητας της αξίας της επικαρπίας (άρθρο 16 παρ. 5) καθώς και
ότι επί ισόβιας ή αορίστου χρόνου επικαρπίας και εφόσον η ηλικία του επικαρπωτή
υπερβαίνει τα 70ο
έτος η αξία της επικαρπίας ανέρχεται σε ποσοστό 2/10 επί της
αξίας της πλήρους κυριότητας.
Αντίθετα, σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη39
, η επικαρπία εφόσον δεν έχει
ορισθεί διαφορετικά αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή, καθώς αποτελεί
δικαίωμα προσωποπαγές και καταρχήν ακληρονόμητο, αποσβεννυόμενο, εφόσον δεν
ορίστηκε διαφορετικά, με το θάνατο του επικαρπωτή και μετάγεται στον ψιλό κύριο
εξ ιδίου δικαίου και όχι υπό την ιδιότητά του ως κληρονόμου του επικαρπωτή.
38 ΑΠ 1595/2008 ΝΟΜΟΣ·ΕφΑθ 78/2010 ΝΟΜΟΣ
39 ΑΠ 1854/2009 ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΑθ 4590/2007 ΝΟΜΟΣ.
[15]
Δηλαδή, κατά την άποψη αυτή με το θάνατο του επικαρπωτή η επικαρπία ενώνεται
με την ψιλή κυριότητα αυτομάτως και ανεξάρτητα από το αν ο ψιλός κύριος είναι
κληρονόμος του επικαρπωτή. Με τα δεδομένα αυτά υποστηρίζεται πως, αν
δωρήθηκε η ψιλή κυριότητα πράγματος και παρακρατήθηκε η επικαρπία από τον
δωρητή κληρονομούμενο εφόρου ζωής αυτού ή τρίτου, για τον υπολογισμό της
αξίας της κληρονομίας λαμβάνεται υπ’ υπόψη μόνον η αξία της ψιλής κυριότητας
κατά το χρόνο της δωρεάς. Κι αυτή προς ανεύρεση της πλασματικής κληρονομιάς,
ακόμη κι αν επικαρπία αποσβεσθεί αργότερα προς όφελος του δωρεοδόχου ψιλού
κυρίου. Συνεπώς, κατά την άποψη αυτή δεν ενδιαφέρει για τον υπολογισμό της
νόμιμης μοίρας του μεριδούχου η αξία του πράγματος κατά τον χρόνο θανάτου του
δωρητή-κληρονομούμενου είτε κατ’ επικαρπία, είτε κατά ψιλή κυριότητα καθώς η
αξία της επικαρπίας δεν προσμετράται ως στοιχείο της πραγματικής κληρονομιάς
του κληρονομουμένου.
Από τις παραπάνω απόψεις ορθότερη και σύμφωνη με το σκοπό της νόμιμης
μοίρας, ο οποίος συνίσταται στην προστασία της οικογένειας υπό στενή έννοια του
κληρονομουμένου, πρέπει να θεωρηθεί η πρώτη καθώς σύμφωνα με αυτήν η αξία
του εμπραγμάτου δικαιώματος της επικαρπίας συνυπολογίζεται ως αξία στην
κληρονομιά προκειμένου να υπολογιστεί κατά την διάταξη του άρθρου 1831 ΑΚ η
αξία της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου που θίγεται.
2. Αφαίρεση χρεών, δαπανών κηδείας και απογραφής της κληρονομιάς
Σύμφωνα με την ΑΚ 1831 §1 από την αξία της πραγματικής κληρονομιάς θα
πρέπει τα αφαιρεθούν τα χρέη που είχε ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο θανάτου
του, καθώς και οι δαπάνες της κηδείας του και της απογραφής της κληρονομιάς. Οι
δαπάνες της κηδείας πρέπει να νοηθούν υπό ευρεία έννοια, δηλαδή θα
περιλαμβάνονται σε αυτές και τα έξοδα μεταφοράς του νεκρού, για τον τάφο κλπ,
όχι όμως έξοδα μνημοσύνων και ανάλογων τελετών και εκδηλώσεων μετά την
κηδεία40. Ορθά υποστηρίζεται, ότι θα πρέπει να αφαιρούνται και τα τέλη
δημοσίευσης διαθήκης, κατά ανάλογη εφαρμογή της διάταξης (ιδίως της πρόβλεψης
για τις δαπάνες απογραφής).41 Δεν αφαιρούνται όμως οποιαδήποτε άλλα έξοδα
40 Παπαντωνίου, ΚληρΔ. § 120 ΙΙ, σ.438.
41 Εμμ.Βούζικας, Κληρονομικόν Δίκαιον §145 Α V· Σταθόπουλος, σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου,
άρθρα 1831-1834 αρ. 21.
[16]
κηδείας συνδέονται με το θάνατο του κληρονομουμένου π.χ. έξοδα για την
προάσπιση συμφερόντων των κληρονόμων.
Στην έννοια των χρεών που αφαιρούνται εμπίπτει το σύνολο του παθητικού
της περιουσίας του κληρονομουμένου, η οποία υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του
και περιλαμβάνονται τόσο τα χρέη προς τρίτους όσο και τα χρέη προς τους
κληρονόμους.42 Το γεγονός ότι τα τελευταία κληρονομούνται, σύμφωνα με τους
κανόνες της καθολικής διαδοχής, από τους κληρονόμους κι έτσι επέρχεται απόσβεσή
τους λόγω σύγχυσης, σύμφωνα με την ΑΚ 453, δεν σημαίνει ότι δεν αποτελούν χρέη
του κληρονομουμένου που μειώνουν την αξία της περιουσίας του.43 Επίσης,
αφαιρούνται τα χρέη που τελούν υπό διαλυτική αίρεση, γιατί, όπως αναφέρθηκε και
παραπάνω, στην συγκεκριμένη περίπτωση η αίρεση δεν υπολογίζεται, όχι όμως και
τα τελούντα υπό αναβλητική αίρεση.
Αντίθετα, δεν περιλαμβάνονται στην έννοια των χρεών που αφαιρούνται από
την πραγματική κληρονομιά, χρέη που δεν ανήκαν στην κληρονομιά που καταλείπει
ο κληρονομούμενος, αλλά δημιουργούνται το πρώτον με την επαγωγή, όπως οι
ενοχικές κληροδοσίες της ΑΚ 1995 και οι τρόποι.44 Τα χρέη αυτά είναι χρέη από
χαριστική αιτία, δηλαδή από ελευθεριότητα του κληρονομουμένου, ο οποίος όμως
δεν μπορεί να μειώνει την κληρονομιά με χαριστικές πράξεις σε βάρος της νόμιμης
μοίρας. Άλλωστε θα ήταν αντιφατικό να αφαιρούνται οι χαριστικές παροχές αιτία
θανάτου και να ανατρέπονται, όπως θα δούμε παρακάτω, οι χαριστικές παροχές εν
ζωή.45
Σημειωτέον, ότι το στάδιο της αφαίρεσης των χρεών κρίνεται άσκοπο, στις
περιπτώσεις που δεν υπάρχουν προσθετέες παροχές εν ζωή στην πραγματική
κληρονομιά (ΑΚ 1831), αφού σύμφωνα με την ΑΚ 1885 τα χρέη διαιρούνται
αυτοδικαίως μεταξύ των συγκληρονόμων. Δηλαδή, είτε αφαιρέσουμε τα χρέη
εξαρχής είτε δεχτούμε ότι ο μεριδούχος συμμετέχει στα χρέη ανάλογα με τη μερίδα
του, εφόσον δεν προσθέτουμε παροχές της ΑΚ 1831, το αποτέλεσμα είναι
μαθηματικά το ίδιο.46
42 Ψούνη, ΚληρΔ. §9 ΙΧ Β, σ. 453.
43 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 1831-1834 αρ. 21.
44 Βούζικας, ΚληρΔ, §145 Α· Παπαντωνίου, ΚληρΔ § 120 ΙΙ, σ. 437.
45 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 1831-1834 αρ. 25
46 Παπαντωνίου, ό.π § 120 ΙΙ, σ. 437.
[17]
3. Πρόσθεση χαριστικών εν ζωή εκποιητικών δικαιοπραξιών
Μετά από τα παραπάνω στάδια ακολουθεί το στάδιο της πρόσθεσης των
χαριστικών παροχών είτε προς μεριδούχος είτε προς τρίτους, στις οποίες προέβην ο
κληρονομούμενος με κατάρτιση εκποιητικών δικαιοπραξιών εν ζωή, με την αξία
που αυτές οι παροχές είχαν κατά το χρόνο της παροχής.
Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι για να εξευρεθεί η νόμιμη μοίρα του
μεριδούχου, οι παροχές που προσθέτονται στην πραγματική κληρονομιά,
υπολογίζονται καταρχήν με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής (ΑΚ
1831§ 2). Ωστόσο, υπάρχει η πιθανότητα μεταξύ του χρόνου της παροχής και του
χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου να έχει επέλθει ουσιώδης υποτίμηση της
αξίας του νομίσματος ή ακόμη και μεταβολή αυτού47. Για την αντιμετώπιση αυτού
του προβλήματος, έχουν υποστηριχθεί δύο απόψεις.
Σύμφωνα με πρώτη άποψη,
48 ως αξία του χρόνου της παροχής δεν νοείται η
ονομαστική, αλλά η πραγματική αξία. Δηλαδή, και αν η τότε αξία της παροχής
αποτυπώθηκε σε χρήμα, το χρήμα δεν λαμβάνεται υπόψη, σύμφωνα με το σκοπό της
ΑΚ 1831§ 2, ως φορέας αξίας, άρα δεν ισχύει η νομιναλιστική αρχή, βάσει της
οποίας «δραχμή ίσον δραχμή». Το χρήμα λειτούργει απλώς ως μέτρο αξίας της
χαριστικής παροχής, η οποία παριστάνει την κρίσιμη οικονομική αξία. Θα πρέπει
επομένως να γίνει η ανάλογη αναπροσαρμογή της, κατά το χρόνο της δωρεάς,
ονομαστικής αξίας, για την ανεύρεση του χρηματικού ποσού κατά το χρόνο θανάτου
του κληρονομουμένου, που θα αποδίδει με την σε αυτό το χρονικό σημείο τιμή του
νομίσματος την τότε πραγματική αξία της παροχής. Δηλαδή, σύμφωνα με την
άποψη αυτή, σε περίπτωση που επέλθει σοβαρή υποτίμηση της αγοραστικής
δύναμης του εκάστοτε νομίσματος (δραχμής ή ευρώ) θα πρέπει να γίνει η αναγωγή
του εν ζωή επιδοθέντος ποσού δραχμών-ευρώ σε ποσό το οποίο κατά το χρόνο
θανάτου του κληρονομουμένου, είχε την ίδια αγοραστική δύναμη, την οποία είχε το
ποσόν εκείνο κατά το χρόνο της επιδόσεως και η πλασματική προσθήκη του ποσού
που βρέθηκε με τον άνω τρόπο στην αξία της κληρονομιάς.
47 Σημειωτέον, ότι εάν για οποιοδήποτε λόγο επέλθει αύξηση της αξίας του δωρηθέντος από της
σύστασης της δωρεάς μέχρι του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου, κατά τον οποίο γεννάται
το δικαίωμα στη νόμιμη μοίρα δεν ενδιαφέρει για τον υπολογισμό της αξίας αυτής, βλ. ΕφΑθ
4060/2006 ΕλλΔνη 2008 σελ. 278,
48 Μαριδάκη Γ.-Σόντη Ι., Γνωμοδότηση ΝοΒ 19 (1971) σελ. 417επ.
[18]
Σύμφωνα με δεύτερη γνώμη49, η οποία ακολουθείται και από την νομολογία,
στην περίπτωση που μεταξύ του χρόνου της παροχής και του χρόνου του θανάτου
του κληρονομουμένου, ο οποίος είναι ο κρίσιμος κατά το άρθρο 1831 ΑΚ για τον
υπολογισμό της αξίας της κληρονομιάς, μεσολάβησε νομισματική έκπτωση,
υποτίμηση ή σοβαρή διακύμανση, τότε πρέπει, κατ΄εφαρμογή της προβλεπόμενης
από τη διάταξη της ΑΚ 288 αρχής της καλής πίστης, η οποία διέπει οποιαδήποτε
ενοχή και την άσκηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που πηγάζουν απ` αυτήν,
η αξία του χρόνου της παροχής να υπολογιστεί σε νόμισμα της αυτής πραγματικής
αξίας, την οποία αυτή είχε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Η
αξία δηλαδή του χρόνου της παροχής θα αναχθεί, με βάση την ως άνω αρχή του
άρθρου 288 ΑΚ, στο ισάξιο της κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου,
αφού ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά το χρόνο της παροχής
και ακολούθως του θανάτου του κληρονομουμένου και η μεταξύ τους σύγκριση,
αλλά και η αύξηση στο μεταξύ του τιμαρίθμου, όχι δε και η αξία του αντικειμένου
της παροχής κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού ο νόμος
θέλησε να ληφθεί υπόψη μόνον η αξία κατά το χρόνο της παροχής. Προς το σκοπό
αυτό, η αξία της παροχής σε δραχμές ή ευρώ, δηλαδή του νομίσματος που
κυκλοφορούσε κατά το χρόνο σύστασής της χαριστικής εκποιητικής δικαιοπραξίας,
με αντικείμενο τη συγκεκριμένη παροχή, πρέπει να αναχθεί σε χρυσές λίρες
Αγγλίας, με την τιμή τους στον ίδιο χρόνο, έπειτα δε να καθοριστεί η σχέση της
αγοραστικής αξίας της χρυσής λίρας του χρόνου αυτού προς την αγοραστική αξία
της χρυσής λίρας του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου και αφού βρεθεί έτσι
το αντίστοιχο ποσό χρυσών λιρών του τελευταίου αυτού χρόνου, να μετατραπεί
αυτό σε δραχμές ή ευρώ με την τιμή της χρυσής λίρας κατά το χρόνο επίσης του
θανάτου του κληρονομουμένου, λαμβανομένης υπόψη και της χωρήσασας στο
μεταξύ μεταβολής του τιμαρίθμου. Τα στοιχεία αυτά, δηλαδή η τιμή της χρυσής
λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο της παροχής και κατά το χρόνο θανάτου του
κληρονομουμένου, καθώς και οι αλλαγές του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά το
διαρρεύσαν διάτημα μεταξύ των δύο αυτών χρονικών σημείων, εφόσον
αμφισβητούνται, δεν είναι απαραίτητο να αποδεικνύονται από το διάδικο εκείνο που
49 ΑΠ 1176/2002 ΝοΒ 51(2003), 1010· ΑΠ 1047/1998 ΕλλΔνη 40 (1999), 125· ΕφΑθ 4060/2006
ΕλλΔνη 49 (2008) ,278.
[19]
ζητεί τον υπολογισμό και τον καταλογισμό και ισχυρίζεται ότι έχει μεσολαβήσει
υποτίμηση του νομίσματος ή αλλαγή του νομισματικού συστήματος.
50
Από τις ανωτέρω εκτιθέμενες απόψεις, ορθότερη είναι η δεύτερη, καθότι
παρουσιάζει το πλεονέκτημα της σταθερότητας της σύγκρισης ενός μεταβλητού,
από άποψης αξίας, νομίσματος με ένα σταθερό, όπως είναι η χρυσή λίρα Αγγλίας.
III. Περίπτωση μη ύπαρξης πραγματικής κληρονομιάς και τρόπος
υπολογισμού νόμιμης μοίρας
Υπάρχει το ενδεχόμενο κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, να μην
υφίσταται πραγματική κληρονομιά, αλλά ο κληρονομούμενος να έχει προβεί σε
δωρεές εν ζωή. Σε αυτή την περίπτωση, η αξία της κληρονομίας θα προσδιοριστεί
από την συνολική αξία των δωρεών κατά το χρόνο που έγιναν και όχι κατά το χρόνο
θανάτου του κληρονομουμένου. Ακολούθως το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του
θιγόμενου μεριδούχου θα υπολογιστεί με βάση την αξία, των ως άνω δωρεών αυτών
κατά το χρόνο που έχουν έγιναν.51
50 ΑΠ 1233/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1176/2002, ό.π, ΕφΑθ 3289/2001 ΕλλΔ/νη 42, 819 , σύμφωνα με τις
οποίες «Τα στοιχεία αυτά (τιμή χρυσής λίρας και τιμάριθμος) δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει
αναλυτικά στον ισχυρισμό του ο διάδικος, ο οποίος ζητεί την αναγωγή της αξίας παροχής που έγινε
από τον κληρονομούμενο, από τον χρόνο που αυτή έγινε στην αξία του χρόνου θανάτου του
κληρονομούμενου, διότι αυτά θα προκύψουν από τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι θα
επικαλεστούν και προσκομίσουν, ενώ το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει και στα διδάγματα τους
κοινής πείρας για την ανάλυση σχετικών αποδείξεων. Είναι δε τα διδάγματα της κοινής πείρας γενικές
αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας,
τη συμμετοχή στις συναλλαγές στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι
οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των
αορίστων νομικών εννοιών και για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την εκτίμηση των
αποδείξεων και δεν χρειάζεται να γίνει επίκληση και απόδειξη των αλλά εφαρμόζονται αυτεπάγγελτα
από το δικαστήριο. Έτσι με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας για την αναγωγή της αξίας της
παροχής, που έγινε από τον κληρονομούμενο από τον χρόνο της παροχής στο χρόνο του θανάτου του
κληρονομούμενου, μπορεί να ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά το χρόνο της
παροχής και ακολούθως κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου και η μεταξύ των σύγκριση
καθώς και η χωρήσασα στο μεταξύ μεταβολή (αύξηση) του τιμάριθμου τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι
αναγκαίο να εκτίθενται στην αγωγή»· βλ. όμως και αντίθετη άποψη στην ΕφΛαμ 212/2007 ΕλλΔνη 49
(2008),891, σύμφωνα με την οποία « Τα στοιχεία αυτά πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικά ο διάδικος, ο
οποίος ζητεί την αναγωγή της αξίας παροχής που έγινε από τον κληρονομούμενο από την αξία του
χρόνου που έγινε στην αξία του χρόνου του θανάτου του».
51 Παπαδόπουλος Κ. Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου (1995), Τόμος Β’ σελ. 144· ΕφΠατρ 835/2008
ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΘεσ 20958/2006, Αρμ 2007 , 1164.
[20]
§4. Τρόποι προσβολής της νόμιμης μοίρας από τον κληρονομούμενο
I. Εισαγωγικά
Η νόμιμη μοίρα μπορεί να προσβληθεί τόσο από τον κληρονομούμενο, όσο
και από τρίτο. Ωστόσο, όταν αυτήν προσβάλλεται από τρίτο π.χ. συγκληρονόμο ή
νομέα της κληρονομιάς, πρόκειται για προσβολή συνήθους δικαιώματος και όχι της
νόμιμης μοίρας καθεαυτής, η οποία ως ιδιόμορφο κληρονομικό δικαίωμα ,μπορεί να
προσβληθεί μόνο από τον κληρονομούμενο με διάφορους τρόπους.52 Μάλιστα
γίνεται δεκτό ότι, ενώ ο τρίτος μπορεί να προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα
ποικιλοτρόπως, ο κληρονομούμενος μπορεί να την προσβάλλει μόνο με
δικαιοπραξίες. 53
Ειδικότερα, η προσβολή της νόμιμης μοίρας από τον κληρονομούμενο μπορεί
να γίνει με έναν από τους ακόλουθους τρόπους: α) ο κληρονομούμενος δεν
καταλείπει στον μεριδούχο παντελώς το μέρος της κληρονομιάς που αντιστοιχεί στη
νόμιμη μοίρα (ολική μη κατάλειψη), β) ο κληρονομούμενος καταλείπει στον
μεριδούχο μέρος μόνον της κληρονομιάς, το οποίο δεν καλύπτει πλήρως τη νόμιμη
του μοίρα (μερική κατάλειψη), γ) ο κληρονομούμενος καταλείπει μεν στον
μεριδούχο τη νόμιμή του μοίρα, αλλά με διάφορους περιορισμούς και δ) ο
κληρονομούμενος με διάφορες χαριστικές εν ζωή πράξεις μειώνει τόσο την
περιουσία του, ώστε να μην καταλείπεται επαρκής κληρονομιαία περιουσία
προκειμένου ο μεριδούχος να λάβει τη νόμιμή του μοίρα.
I. Προσβολή της νόμιμης μοίρας με διαθήκη
1. Ολική παράλειψη μεριδούχου-Περί κλήρου αγωγή
Όπως παρατηρήσαμε και παραπάνω54, το δικαίωμα του κληρονομουμένου να
επιλέξει τα πρόσωπα που επιθυμεί να εγκαταστήσει με διαθήκη του ως κληρονόμους
του ή και να τιμήσει με άλλη ιδιότητα π.χ. ως κληροδόχους, δεν είναι απεριόριστο,
52
Σπυριδάκης Ι., Η μέμψη της άστοργης δωρεάς, 1998, σ.1 · Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-
Σταθόπουλου , άρθρα1827-1829 αρ.34.
53 Σπυριδάκης, Η μέμψη……, σ. 2.
54 βλ.παραπάνω σελ. 6
[21]
στο μέτρο που αυτός δεν μπορεί με τη διαθήκη του να αγνοήσει τις διατάξεις της
νόμιμης μοίρας, που αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο.
Στο μέτρο, έτσι, που ο διαθέτης με τη διαθήκη του δε εξασφαλίζει σε μεριδούχο
του το ποσοστό της νόμιμης μοίρας που δικαιούται εκ του νόμου, αλλά διαθέτει όλη
την περιουσία του, είτε σε εξωτικούς είτε σε άλλο μεριδούχο ή συγγενή του, χωρίς να
συντρέχει κάποιος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1839 επ.
(αποκλήρωση με στενή έννοια)55, ουσιαστικά θα πρόκειται για σιωπηρή αποκλήρωση
(αποκλήρωση με ευρεία έννοια) του μεριδούχου του από την εξ αδιαθέτου
κληρονομική διαδοχή (ΑΚ 1713)56
. Ωστόσο, με την υπό ευρεία έννοια αποκλήρωση,
ο μεριδούχος δεν μπορεί κατά την ΑΚ 1713 να στερηθεί τη νόμιμή του μοίρα.
57Στην
περίπτωση αυτή εφαρμόζεται ευθέως η ΑΚ 1825 §2, η οποία είναι αναγκαστικού
δικαίου και ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος κατά το ποσοστό της νόμιμης του
μοίρας σε όλα τα κληρονομιαία στοιχεία58 και αποκτά άμεσο κληρονομικό δικαίωμα
επ’αυτών από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου59, υπό την προϋπόθεση ότι ο
κληρονομούμενος δεν είχε φροντίσει να του καταλείψει τη νόμιμή του μοίρα ούτε με
χαριστικές παροχές όσο ζούσε. Δεν έχει, δηλαδή, ενοχικό απλώς δικαίωμα εναντίον
των άλλων κληρονόμων για να του συμπληρώσουν τη νόμιμη του μοίρα, αλλά άμεσο
κληρονομικό δικαίωμα κατά το ποσοστό αυτό σε όλα τα κληρονομικά στοιχεία.
60
Όπως προκύπτει από τη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 1825§2, 1829, 1827
και 174 ΑΚ, η διαθήκη είναι άκυρη και σύμφωνα με την ΑΚ 180 ανίσχυρη61
.
Η εν λόγω ακυρότητα είναι αυτοδίκαιη, μερική και σχετική62
, καθώς έχει ταχθεί
μόνον υπέρ του μεριδούχου που παραλείφθηκε. Δηλαδή, η ακυρότητα της διαθήκης
55 Αποκλήρωση με στενή έννοια κατά την ΑΚ 1839, είναι η με διάταξη τελευταίας βούλησης στέρηση
από το μεριδούχο της νόμιμής του μοίρας, για ορισμένους λόγους που αναφέρονται στο νόμο. Για να
υπάρχει έγκυρη αποκλήρωση πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ύπαρξη
διαθήκης, β) βούληση του διαθέτη για στέρηση της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου, γ) ύπαρξη λόγου
αποκλήρωσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο νόμο (ΑΚ 1840-1842), δ) αναφορά του
λόγου αποκλήρωσης στη διαθήκη, ε) ύπαρξη του λόγου αποκλήρωσης κατά το χρόνο σύνταξης της
διαθήκης και στ) μη παροχή συγγνώμης, για αναλυτική παρουσίαση του θέματος, βλ. Ψούνη, ΚληρΔ,
§5 Ι, σ. 152 επ.
56 Σιωπηρή αποκλήρωση με ευρεία έννοια είναι αυτή που προκύπτει έμμεσα από τις διατάξεις της
διαθήκης, όπως στην περίπτωση που ο διαθέτης διαθέτει όλη του την κληρονομιαία περιουσία σε άλλο
κληρονόμο, χωρίς να εγκαθιστά κληρονόμο πρόσωπο που θα καλούνταν στην εξ αδιαθέτου διαδοχή
του, εάν αυτός πέθανε αδιάθετος, βλ.σχετ. ΠΠρΘεσ 8173/2007 ΝΟΜΟΣ
57 Φίλιος Π., Κληρονομικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος 8 , §1Β σημ. 4.
58 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου , άρθρα 1827-1829, αρ.37.
59 ΟλΑΠ 815/1975 ΝοΒ 23, 1083·ΑΠ 736/1974 ΝοΒ 23, 313.
60 Παπαντωνίου, ΚληρΔ, §130 Ι, σ. 463· Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1825, αρ. 20.
61 Ψούνη, ΚληρΔ, §2, 4Δ. σ. 79· Γεωργιάδης Απ., ΚληρΔ (2010), σ. 48 αρ. 20.
[22]
που μειώνει τη νόμιμη μοίρα αφορά μόνο το μέρος της που προσβάλλει τη νόμιμη
μοίρα, ενώ κατά τα λοιπά η διαθήκη είναι έγκυρη.63Αυτό σημαίνει ότι η
(πραγματική) κληρονομιά του κληρονομουμένου-παρά τυχόν αντίθετες διατάξεις
του κληρονομουμένου που περιέχονται σε διαθήκη- παραμένει στη «διάθεση»
μεριδούχου για την ικανοποίηση από αυτήν του δικαιώματος της νόμιμής του
μοίρας.64
Συγκεκριμένα, ο μεριδούχος αποκτά σε όλα τα κληρονομιαία στοιχεία εξ
αδιαιρέτου δικαίωμα, και με την επιφύλαξη της μεταγραφής της αποδοχής της
κληρονομιάς αποκτά και συγκυριότητα στα κληρονομιαία ακίνητα, ενώ επέρχεται
ανάλογη μείωση, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του παραλειφθέντος
μεριδούχου, των κληρονομικών μεριδίων που έχουν καταληφθεί στους τιμώμενους
με διαθήκη65
.
Σε αυτήν την περίπτωση, ο μεριδούχος έχει τη δυνατότητα να ασκήσει εναντίον
των συγκληρονόμων του, που κατακρατούν την κληρονομιαία περιουσία
επικαλούμενοι δικό τους κληρονομικό δικαίωμα από τη διαθήκη, την περί κλήρου
αγωγή (ΑΚ 1871).
Ενεργητικά νομιμοποιούνται να ασκήσουν την περί κλήρου αγωγή πέρα από
τον μεριδούχο, του οποίου προσβλήθηκε η νόμιμή του μοίρα, οι κληρονόμοι του
αλλά και ο αγοραστής του ποσοστού της κληρονομιάς που αντιστοιχεί στην νόμιμη
μοίρα του μεριδούχου (ειδικός διάδοχος- 1942 ΑΚ), εφόσον όμως συνεκχωρήθηκε
σε αυτόν και η περί κλήρου αξίωση (ΑΚ 470, 455 επ.), αλλά και πλαγιαστικά οι
δανειστές του μεριδούχου, υπό την προϋπόθεση ότι ο μεριδούχος αποδέχθηκε τη
νόμιμή του μοίρα.66
Στην άσκηση της περί κλήρου αγωγής από τον μεριδούχο νομιμοποιούνται
παθητικά, όχι όλοι οι συνεγκατάστατοι με τη διαθήκη, αλλά εκείνοι που νέμονται
pro herede αντικείμενα της κληρονομίας που ανήκουν και στον ενάγοντα. Η αγωγή
περί κλήρου ασκείται δηλαδή εναντίον εκείνων που αντιποιούνται το κληρονομικό
62 ΑΠ 1135/2002 ΕλλΔνη 45 (2004) 461·ΑΠ 362/2002 ΕλλΔνη 43 (2002) 752.
63 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου , άρθρα 1827-1829, αρ.73· Παπαντωνίου, ΚληρΔ,
§130 Ι, σ. 463.
64 Σπυριδάκη, Η μέμψη……. σ. 29
65 Ψούνη, ΚληρΔ, §9 VIII, σ. 430.
66 Ψούνη, ΚληρΔ §9 ΧΙ,Σ. 486.
[23]
δικαίωμα του ενάγοντος67, καθώς και των κληρονόμων αυτών, αλλά και κατά αυτών
που αποκτούν την κληρονομική μερίδα με σύμβαση σύμφωνα με την ΑΚ 1882.
Η περί κλήρου αγωγή περιλαμβάνει δύο αιτήματα: Αφενός το αναγνωριστικό,
με το οποίο ο ενάγων ζητά να αναγνωριστεί το κληρονομικό του δικαίωμα κατά το
ποσοστό της νόμιμής του μοίρας, αφετέρου το καταψηφιστικό, με το οποίο ζητά την
απόδοση των κληρονομιαίων. Διαπλαστικό αίτημα δεν είναι δυνατό να σωρευτεί
καθώς η προσβολή της νόμιμης μοίρας συνεπάγεται αυτοδίκαιη ακυρότητα των
διατάξεων της διαθήκης που τη θίγουν.
Αν στον μεριδούχο έχει καταλειφθεί κληρονομιαία περιουσία, η οποία όμως
δεν επαρκεί για την κάλυψη της νόμιμής του μοίρας, το άμεσο κληρονομικό του
δικαίωμα εκτείνεται σε όλα τα στοιχεία της κληρονομιαίας περιουσίας, κατά το
ποσοστό που μένει προκειμένου να καλυφθεί αυτή. Σε αυτή την περίπτωση, ο
θιγόμενος μεριδούχος νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της περί κλήρου
αγωγής. Όμως, για να είναι ορισμένη η αγωγή του, θα πρέπει να εκθέσει πέρα από
την αξία των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του
κληρονομουμένου και την αξία των περιουσιακών στοιχείων που έχει αφήσει ο
κληρονομούμενος στον ενάγοντα μεριδούχο, προκειμένου να ανευρεθεί το ποσοστό
της νόμιμης μοίρας που λείπει και δικαιούται να λάβει ο ενάγων.68
Στο μέτρο που με την περί κλήρου αγωγή ζητείται και η απόδοση
κληρονομιαίου ακινήτου, πρέπει αυτή κατά το άρθρο 220§1του ΚΠολΔ να εγγραφεί
στα βιβλία διεκδικήσεων, άλλως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη69
.
2. Μερική κατάλειψη της νόμιμης μοίρας
Η ΑΚ 1827 αναφέρεται στην προστασία του μεριδούχου όταν του έχει
καταλειφθεί μικρότερο ποσοστό από τη νόμιμη μοίρα που δικαιούται, όταν δηλαδή
προσβάλλεται η αρχή της ακεραιότητας της νόμιμης μοίρας.
Κατάλειψη στο μεριδούχο μικρότερου ποσοστού από τη νόμιμή του μοίρα
μπορεί να υπάρξει και όταν αυτός εγκαθίσταται με διαθήκη σε δήλο πράγμα, στο
67Παπαντωνίου, ΚληρΔ, §130, σ. 463·Σταθόπουλος στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 1827-
1829, αρ 73.
68 Παπαδόπουλος Κ., Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου, σ. 112.
69 Ψούνη, ΚληρΔ, §9 ΧΙ,σ . 489.
[24]
μέτρο που η αξία του δήλου σε σχέση με το σύνολο της κληρονομιάς δεν καλύπτει
το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου.70
Στην περίπτωση αυτή ο μεριδούχος θα κληθεί ως κληρονόμος από διαθήκη κατά
το ποσοστό ή το δήλο, αντίστοιχα, που του καταλείπεται με τη διαθήκη και καλύπτει
μέρος της νόμιμής του μοίρας και ως προς το υπόλοιπο θα κληθεί από το νόμο. Κατά
συνέπεια αυτός καλείται σε περισσότερες μερίδες από περισσότερους λόγους και
σύμφωνα με την ΑΚ 1853 μπορεί κάθε μία από αυτές τις μερίδες να την αποποιηθεί
χωριστά71
.
Και σε αυτήν την περίπτωση ο μεριδούχος έχει τη δυνατότητα άσκησης της περί
κλήρου αγωγής, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας που δεν του έχει καταλειφθεί.
3. Περιορισμοί που βαρύνουν τη νόμιμη μοίρα και προστασία του
μεριδούχου ως προς αυτούς.
Υπάρχει περίπτωση ο κληρονομούμενος με τη διαθήκη του να εγκαταστήσει
μεριδούχο του σε ποσοστό της κληρονομιάς το οποίο να καλύπτει τη νόμιμη μοίρα
του, αλλά να προσθέσει περιορισμούς που να βαρύνουν το ποσοστό αυτό. Την
περίπτωση αυτή ρυθμίζει η ΑΚ 1829, σύμφωνα με την οποία «Κάθε περιορισμός του
μεριδούχου από διαθήκη, όσο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα, θεωρείται σαν να μην έχει
γραφεί». Δηλαδή, η διάταξη της διαθήκης που θέτει τον περιορισμό είναι εκ του
νόμου άκυρη και ως εκ τούτου παραμένει στο μεριδούχο το καταλειφθέν με τη
διαθήκη, αλλά ελεύθερο από τον περιορισμό που έθεσε ο διαθέτης.
72
Εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι αν ο διαθέτης κατέλειψε στο μεριδούχο
ποσοστό κληρονομιάς μεγαλύτερο από τη νόμιμη μοίρα οι περιορισμοί, που αυτός
έθεσε, παραμένουν ισχυροί για τον πέραν της νόμιμης μοίρας ποσοστό.73 Ωστόσο,
αναγνωρίζεται στο διαθέτη που καταλείπει σε μεριδούχο του ποσοστό μεγαλύτερο
της νόμιμής του μοίρας, η δυνατότητα να επιβάλει εγκύρως περιορισμούς για το
σύνολο της κληρονομιάς, προσθέτοντας «σοκίνειο ρήτρα»74
. Ως σοκίνειος ρήτρα,
ορίζεται η ρήτρα την οποία δικαιούται να θέσει ο διαθέτης που καταλείπει στο
70 ΕφΑθ 1428/1999 ΕλλΔνη 41 (2000), 517.
71 Ψούνη, ΚληρΔ, §9 VIIΙ,σ. 433.
72 Παπαντωνίου, ΚληρΔ, §130, σ. 429· Ψούνη, ΚληρΔ §9 VIIΙ,σ. 433.
73 ΟλΑΠ 935/1975, ΝοΒ 1975, 1267.
74 Για το ότι η επιβολή σοκίνειας ρήτρας θεωρείται έγκυρη βλ. ΕφΑθ 7883/1990 ΕλλΔνη 33 (1992),
360.
[25]
μεριδούχο περισσότερο από την νόμιμη μοίρα που του αναλογεί, αλλά με
περιορισμούς, ορίζοντας, με τη ρήτρα αυτή, ότι αν ο μεριδούχος δεν αποδεχτεί τον
περιορισμό στο σύνολο της κληρονομιάς που του καταλείπεται, τότε θα περιοριστεί
στη νόμιμη μοίρα.75 Στην περίπτωση αυτή, ο μεριδούχος έχει τις εξής δυνατότητες
είτε να αποδεχτεί την καταλειπόμενη σε αυτόν κληρονομική μερίδα-που είναι
μεγαλύτερη από τη νόμιμη μοίρα, αλλά με τους περιορισμούς που έχει θέσει ο
κληρονομούμενος, παραιτούμενος ουσιαστικά από το δικαίωμά του να προβάλει την
ακυρότητα των διατάξεων της διαθήκης που περιέχει τους περιορισμούς, κατά την
ΑΚ 1829 είτε να επικαλεστεί την ακυρότητα των περιορισμών, περιοριζόμενος στη
νόμιμή του μοίρα.
Ως περιορισμοί76, στο πλαίσιο της ΑΚ 1829, νοούνται οποιουδήποτε είδους
βάρη που προσθέτονται από το διαθέτη και βαρύνουν το μεριδούχο, τα οποία μπορεί
να συνίστανται σε επιβολή οικονομικών υποχρεώσεων σ’ αυτόν, όπως κληροδοσία,
τρόπος, καταπίστευμα, ενώ δεν αποκλείεται να μην αποτιμώνται σε χρήμα, όπως ο
διορισμός εκτελεστή διαθήκης.
77
75 Παπαντωνίου, ΚληρΔ,§118 ΙΙΙ, σ. 433.
76 Σχετικά με τις περιπτώσεις που έχει κριθεί ότι συνιστούν περιορισμό στη νόμιμα μοίρα βλ. Ψούνη,
ΚληρΔ, §9 VIIΙ,σ. 435 επ.
77 Σπυριδάκης Ι, Η αναγκαστική κληρονομική διαδοχή, (1999) , σ. 125 επ.
[26]
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΜΕΜΨΗ ΑΣΤΟΡΓΗΣ ΔΩΡΕΑΣ
§5. Έννοια, δικαιολογητικός λόγος και σχέση μέμψης άστοργης δωρεάς με την
παρεχόμενη προστασία όταν η νόμιμη μοίρα προσβάλλεται με διαθήκη.
I. Έννοια και δικαιολογητικός λόγος μέμψης άστοργης δωρεάς
Όπως ειπώθηκε και παραπάνω η νόμιμη μοίρα μεριδούχου δεν προσβάλλεται
μόνο με διάταξη διαθήκης του κληρονομουμένου αλλά και με διαθέσεις, από
ελευθεριότητα των περιουσιακών του στοιχείων, στις οποίες προέβη ο τελευταίος
όσο ζούσε (χαριστικές δικαιοπραξίες εν ζωή).78
Ενώ ο νομοθέτης αναγνωρίζει στον καθένα πλήρη ελευθερία να διαθέτει
περιουσιακά του στοιχεία με επαχθείς δικαιοπραξίες, ελέγχει, για το συμφέρον των
μεριδούχων, τις διαθέσεις από ελευθεριότητα. Πράγματι οι εν ζωή δικαιοπραξίες
διάθεσης είναι καταρχάς ελεύθερες περιορισμού για τον κληρονομούμενο, διότι
αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να ζει με φειδώ προκειμένου να καταλείψει νόμιμη
μοίρα στους μεριδούχους του, αλλά δικαιούται να προβεί σε κάθε πράξη
απαλλοτριώσεως ή αναλώσεως. Κατ’ εξαίρεση όμως για τις εν ζωή δωρεές του
κληρονομουμένου τάσσονται περιορισμοί.79 Για την περίπτωση όπου ο
κληρονομούμενος μείωσε τόσο πολύ το ενεργητικό της περιουσίας του με χαριστικές
εν ζωή δικαιοπραξίες, ώστε να μην επαρκεί αυτή κατά το χρόνο του θανάτου του
προκειμένου να καλύψουν οι νόμιμοι μεριδούχοι του τη νόμιμη τους μοίρα, ο
νομοθέτης προέβλεψε στο άρθρο 1835 ΑΚ την αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς.
Σύμφωνα με τη ΑΚ 1835 «Κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία
κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί εφόσον η
κληρονομιά που υπάρχει κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί
για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα. Αν έγιναν διαδοχικές δωρεές, η προηγούμενη είναι
δυνατόν να προσβληθεί εφ’ όσον δεν επαρκεί η ανατροπή της μεταγενέστερης».
78
Παπαντωνίου, ΚληρΔ, §131 Ι,σ. 465.
79
Μπαλής Γ., Κληρονομικό Δίκαιον 5,( 1965), §155, σ. 235· Τούση Α., Κληρονομικόν Δίκαιον (1969)
§ 115, σ. 298· ΟλΑΠ 398/1975 ΝοΒ 23,1164
[27]
Ως μέμψη αστόργου δωρεάς χαρακτηρίζεται η ειδική αγωγή που παρέχεται
στον μεριδούχο για την ανατροπή των προσβλητικών της νόμιμής του μοίρας εν ζωή
χαριστικών πράξεων του κληρονομουμένου.80
Παρόλο που η φράση «μέμψη άστοργης δωρεάς» ηχεί απαξιωτικά τόσο για τον
κληρονομούμενο δωρητή όσο και για τον δωρεοδόχο, πρόκειται ουσιαστικά για
τεχνικό νομικό όρο που δεν ενέχει απόδοση μομφής, ούτε χαρακτηρισμό του
κληρονομουμένου ως «άστοργου», αλλά δηλώνει απλά τη διαδικαστική δράση του
μεριδούχου προς ανατροπή της εν ζωή δωρεάς που προσβάλλει τη νόμιμή του μοίρα.
Ειδικότερα, ο όρος «μέμψη» αποδίδει την έννοια της αγωγής και σε καμία
περίπτωση δεν σημαίνει «μομφή». Ως προς τον χαρακτηρισμό του «αστόργου»,
αυτός δεν αναφέρεται στον κληρονομούμενο-δωρητή, αλλά στη δωρεά, όπως αυτή
εμφανίζεται αντικειμενικά κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
81
Ο δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης αυτής συναρτάται άμεσα με την
διεύρυνση της κληρονομιάς που θα αποτελέσει τη βάση για τον υπολογισμό της
νόμιμης μοίρας κατά την ΑΚ 1831 §2. Πράγματι, εάν ο νόμος δεν προέβλεπε την
προσθήκη των χαριστικών παροχών στην κληρονομιά, δεν θα ετίθετο ζήτημα
προσβολής της νόμιμης μοίρας από αυτές τις εν ζωή πράξεις του κληρονομουμένου,
αφού η νόμιμη μοίρα θα υπολογίζονταν αποκλειστικά επί τη βάση της κληρονομιάς
που υπάρχει κατά τον χρόνο θανάτου του (πραγματική κληρονομιά). Ουσιαστικά, η
ρύθμιση των άρθρων 1835-1838 ΑΚ ολοκληρώνει την προστασία που παρέχει στον
νόμιμο μεριδούχο η ΑΚ 1831. Αν ο νόμος δεν αναγνώριζε στον μεριδούχο τη
δυνατότητα προσβολής των χαριστικών εν ζωή πράξεων του κληρονομουμένου που
θίγουν τη νόμιμη μοίρα του, η πλασματική προσθήκη των παροχών αυτών για την
εξεύρεση της νόμιμης μοίρας του θα ήταν αλυσιτελής σε περίπτωση που η
πραγματική κληρονομιά δεν επαρκούσε για την κάλυψή της.
82
II. Σχέση άστοργης δωρεάς και παρεχόμενης προστασίας όταν η νόμιμη
μοίρα προσβάλλεται με διαθήκη
Όπως προκύπτει με σαφήνεια από το άρθρο 1835 ΑΚ, προκειμένου ο
μεριδούχος να προστατευθεί όταν η νόμιμη μοίρα του προσβάλλεται με χαριστικές
εν ζωή πράξεις του κληρονομουμένου, πρέπει να προσβάλει με αγωγή τη χαριστική
80 Απ. Γεωργιάδης , Κληρονομικό Δίκαιο (2010), σ.498, Ψούνη, ό.π §9 ΙΧ , σ. 489.
81 Σπυριδάκης, Η μέμψη…. σ. 10
82 Βούζικας , ΚληρΔ,§ 149, σ. 865.
[28]
δικαιοπραξία, με στόχο την ανατροπή της. Χωρίς αυτή την ενέργεια εκ μέρους του
μεριδούχου που θίγεται, η χαριστική δικαιοπραξία παραμένει ισχυρή και
συνακόλουθα το δικαίωμα του στη νόμιμη μοίρα ανικανοποίητο.
83
Αντίθετα, όπως εξετάσθηκε ήδη παραπάνω, όταν η προσβολή της νόμιμης
μοίρας γίνεται με διαθήκη αυτή κατά τις διατάξεις της που θίγουν τη νόμιμη μοίρα
μεριδούχου του κληρονομουμένους είναι αυτοδικαίως άκυρη κι ο μεριδούχος
μετέχει άμεσα και αυτοδίκαια στην κληρονομιαία περιουσία ως κληρονόμος κατά το
ποσοστό της νόμιμης του μοίρας. Δηλαδή, δεν χρειάζεται να παρεμβληθεί
οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του μεριδούχου ή δικαστική κρίση για τη
συμμετοχή του στην κληρονομια. Αυτή είναι και η βασική διαφορά ως προς την
παρεχόμενη προστασία του μεριδούχου στις δύο περιπτώσεις προσβολής της
νόμιμής του μοίρας.
Ο λόγος της διαφορετικής αντιμετώπισης (ακυρότητα στις αιτία θανάτου
δικαιοπραξίες-ανατροπή στις εν ζωή δικαιοπραξίες) και η λιγότερη δραστική
προστασία του μεριδούχου στην περίπτωση που η νόμιμη μοίρα του θίγεται από
χαριστικές εν ζωή δικαιοπραξίες του κληρονομουμένου σε σχέση με εκείνη που του
παρέχεται όταν προσβάλλεται η νόμιμη μοίρα με διαθήκη, συναρτάται άμεσα με το
αίτημα ασφάλειας των συναλλαγών και ειδικότερα των συναλλαχθέντων με τον
κληρονομούμενο κατά τη διάρκεια της ζωής του.84 Πράγματι, είναι πιθανό ο χρόνος
που παρήλθε μεταξύ κατάρτισης της χαριστικής εν ζωή εκποιητικής δικαιοπραξίας
και θανάτου του κληρονομουμένου να είναι μακρός και καθ’ όλο αυτό το χρονικό
διάστημα η εν λόγω παροχή ούσα ισχυρή, να είχε αναπτύξει όλα τα αποτελέσματά
της. Η ασφάλεια των συναλλαγών, λοιπόν, επιβάλλει να μην ανατρέπεται η εν ζωή
δικαιοπραξία εύκολα, παρά μόνο σε περίπτωση ανάγκης, αν δηλαδή δεν υπάρχει
άλλος τρόπος συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας.85
Εξάλλου η διαφορετική τους μεταχείριση δικαιολογείται για έναν ακόμη λόγο,
ο οποίος συνίσταται στο γεγονός ότι όταν οι χαριστικές δικαιοπραξίες επιχειρούνται
δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι υπάρχει προσβολή της νόμιμης μοίρας. Η «αστοργία»
(με την έννοια της ανεπάρκεια της κληρονομιαίας περιουσίας να καλύψει την νόμιμη
μοίρα) συντελείται ή έστω επιτείνεται με τις μεταγενέστερες χαριστικές πράξεις.
83 Γεωργιάδης , ΚληρΔ, σ..498· Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου , άρθρα 1835-
1838αρ.3· Βασιλάκης Χ, Κληρονομικόν Δίκαιον (1966), σ. 183.
84 Σπυριδάκης, Η μέμψη…. σ. 5.
85 Σταθόπουλος στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου , άρθρα 1835-1838, αρ. 3
[29]
Όσο μεταγενέστερη είναι η χαριστική εκποιητική δικαιοπραξία τόσο περισσότερο
μειώνει την αυριανή κληρονομιά και, άρα, τόσο περισσότερο φέρει την κηλίδα της
αστοργίας. Τελευταίες, με διαπιστωμένη πια την ανεπάρκεια της κληρονομιάς είναι
οι παροχές τις διαθήκης, που ενεργοποιούνται με το θάνατο του κληρονομουμένου.86
Για τους παραπάνω αναφερόμενους λόγους η προστασία του μεριδούχου με σε
περίπτωση προσβολής της νόμιμης μοίρας με χαριστικές εν ζωή δικαιοπραξίες είναι
επικουρική σε σχέση με την δραστικότερη προστασία που του παρέχεται όταν αυτή
προσβάλλεται με διαθήκη. Πράγματι, μέμψη άστοργης δωρεάς χωρεί μόνον εφόσον
-και στο μέτρο που-με την ακυρότητα των χρονικά μεταγενέστερων δικαιοπραξιών
αιτία θανάτου δεν επιτυγχάνεται ικανοποίηση της νόμιμης μοίρας. Αν αντίθετα με
την ακυρότητα επιτυγχάνει ικανοποίηση του μεριδούχου, δεν χωρεί ανατροπή των
χαριστικών εν ζωή δικαιοπραξιών του κληρονομουμένου.87
86 Σταθόπουλος στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 1835-1838 αρ.3.
87 Σπυριδάκης, Η μέμψη….. σ. 6· Γεωργιάδης, ΚληρΔ, σ. 590.
[30]
§6. Προϋποθέσεις μέμψης άστοργης δωρεάς
Πέρα από την ύπαρξη μεριδούχων, τη μη νόμιμη αποκλήρωσή τους και την
προσβολή της νόμιμης μοίρας τους με την έννοια ότι το ποσοστό της δεν καλύπτεται
ολικά ή μερικά από την πραγματική κληρονομιά, πρόσθετες ειδικές προϋποθέσεις
για την άσκηση μέμψης άστοργης δωρεάς, κατά την ΑΚ 1835, είναι αφενός η
ύπαρξη δικαιοπραξιών που υπόκεινται σε μέμψη, αφετέρου η μη επάρκεια της
κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου για την κάλυψη της
νόμιμης μοίρας.88
Παρακάτω ακολουθεί η διάκριση των χαριστικών δικαιοπραξιών με κριτήριο
την ιδιότητα του αντισυμβαλλομένου του κληρονομουμένου ως μεριδούχου ή ως
τρίτου, η παράθεση των δικαιοπραξιών οι οποίες υπόκεινται σε ανατροπή και η
εξειδίκευση της έννοιας της «ανεπάρκειας» της κληρονομιάς.
I. Δικαιοπραξίες που υπόκεινται σε μέμψη
Κατά την ΑΚ 1835§1 «Κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία
κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί…». Από
τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της μέμψης ενδιαφέρουν μόνο οι εν ζωή
δωρεές του κληρονομουμένου, το αντικείμενο των οποίων προστίθεται στην
πραγματική κληρονομιά, κατά την ΑΚ 1831§2 και η αξία του οποίου
συνυπολογίζεται προκειμένου να ανευρεθεί η πλασματική κληρονομιά κατά την ΑΚ
1831.
Η ΑΚ 1831§2 διακρίνει τις «προσθετέες παροχές» σε δωρεές προς τρίτους (α’
περίπτωση) και σε εκείνες που πραγματοποιήθηκαν χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο
( β’ περίπτωση).
Α) Δωρεές προς τρίτους
Σύμφωνα με την ΑΚ 1831§2 για να προστεθεί στην κληρονομιά, και συνεπώς
να δύναται να ανατραπεί, δωρεά που έγινε από τον κληρονομούμενο προς τρίτο,
πρέπει αυτή να έγινε την τελευταία δεκαετία πριν από το θάνατο του
κληρονομουμένου-δωρητή και να μην έγινε από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο
88 Βούζικας, ΚληρΔ §149 Ι, σ. 865· Σπυριδάκης, Η μέμψη….. σ. 29-30· Ψούνη,ΚληρΔ, §9 ΧΙ, σ. 491.
[31]
ηθικό καθήκον.89Δηλαδή για να ανατραπεί δωρεά που έγινε σε μη μεριδούχο (τρίτο),
από το συνδυασμό των άρθρων 1835 §1 και 1831§2 ΑΚ προκύπτει ότι τίθενται δύο
προϋποθέσεις, μια θετική (η δωρεά να έγινε την τελευταία δεκαετία πριν από το
θάνατο του κληρονομουμένου) και μία αρνητική (να μην επιβλήθηκε από λόγους
ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον)90
.
Ως ιδιαίτερο ηθικό καθήκον νοείται εκείνο το οποίο κάτω από ειδικές
συνθήκες και περιστάσεις, υποδεικνύεται ως επιβεβλημένο από τις επιταγές της
ηθικής και της αλληλεγγύης. Στα πλαίσια των εν λόγω συνθηκών λαμβάνεται
υπόψη η περιουσία του δωρητή, η κοινωνική του θέση καθώς και οι προσωπικές
σχέσεις του με το δωρεοδόχο91
. Δηλαδή, η ύπαρξή του κρίνεται αντικειμενικά και
όχι με βάση τα συναισθήματα του δωρητή, αλλά τις κρατούσες ηθικές και
κοινωνικές αντιλήψεις και με ταυτόχρονη λήψη υπόψη και αξιολόγηση όλων των
συνθηκών της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.92
Ο νομοθέτης έθεσε την αρνητική προϋπόθεση της μη υπαγόρευσης της δωρεάς
από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον προκειμένου αυτή να μπορεί να ανατραπεί με αγωγή
μέμψης άστοργης δωρεάς, διότι έχει κρίνει ότι σε περίπτωση ύπαρξης ιδιαίτερου
ηθικού καθήκοντος το συμφέρον του δωρεοδόχου, το οποίο συνίσταται στη
διατήρηση της δωρεάς, είναι υπέρτερο του συμφέροντος του μεριδούχου για
ικανοποίηση του δικαιώματος της νόμιμης του μοίρας. Αυτό συμβαίνει διότι όταν η
δωρεά έχει υπαγορευθεί από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, η
χαριστική αυτή δικαιοπραξία χάνει σε μεγάλο βαθμό το χαρακτήρα της καθαρής
ελευθεριότητας και ως ένα βαθμό παρουσιάζει αναλογίες προς τις μη χαριστικές και
μάλιστα τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Δηλαδή, οι λόγοι ευπρέπειας ή το ιδιαίτερο
καθήκον που υπαγόρευσαν τη δωρεά αποτελούν, έστω και σε ηθικό/συναισθηματικό
επίπεδο, «αντάλλαγμα» για τον δωρητή και συνακόλουθα η δωρεά του αυτή
αποτελεί κατά κάποιο τρόπο «λύτρο» για τις ηθικές υποχρεώσεις του δωρητή.93
89
Παπαντωνίου, ΚληρΔ, §131 ΙΙ σ. 467, πριν την τροποποίηση των άρθρων 1831 και 1833 από τον ν.
1329/1983 μπορούσε να προσβληθεί α) κάθε δωρεά που είχε κάνει ο κληρονομούμενο τα τελευταία
δέκα χρόνια της ζωής του, είτε προς μεριδούχο είτε προς τρίτο, εφόσον δεν την επέβαλαν ιδιαίτερο
ηθικό καθήκον ή λόγοι ευπρέπειας και β) δωρεά που είχε γίνει και πριν από την δεκαετία , εφόσον είχε
συμφωνηθεί με τον όρο να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα.
90 ΟλΑΠ 1404/1984 ΝοΒ 33 (1985),97.
91 ΑΠ 1527/2000 Δ/νη 2001,1295· ΑΠ 1567/2009 ΝΟΜΟΣ .
92Κορνηλάκης Π., Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Τόμος Ι, (2002), § 14. 1, σ. 75 επ.
93 Σπυριδάκης, Η μέμψη…., σ. 14 επ.· βλ. και Βούζικα, ΚληρΔ, §149,σ.867, ο οποίος υποστηρίζει ότι
σε αυτήν την περίπτωση η παροχή γίνεται προς εκπλήρωση φυσική ενοχής( causa solvendi)
[32]
Για την απόδειξη της ύπαρξης ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος ή λόγων
ευπρέπειας, οι οποίοι υπαγόρευσαν την δωρεά, δεν αρκεί μόνη η περιεχόμενη στο
δωρητήριο συμβόλαιο δήλωση του δωρητή ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό
καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας. Η άνω δήλωση, καίτοι περιέχεται σε δημόσιο
έγγραφο, δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο θα κρίνει με βάση τα προταθέντα
και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, εάν πράγματι η δωρεά έγινε για κάποιον
από τους παραπάνω λόγους, άσχετα με τον χαρακτηρισμό που έδωσαν σε αυτήν οι
συμβαλλόμενοι και τα ελατήρια της ενέργειας του δωρητή.
94 Το βάρος της
αποδείξεως ότι η δωρεά έγινε από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον
φέρει, όπως προκύπτει και από το γράμμα της ΑΚ 1831 §2 («εκτός αν»), αυτός που
ισχυρίζεται ότι η δωρεά δεν είναι προσθετέα και δεν υπόκειται σε μέμψη. Αντίθετη
εκδοχή άλλωστε θα ματαίωνε ουσιαστικώς και τον σκοπό της διατάξεως του άρθρ.
1831 ΑΚ , η οποία αποβλέπει εις την προστασία του μεριδούχου έναντι πράξεων
του κληρονομουμένου, με τις οποίες επέρχεται αποστέρηση ή μείωση της νόμιμης
μοίρας, δεδομένου ότι ο μεριδούχος ενάγων θα βρίσκεται σε αδυναμία να γνωρίζει
τα παραγωγικά αίτια της βούλησης του κληρονομουμένου, που τον ώθησαν να
προβεί στη δωρεά.
95
Επίσης, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για να ανατραπεί δωρεά προς τρίτο
πρέπει αυτή να έγινε την τελευταία δεκαετία από το θάνατο του κληρονομουμένου
(θετική προϋπόθεση). Και σε αυτήν την περίπτωση κρίνεται υπέρτερο το συμφέρον
του δωρεοδόχου έναντι του μεριδούχου, καθώς εάν από το χρόνο εκπληρώσεως της
δωρεάς έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν κρίνεται εύλογο να ανατραπεί
αυτή καθώς έχει παγιωθεί η δημιουργηθείσα με αυτήν οικονομική κατάσταση. Ο
υπολογισμός της δεκαετίας γίνεται κατά τις διατάξεις των ΑΚ 241§1 και 243§3. Για
να υπόκειται η δωρεά σε ανατροπή κατόπιν ευδοκίμησης της αγωγής μέμψης, αρκεί
η εντός αυτής της προθεσμίας εκπλήρωση της υποχρέωσης της δωρεάς και είναι
αδιάφορος ο χρόνο ανάληψης της προς τούτο υποχρέωσης, δηλαδή δεν ενδιαφέρει ο
94 ΕφΔωδ 15/2004 ΝΟΜΟΣ· ΕφΘεσ 696/1989 ΕλλΔνη 1989, 1012·Γίνεται δεκτό από τη νομολογία
ότι στην έννοια των δωρεών από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον υπάγονται και οι ανταποδοτικές δωρεές,
δηλαδή αυτές με τις οποίες ο κληρονομούμενος ήθελε να ανταμείψει τον δωρεοδόχο για τις υπηρεσίες
που προσέφερε, χωρίς να έχει κατ’ εκείνου αξίωση από το νόμο για καταβολή αμοιβής, βλ. ΑΠ
111/1996 ΝοΒ 46,338.
95 ΟλΑΠ 1404/1984 ΝοΒ 33 (1985), 97, όπου παρατίθεται αυτούσια και η αγόρευση του Εισαγγελέα
του Αρείου Πάγου, Κων/νου Φαφούτη σχετικά με το ζήτημα της κατανομής του βάρους απόδειξης·
ΕφΘεσ 508/1978 Αρμ 1979, 41.
[33]
χρόνος κατάρτισης της υποσχετικής δικαιοπραξίας της δωρεάς, αλλά η σε
εκπλήρωση αυτής κατάρτισης της σχετικής εκποιητικής δικαιοπραξίας 96
Β) Δωρεές προς μεριδούχους
Σε αντίθεση με τη δωρεά που έγινε προς τρίτο, για την πρόσθεση στην
πραγματική κληρονομιά, σύμφωνα με την ΑΚ 1831§2, της δωρεάς που έγινε από τον
κληρονομούμενο προς μεριδούχο και την ανατροπή της δεν ενδιαφέρει το χρονικό
σημείο κατά το οποίο αυτή έλαβε χώρα, ούτε κι αν υπαγορεύθηκε από λόγους
ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον97
.
Κατά κανόνα σε μέμψη υπόκειται κάθε δωρεά προς μεριδούχο, εφόσον αυτή
υπερβαίνει τη νόμιμη του μοίρα. Ωστόσο, δωρεές του κληρονομουμένου προς
προαποβιώσαντα τέκνα του δεν υπάγονται στη ρύθμιση όταν πρόκειται για τη
νόμιμη μοίρα των γονέων του ή του επιβιώσαντος συζύγου του όταν αυτός συντρέχει
με συγγενείς δεύτερης τάξης, ούτε και δωρεές του κληρονομουμένου προς τους
γονείς του όταν in concreto μεριδούχοι είναι οι κατιόντες αυτού προσθέτονται στην
πραγματική κληρονομιά σύμφωνα με την ΑΚ 1831 §2 και υπόκειται σε μέμψη κατά
την ΑΚ 1835§1, μόνο εάν έγιναν στα τελευταία χρόνια πριν από το θάνατό του98
.
Επίσης, μετά την τροποποίηση της ΑΚ 1831§2 από το ν. 1329/1983 όλες οι
δωρεές του κληρονομούμενου προς μεριδούχου είναι «προσθετέες» στην
πραγματική κληρονομιά προκειμένου ανευρεθεί η πλασματική και περαιτέρω η
νόμιμη μοίρα, ο κληρονομούμενος όμως μπορεί να ορίσει ότι αυτές δεν είναι
«καταλογιστέες» στη νόμιμη μοίρα του μεριδούχου-δωρεοδόχου.
Ενόψει της ρύθμισης αυτής γίνεται δεκτό ότι και οι μη «καταλογιστέες»
παροχές υπόκεινται σε μέμψη, όπως γενικά οι δωρεές προς μεριδούχο99 και αυτό
διότι κατά την 1831 §2 ΑΚ οι δωρεές προς μεριδούχο είναι πάντοτε και χωρίς
προϋποθέσεις «προσθετέες» είτε είναι καταλογιστέες είτε όχι.
96 Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1835 αρ. 13.
97 Ειδικότερα έχει νομολογηθεί (βλ. ΕφΘεσ 660/1990 Αρμ 1990, 840· ΕφΘεσ 30/1983 Αρμ 37, 666)
ότι η περίθαλψη του κληρονομουμένου επί μακρό από μεριδούχους-κατιόντες του δεν συνιστά
ιδιαίτερο ηθικό καθήκον αλλά αντίθετα εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης στα πλαίσια των άρθρων
1485 επ. ΑΚ.
98 Ψούνη, ΚληρΔ.,§9 ΧΙ 2Β, σ. 492· Γεωργίαδης, ΚληρΔ, σ. 420.
99 Σπυριδάκης, Η μέμψη…. σ. 39. Πριν από την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 1329/1983 οι δωρεές
προς μεριδούχο υπόκειντο σε μέμψη εάν είχαν ορισθεί από τον κληρονομούμενο ως μη καταλογιστέες,
μόνον εφόσον εγένετο εντός της προ του θανάτου του κληρονομουμένου δεκαετίας, βλ.σχετικά
Βασιλάκη, ΚληρΔ. σελ. 184.
[34]
Παρατηρείται, έτσι, ότι στον κληρονομούμενο δωρητή αναγνωρίζεται η
δυνατότητα να ορίσει το «μη καταλογισμό» όταν δίνει την παροχή, ενώ δεν μπορεί
να προβλέψει το «μη συνυπολογισμό» των χαριστικών παροχών για να βρεθεί η αξία
της πλασματικής κληρονομιάς που θα αποτελέσει τη βάση για την εξεύρεση της
νόμιμης μοίρας, για τον λόγο ότι η ΑΚ 1831§2 είναι αναγκαστικού δικαίου.100
Για τις δωρεές προς μεριδούχους η ΑΚ 1838 διευκρινίζει ότι η ανατροπή του
χωρεί μόνο για ό,τι ο μεριδούχος έλαβε «επιπλέον της νόμιμης μοίρας που του
αναλογεί». Πράγματι, είναι αυτονόητο ότι η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος μεριδούχου
και του εναγομένου, ομοίως μεριδούχου του ιδίου κληρονομουμένου,
αλληλοεπηρεάζονται ως προς το ύψος τους, αφού αυτό και για τους δύο καθορίζεται
σε ποσοστό επί της πλασματικής κληρονομιάς. Και τα δύο ποσοστά «χωρούν» στην
κληρονομιά. Το ύψος της νόμιμης μοίρας του ενός προκύπτει με συνεκτίμηση και
του ύψους της άλλης. Σύγκρουση των δύο νόμιμων μοιρών δεν υπάρχει.101
Διχογνωμία υπήρξε σχετικά με το εάν ως «δωρεά» πρέπει να θεωρηθεί μόνον
αυτή που έχει εκπληρωθεί μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου102 ή
και αυτή που δεν έχει ακόμη (κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου-
δωρητή) εκπληρωθεί103. Ορθότερη πρέπει να θεωρηθεί η πρώτη άποψη διότι έτσι
προστατεύονται πληρέστερα τα συμφέροντα του μεριδούχου, στην προστασία των
οποίων αποσκοπεί η όλη ρύθμιση.104
Γ) Το ζήτημα των υποκείμενων σε μέμψη δικαιοπραξιών
Με αφορμή την αναφορά της ΑΚ 1835 σε «εν ζωή δωρεά» η οποία κατά την
ΑΚ 1831§ 2 υπολογίζεται στην κληρονομιά, αμφισβήτηση υπάρχει ως προς το εάν η
μέμψη αναφέρεται μόνο σε δωρεές η και σε κάθε παροχή χωρίς αντάλλαγμα.
Σχετικά υποστηρίζονται δύο απόψεις.
Κατά μία άποψη105
, σε μέμψη υπάγονται μόνο οι δωρεές της ΑΚ 496 και όχι
άλλες χαριστικές πράξεις. Κατά την αντίθετη υποστηριζόμενη άποψη106
, η
100 Ψούνη, ΚληρΔ.,§9ΙΧ, σ. 467.
101 Σταθόπουλος , στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ,άρθρα 1835-1838 αρ. 6.
102 Βούζικα, ΚληρΔ. §149 Α2, σ.867 ο οποίος υποστηρίζει ότι οι δωρεές που δεν έχουν εκπληρωθεί
ακόμη είναι αυτοδικαίως άκυρες κατά το μέρος που βαρύνουν τη νόμιμη μοίρα.
103 Φίλιος, ΚληρΔ.§338 Α1, σ.645
104 Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1833 αρ.3.
105
Βούζικας, ΚληρΔ.. §149 Α, σ. 866 επ.· Φίλιος, ΚληρΔ., §338 Α1, σ. 646.
[35]
διατύπωση των άρθρων 1831, 1835 ΑΚ αναφέρεται στη συνήθη περίπτωση, ενώ το
πραγματικό τους νόημα είναι ευρύτερο και καλύπτει κάθε περιουσιακή μετακίνηση
από χαριστική αιτία. Ουσιαστικά αυτή η άποψη εξομοιώνει δωρεές strictο sensu και
άλλου είδους παροχές χωρίς αντάλλαγμα.
Από τις παραπάνω απόψεις ορθότερη φαίνεται να είναι η δεύτερη, για το λόγο
ότι διαφορετικά ο κληρονομούμενος με άλλου είδους παραχωρήσεις χωρίς
αντάλλαγμα θα μπορούσε να παρακάμψει την αναγκαστικού χαρακτήρα ρύθμιση με
τη νομική μορφή άλλου είδους δωρεάς χωρίς αντάλλαγμα.
Έτσι κατά την παραπάνω υιοθετούμενη εδώ παραδοχή στις υποκείμενες σε
μέμψη πράξεις περιλαμβάνονται:
α) Δωρεά της ΑΚ 496
Δωρεά είναι η ενοχική, υποσχετική, χαριστική και αυστηρά ετεροβαρής
σύμβαση, με την οποία ο δωρητής παρέχει ή υπόσχεται να παράσχει στο δωρεοδόχο
χωρίς αντάλλαγμα ένα περιουσιακό αντικείμενο, έτσι ώστε να αυξηθεί η περιούσια
του δωρεοδόχου και να μειωθεί η περιουσία του δωρητή.107
β) Μικτή δωρεά
Πρόκειται για μικτή σύμβαση, όπου μια οριστική περιουσιακή επίδοση-
συνήθως η μεταβίβαση της κυριότητας πράγματος-επιχειρείται κατά τη συμφωνία
των μερών εν μέρει με αντάλλαγμα και εν μέρει χαριστικά, όπως λ.χ. η πώληση και
μεταβίβαση πράγματος με τίμημα κατώτερο από την αγοραία αξία του. Πάντως,
μόνη η ανισότητα ανάμεσα στην αξία της επίδοσης και στο παρεχόμενο αντάλλαγμα
δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της μικτής δωρεάς, αλλά απαιτείται οι
συμβαλλόμενοι να είχαν συνείδηση αυτής της ανισότητας και να συμφώνησαν, έστω
και σιωπηρά, ότι το ιδανικό μέρος του πράγματος, που δεν καλύπτεται από το
αντάλλαγμα, δωρίζεται από τον ένα συμβαλλόμενο στον άλλο.
106 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ 1835-1838 αρ. 7·.Ψούνη, ΚληρΔ,§ 9 ΧΙ, 2Β,
σ. 493· Γεωργιάδης, ΚληρΔ. σ. 421· βλ.όμως και Σπυριδάκη, Η μέμψη…. σελ. 32, ο οποίος καταρχήν
δέχεται ότι ως δωρεές νοούνται οι υπό ευρεία έννοια χαριστικές παροχές, αλλά ότι πρέπει ενδεχομένως
να γίνει δεκτός περιορισμός της ευρύτητας αυτής, με την αναγνώριση της ευχέρειας στο δικαστήριο να
μη θεωρεί δωρεά κάποια παροχή χωρίς αντάλλαγμα π.χ. χρησιδάνειο ελάχιστης διάρκειας.
107 Κορνηλάκης Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο Ι, §5.1. σ.32.
[36]
Ως προς τη νομική αντιμετώπιση της μικτής δωρεάς, η μάλλον κρατούσα
γνώμη δέχεται τη «θεωρία του χωρισμού», βάσει της οποίας το κάθε τμήμα της
σύμβασης (πώληση- δωρεά) υπόκειται στους κανόνες του αντίστοιχου τύπου. Από
την παραπάνω θεωρία συνάγεται ότι σε μέμψη υπόκειται η εν λόγω σύμβαση μόνο
στο μέτρο που η παροχή υπερβαίνει την αντιπαροχή του δωρεοδόχου-
κληρονομούμενου.
108
γ) Δωρεά υπό τρόπο
Τρόπος είναι η συμφωνία που προστίθεται στη δωρεά και με την οποία ο
δωρεοδόχος υποχρεώνεται σε ορισμένη παροχή.109 Ο τρόπος, δηλαδή η παροχή που
υποχρεώνεται να εκπληρώσει ο δωρεοδόχος, μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε
νοητή ενέργεια ή παράλειψη με περιουσιακό ή μη χαρακτήρα 110 Εφόσον ο τρόπος
έχει περιουσιακό χαρακτήρα υπόκειται σε μέμψη η δωρεά υπό τρόπο, μόνο όμως
κατά το υπερβάλλον.111
δ) Γονική Παροχή
Όπως διευκρινίστηκε και παραπάνω σε ανατροπή υπόκεινται, κατά την
ορθότερη άποψη, όχι μόνο οι δωρεές με τη στενή του όρου έννοια, αλλά και
οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε όσο ζούσε χωρίς αντάλλαγμα σε
μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο. Παραχώρηση χωρίς αντάλλαγμα «με
άλλο τρόπο» συνιστούν κυρίως οι γονικές παροχές.
Η γονική παροχή, σύμφωνα με την ΑΚ 1509, είναι η παροχή περιουσίας στο
τέκνο από οποιοδήποτε γονέα του είτε για τη δημιουργία, ή τη διατήρηση
οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την εξακολούθηση επαγγέλματος.
Αυτή, σύμφωνα με την προμνημονευόμενη διάταξη αποτελεί δωρεά και υπόκειται σε
μέμψη, εφόσον υπερβαίνει το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο. Ως
ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική
κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά το χρόνο σύστασης της παροχής και
108 Μπαλής, ΚληρΔ.§ 156, σ.236· Τούσης, ΚληρΔ. §116 α’, σ.299· Παπαντωνίου, ΚληρΔ. §131 ΙΙ,
σ.466 επ.
109 Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο,§12.1, σ. 65
110 Λχ. παροχή διατροφής, περίθαλψη, μεταβίβαση ορισμένου ποσοστού εξ αδιαιρέτου κ.α
111 ΑΠ 166/1990 ΝοΒ 39, 72.
[37]
την οικογενειακή του κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων του, την ηλικία
του, τις ανάγκες του τέκνου προς το οποίο γίνεται η παροχή, την οικονομική
κατάσταση των άλλων τέκνων, ενώ το μέτρο αυτό δεν εξαρτάται από την αξία της
νόμιμης μοίρας του δικαιούχου ή την κληρονομική του μερίδα, ο σκοπός του οποίου
είναι διαφορετικός. Απορία του τέκνου για τη σύσταση της γονικής παροχής δεν
απαιτείται, παρά μόνο η συνδρομή ανάγκης με την έννοια της διατάξης του άρθρου
ΑΚ 1509 .
Από το συνδυασμό των διατάξεων ΑΚ 1831§1 και 2, 1835 και 1509 συνάγεται
ότι η γονική παροχή, ως παραχώρηση χωρίς αντάλλαγμα του κληρονομουμένου σε
μεριδούχο, προστίθεται στην κληρονομιά προκειμένου να υπολογισθεί η αξία της
πλασματικής κληρονομιάς και κατ’ επέκταση να ανευρεθεί η νόμιμη μοίρα, άσχετα
από το εάν αποτελεί δωρεά, αρκεί ότι γίνεται από ελευθεριότητα και όχι από νομική
υποχρέωση.
Όμως, σύμφωνα με την ΑΚ 1835 σε μέμψη υπόκεινται, από τις παροχές που
προσθέτονται στην κληρονομιά κατ’άρθρον 1831§2 ΑΚ, μόνο αυτές που περιήλθαν
στον μεριδούχο ή τρίτο λόγω δωρεάς. Το γεγονός ότι η παροχή του γονέα προς το
τέκνο, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1509 εδ. α’ ΑΚ, δεν αποτελεί δωρεά όταν
είναι μέσα στα όρια που επιβάλλουν οι περιστάσεις, έχει ως συνέπεια, η τελευταία
να μην προσβάλλεται ως άστοργή, έστω κι αν θίγει τη νόμιμη μοίρα του
μεριδούχου, αφού κατά την παραπάνω διάταξη σε μέμψη υπόκεινται μόνο οι
δωρεές.112
Κατά τις παραπάνω παραδοχές, όταν με αγωγή μέμψη προσβάλλεται γονική
παροχή, για να είναι αυτή ορισμένη πρέπει να εκτίθενται σαφώς και να
αποδεικνύονται τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, ότι η γονική παροχή είναι
δωρεά στο σύνολό της ή μερικώς, ότι δηλαδή υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν
οι περιστάσεις. Επομένως, σε μέμψη υπόκειται η γονική παροχή , μόνο εάν αποτελεί
στο σύνολο της δωρεά, οπότε σε ανατροπή υπόκειται όλη, ή εάν κριθεί μερικώς ως
δωρεά, οπότε ανατρέπεται μόνον κατά το υποβάλλον.
113
112 ΑΠ 491/2009 ΝΟΜΟΣ·ΑΠ 236/1984 ΝοΒ 33, 354· ΕφΠατρ 105/2007 ΝΟΜΟΣ· ΕφΑθ
4060/2006 ΕλλΔ/νη 2008, 278· ΕφΑθ 8560/2002 ΕλλΔ/νη 2004 , 574· ΜΠρΘεσσαλ 20958/2006 Αρμ
2007, 1164.
113 ΑΠ 518/2006 ΝΟΜΟΣ· ΕφΔωδ 328/2005 ΝΟΜΟΣ· ΕφΛαρ 409/2003 ΝΟΜΟΣ· ΠΠρΡοδ
78/2009 ΝΟΜΟΣ.
[38]
ε) Προίκα
Για να δούμε εάν η προίκα υπόκειται σε μέμψη θα πρέπει να εξετάσουμε τη
λειτουργία του καταργηθέντος αυτού θεσμούς.
Στην αρχική ρύθμιση του Αστικού Κώδικα, το 1946, η προίκα δινόταν υπέρ της
γυναίκας στον άνδρα, είτε κατά κυριότητα είτε κατ' επικαρπία. Όταν την έπαιρνε
κατά κυριότητα, δεν είχε καμιά υποχρέωση επιστροφής και η γυναίκα δεν είχε καμιά
υποχρέωση αναζήτησης της μετά τη λύση του γάμου. Στον Αστικό Κώδικα
ρυθμιζόταν μόνον η προίκα που δινόταν στον άνδρα κατ' επικαρπία και διοίκηση,
ενώ η γυναίκα είχε την ψιλή κυριότητα.
Σε περίπτωση θανάτου του συζύγου ή κυρίως λύσης του γάμου, η γυναίκα
ανακτούσε την πλήρη κυριότητα των προικώων. Τα προικώα, επειδή είχαν ως στόχο
την ελάφρυνση του άνδρα στα βάρη του γάμου, αλλά και την εξασφάλιση της
γυναίκας σε περίπτωση λύσης του γάμου, δεν επιτρεπόταν να εκποιηθούν, παρά
μόνον με άδεια του δικαστηρίου, το οποίο όριζε και την τοποθέτηση του προϊόντος
της πώλησης.
Όλα αυτά ίσχυαν μέχρι την εφαρμογή του νόμου 1329/1983, ο οποίος κατήργησε
την προίκα ως θεσμό, απαγόρευσε τη σύσταση προίκας και οι προίκες που είχαν
μέχρι τότε συσταθεί ανέκαμψαν στις γυναίκες κατά πλήρη κυριότητα.
Σύμφωνα με την γνώμη που κρατούσε στη νομολογία πριν τον ν. 1329/1983, που
κατήργησε το θεσμό, ως προς τον άνδρα δεν υπόκειτο σε ανατροπή κατά της περί
μέμψεως άστοργης δωρεάς διατάξεις των άρθρων 1835 επ. ΑΚ, με τη δικαιολογία
ότι η προίκα δεν αποτελούσε δωρεά ως προς τον άνδρα, αφού αυτός τη λάμβανε όχι
«χωρίς αντάλλαγμα», όπως απαιτείται για την ανατροπή, αλλά ως αντιστάθμισμα
των βαρών του γάμου. Αντίθετα, ως προς τη γυναίκα γινόταν δεκτό ότι αυτή
υπόκειται σε μέμψη μόνο όμως όταν συστήνονταν από τρίτου μη υπόχρεου ή από
τον υπόχρεο αλλά πέραν της νομικής υποχρέωσης που βάρυνε αυτόν.
114
Η παραπάνω εκτεθείσα άποψη είχε δεχτεί κριτική. Ειδικότερα, είχε
υποστηριχθεί ότι ο σκοπός της μέμψεως αστόργου δωρεάς, ο οποίος συνίσταται στη
διαφύλαξη της νόμιμης μοίρας, επέβαλε αναλογική επέκταση των περί μέμψεως
διατάξεων και ως προς τον άνδρα επί προικός που συστήθηκε από τρίτο μη υπόχρεο
ή από υπόχρεο πέραν όμως από τη νόμιμη υποχρέωση αυτού προς προίκιση.115 Κατά
114 ΑΠ 514/1968 ΝοΒ 17, 33· ΑΠ 510/1973 ΝοΒ 21, 1411· ΕφΑθ 937/1959 ΝοΒ 7, 965.
115 Βούζικας, ΚληρΔ, §153, σ. 887.
[39]
την άποψη αυτή, η πρώτη εκτεθείσα γνώμη δεν παρέχει στον μεριδούχο την
επιδιωκόμενη προστασία, γιατί αυτός προς λήψη της νόμιμής του μοίρας θα έπρεπε
να ανάμενε τη λύση του γάμου της γυναίκας με τον προικολήπτη.
Σήμερα, τα παραπάνω δεν έχουν καμία σημασία για τους νόμιμους μεριδούχους
καθώς με το ν. 1329/1983 οι προίκες που είχαν μέχρι τότε συσταθεί ανέκαμψαν στις
γυναίκες κατά πλήρη κυριότητα. Επομένως, αυτές ως χαριστικές πράξεις θα έχουν
ανάλογη μεταχείριση με τις δωρεές εν ζωή.
στ) Εικονική δικαιοπραξία
Είναι δυνατόν ο κληρονομούμενος να προέβη εν ζωή σε κατάρτιση εικονικής
συμβάσεως, ετεροβαρους ή αμφετεροβαρούς. Για να εξετασθεί το ζήτημα της
πρόσθεσης του αντικειμένου της συμβάσεως αυτής, δηλαδή της παροχής, στην
κληρονομιά κατά την ΑΚ 1831§2 και ειδικότερα το αν είναι δυνατόν αυτό να
αποτελέσει αντικείμενο της πραγματικής κληρονομιάς, ή της πλασματικής θα πρέπει
πρώτα να εξετασθούν οι προϋποθέσεις της εικονικότητας και οι έννομες συνέπειες
που αυτή επισύρει.
? Έννοια Εικονικότητας
Ως εικονικότητα ορίζεται η νομική κατάσταση, κατά την οποία η δήλωση
βουλήσεως ή δικαιοπραξία, αφενός δεν έγινε στα σοβαρά αφετέρου έγινε
φαινομενικά, με σκοπό να ανταποκριθεί στην αναμενόμενη πίστη των τρίτων για το
ότι είναι σοβαρή και μη φαινομενική και, παραπέρα, με σκοπό να παραπλανηθούν ή
να εξαπατηθούν οι τρίτοι.116
Όπως προκύπτει από την ΑΚ 138 § 1, αντικείμενο της εικονικότητας μπορεί να
είναι η δήλωση βούλησης, η οποία μπορεί να υπάρξει ως αυθύπαρκτη νομική
οντότητα. Ωστόσο, επειδή η δήλωση βούλησης είναι ενταγμένη στο πραγματικό της
δικαιοπραξίας και περαιτέρω της σύμβασης, η οποία συνιστά δικαιοπραξία στην
κατάρτιση της οποίας συμμετέχουν, με δηλώσεις βούλησης που συμπίπτουν ως προς
το έννομο αποτέλεσμα, δύο τουλάχιστον πρόσωπα, γίνεται δεκτό ότι αντικείμενο
εικονικότητας μπορεί να είναι τόσο η μονομερής δικαιοπραξία, όσο και η σύμβαση.
116
Καρύμπαλη-Τσίπτσιου Γ., Η ακυρότητα λόγω εικονικότητας- Συμβολή στην ερμηνεία των ΑΚ
138§1-139, σ. 50.
[40]
Για να κριθεί όμως μια σύμβαση εικονική θα πρέπει στις δηλώσεις βουλήσεως
αμφοτέρων των συμβαλλομένων να εντοπίζονται τα γνωρίσματα του «μη σοβαρού»
και του «φαινομενικού». «Μη σοβαρή» είναι μία δήλωση βούλησης όταν απουσιάζει
η πρόθεση νομικής δέσμευσης από πλευράς του δηλούντος, ενώ η ίδια δήλωση
χαρακτηρίζεται «φαινομενική», όταν ο δηλών προβαίνει σε αυτήν προκειμένου να
προβάλει συνειδητά και εκούσια μια απατηλή εικόνα της πραγματικότητας σε όσους
αγνοούν την όλη κατάσταση.
Από τα παραπάνω εκτεθέντα καθίσταται σαφές, ότι η ελαττωματικότητα της
δήλωσης βούλησης οφείλεται στην απουσία της δικαιοπρακτικής βούλησης εκ
μέρους του δηλούντος, ο οποίος έχει μόνο βούληση πράξης και συνείδηση βούλησης.
Για τη σύναψη μιας σύμβασης απαιτείται όχι μόνο περιέλευση της δήλωσης
βούλησης του προτείνοντος σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά και αποδοχή του
τελευταίου, δηλαδή τόσο γνώση του περιεχομένου της πρότασης, όσο και συμφωνία
ως προς όλα τα στοιχεία του πραγματικού της εκ μέρους του λήπτη. Επομένως για να
χαρακτηρισθεί μια σύμβαση εικονική απαιτείται η συμμετοχή του
αντισυμβαλλομένου στην εικονικότητα, με την έννοια ότι η δήλωσή αποδοχής του
πρέπει κι αυτή να συγκεντρώνει τα γνωρίσματα του μη σοβαρού και φαινομενικού.
117
Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, κρίνεται σκόπιμο να εξετασθούν οι
ακόλουθες δύο περιπτώσεις:
? Απόλυτη Εικονικότητα
Σύμφωνα με την ΑΚ 138§ 1, συνέπεια της εικονικής σύμβασης είναι η απόλυτη
ακυρότητα αυτής και σύμφωνα με την ΑΚ 180, η οποία εισάγοντας νομικό πλάσμα
εξομοιώνει την άκυρη δικαιοπραξία με δικαιοπραξία που δεν έγινε ποτέ, η μη
παραγωγή εννόμων συνεπειών. Συνακόλουθα, εάν έχει καταρτισθεί εικονική
υποσχετική δικαιοπραξία, η οποία αποτελεί αιτία εκποιητικής αιτιώδους δικαιοπραξία
π.χ. ΑΚ 1033, η ακυρότητα της αιτίας συνεπάγεται την ακυρότητα και της
τελευταίας, ενώ εάν η εικονικη υποσχετική δικαιοπραξία αποτελεί αιτία εκποιητικής,
αναιτιώδους δικαιοπραξίας π.χ. ΑΚ 1034, η ακυρότητα της αιτίας δεν επηρεάζει το
117
.Καρύμπαλη-Τσίπτσιου, Η ακυρότητα λόγω εικονικότητας…, σελ. 105-106.
[41]
κύρος της εκποιητικής που καταρτίζεται σε εκπλήρωσή της, όμως παρέχεται στον
οφειλέτη προστασία με τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ.
Βάσει των παραπάνω εξάγουμε το συμπέρασμα, πώς εάν ο κληρονομούμενος
συμμετείχε σε κατάρτιση οποιασδήποτε εικονικής σύμβασης εν ζωή, λόγω της
ακυρότητας από την οποία πάσχει αυτή, θεωρείται ότι δεν επήλθαν τα έννομα
αποτελέσματά της και επομένως το αντικείμενο αυτό θεωρείται ότι βρίσκεται ακόμη
στην περιουσία του κληρονομουμένου (πραγματική κληρονομιά) και ότι δεν εξήλθε
ποτέ από αυτήν. Για το λόγο αυτό και υπό την προϋπόθεση ότι η εικονική σύμβαση
είναι αυτή της δωρεάς, ο νόμιμος μεριδούχος δεν μπορεί να ζητήσει την ανατροπή
της με αγωγή μέμψης, παρά μόνο να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70
ΚΠολΔ) με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της δωρεάς, κατά του
φερόμενου ως δωρεοδόχου ή και διεκδικητική αγωγή εάν ο τελευταίος το
κατακρατεί.
? Σχετική Εικονικότητα
Υπάρχει περίπτωση οι συμβαλλόμενοι να εμφανίζουν στον εξωτερικό κόσμο μία
σύμβαση, τα έννομα αποτελέσματα της οποίας δεν επιθυμούν αμφότεροι να
επέλθουν, χωρίς ωστόσο να είναι ολότελα αρνητικοί στην επέλευση οποιασδήποτε
έννομης συνέπειας, αλλά επιθυμούν την επέλευση των εννόμων συνεπειών μιας
σύμβασης, διαφορετικής από την εικονική, την οποία δεν εμφανίζουν στον εξωτερικό
κόσμο, της χαρακτηριζόμενης «καλυπτόμενης δικαιοπραξίας» (μορφή σχετικής
εικονικότητας).
Την περίπτωση αυτή ρυθμίζει η διάταξη της ΑΚ 138 §2, βάσει της οποίας
«Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη
την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της».
Η νομική οντότητα που καλύπτεται κάτω από την εικονική δικαιοπραξία, η
οποία χαρακτηρίζεται ως «καλυπτόμενη δικαιοπραξία», δεν μπορεί να εκτιμάται,
καταρχήν, ως καταρτισμένη δικαιοπραξία, διότι η βούληση αυτών που επιθυμούν τη
σύνδεση έννομων αποτελεσμάτων με αυτή τη νομική οντότητα δεν εξωτερικεύεται
με σχετική δήλωση βούλησης.118 Στο σημείο αυτό επεμβαίνει δημιουργικά ο νόμος
(ΑΚ 138 §2) αποδίδοντας στις δηλώσεις βουλήσεως που συγκροτούν το πραγματικό
της δικαιοπραξίας, τα νομοτυπικά στοιχεία της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας,
118 Κορνηλάκης Π., Αρμ 1980 σ..952, Παρατηρ. στην ΕφΘεσ 612/1980
[42]
προάγοντας ουσιαστικά την καλυπτόμενη νομική οντότητα σε καταρτισμένη και
έγκυρη δικαιοπραξία, διαφορετική από την εικονική.
Στην περίπτωση αυτή, εφόσον η δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την
εικονική είναι αυτή της δωρεάς και υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν οι όροι της
ΑΚ 138 §2 (βούληση των συμβαλλομένων και τήρηση των όρων που απαιτούνται
για τη σύστασή της), αυτή υπόκειται σε ανατροπή κατά την ΑΚ 1835 §1, αρκεί ο
μεριδούχος να επικαλείται και να αποδεικνύει το στοιχείο της εικονικότητας της
δικαιοπραξίας της εμφανιζόμενης στον εξωτερικό κόσμο δικαιοπραξίας.
? Σύμβαση πώλησης με εικονικό τίμημα
Συνήθης περίπτωση στις συναλλαγές είναι η κατάρτιση δωρεάς καλυπτόμενης
υπό συμβάσεως πώλησης. Ειδικότερα, πώληση σύμφωνα με την ΑΚ 513, είναι η
σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (πωλητής) αναλαμβάνει την
υποχρέωση να μεταβιβάσει στον άλλο συμβαλλόμενο (αγοραστή) την κυριότητα ενός
πράγματος ή ενός δικαιώματος, και αν αντικείμενο της πώλησης είναι το πράγμα, να
το παραδώσει σε αυτόν, ενώ ο αγοραστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει
στον πωλητή το συμφωνημένο τίμημα. Πρόκειται για σύμβαση ενοχική, υποσχετική
και αμφετεροβαρή. Τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα ή
το δικαίωμα, που είναι αντικείμενο της πώλησης, το τίμημα και η σχετική με αυτά
συμφωνία των μερών για μετάθεση της κυριότητας του αντικειμένου της πώλησης
και καταβολής του τιμήματος.
Η συμφωνία των μερών ως προς το τίμημα μπορεί να είναι εικονική, δηλαδή να
μην έγινε στα σοβαρά αλλά μόνο κατά φαινόμενο κι από τους δύο συμβαλλόμενους,
οπότε η υποσχετική σύμβαση της πώλησης, βάσει της ΑΚ 138 § 1 θα είναι άκυρη.
Σε αυτήν όμως την περίπτωση θα πρέπει να γίνει η ακόλουθη διάκριση:
Α) Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέλησαν να καταρτίσουν ούτε πώληση ούτε
οποιαδήποτε άλλη δικαιοπραξία (μορφή απόλυτης εικονικότητας), οπότε σύμφωνα
με την ΑΚ 138 §1, δεν παράγεται κανένα έννομο αποτέλεσμα κι ως εκ τούτου το
αντικείμενο της εικονικής πώλησης, θεωρείται ότι ουδέποτε εξήλθε της περιουσίας
του κληρονομουμένου και συνακόλουθα ότι αποτελεί στοιχείο της πραγματικής
κληρονομιάς.
Β) Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέλησαν μεν να καταρτίσουν πώληση, αφού παρά
την δήλωση τους περί καταβολής ορισμένου τιμήματος, η πραγματική τους βούληση
[43]
ήταν να μην καταβληθεί καθόλου τίμημα, ήθελαν όμως να καταρτίσουν κάτω από
τον μανδύα της πώλησης μία άλλη δικαιοπραξία, π.χ. δωρεά Σε αυτή την περίπτωση
βάσει της ΑΚ 138 § 2 η δωρεά θα είναι έγκυρη υπό την προϋπόθεση ότι οι
συμβαλλόμενοι ήθελαν τη δωρεά και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη
σύσταση της, όπως είναι ο συμβολαιογραφικός τύπος. Από τις διατάξεις αυτές
προκύπτει ότι, όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό
την εικονική καλυπτόμενη άλλης δικαιοπραξίας είναι συστατικός τύπος, όπως το
συμβολαιογραφικό έγγραφο, αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική
δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και
γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας.119
Στην περίπτωση αυτή θα πρόκειται για παροχή που προστίθεται στην
κληρονομιά βάσει της ΑΚ 1831 και ως χαριστική θα υπόκειται σύμφωνα με την ΑΚ
1835 σε ανατροπή με αγωγή μέμψεως.
ζ) Κατάθεση σε κοινό λογαριασμό
Με το ν.5638/1932 θεσπίστηκε ο κοινός διαζευκτικός τραπεζικός λογαριασμός
με την πραγματοποίηση χρηματικής κατάθεσης σε τράπεζα στο όνομα δύο ή
περισσότερων προσώπων από κοινού, τον οποίο μπορούν να χρησιμοποιούν και να
κινούν είτε καθένας χωριστά, είτε όλοι μαζί.
Για την τύχη του κοινού τραπεζικού λογαριασμού σε περίπτωση θανάτου ενός
από τους συγκαταθέτες πρέπει να διακριθούν οι ακόλουθες περιπτώσεις:
Α) Αν δεν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, ότι δηλαδή μετά το
θάνατο κάποιου συγκαταθέτη η κατάθεση και ο λογαριασμός θα περιέλθει
αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες συνδικαιούχους, οι κληρονόμοι του καταθέτη
δεν υπεισέρχονται έναντι της τράπεζας στη θέση του συνδικαιούχου της κατάθεσης
με βάση το κληρονομικό τους δικαίωμα, λόγω της σχετικής απαγόρευσης του
άρθρου 3 του ν. 5638/1932120, το οποίο ορίζει ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος
119 ΟλΑΠ 36/1998 ΕλλΔνη 40,40·ΕφΑθ 3289/2001 ΕλλΔνη 2001, 1394· ΠΠρΠειρ 2474/2009
ΝΟΜΟΣ.
120 Σύμφωνα με το άρθρο 3 §1 του ν. 5638/1932, το οποίο εφαρμόζεται σε κάθε κατάθεση
ανεξαρτήτως της προσθήκης ή όχι του άρθρου 2, τα δικαιώματα από την κατάθεση που έχει ο κάθε
δικαιούχος απέναντι στην τράπεζα είναι αμεταβίβαστα τόσο εν ζωή, όσο και αιτία θανάτου. Το δε
πραγματικό νόημα της διάταξης είναι ότι το αμεταβίβαστο ισχύει στις σχέσεις απέναντι στην τράπεζα
και όχι σε αυτές απέναντι στους άλλους δικαιούχους βλ. ΑΠ 540/1998 ΔΕΕ 1998, 723, η οποία
υποστηρίζει ότι το άρθρο 3 ρυθμίζει σχέσεις μεταξύ τράπεζα και καταθετών.
[44]
συνδικαιούχου δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην κατάθεση, αλλά απλώς έχουν το
δικαίωμα να απαιτήσουν από τους υπόλοιπους συγκαταθέτες το μέρος εκείνο της
κατάθεσης που αντιστοιχεί στον δικαιοπάροχό τους με βάση την εσωτερική τους
σχέση121
.
Επομένως, στην περίπτωση αυτή, δεν τίθεται ζήτημα μέμψεως, διότι δεν
συντελείται καμία δωρεά και ο νόμος δίνει απευθείας δικαίωμα στους κληρονόμους-
μεριδούχος του αποβιώσαντος συγκαταθέτη να αναζητήσουν το ποσό της κατάθεση
που ανήκε στον αποβιώσαντα122
.
Β) Αν αντίθετα, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, οι κληρονόμοι
του αποβιώσαντος συνδικαιούχου, αποξενώνονται πλήρως από το ποσό της
κατάθεσης, το οποίο εξαιρείται από την κληρονομιά και περιέρχεται αυτοδικαίως
στους λοιπούς, επιζώντες συνδικαιούχους, χωρίς να μπορούν οι κληρονόμοι να
αντλήσουν δικαιώματα από την εσωτερική σχέση των τελευταίων με τον
κληρονομούμενο και να στραφούν κατά αυτών, όπως στην πρώτη περίπτωση.
123
Οι συνδικαιούχοι που αποκτούν με τον τρόπο αυτό το υπόλοιπο της κατάθεσης
του κοινού λογαριασμού δεν θεωρούνται κληρονόμοι του συγκαταθέτη που
απεβίωσε και ασκούν τα σχετικά με την κατάθεση δικαιώματα εξ ιδίου
δικαίου.124Αποτέλεσμα, λοιπόν, της προσθήκης του άρθρου 2, είναι να μένουν εκτός
κληρονομιάς τα ποσά του κοινού λογαριασμού που αναλογούσαν στον
αποβιώσαντα, σύμφωνα με τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.
Για να εξισορροπηθούν οι παραπάνω εξαιρετικά ευνοϊκές διατάξεις υπέρ των
καταθετών κοινού λογαριασμού και αντίστοιχα οι αυστηρές ρυθμίσεις σε βάρος των
αναγκαίων κληρονόμων, για τους οποίους οι σχετικές διατάξεις είναι αναγκαστικού
δικαίου (αρ. 1825 επ. ΑΚ), εισήχθη η διάταξη του άρθρου 117 του ΕισΝΑΚ, η οποία
ορίζει «Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό του Ν. 5638/ της
31ης Αυγούστου/7ης Σεπτεμβρίου 1932 «περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν» η
121
βλ. ΕφΠατρ 451/1997 ΔΕΕ 1998, 297, σύμφωνα με την οποία «σε περίπτωση θανάτου ενός από
τους καταθέτες δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας,
κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι
διαφορετικά θα επήρχετο μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας.
Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και
ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν ν` αξιώσουν
από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις
εσωτερικές σχέσεις των καταθετών».
122 ΕφΘεσ 362/1990 ΕλλΔνη 31 (1990), 321· ΜΠρΒολ 1215/2003 ΝΟΜΟΣ.
123 ΑΠ 540/1998 ΔΕΕ 1998,723· ΜΠρΘεσ 20958/2006 Αρμ 2007, 1164.
124 ΕφΑθ 9395/1999 ΝΟΜΟΣ· ΕφΘεσ 2035/1991 Αρμ 1991, 879.
[45]
κατάθεση, αν με αυτήν πραγματοποιήθηκε δωρεά, κρίνεται ως προς το δίκαιο της
νόμιμης μοίρας ως δωρεά, εφόσον πρόκειται για κληρονομία καταθέτη που πέθανε
μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα». Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη οι
κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνδικαιούχου και μάλιστα αποκλειστικά οι
αναγκαίοι (μεριδούχοι), έχουν δικαίωμα να επιδιώξουν την ολική ή μερική ανατροπή
της περιέλευσης της κατάθεσης στους επιζώντες συνδικαιούχους του λογαριασμού
και στο βαθμό που θίγεται η νόμιμη μοίρα που τους αντιστοιχεί.125
Για να τύχει εφαρμογής το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ και να γεννηθεί το δικαίωμα του
αναγκαίου κληρονόμου επί του ποσού του κοινού λογαριασμού για το μέρος που
υπολείπεται της νόμιμής του μοίρας πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις :α)
ύπαρξη κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, β) συντέλεση δωρεάς με την κατάθεση
αυτή και γ) ο θάνατος του καταθέτη να επήλθε μετά την 23-2-1946, δηλαδή μετά την
έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα.
Για να διευκρινισθεί ποιος θα είναι ο τρόπος προστασίας των νόμιμων
μεριδούχων του αποβιώσαντα συγκαταθέτη είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί η
νομική φύση της πραγματοποιούμενης, με τη χρηματική κατάθεση, επιδόσεως υπέρ
του συγκαταθέτου της.
Η διάταξη του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ χρησιμοποιεί τον όρο δωρεά, τόσο ως
δωρεά εν ζωή όσο και ως δωρεά αιτία θανάτου. Θα πρόκειται για δωρεά αιτία
θανάτου (ΑΚ 2032) αν στον κοινό λογαριασμό κατατέθηκε από χαριστική αιτία
ποσό από την περιουσία του αποβιώσαντος, χωρίς στο μεταξύ και μέχρι το θάνατό
του, να έχουν προβεί οι συνδικαιούχοι σε κάποια ανάληψη, με το σκεπτικό ότι ετέθη
έστω και σιωπηρά ως προϋπόθεση από όλους, ότι η περιέλευση της ωφέλειας σε
αυτούς θα γίνει με το θάνατο του καταθέτη-δωρητή126
. Η δωρεά αυτή
αντιμετωπίζεται ως κληροδοσία και θα είναι αυτοδικαίως άκυρη κατά το μέρος που
προσβάλει τη νόμιμη μοίρα. Οι μεριδούχοι θα πρέπει να ασκήσουν την αγωγή περί
125 Φουντεδάκη Κ., Κατάθεση σε κοινό λογαριασμό και προστασία του νόμιμου μεριδούχου, Αρμ 1997
σ. 593 επ.
126 ΕφΑθ 5774/1995 ΝοΒ 45 (1997), 218, κατά την οποία «…όταν κατατίθεται χρηματικό ποσό από
χαριστική αιτία σε κοινό λογαριασμό προκειμένου να επωφεληθεί ο συγκαταθέτης του ενεργητικού
υπολοίπου της καταθέσεως ακόμη και όταν προϋπόθεση της περιέλευσης της ωφέλειας είναι ο θάνατος
του παρέχοντος και η επιβίωση του λήπτη, θα μπορεί να γίνει λόγος για κληροδοσία (αρθρ. 1714 ΑΚ)
μόνον εφόσον θα έχει συνταχθεί νομοτύπως διαθήκη του παρέχοντος. Διαφορετικά, όπως συμβαίνει
συνήθως, θα πρόκειται περί δωρεάς. Η ενλόγω δωρεά θα είναι αιτία θανάτου, αν η συμφωνία των
ενδιαφερομένων συγκαταθετών, δηλαδή η εσωτερική τους σχέση, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του
άρθρου 2032 ΑΚ, αλλιώς θα είναι δωρεά εν ζωή».
[46]
κλήρου κατά των συνδικαιούχων του αποβιώσαντα (άρθρα 2035, 1825§2, 1829,
1967 επ. ΑΚ) .
Αντίθετα, θα πρόκειται για δωρεά εν ζωή όταν ο αποβιώσας κατέθεσε ποσό
στον κοινό λογαριασμό με τη συμφωνία ότι οι άλλοι συνδικαιούχοι έχουν το
δικαίωμα και πριν από το θάνατο του να το αποσύρουν και να το κρατήσουν για τον
εαυτό τους χωρίς αντάλλαγμα. Σε αυτήν την περίπτωση ο μεριδούχος θα
προστατευτεί ασκώντας την αγωγή μέμψεως αστόργου δωρεάς κατά των
συνδικαιούχων του αποβιώσαντα.
Εξάλλου, για να ισχύσει η υπέρ του συγκαταθέτη χαριστική επίδοση ως δωρεά
(εν ζωή ή αιτία θανάτου) χρειάζεται και η συγκέντρωση των λοιπών προϋποθέσεων
του κύρους των εν λόγω δικαιοπραξιών και συγκεκριμένα συμφωνία των
συγκαταθετών, σύμφωνα με τα άρθρα 496 επ., 2032 ΑΚ και συμβολαιογραφικό
έγγραφο, την έλλειψη του οποίου αναπληρώνει και στις δύο περιπτώσεις η κατάθεση
των χρημάτων στον κοινό λογαριασμό, από τον οποίο τα αποσύρει μετά ο
δωρεοδόχος-συγκαταθέτης.127
Το χρηματικό ποσό που αποτελεί αντικείμενο της χαριστικής επίδοσης θα
προστεθεί στην κληρονομία για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας με τους
περιορισμούς ή όχι της ΑΚ 1831, ανάλογα με την περίπτωση. Ειδικότερα αν μεν
πρόκειται για δωρεά αιτία θανάτου, η αξία της θα προστεθεί σύμφωνα με το άρθρο
1831§ 1 ΑΚ ως στοιχείο της πραγματικής κληρονομιάς στο ενεργητικό της, αν δε
πρόκειται για δωρεά εν ζωή τότε η αξία της κατάθεσης υπολογίζεται ως στοιχείο της
πλασματικής κληρονομιάς κατά την ΑΚ 1831§ 2.
η) de facto παροχές χωρίς αντάλλαγμα
Υποστηρίζεται ότι στο πνεύμα της ΑΚ 1831§2 εμπίπτουν de factoπαροχές που
για οποιοδήποτε λόγο αποκτώνται οριστικά από το λήπτη, με το σκεπτικό ότι άλλως
θα είχαμε καταστρατήγηση της προστασίας του μεριδούχου.128 Ωστόσο129, η
γενικότητα της εφαρμογής κρίνεται σκόπιμο να περιοριστεί, ώστε οι de facto
127 ΕφΔωδ 29/1999 ΕπισκΕΔ Β/2000, 419·ΠΠρΠειρ 694/2009 ΝΟΜΟΣ.
128 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 1831-1834 αρ. 33
129 Σπυριδάκης, , Η μέμψη…. σ. 35, παραπομπή αρ.15
[47]
παροχές να θεωρούνται δωρεές μόνο όταν πραγματικά υπάρχει χαριστική αιτία της
περιουσιακής επίδοσης130
.
θ) Σύσταση ιδρύματος
Η σύσταση ιδρύματος, η οποία κατά την ΑΚ 115 εξομοιώνεται με δωρεά,
υπόκειται σε ανατροπή με μέμψη άστοργης δωρεάς, στο μέτρο που θίγεται η νόμιμη
μοίρα του μεριδούχου. Αν όμως η ιδρυτική πράξη έγινε με διαθήκη, η δωρεά αυτή
ισχύει ως δωρεά αιτία θανάτου. Οπότε κατ΄εφαρμογή των διατάξεων 2035,1829 ΑΚ
θα είναι αυτοδικαίως άκυρη και δεν χρειάζεται να ανατραπεί με αγωγή.131
ι) Συμμετοχή σε ομόρρυθμη εταιρία
Υπάρχει περίπτωση ο κληρονομούμενος να είναι ομόρρυθμος εταίρος σε
προσωπική εταιρεία και με το καταστατικό αυτής να προβλέπεται ότι σε περίπτωση
θανάτου αυτού η λειτουργία της εταιρείας θα συνεχίζεται με έναν μόνο από τους
κληρονόμους του κληρονομουμένου-εταίρου, ο οποίος θα υπεισέρχεται στη θέση
αυτού. Η πράξη αυτή, κατά μία άποψη132
, συνιστά δωρεά, οπότε χωρεί μέμψη
άστοργης δωρεάς και η αξία της νόμιμης μοίρας θα ικανοποιηθεί από την αξία του
μεριδίου του κληρονόμου στην ομόρρυθμη εταιρία Κατ’ άλλη όμως άποψη133
, οι
μεριδούχοι που δεν γίνονται ομόρρυθμοι εταίροι κληρονομούν μόνον απαίτηση κατά
της εταιρίας ανάλογη με το κληρονομικό τους μερίδιο.
- Η περίπτωση της δωρεάς αιτία θανάτου
Δωρεά αιτία θανάτου είναι, σύμφωνα με την ΑΚ 2032, η δωρεά που
συμφωνείται με την αναβλητική αίρεση ότι θα προαποβιώσει ο δωρητής ή θα
συναποβιώσουν οι συμβαλλόμενοι, χωρίς να έχει στο μεταξύ ο δωρεοδόχος την
απόλαυση των δωρηθέντων.134
Η δωρεά αιτία θανάτου, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, αποτελεί
χαριστική δικαιοπραξία εν ζωή και όχι αιτία θανάτου και τούτο διότι ο δωρεοδόχος
130 π.χ. άκυρη δωρεά πράγματος, αν αυτό παραδόθηκε στο δωρεοδόχο και αυτός τελικά το απέκτησε
με χρησικτησία.
131 Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ , άρθρο 1835 αρ. 12
132 Σπυριδάκης, Η μέμψη….., σ. 34
133 Παπαντωνίου, ΚληρΔ. § 131, σ. 467· Παπαδοπουλος, Αγωγές ΚληρΔ, σ. 146.
134 Ψούνη Ν., Κληρονομικό Δίκαιο (2004), Τόμος ΙΙ,§24 Ι, σ. 471.
[48]
δεν αποκτά από την κληρονομιά, αλλά βάσει της έννομης σχέσης που είχε
δημιουργηθεί εν ζωή με το δωρητή135
.
Σχετικά με το ζήτημα που εξετάζουμε στην παρούσα μελέτη, δηλαδή της μέμψη
άστοργης δωρεάς, ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση που ο κληρονομούμενος
προέβη εν ζωή σε κατάρτιση δωρεάς αιτία θανάτου (είτε αυτή καταρτίστηκε ως
υποσχετική είτε ως εκποιητική δικαιοπραξία136) ως προς το ζήτημα του τρόπου
προστασίας τους μεριδούχου έναντι αυτής.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ΑΚ 2032, στη δωρεά αιτία θανάτου εφαρμόζονται
οι διατάξεις για τις δωρεές, εφόσον όμως ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
Διαφορετική ρύθμιση εισάγεται στη δωρεά αιτία θανάτου, σε σχέση με τις δωρεές εν
ζωή, με την ΑΚ 2035 σε δύο περιπτώσεις: α) όταν αυτές προσβάλλουν τη νόμιμη
μοίρα μεριδούχου και β) όταν μειώνουν την περιουσία του δωρητή με αποτέλεσμα
να προκαλείται βλάβη στους δανειστές.
Κατά τους ορισμούς της ΑΚ 2035, στις δωρεές αιτία θανάτου που προσβάλλουν
τη νόμιμη μοίρα των μεριδούχων εφαρμόζονται οι διατάξεις για την κληροδοσία.
Συνεπώς, οι δωρεές αυτές σε αντίθεση με τις δωρεές εν ζωή δεν ανατρέπονται με την
άσκηση της μέμψης άστοργης δωρεάς, αλλά είναι αυτοδικαίως άκυρες, όπως οι
κληροδοσίες (ΑΚ 1829) και άρα ματαιώνεται η επέλευση της κτήσης του
δωρηθέντος.
Παρόλο που τα παραπάνω γίνονται ομόφωνα δεκτά, στασιάζεται το ζήτημα
σχετικά με το αν οι δωρεές αιτία θανάτου προστίθενται στην κληρονομιά κατ’
άρθρον 1831§1 ΑΚ, προκειμένου να βρεθεί η πλασματική κληρονομιά και
περαιτέρω η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ή αν αυτές αποτελούν στοιχείο του
ενεργητικού της (πραγματικής) κληρονομιάς, οπότε και δεν προστίθενται.
Σύμφωνα με μία άποψη137, οι δωρεές αιτία θανάτου δεν προστίθενται στην
κληρονομιά, όπως γίνεται με τις άλλες χαριστικές παροχές (άρθρο 1831§2 ΑΚ),
135 Οι δικαιοπραξίες ανάλογα με το χρονικό σημείο κατά το οποίο επιφέρουν τα έννομα
αποτελέσματά τους διακρίνονται σε εν ζωή και αιτία θανάτου. Βλ. σχετικώς για τη σχετική διάκριση
Αγαλλοπούλου Π., Βασικές Έννοιες Αστικού Δικαίου (2003), σ. 120· Ασπρογέρακας Κ., Γενικές Αρχές
του Αστικού Δικαίου (1981), §53, σ. 235 - 236· Απ. Γεωργιάδη, ΓενΑρχ, § 29, αρ. 13-15, σ. 344–
345· Μπαλής, ΓενΑρχ, §33, σ .110· Παπαντωνίου, ΓενΑρχ3
(1983), §54, σ . 265 - 266.
136 Βλ. σχετικά με το ζήτημα Γεωργιάδη Αγγ., στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, ΕισαγΠαρατηρ στα
άρθρα 2032-2035 αρ. 4.
137 Γαζής Ανδρεάς, Καταλογισμός αιτία θανάτου δωρεάς στη νόμιμη μοίρα-Φύση συμφωνίας περί μη
καταλογισμού-Έννοια διαθήκης περί σεβασμού αυτής-Υπεύθυνοι για τη συμπλήρωση της νόμιμης
μοίρας όλοι οι κληρονόμοι, ΝοΒ 35 (1987) σ. 697·Παπαντωνίου, ΚληρΔ, § 29 ΙV, σ.167 ·Γεωργιάδη
[49]
ώστε να διαπιστωθεί η πλασματική κληρονομιά, δεδομένου ότι τα δωρηθέντα
υπάρχουν στην κληρονομιά κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και
αποτελούν στοιχεία της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς (άρθρο 1831§1 ΑΚ).
Σύμφωνα με άλλη όμως άποψη,138γίνεται διάκριση ανάλογα με το εαν η δωρεά
καταρτίσθηκε ως υποσχετική ή εκποιητική δικαιοπραξία. Εάν μεν πρόκειται για
υποσχετική δωρεά αιτία θανάτου, τα αντικείμενά της θεωρούνται ότι ανήκουν στην
πραγματική κληρονομιά, δηλαδή αποτελούν στοιχεία του ενεργητικού της και δεν
αφαιρούνται από την κληρονομιά ως χρέη. Αντίθετα, εάν πρόκειται για εκποιητική
δωρεά αιτία θανάτου, αυτή προσθέτεται σύμφωνα με την ΑΚ 1831§2 στην
πραγματική κληρονομιά προκειμένου να βρεθεί η πλασματική. Η άποψη αυτή
στηρίζεται στο γεγονός ότι εάν η δωρεά αιτία θανάτου καταρτιστεί ως εκποιητική,
με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης της προαποβίωσης του δωρητή, ο
δωρεοδόχος αποκτά αμέσως και αυτοδικαίως το δωρηθέν και όχι απλώς δικαίωμα να
απαιτήσει το δωρηθέν από τους κληρονόμους του δωρητή.139
II. Μη επάρκεια κληρονομίας για κάλυψη νόμιμης μοίρας
Αυτονόητη προϋπόθεση για τη μέμψη άστοργης δωρεάς είναι η μη επάρκεια
της πραγματικής κληρονομίας που υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του
κληρονομουμένου για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας μεριδούχου. Αυτό συμβαίνει
είτε όταν το ενεργητικό της κληρονομιάς είναι μηδενικό είτε όταν αυτό που
υπάρχει δεν αρκεί για να καλύψει το ελλείπον της νόμιμης μοίρας του
μεριδούχο.
140141
Με την προϋπόθεση αυτή, που τίθεται από την ΑΚ 1835§1, καθιερώνεται «η
αρχή της επικουρικότητας» της μέμψης άστοργης δωρεάς, σύμφωνα με την οποία ο
μεριδούχος έχει τη δυνατότητα να προσφύγει σε ανατροπή των χαριστικών εν ζωή
Αγγ., στον Γεωργιάδη Απ.- Σταθόπουλου Μιχ,. Αστικός Κώδιξ, Κατ’ άρθρον Ερμηνεία, Τόμος Χ,
(άρθρα 1871-2035 ΑΚ), άρθρο 2035 αρ. 3.
138 Ψούνη, ΚληρΔ,§24 V, σ. 482.
139 Ψούνη, ΚληρΔ,§24 Ι, σ. 474.
140 Ψούνη, ΚληρΔ. σ. 496 επ.· Φίλιος, ΚληρΔ. §337, σ.644· Γεωργιάδης, ΚληρΔ., σ.592.
141 Κατ άλλη διατύπωση ανεπάρκεια της κληρονομιάς υπάρχει όταν η αξία του καθαρού ενεργητικού
της είναι μικρότερη από την αξία της νόμιμης μοίρας. Αυτό μπορεί να συμβεί γιατί, όπως σημειώθηκε
και παραπάνω, για την εξέρευση της νόμιμης μοίρας προσθέτονται στην πραγματική κληρονομιά
πλασματικά διάφορες παροχές του κληρονομουμένου. Βλ. σχετικά Παπαδόπουλος, Αγωγές ΚληρΔ, σ.
143
[50]
παροχών του κληρονομουμένου μόνον εφόσον δεν υπάρχει άλλος τρόπος
ικανοποίησης της νόμιμης μοίρας, δηλαδή μόνον εάν και εφόσον η νόμιμη μοίρα δεν
δύναται να καλυφθεί δια των δυνάμεων της (πραγματικής) κληρονομιάς142
.
Κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου κρίνεται έτσι όχι μόνο η
επάρκεια ή μη της κληρονομιάς, αλλά και η αστοργία της δωρεάς, δηλαδή το εάν
εξαιτίας αυτής δεν επαρκεί η πραγματική κληρονομία για την κάλυψη της νόμιμης
μοίρας.
Κατ’ ακολουθίαν της αρχής της επικουρικότητας της μέμψης άστοργης δωρεάς
η ικανοποίηση της νόμιμης μοίρας γίνεται κατά πρώτον λόγο εις βάρος των
διατάξεων τελευταίας βούλησης(κληρονομικών εγκαταστάσεων, καταπιστευμάτων,
κληροδοσιών) ως και των αιτία θανάτου δωρεών, οι οποίες ενόψει της προσβολής
της νόμιμης μοίρας εξομοιώνονται προς τις διατάξεις τελευταίας βούλησης,
σύμφωνα με την ΑΚ 2035 η οποία ορίζει «Σε δωρεές αιτία θανάτου, που μειώνουν
την περιουσία του δωρητή με αποτέλεσμα να προκαλείται βλάβη στους δανειστές ή που
προσβάλλουν τη νόμιμη μοίρα των μεριδούχων, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τις
κληροδοσίες». Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι για τις δωρεές αιτία θανάτου δεν
χρειάζεται μέμψη της άστοργης δωρεάς, αφού αυτή είναι αυτοδικαίως άκυρη στο
μέτρο που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα, όπως κι οι κληροδοσίες.143
Αυτή η νομοθετική ρύθμιση οφείλεται στο ότι τόσο επί διατάξεων τελευταίας
βούλησης, όσο και επί αιτία θανάτου δωρεών, ως εκ της φύσεως αυτών ως αιτία
θανάτου δικαιοπραξιών, το δικαίωμα του υπέρ ων αυτών δεν αποκτάται παρά μόνο
από το θάνατο του κληρονομουμένου. Ως εκ τούτου το δικαίωμα αυτό είναι από
άποψη χρόνου κτήσεως μεταγενέστερο από το εκ δωρεάς εν ζωή δικαίωμα του
δωρεοδόχου, το οποίο αποκτήθηκε όταν ο κληρονομούμενος-δωρητής βρισκόταν
ακόμη εν ζωή144
.
Αν ο κληρονομούμενος δεν άφησε κληρονομιαία περιουσία ενώ υπάρχουν
δωρεές, η νόμιμη μοίρα θα υπολογιστεί στη συνολική αξία των δωρεών κατά τους
χρόνους που έχουν συσταθεί.145
Εξ αυτού προκύπτει ότι απαραίτητο στοιχείο της βάσεως της αγωγής μέμψεως
αστόργου δωρεάς είναι η αξία των δωρηθέντων κατά το χρόνο σύστασης της
142 Βούζικας, ΚληρΔ, §149, σ.869.
143 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ,άρθρα 1831-1834 αρ. 37
144
Βούζικας , ΚληρΔ. § 149, σ.869.
145
Παπαδόπουλος, Αγωγές ΚληρΔ σελ. 144, ΜΠρΘεσ 20958/2006· Αρμ 2007,1164.
[51]
δωρεάς, ώστε με βάση την αξία αυτή να υπολογιστεί το ποσοστό της νόμιμης μοίρας
του ενάγοντος.146
146 ΜΠρΘεσ 20958/2006, Αρμ 2007, 1164.
[52]
§7. Διαδοχικές δωρεές
Σύμφωνα με την ΑΚ 1835 §2 «Αν έγιναν διαδοχικές δωρεές, η προηγούμενη
είναι δυνατόν να προσβληθεί εφόσον δεν επαρκεί η ανατροπή της μεταγενέστερης».
Το σύστημα το οποίο ακολουθεί ο ΑΚ δεν είναι το σύστημα της σύμμετρης
ικανοποίησης των περισσότερων δωρεών, αλλά αυτό της αντίστροφης χρονικής
προτεραιότητας, με την έννοια ότι οι δωρεές ανατρέπονται από το θάνατο του
κληρονομούμενο αναδρομικά, αρχής γενομένης από την εγγύτερη προς το χρόνο του
θανάτου του και μέχρι συμπληρώσεως της νόμιμης μοίρας.147 Ως χρόνος δε της
δωρεάς νοείται αυτός της εκπλήρωσής της και όχι απλώς της συνομολόγησής της
ενοχικής σύμβασης, γιατί μόνο από την εκπλήρωσή της το δωρηθέν εξέρχεται από
την περιουσία του κληρονομούμενου και συνακόλουθα πραγματώνεται η προσβολή
της νόμιμης μοίρας.
148
Δικαιολογητικός λόγος καθιέρωσης του συστήματος αυτού είναι ότι, αν δεν
υπήρχαν οι μεταγενέστερες (=οι χρονικά πλησιέστερες προς το θάνατο του
κληρονομουμένου/δωρητή) δωρεές, η πραγματική κληρονομιά θα επαρκούσε, ίσως,
για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας. Εξάλλου, όσο πιο απομακρυσμένη από το
χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου/δωρητή είναι μια δωρεά, τόσο εντονότερη
είναι η παγίωση της οικονομικής καταστάσεως που δημιουργήθηκε με τη δωρεά κι
έτσι δικαιολογείται η διατήρησή της.
Προϋπόθεση κατά τα ανωτέρω για την ανατροπή της αμέσως προηγούμενης
δωρεάς αποτελεί, η παρά την ανατροπή της μεταγενέστερης, ανεπάρκεια της
κληρονομιάς για να καλυφθεί η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου. Η ανεπάρκεια αυτή
μπορεί να οφείλεται σε οποιοδήποτε λόγο εξαιτίας του οποίου ο δωρεοδόχος δεν
είναι σε θέση να αποδώσει το δωρηθέν (ή το αντάλλαγμα που έλαβε εξ αυτού),
ακόμη δηλαδή και στην αφερεγγυότητα του δωρεοδόχου. Επομένως τον σχετικό
κίνδυνο φέρει ο προηγούμενος δωρεοδόχος και όχι ο μεριδούχος.
149
Αν οι περισσότερες δωρεές έγιναν την ίδια μέρα πρέπει να γίνει η ακόλουθη
διάκριση: (α) Αν οι δωρεές έγιναν κατά διαφορετικά χρονικά σημεία της ίδιας
147 Βασιλάκης, ΚληρΔ. σελ. 182·Βούζικας, ΚληρΔ § 150, σ. 870·Παπαντωνίου ΚληρΔ § 131, σ. 468·
Φίλιος, ΚληρΔ §338 Β σ. 647·Σπυριδάκης, Η μέμψη….σ. 43· ΑΠ 854/2007 ΧρΙΔ 7, 977· ΕφΙωανν
168/2005 ΕλλΔνη 47, 578· ΠΠρΠειρ 332/1986 ΕλλΔνη 27, 868.
148 Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ , άρθρο 1835 αρ. 15.
149 Βούζικας, ΚληρΔ. § 150 ΙΙ, σ.872 ·Φίλιος,§338 Β, σ. 647.
[53]
μέρας, πρόκειται για διαδοχικές δωρεές και εφαρμόζεται η ΑΚ 1835 §2,με
αποτέλεσμα να ανατραπεί η δωρεά που έγινε κατ΄ ελάχιστο χρόνο μεταγενέστερα,
(β) αν οι δωρεές έγιναν συγχρόνως, δηλαδή με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο
θα χωρέσει σύμμετρη ανατροπή τους, δηλαδή θα συμμετέχουν κατά το ίδιο ποσοστό
η καθεμία στην ικανοποίηση του μεριδούχου.150
Ζήτημα προκύπτει σχετικά με την ευχέρεια του κληρονομουμένου δωρητή να
ορίσει διαφορετική σειρά μέμψης των διαφόρων δωρεών. Κατά την κρατούσα στη
θεωρία άποψη151
, η διάταξη του άρθρου 1835 §2 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου κι
επομένως τυχόν ρήτρα της δωρεάς περί της κατά προτίμηση μέμψεως της
προγενέστερης δωρεάς είναι άκυρη κατ’ άρθρον 174 ΑΚ. Ωστόσο έχει υποστηριχθεί
μεμονωμένα κι η άποψη152 ότι, επειδή η δωρεά είναι χαριστική δικαιοπραξία λόγω
αυτής της φύσης της θα μπορούσε (ευχερέστερα από ό,τι στις επαχθείς
δικαιοπραξίες) να αναγνωρισθεί στο δωρητή η ευχέρεια να επιβάλει στο δωρεοδόχο
να ανεχθεί την ανατροπή της προς αυτόν δωρεάς, έστω κι αν αυτή είναι
προγενέστερη σε σχέση με άλλες. Τεχνικά, σύμφωνα με την άποψη αυτή, αυτό θα
μπορούσε να επιτευχθεί με τη συνομολόγηση διαλυτικής αίρεσης υπό την οποία θα
τελεί η δωρεά, με το εξής περιεχόμενο «Αν η νόμιμη μοίρα δεν καλύπτεται από την
πραγματική κληρονομία, η δωρεά ανατρέπεται κατά το μέρος που απαιτείται για την
κάλυψη νόμιμης μοίρας μεριδούχου».
150 ΕφΘεσ 497/1971 Αρμ 25 ,785·Βούζικας, ΚληρΔ, §150ΙΙΙ, σ. 872·.Σπυριδάκης, Η μέμψη…. σ. 47·
Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου άρθρα 1835-1838 αρ 11.
Αντίθετα ο Παπαντωνίου (ΚληρΔ.§131 ΙΙΙ, σ.468-469), υποστηρίζει ότι για να αποτραπεί η
δημιουργία περισσότερων κοινωνιών, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «μεταγενέστερη δωρεά» αυτή που
αναγράφεται τελευταία στο συμβόλαιο.
151 Βούζικας, ΚληρΔ. §150 ΙΙΙ, σ. 872·Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 1835-
1838 αρ. 11·Ψούνη ΚληρΔ. §9 Β β, σ.497· Π.Φίλιου, ΚληρΔ. §338 Β, σ.647.
152 Σπυριδάκης, Η μέμψη…, σ. 44 επ.
[54]
§8. Άσκηση της μέμψης άστοργης δωρεάς
I. Τρόπος άσκησης
Η ανατροπή της δωρεάς γίνεται δικαστικώς, δηλαδή με άσκηση και έκδοση
δικαστικής απόφασης. Τούτο συνάγεται από την προϊστορία του θεσμού153, από το
πνεύμα της ΑΚ 1835 και τέλος από τη ρητή επιβεβαίωση στην ΑΚ 1836§1, η οποία
ορίζει «Την αγωγή ασκούν…..». Ο νόμος εδώ προτάσσει την ασφάλεια των
συναλλαγών, η οποία απαιτεί δικαστική διαπίστωση της συνδρομής των
προϋποθέσεων της μέμψης και βεβαιότητα προκειμένου να επέλθει η ανατροπή της
δωρεάς.154
Η αγωγή και η απόφαση είναι διαπλαστικές, αφού με την έκδοση της απόφασης
διαπλάσσεται νέα έννομη κατάσταση. Πρόκειται για αγωγή με την οποία ασκείται
δικαίωμα που απορρέει από τη νόμιμη μοίρα και η οποία υπάγεται στην
αμφισβητούμενη διαδικασία και εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία.
155
Η καθ’ ύλη αρμοδιότητα ρυθμίζεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 13
επ. ΚΠολΔ με κριτήριο την αξία του μέρους που λείπει για την κάλυψη της νόμιμης
μοίρας ή σε περίπτωση ολικής προσβολής του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας, από
την συνολική αξία αυτής. Ωστόσο, εάν η αξία του δωρηθέντος είναι μικρότερη από
αυτήν του ελλείποντος της νόμιμης μοίρας, ως κριτήριο λαμβάνεται υπόψη η αξία
αυτή. Κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της παραπάνω αξίας και συνακόλουθα
την κατάθεση της αγωγής μέμψεως αστόργου δωρεάς στο καθ’ ύλην αρμόδιο
δικαστήριο είναι ο χρόνος κατάθεσης της αγωγής, όπως προκύπτει από την
συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 10 και 221§1 β’ του ΚΠολΔ.
Η κατά τόπον αρμοδιότητα ρυθμίζεται από την ΚΠολΔ 30, κατά την οποία
«διαφορές που αφορούν απαιτήσεις από νόμιμη μοίρα υπάγονται στην αποκλειστική
αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου ο κληρονομούμενος όταν
πέθανε είχε την κατοικία του και αν δεν είχε την κατοικία του τη διαμονή του».
153 Η querela inofficiosae donationis του ρωμαικού δικαίου ήταν αγωγή βλ. Κρασσά, Κληρονομικόν
των Ρωμαίων Δίκαιον3
(1886),§134 σε συνδ. με § 107.
154 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου άρθρα 1835-1838 αρ. 12.
155 Σπυριδάκης, Η μέμψη…., σ. 49.
[55]
II. Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση στην άσκηση της αγωγής
μέμψης άστοργης δωρεάς
Διάδικοι στη δίκη που αρχίζει με την άσκηση της αγωγής μέμψεως αστόργου
δωρεάς είναι αφενός ο μεριδούχος, του οποίου θίγεται με τη δωρεά ή νόμιμη μοίρα
και αφετέρου ο δωρεοδόχος ή οι κληρονόμοι του. Ειδικότερα:
Α. Ενεργητική Νομιμοποίηση
Κατά την ΑΚ 1836 §1 εδ. α’ ενάγων στην αγωγή για την ανατροπή της
άστοργης δωρεάς μπορεί να είναι ο μεριδούχος του οποίου θίγεται η νόμιμη μοίρα ή
οι διάδοχοί του.
Ο μεριδούχος δεν είναι απαραίτητο να είχε την σχετική ιδιότητα κατά το χρόνο
που καταρτίστηκε η δωρεά.
Έτσι, ενάγων μπορεί να είναι λχ. και τέκνο του κληρονομουμένου που
γεννήθηκε ύστερα από μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση. Στην περίπτωση αυτή,
το τέκνο μπορεί να μην ήταν ούτε συνειλημμένο, όχι μόνο κατά την κατάρτιση της
δωρεάς, αλλά και κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και να απέκτησε
την ιδιότητα του μεριδούχου μεταγενέστερα και μάλιστα αναδρομικά (ΑΚ 1711 εδ.
β’).156
Είναι προφανές ότι στο πλαίσιο της ΑΚ 1836§1 εδ. α΄ νομιμοποιείται ενεργητικά
στην άσκηση της μέμψης ο in concreto μεριδούχος, είτε καλείται κατά πρώτο είτε
μετά την έκπτωση άλλου κατά διαδοχή βαθμών ή τάξεων, σύμφωνα με την ΑΚ
1826. Εάν οι μεριδούχοι είναι περισσότεροι ο καθένας ασκεί τη μέμψη άστοργης
δωρεάς αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τους υπολοίπους. Ακόμη κι αν την
ασκήσουν με κοινό δικόγραφο η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους είναι αυτή
της απλής ομοδικίας κι όχι αυτή της αναγκαστικής.157
Αναφορικά με τους διαδόχους, εφόσον η διάταξη δεν διακρίνει, ενεργητικά
νομιμοποιούνται τόσο οι καθολικοί διάδοχοι (από διαθήκη, εξ αδιαθέτου ή
αναγκαστική διαδοχή), όσο και οι ειδικοί διάδοχοι (από επαχθή ή χαριστική αιτία)
του μεριδούχου, αυτοί δηλαδή στους οποίους μεταβιβάζεται η σχετική αξίωση.
156 Ψούνη ΚληρΔ. §9 ΧΙ, Γ β. σ.499.
157 Μπαλής, ΚληρΔ. §157, σ. 238·Βούζικας, ΚληρΔ. §151 A V, σ.875 · Τούσης, ΚληρΔ. §116, σ. 301
σημ.9.
[56]
Τη σχετική αγωγή δεν μπορούν να ασκήσουν πλαγιαστικά ούτε οι ατομικοί
δανειστές του μεριδούχου, ούτε και οι δανειστές της κληρονομιάς, διότι ο θεσμός
της νόμιμης μοίρας έχει θεσμοθετηθεί για την προστασία μόνο του μεριδούχου.158159
Β. Παθητική Νομιμοποίηση
Η αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς στρέφεται μόνο κατά του δωρεοδόχου, είτε
αυτός είναι μεριδούχος είτε τρίτος, καθώς και κατά των κληρονόμων αυτού.160
Αν υπάρχουν περισσότεροι δωρεοδόχοι, προς τους οποίες έγιναν από τον
κληρονομούμενο δωρεές συγχρόνως, και κατά τα ανωτέρω αυτοί ενέχονται
συμμέτρως, η αγωγή μπορεί να στρέφεται εναντίον όλων, ορισμένων ή ενός από
αυτούς, ανάλογα με την μερίδα που αντιστοιχεί στον καθένα.161
Αν υπάρχουν περισσότεροι δωρεοδόχοι, οι οποίοι απέκτησαν τα δωρηθέντα με
διαδοχικές δωρές και ενέχονται κατά την αρχή της αντίστροφής χρονικής
προτεραιότητας, η αγωγή θα στρέφεται κατ’ αρχήν κατά του πλέον πρόσφατου
δωρεοδόχου.162
Βάσει της ΑΚ 1836 § 1 μόνο οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος δωρεοδόχου, όχι
και τυχόν ειδικοί διάδοχοί του μπορεί να είναι εναγόμενοι. Σε περίπτωση που ο
δωρεοδόχος μεταβίβασε περαιτέρω το δωρηθέν θα ευθύνεται ο ίδιος στο μέτρο που
οι εφαρμοζόμενες διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού το επιτρέπουν.
158 Βούζικας, ΚληρΔ. §151 Α ΙV, σ. 875· .Σπυριδάκης , Η μέμψη….. σ.. 51 επ.· Γεωργιάδης, ΚληρΔ.
σ. 595· Ψούνη ΚληρΔ. §9 ΙΧ, Γ β, σ. 499· Παπαδόπουλος, Αγωγές ΚληρΔ, σ. 151
159 Υποστηρίζεται μεμονωμένα η άποψη σύμφωνα με την οποία αν ο μεριδούχος έγινε κληρονόμος με
το ευεργέτημα της απογραφής, οι δανειστές του κληρονομουμένου δεν μπορούν να ωφεληθούν από τη
μέμψη και άρα δεν μπορούν να επιληφθούν περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν στον
κληρονομούμενο με αυτό τον τρόπο. Ως επιχείρημα υπέρ της άποψης αυτής προβάλλεται ότι τα
περιουσιακά αυτά στοιχεία με την εν ζωή χαριστική παροχή έχουν πάψει οριστικά να ανήκουν στην
περιουσία του κληρονόμου και αντιμετωπίζονται ως μέρος της ατομικής περιουσίας του
μεριδούχου.(βλ. Βούζικα , Κληρ.Δ. §151 Α ΙΙΙ, σ. 875).
Ορθά ωστόσο η άποψη αυτή επικρίνεται, αφού ο μεριδούχος μετά την ευδοκίμηση της αγωγής
μέμψης αποκτά τα δωρηθέντα με την ιδιότητα του κληρονόμου, γεγονός που σημαίνει ότι αυτά
ουσιαστικά αντιμετωπίζονται ως μέρος του ενεργητικού της κληρονομιάς και άρα θα πρέπει ο
μεριδούχος να ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της κληρονομιάς και με τα δωρηθέντα που του
αποδόθηκαν μετά την ανατροπή της άστοργης δωρεάς , τα οποία ουσιαστικά αποτελούν μέρος του
ενεργητικού της κληρονομιάς.(βλ. Σπυριδάκης, Η μέμψη…. σ. 52, υποσημ, 6)
160 ΑΠ 520/2000 ΝοΒ 48,1133· ΠΠρΛαρ 660/1990 ΝοΒ 40, 98.
161 Σπυριδάκης, Η μέμψη…. σ. 52 επ.· Γεωργιάδης, ΚληρΔ. σ.595, αρ. 33.
162 Σπυριδάκης , Η μέμψη…. σ. 53.
[57]
III. Στοιχεία ορισμένου και αίτημα της αγωγής μεμψης άστοργης δωρεάς
Α) Στοιχεία ορισμένου αγωγής μέμψης άστοργης δωρεάς
Η αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει
καταρχήν, τα ακόλουθα στοιχεία:
163α)Τα στοιχεία της ταυτότητας του
κληρονομουμένου-δωρητή, το χρόνος θανάτου του, καθώς και τον τόπο της
τελευταίας πριν από το θάνατό του κατοικίας του ή διαμονής του, β) την ιδιότητα
του ενάγοντος ως νόμιμου μεριδούχου του κληρονομουμένου, ήτοι την συνδέουσα
αυτόν με τον κληρονομούμενο συγγενική σχέση στην οποία στηρίζει την κλήση του
στην κληρονομιά ως μεριδούχου, γ) όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον
προσδιορισμό της αξίας της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος και η αξία αυτής, δ) την
αξία των αντικειμένων που καταλήφθηκαν από τον κληρονομούμενο στον ενάγοντα,
εκτός κι αν αυτός δεν έλαβε τίποτε, ε) την αξία της πραγματικής κληρονομιάς και
την ανεπάρκεια της να καλύψει τη νόμιμη μοίρα, στ) τα χρέη του κληρονομουμένου,
τις δαπάνες της κηδείας και τις δαπάνες της απογραφής της κληρονομιάς, ζ) τις
«προσθετέες» κατά το άρθρο 1831 § 2 ΑΚ παροχές και την αξία τους κατά το χρόνο
της παροχής164
, η) τα στοιχεία εξατομίκευσης της δωρεάς που προσβάλλει τη νόμιμη
μοίρα του ενάγοντος (ονοματεπώνυμο δωρεοδόχου, δωρηθέν αντικείμενο κλπ), θ)
την αξία της δωρεάς, της οποίας ο ενάγων επιδιώκει τη μερική ή ολική ανατροπή και
την προσβολή της νόμιμης μοίρας από την δωρεά αυτή.
Η αναφορά της αξίας της δωρεάς κατά το χρόνο που έγινε είναι απαραίτητη,
ιδίως όταν δεν υπάρχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην κληρονομιά, οπότε το
ποσοστό της νόμιμης μοίρας υπολογίζεται στην παραπάνω αξία της δωρεάς.165
163ΕφΑθ 7305/1995 ΕλλΔ/νη 1997,. 632· ΕφΘεσ 673/1985 Αρμ. 1986 , 684·.Σπυριδάκης, Η μέμψη….
σελ. 56 επ· Γεωργιάδης, ΚληρΔ., σ. 596 , αρ. 35.
164 ΑΠ 1769/2006 ΕλλΔνη 48, 481, σύμφωνα με την οποία απαραίτητο στοιχείο της βάσεως της
αγωγής είναι η αναφορά της αξίας που είχε το αντικείμενο που δωρήθηκε κατά το χρόνο που έγινε η
δωρεά, άλλως η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη.
165 Για τον τρόπο υπολογισμού της αξίας της νόμιμης μοίρας επί ανυπαρξίας πραγματικής κληρονομιάς
βλ. ΑΠ 1796/2006 ΕλλΔνη 48, 481,σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα
περιουσιακό στοιχείο στην πραγματική ομάδα της κληρονομίας , είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται
στην αγωγή η αξία που είχε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που δώρισε ο κληρονομούμενος κατά
το χρόνο που έγινε η δωρεά αυτού, ώστε επί της αξίας αυτής να υπολογιστεί το ποσοστό της νόμιμης
μοίρας του ενάγοντος και η σ’ αυτό αντιστοιχούσα αξία του δωρηθέντος· όμοια η ΕφΑθ 5140/2005
ΕλλΔνη 48, 576.
[58]
Εάν υφίστανται διαδοχικές δωρεάς, στην αγωγή θα πρέπει είτε να αναφέρεται
ότι η προσβαλλόμενη δωρεά είναι η μεταγενέστερη είτε ότι η μέμψη στρέφεται κατά
την προγενέστερης δωρεάς λόγω ανεπάρκειας της μεταγενέστερης.
Εάν με την αγωγή προσβάλλεται δωρεά, η οποία καλύπτεται υπό εικονική
πώληση, στην αγωγή πρέπει να αναφέρονται όλα τα στοιχεία από τα οποία
προκύπτει η εικονικότητα της πώλησης, η βούληση των μερών να καταρτίσουν
δωρεά καθώς και η τήρηση του απαιτούμενου συστατικού τύπου, δηλαδή αυτόν του
συμβολαιογραφικού εγγράφου.
Β) Αίτημα της αγωγής
Για να ανατραπεί η δωρεά πρέπει το δικαστήριο να αναγνωρίσει αφενός την
ιδιότητα του ενάγοντος ως νόμιμου μεριδούχου (ή ως διαδόχου του νόμιμου
μεριδούχου), αφετέρου την ιδιότητα της δωρεάς ως άστοργης, ως προσβάλλουσας
δηλαδή το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος.166
Συνακόλουθα, το αίτημα της αγωγής είναι αναγνωριστικό ως προς την ιδιότητα
του ενάγοντος ως μεριδούχου και ως προς την προσβολή της νόμιμης μοίρας από τη
δωρεά και διαπλαστικό ως προς την ανατροπή της δωρεάς κατά το μέρος που αυτή
προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα.
Γίνεται δεκτό ότι το αναγνωριστικό αίτημα ακόμη κι αν δεν διατυπώνεται ρητά
εμπεριέχεται σιωπηρά στο διαπλαστικό της ανατροπής.
167
Το κύριο αίτημα της αγωγής, που είναι η ανατροπή της δωρεάς, είναι
διαπλαστικό, καθώς με αυτό ζητείται από το δικαστήριο η μεταβολή μιας
υφιστάμενης έννομης σχέσης.168
Ειδικότερα, η ανατροπή της άστοργης δωρεάς συνεπάγεται ενοχική μόνο
διάπλαση, η οποία συνίσταται στην ανατροπή της υποσχετικής σύμβασης της
δωρεάς και όχι σε μεταβολή των εμπραγμάτων αποτελεσμάτων που επήλθαν με την
εκπλήρωση της δωρεάς. Συνέπεια της ανατροπής ο δωρεοδόχος οφείλει να αποδώσει
το δωρηθέν στον ενάγοντα κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Έτσι,
γίνεται δεκτό ότι ο ενάγων μπορεί να σωρεύσει στην αγωγή μέμψης και
καταψηφιστικό αίτημα, δηλαδή να ζητά την καταδίκη του εναγομένου να
166 Σπυριδάκης, Η μέμψη….. σ. 60· Ψούνη, ΚληρΔ, §9 ΙΧ Γγ, σ. 500.
167
Ψούνη, ΚληρΔ. §9 ΙΧ Γγ, σ. 501.
168
Γεωργιάδης ΚληρΔ. σ. 596 αρ.36.
[59]
ικανοποιήσει από τη δωρεά το μεριδούχο και συγκεκριμένα είτε να αποδώσει το
αντικείμενο της δωρεάς είτε να καταβάλλει τόσο μέρος από την αξία της δωρεάς,
όση χρειάζεται για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου169
. Το
καταψηφιστικό αυτό αίτημα στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό του
δωρεοδόχου λόγω «λήξης» της αιτίας της δωρεάς.170
Υποστηρίζεται ακόμη ότι αρκεί στην αγωγή να περιέχεται μόνο το
καταψηφιστικό αίτημα, στο οποίο εμπεριέχεται ως λογικά πρότερο το διαπλαστικό
αίτημα της ανατροπής.171
IV. Δικονομικά Ζητήματα
Η αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς, ως διαπλαστική, δεν υπόκειται σε καταβολή
δικαστικού ενσήμου.172Όταν όμως σε αυτήν σωρεύεται και καταψηφιστικό αίτημα
για την απόδοση του αντικειμένου της δωρεάς είναι αναγκαία η καταβολή
δικαστικού ενσήμου. Το ίδιο ισχύει και όταν σωρεύεται η αγωγή μέμψης με την
αγωγή περί κλήρου διότι η τελευταία έχει καταψηφιστικό αίτημα.
Επίσης, η αγωγή μέμψης δεν εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων, ούτε
καταχωρείται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, ακόμη και όταν με αυτή
ζητείται η ανατροπή δωρεάς με αντικείμενο ακίνητο. Κι αυτό διότι η ανατροπή,
όπως ειπώθηκε παραπάνω, έχει μόνο ενοχική ενέργεια.173
V. Σώρευση της αγωγής μέμψεως με άλλες αγωγές174
Ο ενάγων μπορεί να σωρεύσει αντικειμενικά, κατ’ άρθρον 218 ΚΠολΔ, στο
δικόγραφο την αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς και τις εξής αγωγές:
1. Την καταψηφιστική αγωγή για ανάληψη του αντικειμένου της δωρεάς.
2.Την αναγνωριστική αγωγή για το ότι το αναφερόμενο σε αυτήν πωλητήριο
συμβόλαιο, με το οποίο φέρεται ότι διάφορα εμπράγματα δικαιώματα του
κληρονομουμένου είχαν μεταβιβασθεί από αυτόν στον εναγόμενο αιτία πωλήσεως,
είναι εικονικό και συνεπώς άκυρο ως προς της σύμβαση της πώλησης, έγκυρο όμως
169
Γεωργιάδης ΚληρΔ. σ.596 αρ. 36· ΠΠρΠειρ 694/2009 ΝΟΜΟΣ.
170
Σπυριδάκης, Η μέμψη…., σ. 62.
171
Φίλιος, ΚληρΔ.,§337, σ. 644.
172 Μπαλής, ΚληρΔ. §157, σ. 238·Βούζικας, ΚληρΔ. §152, σ. 880 επ· ΑΠ 1274/1986 ΝΟΜΟΣ.
173
ΕφΑθ 6939/1986 ΕλλΔνη 28, 666· ΠΠρΑθ 14306/1973 ΝοΒ 22, 685.
174 Για την όλη προβληματική, βλ. Παπαδόπουλο, Αγωγές ΚληρΔ, σ. 165
[60]
ως προς την καλυπτόμενη υπό το μανδύα της πώλησης δωρεά, εαν η πραγματική
βούληση των συμβαλλομένων συνίστατο στην κατάρτιση δωρεάς
3. Την αγωγή περί κλήρου για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας (ΑΚ 1825§ 1 εδ. β’,
1827, 1831, 1832, 1871 επ. ΑΚ) μόνο αν η αγωγή ασκείται από το μεριδούχο κατά
των συγκληρονόμων του και όχι κατά τρίτου. Έτσι, ο μεριδούχος που ασκεί την
αγωγή μέμψεως άστοργης δωρεάς κατά συγκληρονόμων του μπορεί να σωρεύσει
στο ίδιο δικόγραφο και την αγωγή περί κλήρου για συμπλήρωση του ποσοστού της
νόμιμης μοίρας που του λείπει, δηλαδή αγωγή με εμπράγματο χαρακτήρα.
Επομένως, έχει ο μεριδούχος έννομο συμφέρον να ασκήσει την αγωγή αυτή, διότι το
δικαίωμα του, στο οποίο θα αναφέρεται η δικαστική απόφαση, θα έχει όλα τα
χαρακτηριστικά του εμπράγματου δικαιώματος, δηλαδή εξουσία πάνω στο πράγμα
έννομη, άμεση και απόλυτη, τα οποία δεν έχουν τα ενοχικά δικαιώματα.
Αντίθετα, δεν μπορούν να σωρευτούν στο ίδιο δικόγραφο:
α) Η αγωγή περί κλήρου με την αγωγή μέμψεως αστόργου δωρεάς, που ασκεί ο
νόμιμος μεριδούχος κατά τρίτου. Κι αυτό διότι στην περίπτωση αυτή λείπει η
παθητική νομιμοποίηση, καθώς η αγωγή περί κλήρου στρέφεται μόνο κατά αυτού
που κατακρατεί τα κληρονομιαία ως κληρονόμος, ιδιότητα που απουσιάζει από τον
τρίτο175
,
β) Η αγωγή περί κλήρου κατά συγκληρονόμου χωρίς την άσκηση προηγουμένως της
αγωγής μέμψεως αστόργου δωρεάς. Κι αυτό γιατί θα λείπει η παθητική
νομιμοποίηση του εναγομένου, αφού πριν την ανατροπή της δωρεάς εκείνα τα
αντικείμενα που δωρήθηκαν, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκουν στην κληρονομιά,
ώστε να εγερθεί η αγωγή περί κλήρου από το μεριδούχο με αντικείμενο τα
δωρηθέντα.
176
175 ΠΠρΛαρ 660/1990 ΝοΒ 40, 98 επ.
176 ΑΠ 245/1982 ΕΕΝ 50,138.
[61]
§9. Άμυνα εναγομένου με την αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς.
Ο εναγόμενος δωρεοδόχος μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγής μέμψης με τα
συνήθη μέσα άμυνας. Δηλαδή, μπορεί να αρνηθεί την αλήθεια των στοιχείων της
βάσεως της αγωγής (άρνηση της αγωγής) ή μπορεί να μην αμφισβητήσει ή και να
ομολογήσει την αλήθεια των στοιχείων της βάσης της αγωγής, να προτείνει όμως
συγχρόνως νέα πραγματικά γεγονότα, που παρεμποδίζουν οριστικά ή προσωρινά την
άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος (ενστάσεις).177
Από τις ενστάσεις που μπορεί να προβληθούν κατά του ενάγοντος,
σημαντικότερες είναι οι εξής:
1. Η ένσταση ότι η αναφερόμενη στην αγωγή δωρεά δεν υπόκειται σε ανατροπή
με τις ΑΚ 1835 επ. διότι έγινε από τον κληρονομούμενο προς αυτόν για
λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Ο εναγόμενος με τον
ισχυρισμό αυτό εμποδίζει τη γένεση του δικαιώματος του ενάγοντος. Όπως
σημειώθηκε και παραπάνω,178 το βάρος απόδειξης των πραγματικών
περιστατικών που θεμελίωσαν κατά το χρόνο της δωρεάς το ιδιαίτερο ηθικό
καθήκον φέρει ο εναγόμενος-δωρεοδόχος. Αυτό άλλωστε είναι σύμφωνο και
με το σκοπό του νομοθέτη να προστατεύσει το νόμιμο μεριδούχο, ο οποίος
κατά κανόνα δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζει και συνακόλουθα να
επικαλεσθεί τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η δωρεά.179
2. Η ένσταση καταβολής ή προσφοράς του ισάξιου . Πράγματι, σύμφωνα με
την ΑΚ 1836 §1 εδ. β’, ο εναγόμενος μπορεί να αποφύγει την ανατροπή
καταβάλλοντας το ισάξιο εκείνου που λείπει. Η ΑΚ 1836§1 εδ. β’ παρέχει
διαζευκτική ευχέρεια στον δωρεοδόχο εναγόμενο να αντιτάξει στον ενάγοντα
μεριδούχο το δικαίωμα καταβολής ή προσφοράς σε χρήμα της αξίας του
μέρους της νόμιμης μοίρας που λείπει, προκειμένου να αποφύγει την
ανατροπής της δωρεάς. Τυχόν άσκηση του δικαιώματος αυτού από τον
δωρεοδόχο εναγόμενο, υπό τον χρονικό περιορισμό των άρθρων 527 και 269
ΚΠολΔ, υποχρεώνει το δικαστήριο να δεχτεί το εν λόγω αίτημα. Η
κατάφαση του αιτήματος δεν οδηγεί ωστόσο, σε απόρριψη της αγωγής αλλά
σε έκδοση διαπλαστικής απόφασης με διαζευκτική καταδίκη του
177 Νίκας Ν.,Πολιτική Δικονομία ΙΙ (2005),§ 67, σ. 256.
178 ????
179 Γεωργιάδης, ΚληρΔ.§36 αρ.6, σ.
[62]
εναγομένου. Ο τελευταίος καταδικάζεται να καταβάλει στον μεριδούχο
ενάγοντα το ισάξιο σε ευρώ του μέρους της νόμιμης μοίρας που λείπει εντός
της καθοριζόμενης από το δικαστήριο εύλογης προθεσμίας και σε
περίπτωση που δεν προβεί σε εμπρόθεσμη καταβολή, να του αποδώσει
αυτούσιο το αντικείμενο της δωρεάς180
.
3. Η ένσταση παραγραφής του δικαιώματος. Κατά την ΑΚ 1836§2 το δικαίωμα
μέμψης παραγράφεται δύο χρόνια μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου
και μάλιστα χωρίς να εξετάζεται η γνώση ή μη του γεγονότος αυτού από τον
ενάγοντα-μεριδούχο. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το δικαίωμα του
ενάγοντος έχει παραγραφεί αποτελεί γνήσια, αυτοτελή181, ανατρεπτική182
ένσταση, καθώς στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά (και όχι σε αντίθετο
δικαίωμα όπως οι γνήσιες ενστάσεις) που έχουν επιφέρει την απόσβεση του
διαπλαστικού δικαιώματος του ενάγοντος.
Η ένσταση παραγραφής προβάλλεται παραδεκτά και όταν δεν σώζονται
τα αντικείμενα της δωρεάς και ο δωρεοδόχος ευθύνεται σύμφωνα με τις
διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Αυτό συμβαίνει γιατί και σε
αυτήν την περίπτωση είναι η ίδια η αγωγή μέμψης αστόργου δωρεάς και η
μόνο μεταβολή που επέρχεται είναι ως προς την ευθύνη του δωρεοδόχου. Αν
δεν υπήρχαν οι διατάξεις που στηρίζουν την αγωγή αυτή, δηλαδή των
άρθρων 1835 και 1836 ΑΚ, ούτε αδικαιολόγητος πλουτισμός θα υπήρχε
εφόσον η δωρεά θα παρέμενε ισχυρή ως αιτία και επομένως δεν θα υπήρχε
δυνατότητα να εφαρμοσθούν τα άρθρα 904 επ. ΑΚ.183
4. Η ένσταση τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας αναφορικά με ορισμένο
ενσώματο αντικείμενο της κληρονομίας και όχι του κληρονομικού
δικαιώματος, διότι τέτοια χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από το νόμο. Κατά
την ΑΚ 1871 νομέας της κληρονομιάς είναι εκείνος που κατακρατεί ως
κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομιάς. Επομένως στη συγκεκριμένη
180 Βλ. και παρακάτω σελ.
181 Οι γνήσιες ενστάσεις διακρίνονται σε αυτοτελείς ή μη αυτοτελείς, ανάλογα από το εάν εξαρτώνται
από άλλο ουσιαστικό δικαίωμα. Εάν δεν στηρίζονται σε κάποιο άλλο ουσιαστικό δικαίωμα
χαρακτηρίζονται ως αυτοτελείς, ενώ εάν στηρίζουν την ύπαρξή τους σε ορισμένο άλλο δικαίωμα,
εμπράγματο ή ενοχικό, χαρακτηρίζονται ως μη αυτοτελείς, βλ. σχετικά Νίκα, Πολ.Δικ. ΙΙ,§68 Ι, σ. 267.
182 Ως ανατρεπτικές χαρακτηρίζονται οι ενστάσεις που παραλύουν οριστικά το δικαίωμα κατά του
οποίου αντιτάσσονται και αποκλείουν την ενέργεια του στο μέλλον, βλ. σχετικά, Γεωργιάδη Αστ., Οι
ενστάσεις στην πολιτική δίκη (1992), σ. 46.
183 ΑΠ 995/1983 ΝοΒ 1984, 500, Παπαδόπουλος, Αγωγές ΚληρΔ,σ. 152. Αντίθετα, Βούζικας, ΚληρΔ,
§152 σ. 884.
[63]
περίπτωση, ο δωρεοδόχος είναι νεμόμενος με ειδικό νόμιμο τίτλο (δωρεά),
δεν είναι νομέας της κληρονομιάς και κατ’ επέκταση δεν εφαρμόζεται επ’
αυτού η ΑΚ 1879, σύμφωνα με την οποία, εφόσον δεν έχει παραγραφεί η
περί κλήρου αγωγή, ο νομέας της κληρονομιάς δεν μπορεί να επικαλεστεί
κατά του κληρονόμου τη χρησικτησία πράγματος που το νέμεται σαν να
ανήκει στην κληρονομιά.184Ωστόσο, εάν ο εναγόμενος επικαλεστεί ότι η
γενόμενη προς αυτόν δωρεά ήταν άκυρη κι ότι αυτός απέκτησε το
«δωρηθέν» με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας, θα
πρόκειται για αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής καθώς αυτός ουσιαστικά
αρνείται την ιδιότητά του ως δωρεοδόχου.185
5. Η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (ΑΚ 281)186
.
Πράγματι, ενδέχεται η άσκηση της αγωγής εκ μέρους του μεριδοόχου να
αποτελεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
Έχει, ωστόσο, κριθεί ότι η υπό του μεριδούχου άσκηση της αγωγής μέμψης
για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας δεν καθίσταται καταχρηστική από
μόνο το λόγο ότι αυτός ευεργετήθηκε με πολλούς τρόπους από τον
κληρονομούμενο, όσο ζούσε187
6. Επίσης, κατά τη νομολογία, αποτελεί ένσταση ο ισχυρισμός του εναγομένου,
ότι τα υπάρχοντα κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία καλύπτουν τη νόμιμη
μοίρα του ενάγοντος.188Ορθότερο όμως είναι να θεωρηθεί η περίπτωση αυτή
ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, διότι ο εναγόμενος αρνείται την
ιστορική βάση αυτής και συγκεκριμένα τη συνδρομή της προϋπόθεσης περί
ανεπάρκειας της πραγματικής κληρονομιάς. Η ένσταση, αντίθετα,
προϋποθέτει, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κατάφαση των πραγματικών
περιστατικών που διαλαμβάνει ο ενάγων στην αγωγή του και προβολή νέων
ισχυρισμών που εμποδίζουν την επέλευση του έννομου αποτελέσματος που
επιδιώκεται με την αγωγή. Η πρακτική σημασία της διάκρισης έγκειται στο
184 Γεωργιάδης, Κληρ.Δ, σ. 601, αρ. 49.
185 Σπυριδάκης, Η μέμψη… σ. 66.
186 Η ένσταση αυτή θεωρείται από τη νομολογία καταχρηστική, βλ. ΟλΑΠ 10/1993 ΝοΒ 1994, 378.
187 ΕφΑθ 7614/1995 Αρμ. 3, 68.8
188 ΑΠ 1311/2003 ΧρΙΔ 4, 222: Ενόψει της επικουρικότητας της μέμψης άστοργης δωρεάς με την
έννοια ότι η μέμψη χωρεί μόνον εφόσον η νόμιμη μοίρα δεν μπορεί να καλυφθεί από τα στοιχεία της
πραγματικής κληρονομιάς (ΑΚ 1835§1), ο εναγόμενος δύναται να προβάλει την ένσταση ότι τα
υπάρχοντα στην κληρονομιά κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου στοιχεία επαρκούν για την
ολική κατάληψη της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος. Όμοιες οι ΕφΑθ 6349/1999 ΕλλΔνη 41, 1415·
ΕφΠατρ 615/1996 ΑχΝομ 1997 ,136.
[64]
ότι τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αγωγή, εφόσον
αμφισβητούνται από τον εναγόμενο, πρέπει να αποδειχθούν από τον
ενάγοντα. Αντίθετα, τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την ένσταση,
εφόσον αμφισβητούνται από τον ενάγοντα, αποδεικνύονται από τον
ενιστάμενο, δηλαδή από τον εναγόμενο.189
7. Η ένσταση ότι υπάρχει μεταγενέστερη δωρεά που αποκλείει ολικά ή μερικά
την ευθύνη του εναγομένου (ΑΚ 1835 §2).190
189 Γεωργιάδης, ΚληρΔ. σ. 591 αρ.6 σημ. 53·Ψούνη, ΚληρΔ., § 9 ΧΙ, σ. 502.
190 ΕφΙωαν 168/2005 ΕλλΔνη 47 (2007) , 578· βλ. αντίθετα, Γεωργιάδης , Κληρ.Δ., §36 αρ.6, σ. ,
σύμφωνα με τον οποία αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής με την αιτιολογία που
αναπτύχθηκε αμέσως παραπάνω.
[65]
§10. Αποτελέσματα της ανατροπής μετά από άσκηση αγωγής μέμψης άστοργης
δωρεάς
I. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις
Εάν η αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς ευδοκιμήσει, η απόφαση που θα εκδοθεί
θα είναι διαπλαστική191, αφού με την τελεσιδικία της θα ανατρέπει ενοχικά τη
δωρεά, δηλαδή θα διαπλάθει μια νέα κατάσταση. Η άστοργη δωρεά, η οποία ήταν
ισχυρή και ενεργός από τη σύστασή της εως την έκδοση της τελεσίδικης δικαστικής
απόφασης που έκανε δεκτή την αγωγή μέμψης αστόργου δωρεάς, παύει να ισχύει
εφεξής, εν όλω ή εν μέρει ανάλογα με τις περιστάσεις.192 Ειδικότερα με αυτήν δεν
επέρχεται ακύρωση κατ’ άρθρον 184 ΑΚ της δωρεάς, αλλά ανατρέπεται για το
μέλλον η υποσχετική σύμβαση της δωρεάς, η οποία μέχρι το χρόνο έκδοσης της άνω
απόφασης λειτουργούσε ως το ενοχικό υποβάθρο που δικαιολογούσε την
περιουσιακή μετακίνηση του δωρηθέντος από την περιουσία του κληρονομουμένου-
δωρητή στην περιουσία του δωρεοδόχου, προς το σκοπό της κάλυψης της νόμιμης
μοίρας του μεριδούχου193. Πρόκειται δηλαδή για μια διαπλαστική απόφαση η οποία
δεν έχει αναδρομική ισχύ αλλά ενεργεί μόνο για το μέλλον (ex nunc).
Η ανατροπής της δωρεάς ωστόσο, δεν έχει εμπράγματη παρά μόνο ενοχική
ενέργεια. Ειδικότερα, η ex nunc ενέργεια της ανατροπής (διάπλασης) σημαίνει ότι η
δωρεά παύει εφεξής να αποτελεί το λόγο (την «αιτία») για τον οποίο ο δωρεοδόχος
είχε το δωρηθέν περιουσιακό στοιχείο, με αποτέλεσμα ως προς αυτό, είναι εφεξής
αδικαιολόγητα πλουσιότερος. Δηλαδή η δωρεά παύει να αποτελεί τη νόμιμη αιτία
διατήρησης του αντικειμένου της δωρεάς από το δωρεοδόχο.
194 Ο μεριδούχος με την
ανατροπή της δωρεάς αποκτά αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού κατά του
δωρεοδόχου με αντικείμενο το δωρηθέν. Συγκεκριμένα, πρόκειται για αξίωση
αδικαιολογήτου πλουτισμού για «αιτία που έληξε», αφού εως την ανατροπή της
δωρεάς, ο δωρεοδόχος είχε «αιτία» διατήρησης του πλουτισμού, δηλαδή του
αντικειμένου της δωρεάς, η οποία έπαψε να υπάρχει με την ανατροπή.
Η διάπλαση, που αναδύεται από τη δικαστική απόφαση που δέχεται την αγωγή
μέμψης, αυτή εμφανίζει μια ιδιαιτερότητα, διότι αυτή δεν επέρχεται απέναντι σε
191 ΠΠρΠειρ 694/2009 ΝΟΜΟΣ.
192 Σπυριδάκης, Η μέμψη…. σ. 79
193 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ , άρθρα 1835-1838 αρ. 16· Παπαντωνίου,
ΚληρΔ, § 131, σ. 469.
194 ΕφΠατρ 856/2008 ΝΟΜΟΣ.
[66]
οποιονδήποτε τρίτο, αλλά μόνο μεταξύ των μερών, μεταξύ των οποίων επέρχεται
ανατροπή της δωρεάς .
Ειδικότερα, το διαπλαστικό δικαίωμα της προς τούτο εκδιδόμενης απόφασης,
συνίσταται στην υπόψη περίπτωση, στη γέννηση ενοχικής υποχρέωσης του
δωρεοδόχου προς αποκατάσταση των πραγμάτων. Κατ΄εφαρμογή των διατάξεων του
αδικαιολογήτου πλουτισμού εφόσον η αγωγή μέμψης γίνει τελεσιδίκως δεκτή ο
δωρεοδόχος οφείλει καταρχήν να αποδώσει το δωρηθέν αυτούσιο στον μεριδούχο-
ενάγοντα, στο μέτρο που αυτό σώζεται. Στην περίπτωση της αυτούσιας απόδοσης το
διαπλαστικό αποτέλεσμα της απόφασης συνίσταται στο ότι γεννάται ενοχή του
δωρεοδόχου να μεταβιβάσει κατά κυριότητα και νομή στον μεριδούχο το ποσοστό
της νόμιμης μοίρας που δέχτηκε ότι λείπει.195Μάλιστα, γίνεται δεκτό ότι ο
μεριδούχος μπορεί να ζητήσει την απόδοση του πλουτισμού αυτού σωρεύοντας
παραδεκτά κατ’ άρθρο 218 §1 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικόγραφο και καταψηφιστικό
αίτημα.196
II. Το ζήτημα της ευθύνης του δωρεοδόχου ανάλογα με τον «κρίσιμο χρόνο»
Υπάρχει περίπτωση κατά το χρόνο έκδοσης της τελεσίδικης δικαστικής
απόφασης με την οποία διατάσσεται η ανατροπής της δωρεάς, να μην σώζεται το
δωρηθέν αυτούσιο στην περιουσίας του δωρεοδόχου, οπότε κατά τις διατάξεις του
αδικαιολογήτου πλουτισμού η ευθύνη του δωρεοδόχου διαφοροποιείται ανάλογα με
το κρίσιμο χρόνο197. Διάσταση απόψεων στη θεωρία δημιουργήθηκε ως προς το
ποιο χρονικό σημείο αποτελεί τον «κρίσιμο χρόνο» από τον οποίο και μετά έχουμε
επίταση της ευθύνης του δωρεοδόχου ως λήπτη του πλουτισμού, με την έννοια της
ευθύνης αυτού παρά την τυχαία καταστροφή ή απώλεια του αντικειμένου της
δωρεάς (πλουτισμού). Κατά μία άποψη198
, ως κρίσιμος χρόνος πρέπει να θεωρηθεί
αυτός κατά τον οποίο ο δωρεοδόχος συνειδητοποίησε ότι η δωρεά είναι ενδεχόμενο
κατά το θάνατο του κληρονομουμένου να ανατραπεί και, σε κάθε περίπτωση, ο
χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου. Κατά τη γνώμη αυτή, η αστοργία της
195
Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, αρ. 1835 αρ. 19
196
Βούζικας, ΚληρΔ. § 152 Ι, σ. 877.
197 Ως κρίσιμος χρόνος ορίζεται το χρονικό σημείο, στο οποίο εξετάζεται το αν ο λήπτης εξακολουθεί
να είναι πλουσιότερος, το αν δηλαδή «σώζεται» το δωρηθέν.
198
Μπαλής, ΚληρΔ, § 157,σ. 239· Τούσης, Κληρ.Δ § 116, σ. 302· Βασιλάκης Κληρ.Δ σελ.184,
Φίλιος, Κληρ.Δ § 340 Β, σ. 651· Γεωργιάδης, Κληρ.Δ.,σ. 604 αρ. 57· Ψούνη, Κληρ.Δ., § 9ΧΙ, σ. 503
επ.
[67]
δωρεάς αναφαίνεται κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή εκ των
υστέρων. Συνεπώς, πριν από αυτό το χρονικό σημείο δεν μπορεί να γίνει λόγος για
αστοργία της δωρεάς, ούτε για κακή πίστη του δωρεοδόχου με την έννοια της
δυνατότητα γνώσεως εκ μέρους αυτού ότι η δωρεά προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα και
συνακόλουθα για αυξημένη ευθύνη του199
. Επίσης, προς επίρρωση της θέσης τους,
οι υποστηρικτές της άποψης αυτής αντλούν επιχείρημα από τη διάταξη του άρθρου
1837 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «Ο δωρεοδόχος ή οι κληρονόμοι του κατά το
μέρος που επήλθε ανατροπή της δωρεάς ενέχονται και για τους καρπούς, από το
χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου». Συγκεκριμένα, με αναλογική εφαρμογή
της εν λόγω διάταξης, υποστηρίζουν ότι η ευθύνη του δωρεοδόχου μετά το θάνατο
του κληρονομουμένου υπάρχει, πέρα από τους καρπούς, και για το ίδιο το
πράγμα.200
Στα πλαίσια της παραπάνω πρώτης γνώμης, εάν το δωρηθέν δεν σώζεται στην
περιουσία του δωρεοδόχου κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου
εφαρμογής τυγχάνουν οι διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.),
βάσει των οποίων εάν το αντικείμενο της δωρεάς (πλουτισμού) δεν σώζεται, επειδή
απαλλοτριώθηκε από τον δωρεοδόχο με επαχθή αιτία, όσο ζούσε ο
κληρονομούμενος, υπάρχει υποχρέωση αυτού να αποδώσει το αντικατάλλαγμα,
σύμφωνα την ΑΚ 908 εδ. α’ Ως αντικατάλλαγμα ορίζεται αυτό που έλαβε ο
δωρεοδόχος, με οποιονδήποτε τρόπο, σαν υποκατάστατο του αντικειμένου του
αρχικού πλουτισμού, δηλαδή του δωρηθέντος201
. Αν το αντικατάλλαγμα έχει
μικρότερη αξία από αυτήν που είχε το δωρηθέν, ο δωρεοδόχος θα αποδώσει
αυτούσιο το μικρότερο σε αξία αντάλλαγμα. Εάν ο δωρεοδόχος προσπόρισε το
δωρηθέν σε τρίτο με χαριστική αιτία πριν τον κρίσιμο χρόνο του θανάτου του
κληρονομουμένου και χωρίς να εξοικονομεί κάποια δαπάνη, ο μεριδούχος μπορεί
βάσει της ΑΚ 913 να εγείρει κατά του τρίτου την αγωγή αδικαιολογήτου
πλουτισμού. Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος αποκτά έγκυρα το δωρηθέν και μάλιστα
από δικαιούχο. Ωστόσο, επειδή δεν έδωσε κάποιο αντάλλαγμα για το αντικείμενο
199 Μπαλής, ΚληρΔ, § 157 , σ. 239.
200 Σταθόπουλος, σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 1835-1838 αρ. 19·Φίλιος, ΚληρΔ, § 340 Β,
σ. 651, οποίος χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «θα ήταν άτοπο από αυτό το χρόνο να αρχίζει η ευθύνη
για τα ωφελήματα-έλλασον- και να μην αρχίζει για το ίδιο το πράγμα-μείζον!».
201 Κορνηλάκης Π., Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Τόμος 1ος §69.2, ΙΙ.1 σ. 418, σύμφωνα με τον οποίο στη
ρύθμιση του άρθρου 908 εδ. α’ εντάσσεται κάθε μορφής υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου του
πλουτισμού, εφόσον η είσοδος του στην περιουσία του λήπτη συνδέεται αιτιωδώς με την απώλεια του
αρχικού πλουτισμού.
[68]
που περιήλθε σε αυτόν από τον δωρεοδόχο, ο νόμος δεν τον θεωρεί άξιο
προστασίας, τη στιγμή μάλιστα που την κτήση του αυτή δεν την καλύπτει η βούληση
του προσώπου στον οποίο ανήκε ουσιαστικά το αντικείμενο της χαριστικής πράξης.
Εάν το δωρηθέν καταστραφεί από υπαιτιότητα τρίτου, ο δωρεοδόχος οφείλει να
εκχωρήσει την αξίωση αποζημίωσης κατά του υπαιτίου στον μεριδούχο ή αν την
έχει εισπράξει ήδη να του την αποδώσει. Εάν όμως το δωρηθέν έχει απωλεσθεί η
καταστραφεί τυχαία τότε η ευθύνη του δωρεοδόχου αποσβήνεται κατά την ΑΚ 909.
Η ευθύνη όμως του δωρεοδόχου επιτείνεται εάν το δωρηθέν καταστραφεί
τυχαία σε χρόνο μεταγενέστερο του θανάτου του κληρονομουμένου και
συγκεκριμένα αυτός ευθύνεται όπως ο κακής πίστεως νομέας στη διεκδικητική
αγωγή. Δηλαδή, από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δεν τίθεται
ζήτημα απαλλαγής του δωρεοδόχου από την ευθύνη του προς απόδοση του
δωρηθέντος, καθώς αυτός από το χρόνο αυτό εξομοιώνεται με κακόπιστο νομέα
(1096, 1098 ΑΚ) και ευθύνεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 346 και 348
ΑΚ. Επομένως, αν το δωρηθέν συνίσταται σε χρήματα οριστικοποιείται το ύψος του
ποσού που πρέπει να αποδοθεί και οι νόμιμοι τόκοι αυτού, ενώ εάν αυτό συνίσταται
σε αντικείμενο κατ’ είδος ορισμένο (ενοχή είδους), ο δωρεοδόχος ευθύνεται σε
πλήρη αποζημίωση του μεριδούχου, μέχρι του ύψους που απαιτείται για τη
συμπλήρωση της νόμιμής του μοίρας, αν το αντικείμενο της δωρεάς για οποιοδήποτε
λόγο δεν είναι δυνατό να του αποδοθεί.
Κατά τη δεύτερη άποψη202, ο κρίσιμος χρόνος, από τον οποίο και μετά ο
δωρεοδόχος έχει αυξημένη ευθύνη, κατά τα άνω αναφερόμενα, πρέπει να
τοποθετείται στο χρονικό σημείο της επίδοσης της αγωγής μέμψης αστόργου
δωρεάς, εκτός κι εαν ο δωρεοδόχος όφειλε να προβλέψει τη αναζήτηση του
δωρηθέντος σε προγενέστερο χρονικό σημείο, οπότε κι η ευθύνη του επιτείνεται από
αυτό το χρονικό σημείο.
Από τις παραπάνω εκτεθείσες απόψεις ορθότερη φαίνεται η πρώτη καθώς το
δικαίωμα της νόμιμης μοίρας είναι ενεργό από το χρόνο θανάτου του
κληρονομουμένου κι επομένως είναι εύλογο και η ανατροπή της άστοργής δωρεάς
να ανατρέχει ως προς το οικονομικό αποτέλεσμα στο χρονικό αυτό σημείο.
Εξάλλου, η άποψη αυτή προστατεύει πληρέστερα και τα συμφέροντα του
μεριδούχου, προς όφελος του οποίου εισήχθη η όλη ρύθμιση, καθώς σε διαφορετική
202 Βούζικας, ΚληρΔ. §152 Ι. 2, σ. 878· Σπυριδάκης, Η μέμψη…. σ. 85-86.
[69]
περίπτωση ο δωρεοδόχος θα μπορούσε σε χρόνο μεταγενέστερο του θανάτου του
κληρονομουμένου να προέβαινε σε δόλια απαλλοτρίωση του δωρηθέντος και
περαιτέρω σε κατασπατάληση του αντικαταλλάγματος (χρήματος) καθιστώντας, με
τον τρόπο αυτό, την αξίωση του μεριδούχου για λήψη της νόμιμής του μοίρας άνευ
αντικειμένου. Άλλωστε, όπως σημειώθηκε παραπάνω, η ανατροπή της δωρεάς
περιάγει τον δωρεοδόχο σε κατάσταση αδικαιολογήτου πλουτισμού για λήξασα
αιτία, ενώ κατά το συνήθως συμβαίνον ο δωρεοδόχος γνωρίζει το θάνατο του
κληρονομουμένου και μπορεί ήδη από τον χρόνο αυτό να προβλέψει την αναζήτηση
του δωρηθέντος, δηλαδή την έγερση εναντίον του της αγωγής μέμψεως αστόργου
δωρεάς.
Σημειωτέον πως, εαν ο δωρεοδόχος τυγχάνει κι αυτός μεριδούχος του
κληρονομουμένου, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1838 ΑΚ, σύμφωνα με την
οποία «Αν ο δωρεοδόχος είναι μεριδούχος, η ανατροπή της δωρεάς χωρεί μόνο για
ό,τι έλαβε επιπλέον της νόμιμης μοίρας που του αναλογεί». Είναι αυτονόητο ότι η
νόμιμη μοίρα του ενάγοντος μεριδούχου, που επιδιώκει την μέμψη και η νόμιμη
μοίρα του εναγομένου (δωρεοδόχου) αλληλοεπηρεάζονται ως προς το ύψος τους,
αφού αυτό καθορίζεται και για τις δύο σε ποσοστό επί της πλασματικής
κληρονομιάς. Το ύψος της νόμιμης μοίρας του ενός προκύπτει με συνεκτίμηση και
του ύψους της άλλης. Και τα δύο ποσοστά «χωρούν» στην κληρονομία, χωρίς να
υπάρχει περίπτωση σύγκρουσή των. Αν πχ η νόμιμη μοίρα του δωρεοδόχου
ικανοποιείται από ένα μέρος της προς αυτόν δωρεάς, η νόμιμη μοίρα του άλλου θα
ικανοποιηθεί από άλλα στοιχεία της πλασματικής κληρονομιάς ή άλλα τμήματά
τους από εκείνα που λαμβάνει ο πρώτος, άρα επομένως κι από το λοιπό-ελεύθερο
από την νόμιμη μοίρα του πρώτου, τμήμα της δωρεάς.203
203 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου άρθρα 1835-1838 αρ. 6.
[70]
§11. Η ρύθμιση της ΑΚ 1836 εδ. β’ σε συνδυασμό με αυτή της ΑΚ 1837
I. Γενικά
Σύμφωνα με το άρθρο 1836 εδ. β’ «Ο δωρεοδόχος μπορεί να αποφύγει την
ανατροπή καταβάλλοντας το ισάξιο εκείνου που λείπει». Με την παραπάνω διάταξη
καθιερώνεται η διαζευκτική ευχέρεια του δωρεοδόχου ή των κληρονόμων αυτού να
αποφύγουν την ανατροπή της δωρεάς καταβάλλοντας στον ενάγοντα-μεριδούχο το
ισάξιο του ελλείποντος της νόμιμης μοίρας και όχι την αξία του δωρηθέντος
αντικειμένου. 204
Κατά μία άποψη205
, την καταβολή δύναται να κάνει ο δωρεοδόχος είτε προ της
αγωγής είτε και μετά από αυτήν το αργότερο όμως μέχρι την επ’ακροατηρίου
συζήτηση, καταβάλλοντας ταυτόχρονα και τα δικαστικά έξοδα.206 Ωστόσο, η άποψη
αυτή είναι πρακτικά ανεφάρμοστή καθότι για να μπορεί να καταβληθεί το ισάξιο
από τον δωρεοδόχο, θα πρέπει προηγουμένως να κριθεί δικαστικά η αναγκαιότητα ή
μη ανατροπής της άστοργης δωρεάς, πράγμα που θα αποτελέσει και την αναγκαία
λογική προϋπόθεση για την, σε μεταγενέστερο στάδιο, χρήση της διαζευκτικής
ευχέρειας εκ μέρους του δωρεοδόχου.
Κατ’ άλλη ορθότερη άποψη207
, ο εναγόμενος μπορεί να προσφερθεί στην
καταβολή (σε χρήμα) του ισάξιου του ελλείποντος εκ της νόμιμης μοίρας, το οποίο
θα καθορίσει η δικαστική απόφαση, που θα εκδοθεί επί της αγωγής μέμψης, καθώς
πριν από την έκδοση της δικαστικής απόφασης δεν είναι δυνατός ο καθορισμός της
αξίας του ισάξιου από τον εναγόμενο.208 Μάλιστα γίνεται δεκτό ότι αν ο δωρεοδόχος
ασκήσει το ανωτέρω δικαίωμά του, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει
το σχετικό αίτημα και όχι απλή ευχέρεια.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1837 ΑΚ «Ο δωρεοδόχος ή οι
κληρονόμοι του κατά το μέρος που επήλθε ανατροπή της δωρεάς ενέχονται και για
τους καρπούς, από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου». Συγκρίνοντας τη
204 Βούζικας, ΚληρΔ §152 αρ. 4ΙΙ, σ.
205 Πανάγος Γ., Αγωγή Μέμψεως Αστόργου Δωρεάς (1835 ΑΚ)-Τόκοι Υπερημερίας-Καρποί στην
περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 1836 εδ. β’ ΑΚ, ΝοΒ 2001 σ. 1245 επ.
206 Μπαλής,ΚληρΔ. § 157, σ.
207 ΑΠ 837/1989 ΕλλΔνη 31, 278· ΑΠ 892/1970 ΝοΒ 21, 342.
208 Βούζικας, Κληρ.Δ. §152 αρ. 4ΙΙ, σ.
[71]
διάταξη αυτή με εκείνη του άρθρου 912 §2 σύμφωνα με την οποία « Ο λήπτης έχει
την υποχρέωση να αποδώσει τους καρπούς μόνο αφότου μάθει ότι η αιτία….έληξε»
παρατηρείται ότι η διάταξη εισάγει παρέκκλιση από όσα ισχύουν επί αδικαιολογήτου
πλουτισμού και ότι η ευθύνη του δωρεοδόχου για τους καρπούς σύμφωνα με την
ΑΚ 1837 είναι αυστηρότερη από ότι αυτή που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 912
§2 ΑΚ, διότι η πρώτη δεν εξαρτά την ευθύνη του από την γνώση ή την άγνοιά του,
ενώ η δεύτερη θεσπίζει την ευθύνη αυτού μόνο «αφότου ο λήπτης μάθει ότι η αιτία
έληξε».209
II. Το ζήτημα της επιδίκασης τόκων υπερημερίας επί της καταβολής του
ισάξιου
Ζήτημα γεννήθηκε σχετικά με το εάν ο δωρεοδόχος, στην περίπτωση που κάνει
χρήση του δικαιώματος που του παρέχει το άρθρο 1836 εδ. β’ ΑΚ, προκειμένου να
αποφύγει την ανατροπή της δωρεάς, καταβάλλοντας το ισάξιο του ελλείποντος της
νόμιμης μοίρας, θα οφείλει πέραν αυτού και καρπούς, δηλαδή τόκους υπερημερίας,
από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
Σχετικά με το ζήτημα αυτό έχουν υποστηριχθεί τρεις διαφορετικές απόψεις.
Κατά πρώτη άποψη, η οποία παγιώθηκε με την υπ’αριθ 510/2000 απόφαση του
Ανώτατου Ακυρωτικού210
, τόκοι υπερημερίας δεν οφείλονται επί του ισάξιου του
ελλείποντος της νόμιμης μοίρας. Το Ανώτατο Ακυρωτικό αιτιολόγησε την κρίση του
αυτή με το εξής σκεπτικό: «Κατά τη διάταξη του άρθρου 1836 εδ β’, η οποία ορίζει
ότι ο δωρεοδόχος μπορεί να αποφύγει την ανατροπή καταβάλλοντας το ισάξιο
εκείνου που λείπει, παρέχεται διαζευκτική ευχέρεια στον δωρεοδόχο-εναγόμενο με
αγωγή μέμψης αστόργου δωρεάς, να αντιτάξει στον ενάγοντα-μεριδούχο στην περί
τούτο δίκη το δικαίωμα καταβολής ή προσφοράς σε καταβολή της χρηματικής αξίας
του μέρους της νόμιμης μοίρας που λείπει, προκειμένου να αποφύγει την ανατροπή.
Η τυχόν άσκηση αυτού του δικαιώματος από τον εναγόμενο μεριδούχο υπό τον
χρονικό περιορισμό των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, υποχρεώνει το δικαστήριο να
δεχθεί το εν λόγω αίτημα και να εκδώσει διαπλαστική απόφαση με διαζευκτική
καταδίκη, εφόσον γίνει δεκτή η μέμψη, ήτοι να υποχρεώσει τον δωρεοδόχο
209 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ,άρθρα 1835-1838 αρ. 19.
210 ΑΠ 837/1989 ΕλλΔνη 31, 278· ΑΠ 510/2000 ΝοΒ 2000, 1133·ΕφΔωδ 15/2004 ΝΟΜΟΣ.
[72]
εναγόμενο να καταβάλει στον μεριδούχο-ενάγοντα το ισάξιο, σε χρήμα του μέρους
της νόμιμης μοίρας που λείπει, κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου
(άρθρ. 1835 Α.Κ), άλλως την αυτούσια απόδοση του ποσοστού της νόμιμης μοίρας
που λείπει. Στην τελευταία περίπτωση της αυτούσιας απόδοσης το διαπλαστικό
αποτέλεσμα της αποφάσεως συνίσταται στο ότι γεννάται ενοχή του δωρεοδόχου να
μεταβιβάσει κατά κυριότητα και νομή στον μεριδούχο το ποσοστό της νόμιμης
μοίρας που δέχτηκε ότι λείπει, συνάμα δε και το αναλογούν σε αυτό (ελλείπον)
ποσοστό των συλλεγέντων και συλλεκτέων καρπών ή άλλων ωφελημάτων, από του
χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου και εφεξής, αν υπήρξε σχετικό περί
τούτου αίτημα της αγωγής, που έγινε δεκτό, σύμφωνα με το άρθρο 1837 Α.Κ., το
οποίο ρητώς επιτάσσει ότι ο δωρεοδόχος ή οι κληρονόμοι του κατά το μέρος που
επήλθε ανατροπή της δωρεάς ενέχονται και για τους καρπούς, από το χρόνο του
θανάτου του κληρονομουμένου, όπως η έννοια των καρπών και των ωφελημάτων
ορίζεται στα άρθρα 961 και 962 Α.Κ, πλην τόκων επί του ισαξίου του ελλείποντος
μέρους της νόμιμης μοίρας, καίτοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 961 Α.Κ.
καρπός δικαιώματος είναι και ο τόκος. Αυτό συμβαίνει, κατά την ακολουθούμενη
από τη νομολογία άποψη, διότι οι τόκοι επί του ισαξίου του ελλείποντος μέρους της
νόμιμης μοίρας αποκλείονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1836
και 1837 Α.Κ. αφού, κατά το τελευταίο (1837), προϋπόθεση της «ενοχής και για
τους καρπούς», από του θανάτου του κληρονομουμένου, είναι η «ανατροπή της
δωρεάς», η οποία αναγκαίως δεν επέρχεται, αν ο δωρεοδόχος ασκήσει το ως άνω
δικαίωμα, προκειμένου «να αποφύγει την ανατροπή, καταβάλλοντας το ισάξιο
εκείνου που λείπει», όπως ορίζει το εδάφιο β’ του άρθρου 1836 Α.Κ. Δηλαδή στην
περίπτωση της μέμψεως άστοργης δωρεάς ο νόμος (άρθρ. 1837 ΑΚ) εξαρτά την
επιδίκαση των καρπών του ελλείποντος της νόμιμης μοίρας από την «ανατροπή» της
δωρεάς, άλλως δεν επιδικάζονται.
Μάλιστα, κατά την άποψη αυτή, αποκλείεται η εφαρμογή της διάταξης του
άρθρου 1837 ΑΚ και στην περίπτωση όπου η αγωγή μέμψεως αφορά μόνο
χρηματική απαίτηση, διότι η κληρονομιαία περιουσία περιορίζεται και εξαντλείται
μόνο σε μετρητά χρήματα ή σε λογαριασμό πιστωτικού ιδρύματος, και τούτο διότι
στις περιπτώσεις αυτές το αίτημα της αγωγής του μεριδούχου θα είναι χρηματικό και
συνεπώς ούτε ο δωρεοδόχος μπορεί να ασκήσει την εκ του άρθρου 1836 εδ. β Α.Κ.
διαζευκτική ευχέρεια, για καταβολή ισαξίου, ούτε η απόφαση μπορεί να εκδοθεί με
διαζευκτική καταδίκη, κατά τα ανωτέρω. Η τοκοδοσία στις περιπτώσεις αυτές
[73]
εξαρτάται από την συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων των άρθρων 340, 341, 345 και
346 Α.Κ. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 1837 Α.Κ., ο δωρεοδόχος εναγόμενος
εξομοιούται με τον κακής πίστεως νομέα (άρθρ. 1098 Α.Κ.) και ενέχεται και για
τους συλλεγέντας και συλλεκτέους καρπούς μόνο του αυτουσίως, λόγω μέμψεως,
μεταβιβαζομένου κατά κυριότητα και νομή στον μεριδούχο ενάγοντα,
κληρονομιαίου πράγματος, όχι δε και για τους τόκους του ισαξίου σε χρήμα αυτού,
που προσφέρεται να καταβάλλει ο δωρεοδόχος, για να αποφύγει την ανατροπή της
δωρεάς.
Κριτική αξιολόγηση της παραπάνω άποψης
Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο με την παραπάνω αναφερόμενη απόφαση-
σταθμό, ορθά δέχεται ότι η επιδίκαση τόκων υπερημερίας στον παραληφθέντα
μεριδούχο, ο οποίος ασκεί την αγωγή μέμψης αστόργου δωρεάς, δεν είναι δυνατή,
καθότι η γέννηση τόκων προϋποθέτει αφενός χρηματική αξίωση, αφετέρου όχληση,
προϋποθέσεις εξ ορισμού ασυμβίβαστες στην αγωγή περί μέμψεως, το αίτημα της
οποίας είναι μόνο η ανατροπή των άστοργων δωρεών προκειμένου ο παραληφθείς
μεριδούχος να λάβει τη νόμιμη μοίρα του και όχι η ικανοποίηση χρηματικής
απαίτησης αυτού. Ζήτημα χρήματος (ισάξιου) σύμφωνα με την ΑΚ 1836 εδ. β’ ΑΚ
εμφανίζεται ως ενδεχόμενο πολύ αργότερα της ασκήσεως της αγωγής,
λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή διέρχεται υποχρεωτικά από τα ακόλουθα στάδια:
Α) Στάδιο διαζευκτικής ή υπαλλακτικής ευχέρειας
Μολονότι η έννοια δεν ρυθμίζεται ευθέως εκ του νόμου γίνεται δεκτό ότι
συνίσταται στο δικαίωμα που έχει ο οφειλέτης ή ο δανειστής ορισμένης παροχής
προσδιορισμένης κατ’ είδος ή κατά γένος να καταβάλει ή να απαιτήσει άλλη παροχή
αντί εκείνης, που από την αρχή οφείλεται και μάλιστα αντίθετα από τη θέληση του
άλλου μέρους211
Στα πλαίσια της μέμψεως αστόργου δωρεάς, ο νόμος αφενός θεσπίζει την
αξίωση του παραληφθέντος μεριδούχου για ανατροπή της δωρεάς, αφετέρου
χορηγεί στον δωρεοδόχο το δικαίωμα της εξοφλήσεως σε χρήμα προς αποτροπή της
ανατροπής.
211 Κρητικός, σε Γεωργιάδη Απ.- Σταθόπουλου Μιχ,. Αστικός Κώδιξ, Κατ’ άρθρον Ερμηνεία, Γενικό
Ενοχικό Δίκαιο, Τόμος ΙΙ, (άρθρα 287-495) , Εισαγ.Παρατηρ. στα άρθρα 305-315, αρ.8.
[74]
Β) Στάδιο διαζευκτικής ενοχής212
Σύμφωνα με την ΑΚ 305 «Εάν εκ δύο πλειόνων οφειλομένων παροχών μόνο η
μία δέον να καταβληθεί το δικαίωμα επιλογής εν αμφιβολία έχει ο οφειλέτης»
Στην υπό κρίση περίπτωση μετά την αναγνώριση εκ μέρους του Δικαστηρίου :α)
της ανάγκης ανατροπής της δωρεάς για την ικανοποίηση της νόμιμης μοίρας και β)
του δικαιώματος του δωρεοδόχου να καταβάλει το ισάξιο σε χρήμα προς ματαίωση
της ανατροπής, η διαζευκτική ευχέρεια μετατρέπεται σε διαζευκτική ενοχή για τον
δωρεοδόχο, αφού αυτός ελευθερώνεται καταβάλλοντας οποιαδήποτε εκ των δύο
παροχών και μάλιστα ανεξαρτήτως της βουλήσεως του ενάγοντος.
Γ) Στάδιο επιλογής (απλοποιήσεως της ενοχής)
Σύμφωνα με τα άρθρα 306 και 307 ΑΚ η διαζευκτική οφειλή του δωρεοδόχου
τερματίζεται με την επιλογή αυτού213. Εάν ο δωρεοδόχος επιλέξει να καταβάλει σε
χρήμα το ισάξιο της ελλείπουσας νόμιμης μοίρας, από το χρονικό αυτό σημείο της
επιλογής μπορεί να γίνει λόγος για χρηματική αξίωση του δανειστή-ενάγοντα.
Το ερώτημα που τίθεται είναι, τι δικαιούται ο ενάγων κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Την απάντηση στο ερώτημα αυτό δίνει η ΑΚ 1836 εδ. β’ ΑΚ «το ισάξιο εκείνου που
λείπει». Κατά την άποψη που κρατεί στη νομολογία, όπως αυτή εκτέθηκε παραπάνω,
αυτό αντιστοιχεί αποκλειστικά και μόνο στην χρηματική αξία του ελλείποντος της
νόμιμης μοίρας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.
Κατ’ άλλη, όμως, ορθότερη άποψη214 «το ισάξιο εκείνου που λείπει» αντιστοιχεί
στο κεφάλαιο και τους καρπούς από τον θάνατο του κληρονομουμένου-δωρητή
μέχρι του χρόνου της επιλογής-απλοποίησης της ενοχής. Η άποψη αυτή στηρίζεται
τόσο στην γραμματική, όσο και στην τελολογική ερμηνεία του νόμου.
212 Γνώρισμα της διαζευκτικής ενοχής είναι η ύπαρξη αοριστίας. Η αοριστία αναφέρεται όχι
στο αν ο οφειλέτης υποχρεούται να παράσχει, αλλά στο τι πρέπει να παράσχει. Η ενοχή είναι
μία και ενιαία, μία και ενιαία γεννώσα αξίωση. Η διάζευξη αναφέρεται στην ύπαρξη
περισσοτέρων της μιας παροχών, από τις οποίες τελικώς καταβλητέα είναι μία. βλ.
Γεωργιάδη Αστ, Ενοχικό Δίκαιο Γενικό Μέρος4
(2003), Τόμος Ι,§7, σ.181.
213 Ως «επιλογή» ορίζεται η μονομερής δήλωση βούλησης του προσώπου που έχει το σχετικό
δικαίωμα, δυνάμει της οποίας απλοποιείται η διαζευκτική ενοχή, με την έννοια ότι αίρεται η αοριστία
της και η ενοχή συγκεντρώνεται σε μία από τις διαζευκτικά οφειλόμενες παροχές, βλ. Γεωργίάδη Αστ,
ΕνοχΔ, §7 σ. 185.
214
Γ.Πανάγου, Αγωγή Μέμψεως Αστόργου Δωρεάς (1835 ΑΚ)-Τόκοι Υπερημερίας-Καρποί στην
περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 1836 εδ. β’ ΑΚ, ΝοΒ 2001, 1245 επ.· Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ,
άρθρα 1837-1839 αρ. 2.
[75]
Σύμφωνα με αυτήν, το άρθρο 1836 εδ. β’ ορίζει ότι «ο δωρεοδόχος μπορεί να
αποφύγει την ανατροπή της δωρεάς καταβάλλοντας το ισάξιο εκείνου που λείπει»,
χωρίς να κάνει λόγο για χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, όπως οι διατάξεις
των άρθρων 1835 και 1837 ΑΚ, ακριβώς επειδή βούληση του νομοθέτη ήταν να μη
γίνεται ο προσδιορισμός του ισάξιου κατά τον χρόνο θανάτου. Το συμπέρασμα αυτό
συνάγεται αβίαστα και από το σκοπό του νόμου, ο οποίος συνίσταται στο να δίδεται
αυτό που λείπει από τη νόμιμη μοίρα τη στιγμή που το δικαιούται και εφόσον το
χρήμα το δικαιούται με την επιλογή, λογικό είναι να το λαμβάνει τότε στην έκταση
που αυτό πραγματικά καλύπτει τη νόμιμη μοίρα.
Η αντίθετη άποψη, δηλαδή η καταβολή του κατά το χρόνο του θανάτου
«ισάξιου» αναπόφευκτά μειώνει τα δικαιώματα του παραληφθέντος μεριδούχου σε
περίπτωση που λαμβάνει αυτό σε χρήμα, καθώς άλλη αξία είναι αυτή του θανάτου
και η άλλη η κατά το χρόνο της επιλογής. Γι’ αυτό και σύμφωνα με το άρθρο 1837
ΑΚ ο νομοθέτης θεωρεί τον δωρεοδόχο κακόπιστο νομέα και τον υποχρεώνει να
δώσει και τους καρπούς από τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Το
αντίθετο, ούτε με τη λογική δεν συμβιβάζεται, καθώς εάν ίσχυε κάτι τέτοιο ο
δωρεοδόχος θα διάλεγε πάντοτε την καταβολή του ισάξιου σε χρήμα, δεδομένου ότι
δεν θα υποχρεώνονταν σε καταβολή τόκων υπερημερίας. Απόρροια της άποψης
αυτής είναι και η βλάβη των συμφερόντων του παραληφθέντος νόμιμου μεριδούχου
για την προστασία του οποίου, έχουν θεσπιστεί οι διατάξεις περί αναγκαστικής
διαδοχής.
Επίσης, έχει υποστηριχθεί και τρίτη άποψη215 επί του θέματος αυτού, η οποία
καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με την δεύτερη άποψη, ότι δηλαδή οφείλονται τόκοι
υπερημερίας από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, στηριζόμενη όμως σε
διαφορετικά επιχειρήματα. Συγκεκριμένα, η άποψη αυτή συμπυκνούται στο ότι δεν
πρέπει να δίνεται μεγάλη σημασία στον όρο «ανατροπή» που χρησιμοποιείται στη
διάταξη του άρθρου 1837 ΑΚ, γιατί και η προσφορά του ισάξιου σε χρήμα δεν
εξαφανίζει τη διάπλαση, η οποία γίνεται υποχρεωτικά από το Δικαστήριο εάν το
ζητήσει ο δωρεοδόχος. Εξ ορισμού δηλαδή κατά την άποψη αυτή η διάπλαση
περικλείει εννοιολογικώς και την ανατροπή, ασχέτως του γεγονότος ότι ο
μεριδούχος δεν λαμβάνει αυτούσια πράγματα ως συνέπεια της μη, υπό του
215 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ 1835-1838, σ.508.
[76]
δωρεοδόχου, ασκήσεως του δικαιώματος αυτούσιας απόδοσης της ελλείπουσας
νόμιμης μοίρας.
Συνοψίζοντας, καταλήγουμε ότι ορθότερη πρέπει να θεωρηθεί η δεύτερη
άποψη, κατά την οποία του ισάξιο προσδιορίζεται τόσο από την χρηματική αξία του
ελλείποντος της νόμιμης μοίρας όσο και από τους αντιστοιχούντες σε αυτήν τόκους
υπερημερίας, από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου εως και το χρόνο της
επιλογής, καθώς συνάδει με το σκοπό της καθιέρωσης των διατάξεων περί του
νομίμου μοίρας, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των δικαιωμάτων των
μεριδούχων.
[77]
§ 12. Απόσβεση του δικαιώματος της μέμψης
I. Παραίτηση
Ο μεριδούχος, οποτεδήποτε μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, μπορεί να
παραιτηθεί από το δικαίωμα της μέμψης, δηλαδή από το δικαίωμα της νόμιμης
μοίρας (ΑΚ 1826).
Μάλιστα υποστηρίζεται ότι η σχετική παραίτηση, η οποία αποτελεί διαπλαστική
πράξη και συνεπάγεται την απώλεια διαπλαστικού δικαιώματος, μπορεί να γίνει και
πριν από την έκδοση της δικαστικής απόφασης που δέχεται την μέμψη με μονομερή,
απευθυντέα, άτυπη δικαιοπραξία. Δεν αποκλείεται όμως η παραίτηση να λάβει χώρα
και μετά την έκδοση της διαπλαστικής απόφασης που διατάζει την ανατροπή της
δωρεάς, όμως στην περίπτωση αυτή απαιτείται σύμβαση μεταξύ του μεριδούχου και
του δωρεοδόχου κατά την ΑΚ 454216
.
Η παραίτηση από το δικαίωμα μέμψης δεν αποτελεί «έκπτωση» του μεριδούχου
κατά την έννοια της ΑΚ 1826 και συνεπώς στην περίπτωση αυτή δεν χωρεί διαδοχή
στη νόμιμη μοίρα.217
II. Παραγραφή
Στην ΑΚ 1836 §2 προβλέπεται σύντομη διετής παραγραφή της αγωγής μέμψης
άστοργης δωρεάς με χρονικό σημείο έναρξης το θάνατο του κληρονομουμένου και
μάλιστα ανεξάρτητα από το ένα ο μεριδούχος γνωρίζει ή όχι αυτό το γεγονός218. Ο
νομοθέτης καθιερώνει σύντομη παραγραφή, ώστε να αποφεύγεται η παράταση της
εκκρεμότητας σχετικά με την τύχη των δωρηθέντων. Ορθά όμως παρατηρείται ότι
δεν πρόκειται για παραγραφή αλλά για αποσβεστική προθεσμία στο μέτρο που η
σχετική αναφορά του νόμου αφορά το διαπλαστικό δικαίωμα της μέμψης.219
Αν η δωρεά καλύπτεται υπό εικονική πώληση γίνεται δεκτό220ότι η παραγραφή
διακόπτεται με την άσκηση αγωγής για την αναγνώριση της εικονικότητας. Η γνώμη
αυτή στηρίζεται στο επιχείρημα ότι μόνο μετά την διαπίστωση ότι υπάρχει δωρεά
216 ΕφΠειρ 532/1997, ΕλλΔνη 42 (2001), 643.
217 Γεωργιάδης, Κληρ.Δ., σ. 606· Ψούνη, ΚληρΔ §9 ΧΙ, σ. 508.
218 ΑΠ 191/2001 ΕλλΔνη 42, 727.
219 Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΙV αρ. 2· ΕφΑιγ 104/1976 Αρμ 32, 579.
220 ΑΠ 1879/1980 ΝοΒ 29, 1084· ΕφΘεσ 1860/1990 ΕλλΔνη 1990, 1343.
[78]
(και όχι πώληση) μπορεί να γίνει λόγος για μέμψη και ακολούθως για παραγραφή
της σχετικής αξίωσης.221Εντούτοις, η γνώμη αυτή έχει επικριθεί, όχι μόνο διότι
αντιτίθεται στο σκοπό της καθιερώσεως της σύντομης διετούς παραγραφής αλλά
και διότι είναι δυνατή η αντικειμενική σώρευση της αγωγής για την αναγνώριση της
εικονικότητας της πώλησης και της μέμψεως στο ίδιο δικόγραφο.
Επίσης, υποστηρίζεται222
,ότι ορθότερο είναι η διετής παραγραφή να ισχύσει όχι
μόνο όταν το αντικείμενο της άστοργης δωρεάς σώζεται στην περιουσία του
δωρεοδόχου κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, οπότε και αυτός
ενέχεται για αυτούσια απόδοση, αλλά και όταν αυτό δεν σώζεται, οπότε αυτός
ενέχεται μόνο κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.223
Η παραγραφή αυτή ή κατά την ορθότερη άποψη αποσβεστική προθεσμία
υπόκειται στους γενικούς περί παραγραφής κανόνες του Αστικού Κώδικα.
Ειδικότερα από το συνδυασμό των άρθρων 279, 280, 261 και 270 ΑΚ προκύπτει ότι
η διακοπή της νόμιμης παραγραφής ή της αποσβεστικής προθεσμίας επέρχεται με τη
διενέργεια οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης εκ μέρους οποιουδήποτε των
διαδίκων. Αποτέλεσμα αυτής της διακοπής είναι να ξεκινά νέα παραγραφή από το
χρονικό σημείο της διακοπής. Κατά συνέπεια, εφόσον μεταξύ των δύο
διαδικαστικών πράξεων παρέλθει ολόκληρος ο οριζόμενος από το νόμο χρόνος της
παραγραφής, ο οποίος στη δεδομένη περίπτωση είναι μικρός και η πιθανότητα αυτή
σφοδρή, εμφιλοχωρεί παραγραφή της αξίωσης εν επιδικία224, ενώ ανάλογα ισχύουν
και για την αποσβεστική προθεσμία.
221 ΑΠ 1274/1986 ΕΕΝ 1987 , 508, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής η αναγνωριστική
της εικονικότητας αγωγή αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της αγωγής μέμψης με την οποία στη
συνέχεια μπορεί στη συνέχει ο μεριδούχος να ασκήσει το δικαίωμά του για ανατροπή της δωρεάς και
για το λόγο αυτό κατά το άρθρο 261 ΑΚ, η έγερσή της αν γίνει πριν περάσει η παραγραφή των δύο
ετών που τάσσει η ΑΚ 1836 για την κύρια αγωγή, διακόπτει την παραγραφή της τελευταίας.
222 Βούζικα,Κληρ.Δ.§152 ΙV, σ.883.
223 Σπυριδάκης, Η μέμψη…., σ.. 68· Ψούνη, ΚληρΔ. §9 ΧΙ. σ. 508· ΑΠ 995/1983 ΝοΒ 32, 500·ΑΠ
1679/1980 ΝοΒ 29 σελ. 1084·ΠΠρΑθ 5967/2007 ΝΟΜΟΣ , η οποία στο αιτιολογικό της αναφέρει
ρητά « η ίδια παραγραφή (του άρθρου 1836 §2) ισχύει και όταν τα αντικείμενα της δωρεάς δεν
σώζονται και ο δωρεοδόχος ευθύνεται κατά τις διατάξεις τους αδικαιολογήτου πλουτισμού».
224 ΕφΑθ 1210/1973 ΝοΒ 21 σελ. 790.
[79]
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΟλΑΠ 36/1998 ΕλλΔνη 40,40
ΟλΑΠ 1404/1984 ΝοΒ 33 (1985),97.
ΟλΑΠ 10/1993 ΝοΒ 42(1994), 378.
ΟλΑΠ 815/1975 ΝοΒ 23, 1083
ΟλΑΠ 398/1975 ΝοΒ 23,1164
ΑΠ 1854/2009 ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 1567/2009 ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 1233/2009 ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 491/2009 ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 1595/2008 ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 854/2007 ΧρΙΔ 7, 977·
ΑΠ 1796/2006 ΕλλΔνη 48, 481
ΑΠ 996/2006 ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 518/2006 ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 1311/2003 ΧρΙΔ 4, 222
ΑΠ 1176/2002 ΝοΒ 51(2003), 1010
ΑΠ 1135/2002 ΕλλΔνη 45 (2004) 461
ΑΠ 362/2002 ΕλλΔνη 43 (2002) 752.
ΑΠ 1527/2000 Δ/νη 2001,1295
ΑΠ 1412/2000 ΕλλΔνη 42(2001), 711
ΑΠ 520/2000 ΝοΒ 48,1133
ΑΠ 191/2001 ΕλλΔνη 42, 727.
ΑΠ 1047/1998 ΕλλΔνη 40 (1999), 125
ΑΠ 540/1998 ΔΕΕ 1998, 723,
ΑΠ 111/1996 ΝοΒ 46,338
ΑΠ 166/1990 ΝοΒ 39, 72
ΑΠ 837/1989 ΕλλΔνη 31, 278
ΑΠ 1274/1986 ΕΕΝ 1987 , 508
ΑΠ 236/1984 ΝοΒ 33, 354
ΑΠ 995/1983 ΝοΒ 32(1984), 500
ΑΠ 245/1982 ΕΕΝ 50,138.
ΑΠ 1879/1980 ΝοΒ 29, 1084
ΑΠ 1679/1980 ΝοΒ 29
ΑΠ 892/1970 ΝοΒ 21, 342.
ΑΠ 736/1974 ΝοΒ 23, 313.
ΑΠ 510/1973 ΝοΒ 21, 1411
ΑΠ 514/1968 ΝοΒ 17, 33·
ΕφΑθ 78/2010 ΝΟΜΟΣ
ΕφΠατρ 856/2008 ΝΟΜΟΣ
ΕφΙωανν 187/2007 Αρμ 2008 , 414
ΕφΛαμ 212/2007 ΕλλΔνη 49 (2008),891
ΕφΠατρ 105/2007 ΝΟΜΟΣ
ΕφΑθ 4060/2006 ΕλλΔνη 49 (2008) ,278
ΕφΑθ 5140/2005 ΕλλΔνη 48 (2007), 576.
[80]
ΕφΔωδ 328/2005 ΝΟΜΟΣ
ΕφΙωανν 168/2005 ΕλλΔνη 47, 578
ΕφΔωδ 15/2004 ΝΟΜΟΣ
ΕφΛαρ 409/2003 ΝΟΜΟΣ
ΕφΑθ 5675/2002 ΕλλΔνη 2003, 845
ΕφΑθ 8560/2002 ΕλλΔ/νη 2004 , 574
ΕφΑθ 3926/2002 ΕλλΔνη 45 (2004), 1487
ΕφΑθ 3289/2001 ΕλλΔ/νη 42, 819
ΕφΑθ 9395/1999 ΝΟΜΟΣ
ΕφΑθ 6349/1999 ΕλλΔνη 41, 1415
ΕφΑθ 3327/1999 ΝοΒ 48(2000), 485.
ΕφΑθ 1428/1999 ΕλλΔνη 41 (2000), 517
ΕφΔωδ 29/1999 ΕπισκΕΔ Β/2000, 419
ΕφΠειρ 532/1997, ΕλλΔνη 42 (2001), 643
ΕφΠατρ 451/1997 ΔΕΕ 1998, 297
ΕφΠατρ 615/1996 ΑχΝομ 1997 ,136.
ΕφΑθ 7614/1995 Αρμ. 3, 68.8
ΕφΑθ 7305/1995 ΕλλΔ/νη 1997
ΕφΑθ 5774/1995 ΝοΒ 45 (1997), 218
ΕφΘεσ 2035/1991 Αρμ 1991, 879
ΕφΘεσ 1860/1990 ΕλλΔνη 1990, 1343
ΕφΘεσ 660/1990 Αρμ 1990, 840
ΕφΘεσ 362/1990 ΕλλΔνη 31 (1990),
ΕφΘεσ 696/1989 ΕλλΔνη 1989, 1012
ΕφΑθ 6939/1986 ΕλλΔνη 28, 666
ΕφΘεσ 673/1985 Αρμ. 1986 , 684
ΕφΘεσ 30/1983 Αρμ 37, 666
ΕφΘεσ 508/1978 Αρμ 1979, 41
ΕφΑιγ 104/1976 Αρμ 32, 579
ΕφΑθ 1210/1973 ΝοΒ 21 , 790
ΕφΘεσ 497/1971 Αρμ 25 ,785
ΠΠρΠειρ 2474/2009 ΝΟΜΟΣ.
ΠΠρΠειρ 694/2009 ΝΟΜΟΣ
ΠΠρΡοδ 78/2009 ΝΟΜΟΣ
ΠΠρΘεσ 8173/2007 ΝΟΜΟΣ
ΠΠρΑθ 5967/2007 ΝΟΜΟΣ
ΠΠρΛαρ 660/1990 ΝοΒ 40, 98
ΠΠρΠειρ 332/1986 ΕλλΔνη 27, 868
ΠΠρΑθ 14306/1973 ΝοΒ 22, 685.
ΜΠρΑθ 4590/2007 ΝΟΜΟΣ.
ΜΠρΘεσ 20958/2006, Αρμ 2007 , 1164.
ΜΠρΒολ 1215/2003 ΝΟΜΟΣ.
81
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Μπαλής Γ., Κληρονομικό Δίκαιον, 1965, 5η
έκδοση
- Βασιλάκης Χ., Κληρονομικόν Δίκαιον, 1966
- Τούσης Αν., Κληρονομικόν Δίκαιον, Ημίτομος ΙΙ, 1969
- Βούζικας Εμμ., Κληρονομικόν Δίκαιον, Τόμος Β’,1976
- Παπαντωνίου Ν., Κληρονομικό Δίκαιο,5η έκδοση 1989
- Σπυριδάκης Ι., Η μέμψη της άστοργης δωρεάς, 1998,
- Σπυριδάκης Ι, Η αναγκαστική κληρονομική διαδοχή,1999
- Ψούνη Ν., Κληρονομικό Δίκαιο, Α’ έκδοση,
- Ψούνη Ν., Κληρονομικό Δίκαιο, 3η’ έκδοση 2012
- Γεωργιάδης Απ. , Κληρονομικό Δίκαιο 2010
- Φίλιος Π, Κληρονομικό Δίκαιο, 8η
έκδοση, 2011
- Κατ’ άρθρο ερμηνεία Αστικού Κώδικα, Απ.Γεωργιάδη-Μιχ.Σταθόπουλου
Τόμος 4ος ,Κληρονομικό Δίκαιο
- Βαρθακοκοίλης Β., Ερμηνεία-Νομολογία Αστικού Κώδικα, Τόμος ΣΤ,Ημίτομος
Α’Κληρονομικό Δίκαιο
- Κρασσά, Κληρονομικόν των Ρωμαίων Δίκαιον3
(1886)
- Αγαλλοπούλου Π., Βασικές Έννοιες Αστικού Δικαίου (2003),
- Ασπρογέρακας Κ., Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου (1981)
- Γεωργιάδης Απ., Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, έκδ. Γ
- Μπαλής, Γ., Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου, έκδ. 8η
(1961)
- Παπαντωνίου Ν., Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου, έκδ. Γ΄ (1983)
- Κορνηλάκης Π., Ειδικό Ενοχικό ΙΙ, 2002
81
- Γεωργιάδης Αστ., Ενοχικό Δίκαιο Γενικό Μέρος, Τόμος Ι, , 4η
έκδοση,2003
- Καρύμπαλη-Τσίπτσιου Γ., Η ακυρότητα λόγω εικονικότητας- Συμβολή στην
ερμηνεία των ΑΚ 138§1-139, β’ έκδοση
- Νίκας Ν., Πολιτική Δικονομία ΙΙ 2005
- Κορνηλάκης Π., Παρατηρ. στην ΕφΘεσ/νικης 612/1980 Αρμ 1980, σ. 952.
- Φουντεδάκη Κ., Κατάθεση σε κοινό λογαριασμό και προστασία του νόμιμου
μεριδούχου, Αρμ 1997 σελ. 593 επ.
- Τροβάς, Νομοθετική κηδεμονία της ελευθερίας της βούλησης και αναγκαστική
διαδοχή, Αρμ. 50 (1996) σ. 118 επ.
- Μαριδάκη-Σόντη, Γνωμοδότηση ΝοΒ 19 σ. 417.
- Γ.Πανάγος, Αγωγή Μέμψεως Αστόργου Δωρεάς (1835 ΑΚ)-Τόκοι
Υπερημερίας-Καρποί στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 1836 εδ. β’ ΑΚ,
ΝοΒ 2001 σ. 1245 επ.
- Σούρλας Κ., Τα πρόσωπα των μεριδούχων εν των κληρονομικό δίκαιο και
σχετικά επ’αυτών ζητήματα, ΕλλΔνη 11 (1970) ,σ. 169 επ.
- Γαζής Ανδρέας, Καταλογισμός αιτία θανάτου δωρεάς στη νόμιμη μοίρα-Φύση
συμφωνίας περί μη καταλογισμού-Έννοια διαθήκης περί σεβασμού αυτής-
Υπεύθυνοι για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας όλοι οι κληρονόμοι, ΝοΒ 35
(1987) σ. 697.
81
++++++++++++++++
[1]
Περιεχόμενα
§1.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ..........................................................................................................................
4
I. Η ελευθερία του διατιθέναι και η προστασία της οικογένειας.............................. 4
II. Διάγραμμα μελέτης ............................................................................................... 5
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ.............................................................. 6
Η ΝΟΜΙΜΗ ΜΟΙΡΑ ΚΑΙ Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ.............................. 6
§2. Έννοια, σκοπός και νομική φύση του δικαιώματος νόμιμης μοίρας................................. 6
I. Έννοια και σκοπός της νόμιμης μοίρας................................................................. 6
II. Νομική φύση δικαιώματος νόμιμης μοίρας........................................................... 7
§3. Δικαιούχοι νόμιμης μοίρας-Ύψος και τρόπος υπολογισμού της νόμιμης μοίρας. .. 8
I. Δικαιούχοι νόμιμη μοίρας..................................................................................... 8
II. Ύψος και τρόπος υπολογισμού νόμιμης μοίρας.................................................... 9
1. Αποτίμηση της πραγματικής κληρονομιάς.......................................................... 12
- Ειδικά η περίπτωση της προσωπικής δουλείας της επικαρπίας ............................. 14
2. Αφαίρεση χρεών, δαπανών κηδείας και απογραφής της κληρονομιάς................... 15
3. Πρόσθεση χαριστικών εν ζωή εκποιητικών δικαιοπραξιών.................................... 17
III. Περίπτωση μη ύπαρξης πραγματικής κληρονομιάς και τρόπος υπολογισμού
νόμιμης μοίρας.............................................................................................................. 19
§4. Τρόποι προσβολής της νόμιμης μοίρας από τον κληρονομούμενο................................... 20
I. Εισαγωγικά.......................................................................................................... 20
I. Προσβολή της νόμιμης μοίρας με διαθήκη ......................................................... 20
1. Ολική παράλειψη μεριδούχου-Περί κλήρου αγωγή............................................ 20
2. Μερική κατάλειψη της νόμιμης μοίρας............................................................... 23
3. Περιορισμοί που βαρύνουν τη νόμιμη μοίρα και προστασία του μεριδούχου ως
προς
αυτούς...................................................................................................................
24
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ........................................................ 26
ΜΕΜΨΗ ΑΣΤΟΡΓΗΣ ΔΩΡΕΑΣ ................................................................................. 26
§5. Έννοια, δικαιολογητικός λόγος και σχέση μέμψης άστοργης δωρεάς με την ........ 26
παρεχόμενη προστασία όταν η νόμιμη μοίρα προσβάλλεται με διαθήκη. ................... 26
I. Έννοια και δικαιολογητικός λόγος μέμψης άστοργης δωρεάς............................ 26
II. Σχέση άστοργης δωρεάς και παρεχόμενης προστασίας όταν η νόμιμη μοίρα
προσβάλλεται με διαθήκη............................................................................................. 27
§6. Προϋποθέσεις μέμψης άστοργης δωρεάς ............................................................... 30
[2]
I. Δικαιοπραξίες που υπόκεινται σε μέμψη ................................................................ 30
Α) Δωρεές προς τρίτους ................................................................................................. 30
Β) Δωρεές προς μεριδούχους......................................................................................... 33
Γ) Το ζήτημα των υποκείμενων σε μέμψη δικαιοπραξιών ............................................. 34
α) Δωρεά της ΑΚ 496 .................................................................................................... 35
β) Μικτή δωρεά ............................................................................................................ 35
γ) Δωρεά υπό τρόπο...................................................................................................... 36
δ) Γονική Παροχή......................................................................................................... 36
ε)
Προίκα.......................................................................................................................
38
στ) Εικονική δικαιοπραξία ............................................................................................ 39
? Έννοια Εικονικότητας.......................................................................................... 39
? Απόλυτη Εικονικότητα............................................................................................ 40
? Σύμβαση πώλησης με εικονικό τίμημα ................................................................. 42
ζ) Κατάθεση σε κοινό λογαριασμό................................................................................. 43
η) de facto παροχές χωρίς αντάλλαγμα......................................................................... 46
θ) Σύσταση ιδρύματος.................................................................................................... 47
ι) Συμμετοχή σε ομόρρυθμη εταιρία.............................................................................. 47
- Η περίπτωση της δωρεάς αιτία θανάτου .................................................................. 47
II. Μη επάρκεια κληρονομίας για κάλυψη νόμιμης μοίρας......................................... 49
§7.
Διαδοχικές
δωρεές.............................................................................................................
52
§8. Άσκηση της μέμψης άστοργης δωρεάς............................................................................. 54
I. Τρόπος άσκησης.................................................................................................. 54
II. Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση στην άσκηση της αγωγής μέμψης
άστοργης δωρεάς.......................................................................................................... 55
Α. Ενεργητική Νομιμοποίηση......................................................................................... 55
Β. Παθητική Νομιμοποίηση............................................................................................ 56
III. Στοιχεία ορισμένου και αίτημα της αγωγής μεμψης άστοργης δωρεάς.............. 57
Α) Στοιχεία ορισμένου αγωγής μέμψης άστοργης δωρεάς.......................................... 57
Β) Αίτημα της αγωγής..................................................................................................... 58
IV. Δικονομικά Ζητήματα ......................................................................................... 59
V. Σώρευση της αγωγής μέμψεως με άλλες αγωγές................................................ 59
§9. Άμυνα εναγομένου με την αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς. .......................................... 61
§10. Αποτελέσματα της ανατροπής μετά από άσκηση αγωγής μέμψης άστοργης δωρεάς .... 65
I. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις................................................................................. 65
II. Το ζήτημα της ευθύνης του δωρεοδόχου ανάλογα με τον «κρίσιμο χρόνο» ...... 66
§11. Η ρύθμιση της ΑΚ 1836 εδ. β’ σε συνδυασμό με αυτή της ΑΚ 1837 ............................ 70
[3]
I. Γενικά.................................................................................................................. 70
II. Το ζήτημα της επιδίκασης τόκων υπερημερίας επί της καταβολής του ισάξιου. 71
Κριτική αξιολόγηση της παραπάνω άποψης................................................................ 73
§ 12. Απόσβεση του δικαιώματος της μέμψης........................................................................ 77
I. Παραίτηση........................................................................................................... 77
II. Παραγραφή.......................................................................................................... 77
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ.............................................................................................................. 79
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ............................................................................................................ 2
[4]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου