ΑΠ 248/2020 [Παραπομπή σε ΣΣΕ με ΑΣΕ - Επιδόματα]
ς ΑΡΝΗΣΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ. ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗ. ΤΑΚΤΙΚΕΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ. ΚΗΡΥΞΗ ΣΣΕ ΓΕΝΙΚΩΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ. ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΕ ΣΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΥΓΡΑΕΡΙΩΝ. ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ. Άρνηση χορήγησης της άδειας αναψυχής. Υποχρέωση...
Απόφαση 248 / 2020 (ΣΤ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 248/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος- εφεσιβλήτου- εκκαλούντος: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2 ΚΠολΔ) της πληρεξούσιας δικηγόρου οία κατέθεσε προτάσεις.
Της καθ' ης η κλήση- εκκαλούσας- εφεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα (όπως μετονομάσθηκε, μετά την αλλαγή της επωνυμίας της, η εταιρία "... Ανώνυμος Εταιρία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων"), ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών", η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου ...., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2000 αγωγή του ήδη καλούντος Ε. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό 42607/23-11-2000.
Εκδόθηκε η 33045/2002 απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, ως καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο και ασκηθείσας έφεσης κατ' αυτής, εκδόθηκε η 2147/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Με την από 14-7-2003 κλήση του ενάγοντος επαναφέρθηκε η υπόθεση προς συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν η 137/724.40/2003 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατ' αυτής, η 223/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε ο ενάγων με την από 13-6-2007 και με αριθμό κατάθεσης 30/9-7-2007 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1869/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το δικαστήριο της παραπομπής εξέδωσε την 116/6-7-2010 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν αμφότερα τα διάδικα μέρη με τις από 31-5-2013 και 19-6-2013 αιτήσεις τους, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι 1399/2014 και 1397/2014 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, με τις οποίες αναιρέθηκε για δεύτερη φορά η απόφαση του Εφετείου και κρατήθηκε η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση ενώπιον του Αρείου Πάγου, σε νέα συζήτηση. Ήδη, με την από 10-10-2018 κλήση του εφεσιβλήτου- εκκαλούντος, Ε. Κ. επαναφέρονται προς συζήτηση οι εφέσεις των διαδίκων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος της εκκαλούσας- εφεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της έφεσης του ενάγοντος και την παραδοχή της έφεσης της καθολικής διαδόχου της εναγομένης, με σκοπό την απόρριψη της ένδικης αγωγής και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 10-10-2018 κλήση του εφεσιβλήτου- εκκαλούντος- ενάγοντος, νόμιμα φέρονται προς συζήτηση και ουσιαστική κρίση η από 16-4-2004 (με αριθμό κατάθεσης 24/20-4-2004) έφεση της καθολικής διαδόχου της αρχικώς εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "... Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών" και η από 19-4-2004 (με αριθμό κατάθεσης 25/22-4-2004) έφεση του ενάγοντος Ε. Κ., κατά της 137/724.40/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που εκδόθηκε επί της από 20-11-2000 (με αριθμό κατάθεσης 42607/23-11-2000) αγωγής του, μετά την έκδοση των 1399/2014 και 1397/2014 αποφάσεων του παρόντος δικαστηρίου, οι οποίες εκδόθηκαν ύστερα από την άσκηση από τους διαδίκους αντιθέτων αιτήσεων αναίρεσης κατά της 116/2010 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που είχε εκδοθεί μετά από αναίρεση του ενάγοντος κατά της προηγηθείσας 223/2005 απόφασης του δικαστηρίου εκείνου (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Για το παραδεκτό της συζήτησης των ανωτέρω εφέσεων, κλητεύθηκε, κατ' άρθρο 82 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, το προσθέτως παρεμβάν σωματείο με την επωνυμία "Σωματείο Οδηγών Βυτιοφόρων Υγρών ... ..." (σχετ. η .../17-1-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Π. Ι.), πλην όμως δεν παραστάθηκε.
2.Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων, με την από 20-11-2000 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της εταιρίας με την επωνυμία "... Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος, η εταιρία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων", η οποία ήδη μετονομάσθηκε σε "... Ανώνυμη Εταιρία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων", ισχυρίσθηκε ότι, την 1-5-1995, προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός ιδιωτικής χρήσης φορτηγού βυτιοφόρου αυτοκινήτου μεταφοράς υγρών καυσίμων, αντί αμοιβής που συμφωνήθηκε να προσδιορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες ΣΣΕ και ότι εργάστηκε ως οδηγός, με δίπλωμα οδήγησης Ε' κατηγορίας, για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή του έως την 31-7-2000, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης εργασίας εργάσθηκε έξι ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως και Σάββατο, από ώρα 6:00 έως 19:00, πραγματοποιώντας 78 ώρες εργασίας την εβδομάδα, εκ των οποίων οι 8 ώρες, πέραν του νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου των 40 ωρών, αποτελούν υπερεργασία και οι λοιπές 30 ώρες παράνομη υπερωριακή απασχόληση και ότι η εναγομένη του κατέβαλε μηνιαίο μισθό, ο οποίος υπολείπεται του προβλεπόμενου από τις οικείες ΣΣΕ, ενώ για υπερεργασία και παράνομες υπερωρίες δεν του κατέβαλε αμοιβή, ούτε του χορήγησε τα αναφερόμενα είδη ένδυσης και υπόδησης. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει α) για διαφορές μεταξύ καταβληθεισών και νομίμων αποδοχών το ποσό των 3.338.407 δραχμών, β) για αμοιβή και νόμιμη προσαύξηση λόγω υπερεργασίας το ποσό των 5.684.560 δραχμών, γ) για αμοιβή και νόμιμη προσαύξηση λόγω παράνομης υπερωριακής εργασίας το ποσό των 32.150.310 δραχμών, δ) για διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα το ποσό των 1.226.149 δραχμών, ε) για διαφορές επιδομάτων άδειας, αποδοχών άδειας και για αποζημίωση λόγω υπαίτιας μη χορήγησης άδειας το ποσό των 4.183.481 δραχμών, στ) για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης το ποσό των 1.163.857 δραχμών και ζ) για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης ειδών ένδυσης και υπόδησης το ποσό των 172.000 δραχμών, ήτοι συνολικά 47.918.764 δραχμών (σε ευρώ 140.627,33), με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 33045/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε αναρμόδιο κατά τόπο και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς, η δε ασκηθείσα έφεση κατ' αυτής απορρίφθηκε με την 2147/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς, επί της οποίας εκδόθηκε η 137/724.40/2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη κατά το κονδύλιο αποζημίωσης για μη χορήγηση της ετήσιας άδειας ανάπαυσης και ως μη νόμιμη κατά το μέρος που αφορά υπερεργασία και υπερωρίες, με συνυπολογισμό των ωρών εργασίας του Σαββάτου, ως έκτη ημέρα υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης και περαιτέρω έγινε δεκτό ότι η εργασιακή σύμβαση ήταν άκυρη, λόγω μη εφοδιασμού του ενάγοντος με το πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας και με βάση την παραδοχή αυτή, απορρίφθηκε η αγωγή α) ως ουσία αβάσιμη ως προς το κονδύλιο των διαφορών των μηνιαίων μισθών και β) ως ουσία αβάσιμη και με επάλληλη αιτιολογία ως αόριστη ως προς το κονδύλιο της αμοιβής και της κατά νόμο προσαύξησης για την πραγματοποιηθείσα υπερεργασία και υπερωρία, ενώ κατά τα λοιπά κονδύλια, έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 5.143,62 ευρώ (ήτοι 819,13 € για διαφορές επιδομάτων άδειας και αποδοχών άδειας, 1.600,31 € για διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, 2.219,40 € για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης και 504,76 € για αποζημίωση, λόγω μη χορήγησης ειδών ένδυσης και υπόδησης), με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις. Κατ' αυτής ασκήθηκαν οι από 16-4-2004 και 19-4-2004 αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 223/2005 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία έγιναν δεκτές αμφότερες οι εφέσεις, εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλουμένη απόφαση και, αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 14.834,93 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της εν λόγω εφετειακής απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 13-6-2007 (με αριθμό κατάθεσης 30/9-7-2007) αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1869/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Ειδικότερα, αναιρέθηκε η απόφαση με την αιτιολογία, ότι οι ΣΣΕ και ΔΑ που αφορούν τους οδηγούς βυτιοφόρων και φορτηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, τις οποίες εφάρμοσε το Εφετείο στη συνδέουσα τους διαδίκους εργασιακή σχέση, δεν αφορούν το επάγγελμα του ενάγοντος, ο οποίος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προσλήφθηκε και εργάσθηκε ως οδηγός ιδιωτικής χρήσης βυτιοφόρου αυτοκινήτου και, ως εκ τούτου, υπάγεται στις ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των πάσης φύσεως επιχειρήσεων πετρελαίου και υγραερίων όλης της χώρας", που είναι οι εξής: α) για το έτος 1995, η από 10-5-1994 ΣΣΕ, που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας με αριθμό 60/25-5-1994, β) για τα έτη 1996-1997, η από 10-7-1996 ΣΣΕ, που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας με αριθμό 84/19-7-1996, γ) για τα έτη 1998-1999, η από 24-7-1998 ΣΣΕ, που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας με αριθμό 98/3-8-1998, και δ) για τα έτη 2000-2001, η από 27-7-2000 ΣΣΕ, που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας με αριθμό 112/4-8-2000. Στη συνέχεια, με την από 16-3-2009 κλήση του ενάγοντος, επαναφέρθηκαν προς συζήτηση οι εφέσεις των διαδίκων ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο, με την 116/6-7-2010 απόφασή του, απέρριψε την έφεση της καθολικής διαδόχου της εναγομένης και, κατά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει και επιδίκασε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 13.546,42 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις. Κατά της τελευταίας απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 31-5-2013 (με αριθμό κατάθεσης 10/6-6-2013) αίτηση αναίρεσης και η καθολική διάδοχος της εναγομένης άσκησε την από 19-6-2013 (με αριθμό κατάθεσης 12/21-6-2013) αίτηση αναίρεσης, επί των οποίων εκδόθηκαν, αντίστοιχα, οι 1399/2014 και 1397/2014 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε η ως άνω 116/2010 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας στο σύνολό της για τον από το άρθρο 559 αρ.2 περ. α' ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, διότι στη σύνθεση τού, μετά την παραπομπή, δικάσαντος Εφετείου συμμετείχε ο Εφέτης Ν. Β., ο οποίος συμμετείχε και στη σύνθεση του εκδώσαντος την 223/2005 απόφαση Εφετείου, και κρατήθηκε η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση.
3.Κατά το άρθρο 579 παρ.1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 εδ. α' και 2 ΚΠολΔ "1. Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση .... 2. Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παρ.1 εδ. β'". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο για οποιοδήποτε ζήτημα κρίθηκε με αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την έκδοσή της κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007). Ο προσδιορισμός του σταδίου, από το οποίο αρχίζει η ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής διαδικασία, γίνεται με βάση την αρχή ότι οι διάδικοι, μετά την αναίρεση της απόφασης, επανέρχονται δικονομικώς στην, κατά το χρόνο της τελευταίας συζήτησης, υπάρχουσα κατάσταση.
Συνεπώς, κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ, και αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 84/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας 116/2010 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσία οι νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσες, από 16-4-2004 και 19-4-2004 (με αριθμούς κατάθεσης 24/20-4-2004 και 25/22-4-2004, αντίστοιχα), εφέσεις της καθολικής διαδόχου της εναγομένης και του ενάγοντος, αντίστοιχα, κατά της 137/724.40/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς (ΚΠολΔ 495 παρ.1 και 518 παρ.1, όπως ίσχυαν πριν το ν. 4335/2015), καθόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον ενάγοντα την 24-3-2004, οι δε εφέσεις ασκήθηκαν, με κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την 20-4-2004 και την 22-4-2004, αντίστοιχα. Οι εφέσεις πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
4.Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 εδ. β' του α.ν. 539/1945, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, ο εργοδότης που αρνείται τη χορήγηση στο μισθωτό του της νόμιμης κατ' έτος άδειας, υποχρεούται, μόλις λήξει το έτος κατά το οποίο ο μισθωτός δικαιούται άδεια, να καταβάλει σε αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών άδειας, αυξημένες κατά 100%. Η προσαύξηση των αποδοχών άδειας, τις οποίες σε κάθε περίπτωση πρέπει να λάβει ο μισθωτός, εφόσον διατηρεί δικαίωμα άδειας, προϋποθέτει άρνηση του εργοδότη να χορηγήσει αυτούσια την άδεια, η δε άρνηση αυτή, εφόσον έχει προηγηθεί σχετικό αίτημα του εργαζομένου, συνιστά πταίσμα, το οποίο έχει το δικονομικό βάρος να επικαλεσθεί ο εργαζόμενος που ζητεί την προσαύξηση (ΑΠ 902/2017). Για το ορισμένο του σχετικού αιτήματος της αγωγής, αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφό της, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός από την ύπαρξη της εργασιακής σχέσης και τους όρους αυτής, και ότι ο εργοδότης αρνήθηκε να χορηγήσει την άδεια αναψυχής στον εργαζόμενο, μολονότι προηγήθηκε σχετικό αίτημα του τελευταίου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων, αφού ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ότι, παρόλο που ζήτησε προφορικά τη νόμιμη κατ' έτος άδειά του, η εναγομένη αρνήθηκε να τη χορηγήσει και τον εξανάγκαζε να παρέχει τις υπηρεσίες του και κατά το χρονικό διάστημα της άδειας, ζήτησε το ποσό των 3.561.402 δραχμών, που αντιστοιχεί στις αποδοχές άδειας, προσαυξημένες κατά 100%, για τα έτη 1996 έως και 1999. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, το εν λόγω αίτημα είναι πλήρως ορισμένο και, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε αυτό ως αόριστο, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, κατά το βάσιμο περί τούτου τέταρτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος.
5.Από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ.1 ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται ότι οι λόγοι της έφεσης, εκτός από σαφείς και ορισμένοι, απαιτείται να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή, σε περίπτωση βασιμότητάς τους, να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης. Έτσι, εάν η εκκαλουμένη απόφαση έχει επάλληλη αιτιολογία, η προσβολή αυτής μόνο κατά τη μία αιτιολογία είναι αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί της άλλης αιτιολογίας. Επομένως, ο τρίτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο παραπονείται ο τελευταίος ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως (ουσία) αβάσιμο το αγωγικό κεφάλαιο περί καταβολής αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, ως προς το οποίο έπρεπε να δεχθεί την αγωγή, άλλως να την απορρίψει ως αόριστη, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι το διατακτικό αυτής στηρίζεται αυτοτελώς στην επάλληλη αιτιολογία ότι η αγωγή, κατά το μέρος αυτό, είναι και αόριστη, η οποία δεν πλήττεται με λόγο έφεσης. Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι η εργασιακή σύμβαση ήταν άκυρη, λόγω μη εφοδιασμού του ενάγοντος με πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας και με βάση την τελευταία αυτή παραδοχή, απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη σε σχέση με τα κονδύλια α) των διαφορών των μηνιαίων μισθών και β) της αμοιβής και κατά νόμο προσαύξησης για την πραγματοποιηθείσα υπερεργασία και υπερωρία, με το αιτιολογικό ότι δεν είχε γίνει επίκληση των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, πέραν του ότι η αγωγή (αντιγραφή κατά λέξη) "ως προς το αξιούμενο κονδύλιο (της υπερεργασιακής και υπερωριακής απασχόλησης) τυγχάνει και αόριστη και, ως εκ τούτου, απορριπτέα, αφού αρκείται σε αναφορά μόνο του μέσου όρου των παραπάνω ωρών εργασίας, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα στοιχεία των υπερωριών", η οποία (επάλληλη αιτιολογία), όπως προαναφέρθηκε, δεν πλήττεται με λόγο έφεσης. Σημειώνεται, ότι δεν πλήττεται με λόγο έφεσης η πρωτόδικη απόφαση, ούτε κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή σε σχέση με το κεφάλαιο της υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας με συνυπολογισμό των ωρών εργασίας του Σαββάτου, διότι η εργασία κατά το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης απασχόλησης, αντιμετωπίζεται από μισθολογική άποψη αυτοτελώς.
6.Με το ν. 1876/1990 ρυθμίσθηκαν οι "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις" και συγκεκριμένα, με το άρθρο 3 παρ.1 περ. β' ορίσθηκε ότι οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αφορούν τους εργαζομένους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας. Με το άρθρο 8 παρ.1 προβλέφθηκε ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, πλην των εθνικών γενικών ΣΣΕ, δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Με το άρθρο 9 παρ.2 και 3 καθορίσθηκε ότι η ισχύς της συλλογικής σύμβασης εργασίας αρχίζει από την ημέρα κατάθεσής της στην αρμόδια υπηρεσία, αλλά τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ορίσουν αναδρομική ισχύ. Με το άρθρο 11 παρ.2 και 3 εδ. β' εξουσιοδοτήθηκε ο Υπουργός Εργασίας να επεκτείνει με απόφασή του και να κηρύσσει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή του επαγγέλματος τη συλλογική σύμβαση εργασίας, η επέκτασή της, όμως, ισχύει από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Υπουργού. Με το άρθρο 16 ορίσθηκε ότι, αν υπάρξει προσφυγή στη διαιτησία, η διαιτητική απόφαση εξομοιώνεται με ΣΣΕ. Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 1876/1990 συνάγεται ότι είναι δυνατή η κήρυξη γενικώς υποχρεωτικής μίας συλλογικής σύμβασης εργασίας (ή μίας αντίστοιχης διαιτητικής απόφασης), οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα μέλη των εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων, που αφορούν στους εργοδότες και στους εργαζομένους του κλάδου ή του επαγγέλματος, στο οποίο αναφέρεται (ΟλΑΠ 340/1981), πλην όμως η επέκτασή της ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του Υπουργού και δεν ανατρέχει σε προγενέστερο χρονικό σημείο. Για το προηγούμενο, όμως, της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από το χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής (ΑΠ 723/2011, ΑΠ 74/2009). Εξάλλου, σύμφωνα με την "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων" (ΑΚ 361), οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει, για την παρεχόμενη εργασία, την αμοιβή που προβλέπεται από την εκάστοτε ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων, που καταρτίζουν τη ΣΣΕ, ή θέτει προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός. Για το κύρος της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 692/2014).
7.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της 95/1949 διεθνούς σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, των άρθρων 2 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το ν. 133/1975, 3 παρ.1 και 3 του α.ν. 539/1945, 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, 1 παρ.1 του ν. 435/1976, 1 παρ.2 του ν. 1082/1980 και 3 της 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", συνάγεται ότι, ως τακτικές αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές άδειας και τα επιδόματα άδειας και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΟλΑΠ 16/2011). Ως προς το χρόνο καταβολής του μισθού, το άρθρο 655 ΑΚ ορίζει ότι, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά και, σε κάθε περίπτωση, μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη. Με τη διάταξη αυτή τάσσεται δήλη ημέρα καταβολής του μισθού, κατά τρόπο ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος, κατά το άρθρο 341 παρ.1 ΑΚ, και να οφείλει έκτοτε τόκους υπερημερίας, κατά το άρθρο 345 εδ. α' ΑΚ. Εξάλλου, ασχέτως του άρθρου 655 ΑΚ, για τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα άδειας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, 1 παρ.2 του ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, 3 παρ.16 του ν. 4504/1966 και 1 παρ.3 του ν.δ. 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους, αντίστοιχα), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ΟλΑΠ 40/2002).
8.Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, και 22 παρ.2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, συνάγεται ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, κατά τη σύναψη των ΣΣΕ, ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, παραχωρούμενη σε αυτές από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και, συνεπώς, οι ΣΣΕ, ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Περαιτέρω, με τα άρθρα 13 και 14 της από 10-5-1994 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των πάσης φύσεως επιχειρήσεων πετρελαίου και υγραερίων όλης της χώρας", που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας με αριθμό πράξης 60/25-5-1994 και κηρύχθηκε υποχρεωτικά εκτελεστή από 30-6-1994 με την ΥΑ 13767/19-9-1994 (ΦΕΚ 737 Β'/29-9-1994), προβλέπονται το επίδομα ειδικών συνθηκών εργασίας και το ειδικό επίδομα εγκαταστάσεων. Ειδικότερα, στο άρθρο 13 ορίζεται ότι "Το δια της υπ' αριθμό 3/1976 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών προβλεπόμενο επίδομα ειδικών συνθηκών εργασίας, όπως έχει συμφωνηθεί να επεκταθεί και στους χώρους των αεροδρομίων των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών και στις επιχειρήσεις υγραερίων, ανέρχεται για το προσωπικό των εγκαταστάσεων και σταθμών ανεφοδιασμού αερολιμένων, πλην των στην περιοχή Αττικής εργαζομένων στις εγκαταστάσεις υγραερίων, σε ποσοστό 27% από 1-1-1994 και σε ποσοστό 28% από 1-7-1994, υπολογιζόμενο επί των βασικών μηνιαίων μισθών ή ημερομισθίων (στήλες Ι και
ΙΙ) που προβλέπονται από την παρούσα ΣΣΕ. Όσον αφορά το προσωπικό των εγκαταστάσεων υγραερίων περιοχής Αττικής, το ως άνω επίδομα θα εξακολουθεί να ανέρχεται σε ποσοστό 10% επί των βασικών μηνιαίων μισθών και ημερομισθίων (στήλες Ι και
ΙΙ) που προβλέπονται από την παρούσα ΣΣΕ", στο δε άρθρο 14 ορίζεται ότι "Το προσωπικό το απασχολούμενο στις εγκαταστάσεις και σταθμούς ανεφοδιασμού αερολιμένων των εταιριών δικαιούται ειδικού επιδόματος 12.351 δραχμών μηνιαίως από 1-1-1994 και 12.969 δραχμών μηνιαίως από 1-7-1994, για όσο χρόνο και μόνο θα εργάζεται στις ως άνω εγκαταστάσεις και σταθμούς και εφόσον η εκεί υπηρεσία τούτου ήθελε υπερβεί τη διάρκεια του ενός μηνός....". Στις επόμενες ΣΣΕ από 10-7-1996, 24-7-1998 και 27-7-2000, που κατατέθηκαν στο Υπουργείο Εργασίας με αριθμούς 84/19-7-1996, 98/3-8-1998 και 112/4-8-2000, αντίστοιχα, και κηρύχθηκαν υποχρεωτικά εκτελεστές από 24-10-1996, 30-9-1998 και 4-8-2000, αντίστοιχα, με τις ΥΑ 13529/29-11-1996, 12752/4-11-1998 και 11894/28-12-2000, αντίστοιχα, περιέχονται ταυτάριθμα άρθρα (13 και 14), με τα οποία προβλέπονται τα ίδια επιδόματα και το μεν πρώτο εξ αυτών ορίζεται σε ποσοστό 28% σε όλες τις ΣΣΕ, το δε δεύτερο αναπροσαρμόζεται σε μεγαλύτερα ποσά στην κάθε ΣΣΕ. Εξάλλου, με την 13939/28-5-1987 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 269/1-6-1987), κηρύχθηκε εκτελεστή η 17/1987 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που αφορά ερμηνεία του άρθρου μόνου της 3/1976 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών για τη χορήγηση επιδόματος ειδικών συνθηκών στο προσωπικό το απασχολούμενο στις εγκαταστάσεις των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών. Με την εν λόγω απόφαση (17/1987) το ως άνω δικαστήριο αποφάνθηκε ότι στη διάταξη του άρθρου μόνου της 3/1976 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών υπάγονται και οι οδηγοί βυτιοφόρων αυτοκινήτων μεταφοράς υγρών καυσίμων από τις εγκαταστάσεις των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών προς τις βιομηχανίες, πρατήρια και κατοικίες. Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι το επίδομα ειδικών συνθηκών, που αναφέρεται στο άρθρο μόνο της 3/1976 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, η οποία ερμηνεύθηκε με την 17/1987 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, χορηγήθηκε και στους οδηγούς των βυτιοφόρων αυτοκινήτων μεταφοράς υγρών καυσίμων από τις εγκαταστάσεις των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών προς τις βιομηχανίες, πρατήρια και κατοικίες, ενώ το προβλεπόμενο από το άρθρο 14 των ανωτέρω ΣΣΕ δραχμικό επίδομα χορηγήθηκε μόνο στο προσωπικό που απασχολείται στις εγκαταστάσεις και σταθμούς ανεφοδιασμού αερολιμένων των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών και εφόσον η εκεί υπηρεσία υπερβεί τον ένα μήνα.
9.Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα 33045/23-1-2002 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη όχι ως το επώνυμο μέσο των μαρτύρων, αλλά ως τεκμήρια, διότι δόθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου που εισήχθη αρχικά η υπόθεση, το οποίο κηρύχθηκε αναρμόδιο (ΑΠ 296/2016), από την 232/22-1-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που δόθηκε μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αρχικώς εναγομένης, κατ' άρθρο 671 παρ.1 εδ. δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το ν. 4335/2015 (σχετ. η .../15-1-2002 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ζ. Α.) και την 325/28-1-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που δόθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (με σχετική δήλωση που καταχωρίσθηκε στα προαναφερόμενα πρακτικά συνεδρίασης), οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και όχι απλά έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, διότι δεν θεωρείται "άλλη δίκη" η δίκη ενώπιον του αναρμοδίου δικαστηρίου, στο οποίο εισήχθη αρχικά η υπόθεση και παραπέμφθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς, ως αρμόδιο κατά τόπο, και από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε, την 1-5-1995, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχικώς εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "... Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών", η οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εταιρία με την επωνυμία "... Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων", που ήδη μετονομάσθηκε σε "... Ανώνυμος Εταιρία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων", και έτσι η τελευταία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος στη θέση της εργοδότριας εταιρίας, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του οδηγού βυτιοφόρου αυτοκινήτου μεταφοράς υγρών καυσίμων ιδιωτικής χρήσης (ρυμουλκό μετά ρυμουλκούμενου μικτού βάρους 38 τόνων και ωφέλιμου φορτίου 33,5 τόνων), εργαζόμενος επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως και επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως και Παρασκευή. Με τη σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε ότι θα εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των πάσης φύσεως επιχειρήσεων πετρελαίου και υγραερίων όλης της χώρας", οι οποίες σε κάθε περίπτωση είχαν εφαρμογή, αφού οι ισχύσασες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 10-5-1994, 10-7-1996, 24-7-1998 και 27-7-2000 ΣΣΕ είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις και, ενόψει του ότι συμφωνήθηκε η εφαρμογή τους, κάλυπταν το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος τους (ήτοι, κατά το άρθρο 27 αυτών, από 1-1-1994, 1-1-1996, 1-1-1998 και 1-1-2000, αντίστοιχα) και όχι από το χρόνο που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές (ήτοι 30-6-1994, 24-10-1996, 30-9-1998 και 4-8-2000, αντίστοιχα), όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ο δε πρώτος λόγος της έφεσης της καθολικής διαδόχου της εναγομένης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Ο ενάγων, κατά την πρόσληψή του, γνωστοποίησε στην εργοδότρια την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος με δύο τέκνα) και ότι είχε προϋπηρεσία ως επαγγελματίας οδηγός σε άλλον εργοδότη από τον Ιανουάριο του έτους 1993. Από την ημέρα της πρόσληψής του απασχολήθηκε, πράγματι, μεταφέροντας υγρά καύσιμα από τις εγκαταστάσεις της ΕΚΟ στη Θεσσαλονίκη προς την περιοχή του νομού Καστοριάς, μέχρι την 31-7-2000, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 1.144.598 δραχμών. Ο συντονισμός των εργασιών, σχετικά με τη λήψη των παραγγελιών των πρατηριούχων και τη διαβίβαση αυτών προς την αρχικώς εναγομένη, καθώς και την είσπραξη του τιμήματος των πωλουμένων υγρών καυσίμων, είχε ανατεθεί από αυτή στον Κ. Η., ο οποίος δεν συνδεόταν με οποιαδήποτε σχέση εργασίας με τον ενάγοντα, δεδομένου ότι η αναγγελία της πρόσληψης του τελευταίου προς την αρμόδια υπηρεσία, καθώς και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, έγινε από την αρχικώς εναγομένη, η δε σύμβαση μεταξύ αυτής και του Κ. Η. καταρτίσθηκε την 3-10-1995, δηλαδή μετά την πρόσληψη του ενάγοντος.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας εταιρίας ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ως εναγομένη είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ενάγων, κατά το χρόνο της πρόσληψής του (1-5-1995), ήταν κάτοχος άδειας ικανότητας οδηγού Ε' κατηγορίας, καθώς και του προβλεπόμενου από τις διατάξεις του άρθρου 1 του π.δ. 355/1994 (ΦΕΚ Α' 189/15-11-1994) πιστοποιητικού επαγγελματικής κατάρτισης οδηγών μεταφοράς επικίνδυνων υλικών, με αριθμό ..., με χρόνο λήξης την 31-12-1996, του οποίου η ισχύς παρατάθηκε μέχρι την 31-12-1999 και στη συνέχεια, αφού πέτυχε στις σχετικές εξετάσεις, του χορηγήθηκε το με αριθμό ... πιστοποιητικό επαγγελματικής κατάρτισης οδηγών που μεταφέρουν επικίνδυνα εμπορεύματα (σχετ. η .../19-5-2004 βεβαίωση του Τμήματος Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καστοριάς της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας) και, ως εκ τούτου, ήταν έγκυρη η ανωτέρω εργασιακή σύμβαση. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα και έκρινε άκυρη τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, επειδή δεν ήταν εφοδιασμένος με πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας, έσφαλε, κατά το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος. Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού, καθίστανται χωρίς αντικείμενο ο δεύτερος λόγος της ίδιας έφεσης, με τον οποίο παραπονείται ο ενάγων για την απόρριψη της αντένστασής του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης να προτείνει την ακυρότητα της σύμβασης για τον ως άνω λόγο, καθώς και ο δεύτερος λόγος της έφεσης της καθολικής διαδόχου της εναγομένης, με τον οποίο παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση υπολόγισε στις αποδοχές του ενάγοντος τα προσωποπαγή επιδόματα, αφού δέχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη.
10.Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-5-1995 έως 31-7-2000, ο ενάγων έλαβε κατ' έτος για την παρασχεθείσα εργασία του τις εξής μικτές αποδοχές: Από 1-5-1995 έως 31-12-1995 το ποσό των 2.485.514 δραχμών και μηνιαίως [2.485.514 : 9 (8 μήνες συν το επίδομα εορτών Χριστουγέννων)] το ποσό των 276.168 δραχμών. Από 1-1-1996 έως 31-12-1996 το ποσό των 3.737.185 δραχμών και μηνιαίως [3.737.185 : 14 (12 μήνες συν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα άδειας)] το ποσό των 266.942 δραχμών. Από 1-1-1997 έως 31-12-1997 το ποσό των 4.027.234 δραχμών και μηνιαίως (4.027.234 : 14) το ποσό των 287.660 δραχμών. Από 1-1-1998 έως 31-12-1998 το ποσό των 4.275.709 δραχμών και μηνιαίως (4.275.709 : 14) το ποσό των 305.408 δραχμών. Από 1-1-1999 έως 31-12-1999 το ποσό των 4.530.017 δραχμών και μηνιαίως (4.530.017 : 14) το ποσό των 323.573 δραχμών. Από 1-1-2000 έως 31-7-2000 το ποσό των 327.028 δραχμών μηνιαίως. Οι μηνιαίες μικτές αποδοχές, που δικαιούται ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-1995 έως 31-7-2000, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, υπολογιζόμενες με βάση τις ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των πάσης φύσεως επιχειρήσεων πετρελαίου και υγραερίων όλης της χώρας" (αυτές είναι για το έτος 1995 η από 10-5-1994 ΣΣΕ, για τα έτη 1996-1997 η από 10-7-1996 ΣΣΕ, για τα έτη 1998-1999 η από 24-7-1998 ΣΣΕ και για τα έτη 2000-2001 η από 27-7-2000 ΣΣΕ) και τις προβλεπόμενες από αυτές αποδοχές, δηλαδή το βασικό μισθό και τα επιδόματα, που αντιστοιχούν στην ειδικότητα, την οικογενειακή κατάσταση και την προϋπηρεσία του, εκτός από το επίδομα εγκαταστάσεων, το οποίο, όπως προελέχθη, δεν δικαιούται, ανέρχονται στα κατωτέρω αναφερόμενα ποσά και, μετά την αφαίρεση των καταβληθέντων, οι οφειλόμενες διαφορές είναι οι εξής: 1) Από 1-5-1995 έως 30-6-1995, με προϋπηρεσία από 0-3 έτη, το ποσό των 264.982 δρχ. μηνιαίως (βασικός μισθός 152.252 δρχ. συν 20% ειδικό επίδομα οδήγησης 30.450 δρχ. συν 28% επίδομα ειδικών συνθηκών 42.630 δρχ. συν 10% επίδομα συζύγου 15.225 δρχ. συν 24.425 δρχ. επίδομα συσσιτίου). 2) Από 1-7-1995 έως 31-12-1995 το ποσό των 276.881 δρχ. μηνιαίως (βασικός μισθός 159.103 δρχ. και τα ως άνω επιδόματα δρχ. 31.820 + 44.548 + 15.910 + 25.500, αντίστοιχα). 3) Από 1-1-1996 έως 30-6-1996, με προϋπηρεσία από 3-6 έτη, το ποσό των 297.584 δρχ. μηνιαίως (βασικός μισθός 171.541 δρχ. και τα ως άνω επιδόματα δρχ. 34.308 + 48.031 + 17.154 + 26.550, αντίστοιχα). 4) Από 1-7-1996 έως 31-12-1996, με προϋπηρεσία από 3-6 έτη, το ποσό των 308.005 δρχ. μηνιαίως (βασικός μισθός 177.545 δρχ. και τα ως άνω επιδόματα δρχ. 35.509 + 49.712 + 17.754 + 27.485, αντίστοιχα). 5) Από 1-1-1997 έως 30-6-1997, με προϋπηρεσία από 3-6 έτη, το ποσό των 321.828 δρχ. μηνιαίως (βασικός μισθός 185.557 δρχ. και τα ως άνω επιδόματα δρχ. 37.111 + 51.955 + 18.555 + 28.650, αντίστοιχα). 6) Από 1-7-1997 έως 31-12-1997, με προϋπηρεσία από 3-6 έτη, το ποσό των 332.287 δρχ. μηνιαίως (βασικός μισθός 191.587 δρχ. και τα ως άνω επιδόματα δρχ. 38.317 + 53.644 + 19.158 + 29.581, αντίστοιχα). 7) Από 1-1-1998 έως 30-6-1998, με προϋπηρεσία 3-6 έτη, το ποσό των 341.219 δρχ. μηνιαίως (βασικός μισθός 196.738 δρχ. και τα ως άνω επιδόματα δρχ. 39.347 + 55.086 + 19.673 + 30.375, αντίστοιχα). 8) Από 1-7-1998 έως 31-12-1998, με προϋπηρεσία 3-6 έτη, το ποσό των 348.037 δρχ. μηνιαίως (βασικός μισθός 200.673 δρχ. και τα ως άνω επιδόματα δρχ. 40.134 + 56.188 + 20.067 + 30.975, αντίστοιχα). 9) Από 1-1-1999 έως 30-6-1999, με προϋπηρεσία 6-9 έτη, το ποσό των 366.578 δρχ. μηνιαίως (βασικός μισθός 211.933 δρχ. και τα ως άνω επιδόματα δρχ. 42.386 + 59.341 + 21.193 + 31.725, αντίστοιχα). 10) Από 1-7-1999 έως 31-12-1999, με προϋπηρεσία 6-9 έτη, το ποσό των 371.717 δρχ. μηνιαίως (βασικός μισθός 214.900 δρχ. και τα ως άνω επιδόματα δρχ. 42.980 + 60.172 + 21.490 + 32.175, αντίστοιχα). 11) Από 1-1-2000 έως 30-6-2000, με προϋπηρεσία 6-9 έτη, το ποσό των 381.605 δρχ. μηνιαίως (βασικός μισθός 220.732 δρχ. και τα ως άνω επιδόματα δρχ. 44.146 + 61.804 + 22.073 + 32.850, αντίστοιχα). 12) Από 1-7-2000 έως 31-7-2000, με προϋπηρεσία 6-9 έτη, το ποσό των 388.738 δρχ. (βασικός μισθός 224.939 δρχ. και τα ως άνω επιδόματα δρχ. 44.987 + 62.982 + 22.493 + 33.337, αντίστοιχα). Επομένως, για μεν τους μήνες Μάιο και Ιούνιο 1995 δεν προκύπτει διαφορά αποδοχών, για δε υπόλοιπο ένδικο χρονικό διάστημα ο ενάγων δικαιούται ως μισθολογικές διαφορές από 1-7-1995 έως 31-12-1995 το ποσό των 4.278 δρχ. (276.881 - 276.168 = 713 Χ 6 = 4.278), από 1-1-1996 έως 30-6-1996 το ποσό των 183.852 δρχ. (297.584 - 266.942 = 30.642 Χ 6 = 183.852), από 1-7-1996 έως 31-12-1996 το ποσό των 246.378 δρχ. (308.005 - 266.942 = 41.063 Χ 6 = 246.378), από 1-1-1997 έως 30-6-1997 το ποσό των 205.008 δρχ. (321.828 - 287.660 = 34.168 Χ 6 = 205.008), από 1-7-1997 έως 31-12-1997 το ποσό των 267.762 δρχ. (332.287 - 287.660 = 44.627 Χ 6 = 267.762), από 1-1-1998 έως 30-6-1998 το ποσό των 214.866 δρχ. (341.219 - 305.408 = 35.811 Χ 6 = 214.866), από 1-7-1998 έως 31-12-1998 το ποσό των 255.774 δρχ. (348.037 - 305.408 = 42.629 Χ 6 = 255.774), από 1-1-1999 έως 30-6-1999 το ποσό των 258.030 δρχ. (366.578 - 323.573 = 43.005 Χ 6 = 258.030), από 1-7-1999 έως 31-12-1999 το ποσό των 288.864 δρχ. (371.717 - 323.573 = 48.144 Χ 6 = 288.864), από 1-1-2000 έως 30-6-2000 το ποσό των 327.462 δρχ. (381.605 - 327.028 = 54.577 Χ 6 = 327.462) και από 1-7-2000 έως 31-7-2000 το ποσό των 61.710 δρχ. (388.738 - 327.028 = 61.710) και συνολικά το ποσό των (4.278 + 183.852 + 246.378 + 205.008 + 267.762 + 214.866 + 255.774 + 258.030 + 288.864 + 327.462 + 61.710) 2.313.984 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 6.790,85 ευρώ. Περαιτέρω, ο ενάγων, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, δεν έλαβε το σύνολο των νομίμων, σύμφωνα με τις ανωτέρω ΣΣΕ, επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Με βάση τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές (βασικός μισθός και επιδόματα, όπως αναλύονται ανωτέρω) κατά την 15η ημέρα πριν από κάθε Πάσχα και κατά την 10ην Δεκεμβρίου κάθε έτους και μετά την αφαίρεση των καταβληθέντων, ο ενάγων δικαιούται ως διαφορές επιδομάτων εορτών τα εξής ποσά: Για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 1995, το ποσό των 12.249 δρχ. (276.881 δρχ. τακτικές αποδοχές Χ 0,041666 αναλογία επιδόματος άδειας 11.536 δρχ. = 288.417 δρχ. - 276.168 δρχ. που έλαβε). Για επίδομα εορτών Πάσχα 1996, το ποσό των 21.520 δρχ. [(297.584 : 2 =) 148.792 δρχ. τακτικές αποδοχές Χ 0,041666 αναλογία επιδόματος άδειας 6.199 δρχ. = 154.991 δρχ. - 133.471 δρχ. που έλαβε]. Για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 1996, το ποσό των 53.896 δρχ. (308.005 δρχ. τακτικές αποδοχές Χ 0,041666 αναλογία επιδόματος άδειας 12.833 δρχ. = 320.838 δρχ. - 266.942 δρχ. που έλαβε). Για επίδομα εορτών Πάσχα 1997, το ποσό των 23.788 δρχ. [(321.828 : 2 =) 160.914 δρχ. τακτικές αποδοχές Χ 0,041666 αναλογία επιδόματος άδειας 6.704 δρχ. = 167.618 δρχ. - 143.830 δρχ. που έλαβε]. Για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 1997, το ποσό των 58.472 δρχ. (332.287 δρχ. τακτικές αποδοχές Χ 0,041666 αναλογία επιδόματος άδειας 13.845 δρχ. = 346.132 δρχ. - 287.660 δρχ. που έλαβε). Για επίδομα εορτών Πάσχα 1998, το ποσό των 25.013 δρχ. [(341.219 : 2 =) 170.609 δρχ. τακτικές αποδοχές Χ 0,041666 αναλογία επιδόματος άδειας 7.108 δρχ. = 177.717 δρχ. - 152.704 δρχ. που έλαβε]. Για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 1998, το ποσό των 57.130 δρχ. (348.037 δρχ. τακτικές αποδοχές Χ 0,041666 αναλογία επιδόματος άδειας 14.501 δρχ. = 362.538 δρχ. - 305.408 δρχ. που έλαβε). Για επίδομα εορτών Πάσχα 1999, το ποσό των 29.139 δρχ. [(366.578 : 2 =) 183.289 δρχ. τακτικές αποδοχές Χ 0,041666 αναλογία επιδόματος άδειας 7.636 δρχ. = 190.925 δρχ. - 161.786 δρχ. που έλαβε]. Για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 1999, το ποσό των 63.631 δρχ. (371.717 δρχ. τακτικές αποδοχές Χ 0,041666 αναλογία επιδόματος άδειας 15.487 δρχ. = 387.204 δρχ. - 323.573 δρχ. που έλαβε). Για επίδομα εορτών Πάσχα 2000, το ποσό των 72.169 δρχ. [(381.605 : 2 =) 190.802 δρχ. τακτικές αποδοχές Χ 0,041666 αναλογία επιδόματος άδειας 7.949 δρχ. = 198.751 δρχ. - 126.582 δρχ. που έλαβε]. Δηλαδή, δικαιούται συνολικά για διαφορές επιδομάτων εορτών το ποσό των (12.249 + 21.520 + 53.896 + 23.788 + 58.472 + 25.013 + 57.130 + 29.139 + 63.631 + 72.169 =) 417.007 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 1.223,79 ευρώ. Ακόμη ο ενάγων, με βάση τις αποδοχές της 31ης Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί η άδεια, αφού η ημέρα αυτή αποτελεί το απώτερο χρονικό σημείο, κατά το οποίο υπάρχει υποχρέωση να χορηγηθεί η άδεια, για δε το έτος 2000 με βάση τις αποδοχές της ημέρας λύσης της εργασιακής σχέσης (31-7-2000), δικαιούται τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και των καταβληθέντων επιδομάτων άδειας, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, που ανέρχονται στα κατωτέρω ποσά: Για επίδομα άδειας έτους 1996, το ποσό των 20.531 δρχ. (308.005 : 2 = 154.002 - 133.471 = 20.531), για επίδομα άδειας έτους 1997, το ποσό των 22.313 δρχ. (332.287 : 2 = 166.143 - 143.830 = 22.313), για επίδομα άδειας έτους 1998, το ποσό των 21.314 δρχ. (348.037 : 2 = 174.018 - 152.704 = 21.314), για επίδομα άδειας έτους 1999, το ποσό των 24.072 δρχ. (371.717 : 2 = 185.858 - 161.786 = 24.072) και για επίδομα άδειας έτους 2000, το ποσό των 67.787 δρχ. (388.738 : 2 = 194.369 - 126.582 = 67.787). Δηλαδή δικαιούται συνολικά για διαφορές επιδομάτων άδειας το ποσό των (20.531 + 22.313 + 21.314 + 24.072 + 67.787) 156.017 δραχμών και επιπλέον το ποσό των 81.711 δραχμών για διαφορά μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών άδειας έτους 2000 (388.738 - 307.027 = 81.711) και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των (156.017 + 81.711) 237.728 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 697,66 ευρώ. Σε σχέση με το αγωγικό αίτημα περί καταβολής της κατά νόμο προσαύξησης (αποζημίωσης) για τη μη χορήγηση της ετήσιας άδειας ανάπαυσης, προέκυψε ότι ο ενάγων ουδέποτε ζήτησε την ετήσια άδεια ανάπαυσης για λόγους που ανάγονται στην εξασφάλιση της θέσης του και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει πταίσμα της εργοδότριας, ώστε να δικαιούται την εν λόγω αποζημίωση. Επομένως, το σχετικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, αφού μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά το κεφάλαιο αυτό, δικάζεται πλέον κατ' ουσία η αγωγή και μπορεί να εκδοθεί και επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα, σύμφωνα με το άρθρο 536 παρ.2 ΚΠολΔ. Προσέτι, ο ενάγων διατηρεί αξίωση για αποζημίωση απόλυσης, η οποία ανέρχεται, σύμφωνα με τα άρθρα 1 περ. γ' του ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 του ν. 3198/1955, στο ποσό των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών (για υπηρεσία από 4 έτη συμπληρωμένα έως 6 έτη), της οποίας ο υπολογισμός γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα πριν από την απόλυση υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, συνυπολογιζόμενων των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος άδειας, τα οποία προσαυξάνουν κατά το 1/6 το μηνιαίο μισθό. Έτσι, από την αιτία αυτή ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (388.738 + 64.790 = 453.528 Χ 3 =) 1.360.584 δραχμών, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 1.144.598 δραχμών και απομένει υπόλοιπο 215.986 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 633,85 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων δικαιούται α) το ποσό των 6.790,85 ευρώ για διαφορές μηνιαίων αποδοχών, β) το ποσό των 1.223,79 ευρώ για διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, γ) το ποσό των 697,66 ευρώ για διαφορές αποδοχών άδειας έτους 2000 και για διαφορές επιδομάτων άδειας των ετών 1996 έως και 2000 και δ) το ποσό των 633,85 ευρώ για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης, ήτοι συνολικά το ποσό των (6.790,85 + 1.223,79 + 697,66 + 633,85) 9.346,15 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε διαφορετικά και επιδίκασε στον ενάγοντα για διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, για διαφορές επιδομάτων άδειας και αποδοχών άδειας και για διαφορές αποζημίωσης απόλυσης, τα ποσά των 1.600,31 ευρώ, 819,13 ευρώ και 2.219,40 ευρώ, αντίστοιχα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά το βάσιμο περί τούτου τρίτο λόγο της έφεσης της καθολικής διαδόχου της εναγομένης, ενώ οι σχετικοί τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος, πέμπτος και έκτος λόγοι της έφεσης του ενάγοντος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
11.Κατά το άρθρο 18 των προαναφερόμενων ΣΣΕ, στους εργαζομένους στις εγκαταστάσεις, αποθήκες, αερολιμένες και εξωτερικές υπηρεσίες εργατοτεχνίτες, φύλακες και οδηγούς αυτοκινήτων χορηγούνται κάθε έτος δύο ζεύγη υποδήματα ασφαλείας και τέσσερις φόρμες εργασίας, ήτοι δύο θερινές και δύο χειμερινές, μία μάλλινη φανέλα ετησίως, ένα τζάκετ για κάθε δεύτερο έτος και ένα δερμάτινο ημίπαλτο για κάθε τέταρτο έτος. Με την ένδικη αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η εναγομένη εργοδότρια ουδέποτε του χορήγησε τα ανωτέρω είδη ένδυσης και υπόδησης, τα οποία αναγκάσθηκε να προμηθευτεί ο ίδιος, δαπανώντας το ποσό των 40.000 δρχ. για δέκα ζευγάρια υποδήματα ασφαλείας, το ποσό των 50.000 δρχ. για δέκα θερινές φόρμες εργασίας, το ποσό των 60.000 δρχ. για δέκα χειμερινές φόρμες εργασίας, το ποσό των 6.000 δρχ. για πέντε μάλλινες φανέλες και το ποσό των 16.000 δρχ. για δύο τζάκετ, δηλαδή συνολικά 172.000 δρχ., ως προς το οποίο και ζημιώθηκε από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης. Η εναγομένη δεν χορήγησε τα ανωτέρω είδη, ισχυριζόμενη μάλιστα ότι δεν είχε υποχρέωση δωρεάν χορήγησης αυτών. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη θετική ζημία και ειδικότερα δεν προέκυψαν τα είδη, τα οποία,, κατά τους ισχυρισμούς του, αγόρασε, η ποσότητα κατ' είδος και το ποσό που δαπάνησε για καθένα από τα είδη αυτά και εντεύθεν ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημία για την προμήθεια ειδών ένδυσης και υπόδησης, όπως διατείνεται, ούτε, άλλωστε, από τις ισχύουσες ΣΣΕ προβλέπεται η καταβολή της αξίας των εν λόγω ειδών σε χρήμα, παρά μόνο η χορήγησή τους σε είδος. Επομένως, ο τρίτος λόγος της έφεσης της καθολικής διαδόχου της εναγομένης, κατά το μέρος που αποδίδεται σφάλμα στην εκκαλουμένη απόφαση, ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, με το να δεχθεί το κονδύλιο αποζημίωσης για μη χορήγηση ειδών ένδυσης και υπόδησης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
12.Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτές αμφότερες οι εφέσεις ως και κατ' ουσία βάσιμες και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο προς εκδίκαση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εταιρία με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων", ως καθολική διάδοχος της αρχικώς εναγομένης, να καταβάλει στον ενάγοντα α) το ποσό των 6.790,85 ευρώ για διαφορές μηνιαίων αποδοχών, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα που κάθε επιμέρους μηνιαία διαφορά κατέστη απαιτητή, β) το ποσό των 1.223,79 ευρώ για διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, με το νόμιμο τόκο από την 30η Απριλίου κάθε έτους για τα επιμέρους ποσά που αφορούν τα επιδόματα εορτών Πάσχα και από την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους για τα επιμέρους ποσά που αφορούν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, γ) το ποσό των 697,66 ευρώ για διαφορές αποδοχών άδειας του έτους 2000 και διαφορές επιδομάτων άδειας των ετών 1996 έως και 2000, με το νόμιμο τόκο από την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους στο οποίο αντιστοιχούν τα επιμέρους ποσά, και δ) το ποσό των 633,85 ευρώ για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την 31-7-2000, και συνολικά το ποσό των 9.346,15 ευρώ. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ αυτών ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός και μέρος αυτών να επιβληθεί σε βάρος της ως άνω εταιρίας, ως καθολικής διαδόχου της αρχικώς εναγομένης (ΚΠολΔ 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 16-4-2004 (με αριθμό κατάθεσης 24/20-4-2004) και από 19-4-2004 (με αριθμό κατάθεσης 25/22-4-2004) αντίθετες εφέσεις, αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία τις εφέσεις αυτές.
Εξαφανίζει την 137/724.40/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται εν μέρει την από 20-11-2000 και με αριθμό κατάθεσης 42607/23-11-2000 αγωγή.
Υποχρεώνει την εταιρία με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων", ως καθολική διάδοχο της αρχικώς εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "... Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών", να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων σαράντα έξι ευρώ και δεκαπέντε λεπτών (9.346,15 €), με το νόμιμο τόκο α) για το ποσό των έξι χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (6.790,85 €) από το τέλος του μήνα που κάθε επιμέρους μηνιαία διαφορά κατέστη απαιτητή, έως την εξόφληση, β) για το ποσό των χιλίων διακοσίων είκοσι τριών ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (1.223,79 €) από την 30η Απριλίου κάθε έτους για τα επιμέρους ποσά που αφορούν τα επιδόματα εορτών Πάσχα και από την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους για τα επιμέρους ποσά που αφορούν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, έως την εξόφληση, γ) για το ποσό των εξακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (697,66 €) από την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους στο οποίο αντιστοιχούν τα επιμέρους ποσά, έως την εξόφληση και δ) το ποσό των εξακοσίων τριάντα τριών ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (633,85 €) από την 31-7-2000 έως την εξόφληση.
Καταδικάζει την υπεισελθούσα στη θέση της αρχικώς εναγομένης ως άνω εταιρία σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 12η Νοεμβρίου 2019.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου