Παρασκευή 14 Αυγούστου 2020

ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ - ΑΠ 1483/2019 Τμ Β1 Πολιτικο


Σύμβαση μαθητείας ΑΠ 1483/2019 Τμ. Β1’ Πολιτικό 

Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών. Απαγόρευση μετατροπής τους σε αορίστου χρόνου....

Πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης του ΟΑΕΔ. Η σύναψη των σχέσεων αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, διότι επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με τη φύση των ειδικών προγραμμάτων, για την εξυπηρέτηση των οποίων συνάπτονται. Σύμβαση μαθητείας. Έννοια και χαρακτηριστικά. Διάκριση γνήσιας σύμβασης μαθητείας και σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κ.λπ. Μπορεί, όμως, σε αυτήν να συμφωνηθεί ότι ο εργοδότης θα καταβάλλει στον μαθητευόμενο μισθό για την ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την εκπαίδευσή του. Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αφού προέχων σκοπός της σύμβασης είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις...
Απόφαση 1483 / 2019    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 1483/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ......, για αναίρεση της υπ' αριθ. 872/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 2915/4-3-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 484/2019.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση της θανάτωσης άλλου, υποκειμενικώς δε: α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής, β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και γ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, ενόψει της διάκρισης της αμέλειας σε μη ενσυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της οφειλόμενης προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, αλλά πίστευσε ότι δεν θα επερχόταν, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιό από τα δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Διαφορετικά, αν δεν προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας ή γίνονται δεκτά και τα δύο είδη αμέλειας, δημιουργείται αντίστοιχη ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν στην πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (λ.χ. αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Τούτο δε, γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά στην αστική ευθύνη. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, που, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, τότε με μεγάλη πιθανότητα (η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 872/2018, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Την 2-12-2011, περί ώρα 07:45', ο εκκαλών - κατηγορούμενος, Π. Σ., αστυνομικός, συγκεκριμένα δε ειδικός φρουρός, ο οποίος υπηρετούσε στο Α.Τ. ... Θεσσαλονίκης, με προσωρινή μετακίνηση στη Διεύθυνση Άμεσης Δράσης Θεσσαλονίκης (ομάδες ΔΙΑΣ), εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία εποχούμενης περιπολίας και οδηγώντας την υπ' αρ. κυκλοφορίας Ε.Α. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, εργοστασίου κατασκευής BMW, μοντέλο F 800 GS, 798 cc, ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, έβαινε επί της λεωφόρου ..., στην περιοχή του Δήμου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση από την λεωφόρο ... προς την οδό ..., στο ύψος του γηπέδου ποδοσφαίρου "...", με συνεπιβαίνοντα τον υπαρχιφύλακα Ν. Ν. του Χ. και Β., ο οποίος επίσης εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία. Το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού (...), που είναι διπλής κατευθύνσεως, στο παραπάνω σημείο παρουσιάζει οριζόντια καμπύλη και στη συνέχεια ευθεία μεγαλύτερη των εκατό (100,00) μέτρων, η ορατότητα όμως δεν περιορίζεται. Το εύρος του οδοστρώματος του κάθε ρεύματος κυκλοφορίας (με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση), που χωρίζονται με νησίδα πλάτους 4,00 μέτρων, είναι 8,00 μέτρα ανά κατεύθυνση, πέραν δε αυτού (οδοστρώματος) υπάρχει πεζοδρόμιο, εκατέρωθεν της ως άνω οδού, πλάτους 2,00 μέτρων, ενώ μπροστά από το προαναφερθέν γήπεδο ποδοσφαίρου, το οποίο βρίσκεται δεξιά σε σχέση με την πορεία της ως άνω δίκυκλης μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο εκκαλών - κατηγορούμενος, Π. Σ., υπάρχει και βοηθητική νησίδα, πλάτους 1,70 μέτρων. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται σε πενήντα χιλιόμετρα ανά ώρα (50 Km/h), καθόσον πρόκειται περί κατοικημένης περιοχής [βλ. άρθρ. 20 παρ. 2 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, Ν. 2696/1999 (Φ.Ε.Κ. 57/23-3-1999)], στον ως άνω δε χρόνο η ορατότητα ήταν επαρκής, λόγω φυσικού φωτισμού, επικρατούσε καλοκαιρία, το οδόστρωμα όμως ήταν ολισθηρό, λόγω πρωινής υγρασίας, ενώ η κυκλοφορία οχημάτων ήταν αραιή. Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι, ο εκκαλών - κατηγορούμενος, Π. Σ., πριν φθάσει στο παραπάνω σημείο της οδού ..., είχε ακινητοποιήσει την προαναφερόμενη δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε προ του ερυθρού σηματοδότη στη συμβολή των λεωφόρων ... και ..., ακολούθως δε, όταν η ένδειξη έγινε πράσινη, ξεκίνησε και εισήλθε στην τελευταία, δηλαδή τη λεωφόρο .... Όταν έφτασε μπροστά από το προαναφερόμενο γήπεδο ποδοσφαίρου "...", με ταχύτητα η οποία δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί, ανώτερη όμως από εκείνην που επιβαλλόταν από τις επικρατούσες συνθήκες, λόγω της αμελούς οδηγικής του συμπεριφοράς, όπως ακολούθως εκτίθεται, απώλεσε τον έλεγχό της (δίκυκλης μοτοσυκλέτας που οδηγούσε), με συνέπεια αυτή να εκτραπεί της πορείας της προς τα αριστερά, να προσκρούσει στο τσιμεντένιο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας, να ανατραπεί και να συρθεί επί του οδοστρώματος σε απόσταση 29,30 μέτρων, οι επιβαίνοντες δε επ' αυτής (δίκυκλης μοτοσυκλέτας) να εκτιναχθούν στο πρανές της διαχωριστικής νησίδας, με αποτέλεσμα η μεν δίκυκλη μοτοσυκλέτα να υποστεί υλικές ζημίες, οι επιβαίνοντες δε επ' αυτής, δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, Π. Σ., οδηγός της, και ο Ν. Ν. του Χ., συνεπιβαίνων, να τραυματιστούν και να διακομιστούν στο 424 Γ.Σ.Ν.Ε., ο τελευταίος ως πολυτραυματίας. Από τον κλινικοεργαστηριακό έλεγχο στον οποίο υπεβλήθη ο τελευταίος, δηλαδή ο συνεπιβαίνων στην παραπάνω δίκυκλη μοτοσυκλέτα, Ν. Ν. του Χ., στο παραπάνω νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι αυτός υπέστη κρανιοπροσωπική κάκωση, κάκωση (ΔΕ) οφθαλμού, εγκεφαλικό οίδημα με μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, θλάση εγκεφάλου οπισθοκογχικά (ΔΕ), κάταγμα (ΔΕ) βραχιονίου, κάκωση (ΔΕ) κερκίδας - ωλένης, νοσηλεύθηκε δε από 2-12-2011 έως 26-1-2012 σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και ακολούθως σε θάλαμο νοσηλείας του ως άνω νοσοκομείου μέχρι και 10-4-2012, οπότε απεβίωσε, λόγω πολυοργανικής ανεπάρκειας, καρδιακής ανεπάρκειας, λοίμωξης αναπνευστικού και βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το ένδικο δυστύχημα προκλήθηκε από υπαιτιότητα του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, Π. Σ., οδηγού της ως άνω δίκυκλης μοτοσυκλέτας, καθόσον ο τελευταίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλε και από τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει. Ειδικότερα, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του την προαναφερόμενη υπ' αρ. κυκλοφορίας Ε.Α. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία, δεν ασκούσε δε συνεχώς την εποπτεία και τον έλεγχό της, ρυθμίζοντας την ταχύτητά της στο επιβαλλόμενο μέτρο, ενόψει των ως άνω συνθηκών (κατοικημένη περιοχή, ολισθηρό οδόστρωμα λόγω πρωινής υγρασίας), ώστε να είναι σε θέση, κάθε στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την ασφάλεια των επιβαινόντων αυτής και των λοιπών χρηστών της οδού στην οποία έβαινε, με αποτέλεσμα την εκτροπή της και την πρόκληση του ένδικου δυστυχήματος, στο οποίο τραυματίστηκε ο προαναφερόμενος Ν. Ν. του Χ., από τον τραυματισμό του δε αυτό, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε τελικά ο θάνατός του την 10-4-2012. Εξάλλου, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, εκτιμώμενα κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως (άρθρο 177 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.), προέκυψε ότι εντός της προαναφερθείσας νησίδας πράγματι είχε τοποθετηθεί πινακίδα ύψους 0,80 μέτρων, από τον Δήμο Αμπελοκήπων - Μενεμένης, κατά παράβαση των οριζόμενων στη διάταξη του άρθρου 4 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας [Ν. 2696/1999 (Φ.Ε.Κ. 57/23-3- 1999, τεύχος πρώτο)], στην οποία προσέκρουσε ο εκκαλών - κατηγορούμενος, μετά την πτώση του από την προαναφερόμενη δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε, η τοποθέτηση όμως της ως άνω πινακίδας ουδόλως επηρέασε ή με οποιοδήποτε τρόπο συνέβαλε στην επέλευση του παραπάνω οδικού τροχαίου δυστυχήματος. Επομένως, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με το ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος, Π. Σ., ως οδηγός της προαναφερόμενης δίκυκλης μοτοσυκλέτας, παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας [Ν. 2696/1999 (Φ.Ε.Κ. 57/23-3-1999, τεύχος πρώτο)], που συνετέλεσαν ουσιωδώς στην επέλευση του ως άνω επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκλησή του είναι ο ίδιος (εκκαλών - κατηγορούμενος), απορριπτόμενων ως κατ' ουσίαν αβάσιμων των ισχυρισμών του ότι ουδεμία αμέλεια επέδειξε και ότι το παραπάνω δυστύχημα οφείλεται σε απρόβλεπτους και αστάθμητους παράγοντες. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και τις προαναφερθείσες σκέψεις, στοιχειοθετείται στο πρόσωπο του εκκαλούντος - κατηγορουμένου η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της παράνομης και αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του προαναφερόμενου Ν. Ν. του Χ., που του αποδίδεται στην παρούσα υπόθεση, πράξη για την οποία ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη και κρίθηκε ένοχος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, του επιβλήθηκε δε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ), της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρθρο 84 παρ. 2 περ. δ' του ΠΚ) και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ), για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο ένοχο του ότι στη Θεσσαλονίκη, συγκεκριμένα δε στην οδό ..., στην περιοχή Αμπελοκήπων, την 2-12-2011, περί ώρα 07:45', από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και προξένησε το θάνατο σε ένα (1) άτομο, ειδικότερα δε, ως αστυνομικός, οδηγώντας την υπ' αρ. κυκλοφορίας ΕΑ ... υπηρεσιακή δίκυκλη μοτοσυκλέτα, με συνεπιβάτη τον συνάδελφό του, υπαρχιφύλακα Ν. Ν., κινούμενος επί της ως άνω οδού, με κατεύθυνση την οδό ..., χωρίς να οδηγεί με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ως όφειλε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν ρύθμισε την ταχύτητά του, με ανάλογη μείωση αυτής, σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες και περιστάσεις (κατοικημένη περιοχή, οριζόντια καμπύλη της οδού ως προς την πορεία του δικύκλου, ολισθηρότητα του οδοστρώματος λόγω πρωινής υγρασίας), με αποτέλεσμα να απολέσει τον έλεγχο του δικύκλου του, αυτό να εκτραπεί αριστερά ως προς την πορεία του, να προσκρούσει στο τσιμεντένιο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας, να ανατραπεί το δίκυκλο επί της οδού και να τραυματιστεί θανάσιμα ο συνεπιβάτης του, Ν. Ν., ο οποίος υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εγκεφαλικό οίδημα, γναθοπροσωπικές κακώσεις κάταγμα βραχιονίου και κερκίδας (ΔΕ) και πολυοργανική ανεπάρκεια, οι οποίες (σωματικές βλάβες) οδήγησαν αιτιακά, την 10-4-2012, στον θάνατό του". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του, παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, τα κατά νόμο αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, προσδιορίζει λεπτομερώς το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα και αιτιολογεί τον μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του αξιοποίνου αποτελέσματος αιτιώδη σύνδεσμο. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον: α) παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ακριβείς συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, το οποίο προκλήθηκε, διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προσέτι δε δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος, ώστε να προσαρμοστεί αυτή στις επικρατούσες συνθήκες και περιστάσεις (κατοικημένη περιοχή, οριζόντια καμπύλη της οδού ως προς την πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ολισθηρότητα του οδοστρώματος λόγω πρωινής υγρασίας), με αποτέλεσμα να απολέσει τον έλεγχο του οχήματος, να εκτραπεί αυτό προς τα αριστερά, ως προς την πορεία του, να προσκρούσει στο τσιμεντένιο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας, να ανατραπεί αυτό και να τραυματιστεί θανάσιμα ο συνεπιβάτης του Ν. Ν., ο οποίος υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εγκεφαλικό οίδημα, γναθοπροσωπικές κακώσεις, κάταγμα βραχιονίου και κερκίδας (ΔΕ) και πολυοργανική ανεπάρκεια, οι οποίες (σωματικές βλάβες) επέφεραν αιτιωδώς το θάνατό του την 10η-4-2012, δεν ήταν δε αναγκαίο να περιληφθούν στο σκεπτικό, για τον προσδιορισμό των συνθηκών του συμβάντος και εντεύθεν για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, οι αναφερόμενες στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης λεπτομέρειες (απόσταση την οποία η δίκυκλη μοτοσυκλέτα διήνυσε μετά από τη διακοπή της πορείας της μπροστά από το φωτεινό σηματοδότη, πλείονες παράγοντες, στους οποίους οφείλεται η εκτροπή και πτώση της μοτοσυκλέτας, σαφής προσδιορισμός του αιτίου της εκτροπής και της πτώσης κλπ), αφού για την κατάδειξη της αμέλειας του αναιρεσείοντος αρκεί το ανελέγκτως κριθέν γεγονός ότι δεν ασκούσε σε κάθε στιγμή τον έλεγχο και δεν είχε την εποπτεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ώστε να αποτρέψει την εκτροπή της, β) αιτιολογείται πλήρως ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος θανάτου του συνεπιβάτη της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, αφού η παραπάνω οδηγική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος μπορούσε, κατ' αντικειμενική κρίση, να επιφέρει την εκτροπή της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και να προκαλέσει το θανατηφόρο τραυματισμό των επιβαινόντων σ' αυτή, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση με το συνεπιβάτη, γ) αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν από όλους τους παράγοντες της δίκης και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του σκεπτικού της, από το γεγονός δε, ότι το περιεχόμενο μερικών αποδεικτικών μέσων δεν έγινε δεκτό, δεν σημαίνει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα μόνο αποδεικτικά μέσα και αγνόησε ή δεν συνεκτίμησε τα υπόλοιπα, σαφώς δε συνάγεται ότι τα έλαβε υπόψη του στο σύνολό τους, αφού δεν εξήρεσε κανένα, καταλήγοντας κυριαρχικά στην καταδικαστική του κρίση, δ) το Δικαστήριο της ουσίας προσδιόρισε το είδος της αμέλειας, που επέδειξε ο αναιρεσείων σε σχέση με το επελθόν αποτέλεσμα, αφού προκύπτει, ιδίως από τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό, που μαζί με τις παραδοχές του σκεπτικού συνθέτουν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι αυτό προσδιόρισε το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος, με τη νομική μορφή της μη συνειδητής αμέλειας• συγκεκριμένα, εκτός του ότι από τη συλλογιστική του σκεπτικού συνάγεται με επάρκεια το ως άνω είδος της αμέλειας (φύλλο 10ο σελ. 1 στοίχ. 5 επ. από την αρχή), στο διατακτικό αναφέρεται ρητά τούτο, με την εξής αναφορά "....από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και προξένησε το θάνατο σε ένα (1) άτομο...."•επομένως, ουδεμία ασάφεια δημιουργείται ως προς το είδος της αμέλειας, το οποίο δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας και, συνεπώς, δεν καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ. Εξάλλου, η ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (που επικυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974) για δίκαιη δίκη, διότι δεν απάντησε στους αρνητικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι η δίκυκλη μοτοσυκλέτα δεν μπορούσε να αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, αφού μόλις είχε ξεκινήσει από το φωτεινό σηματοδότη και ότι διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς αυτού (αναιρεσείοντος) και του επελθόντος αποτελέσματος, διότι ο θανών δεν είχε "κουμπωμένο" το εμπρόσθιο μέρος του υπηρεσιακού του κράνους κατά το χρόνο της πτώσης του από τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα και έτσι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των εν λόγω αρνητικών ισχυρισμών του και της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο της ουσίας αντιμετώπισε τους αρνητικούς αυτούς ισχυρισμούς με την περί ενοχής του αναιρεσείοντος αιτιολογημένη απόφασή του και δεν στέρησε αυτόν από κανένα υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία για τους ισχυρισμούς αυτούς, αφού δεν είναι αυτοτελείς. Επομένως, όλοι οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Α' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και έλλειψη νόμιμης βάσης και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στο αναιρετήριο και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση των προαναφερόμενων λόγων, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 και ήδη 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-3-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αυθημερόν), του Π. Σ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης, με αριθμό 872/2018, του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: