
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ι. Α. Το Εθνικό Κτηµατολόγιο συνιστά όχι µόνο ένα εγχείρηµα, αλλά πολύ περισσότερο ένα στοίχηµα του Ελληνικού πολιτικού και νοµικού κόσµου, ο οποίος κλήθηκε µέσω της εισαγωγής του νέου τούτου συστήµατος δηµοσιότητας εµπραγµάτων δικαιωµάτων επί των ακινήτων να εγγυηθεί:
- για την εγκαθίδρυση ενός κτηµατο-κεντρικού συστήµατος δηµοσιότητας, εγγυώµενου την απόλυτη ασφάλεια ως προς το διέπον το εκάστοτε ακίνητο ιδιοκτησιακό καθεστώς, το οποίο θα έθετε ένα τέλος στις ατελείωτες ώρες ελέγχου στα κατά τόπον αρµόδια, προσωπο–κεντρικά αρχειοθετηµένα Υποθηκοφυλακεία και στην αβεβαιότητα που δηµιουργείτο για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του εκάστοτε ακινήτου λόγω της πληµµελούς πολλές φορές τηρήσεως των Αλφαβητικών Ευρετηρίων, των Βιβλίων Μερίδων (τα οποία µάλιστα τηρούνται χειρόγραφα και συχνά δυσανάγνωστα, γεγονός το οποίο δυσχεραίνει έτι περαιτέρω τη διενέργεια του σχετικού ελέγχου) και των Βιβλίων Μεταγραφών,
- για την ακριβή περιγραφή, πρωτίστως για την ακρίβεια της επιφανείας – εκτάσεως των καταγεγραµµένων ακινήτων, και την οριοθέτησή τους εν σχέσει µε τα γειτονικά ακίνητα, δεδοµένου ότι µέχρι και σήµερα, στο πλαίσιο του συστήµατος µεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου, δεν ήταν απαραίτητη η προσάρτηση στα συντασσόµενα συµβόλαια σχετικού τοπογραφικού διαγράµµατος, στο οποίο να καταγράφονται µε σαφήνεια και πληρότητα άπαντα τα προσδιοριστικά και εξατοµικευτικά του ακινήτου στοιχεία, µε αποτέλεσµα οι συναλλασσόµενοι πολλές φορές να µην γνωρίζουν επακριβώς τί µεταβιβάζουν ή τί περιέρχεται στην κυριότητά τους,
- για την οριστική πλέον αποσαφήνιση, µέσω της διαδικασίας της κτηµατογραφήσεως και της παράλληλης συντάξεως δασικών χαρτών, του χαρακτήρα των ακινήτων της επικράτειας (ως αγροτεµαχίων, οικοπέδων, κάθετων ή οριζοντίων ιδιοκτησιών, δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων κλπ), ο οποίος χαρακτήρας, καίτοι δεν αποτελεί στο πλαίσιο του Εθνικού Κτηµατολογίου περιεχόµενο του οικείου κτηµατολογικού φύλλου και συνεπώς δεν καλύπτεται από το αµάχητο τεκµήριο των οριστικών πρώτων κτηµατολογικών εγγραφών1, εν τούτοις αποδεικνύεται συχνά καθοριστικής σηµασίας για την άµεση διευθέτηση του αµφισβητούµενου ιδιοκτησιακού καθεστώτος ενός σηµαντικού αριθµού υπό κτηµατογράφηση ακινήτων, έτσι ώστε κανείς συναλλασσόµενος να µη βρεθεί στη δυσάρεστη θέση, στο πλαίσιο λειτουργίας του νέου θεσµού δηµοσιότητας εµπραγµάτων δικαιωµάτων επί ακινήτων, να αντιµετωπίσει, µετά από µία πολυδάπανη αγοραπωλησία ενός ακινήτου, την προβολή από µέρους του ∆ηµοσίου τυχόν δικαιωµάτων του επ’ αυτού, διότι δήθεν πρόκειται περί εκτάσεως δασικού χαρακτήρα.
![]() |
1 εν αντιθέσει µε τα ισχύοντα υπό το καθεστώς του Κτηµατολογικού Κανονισµού ∆ωδεκανήσου
Ι. Β. Στο πλαίσιο του ως άνω στοιχήµατος, και, ειδικότερα, κατά την εκπόνηση των
µελετών κτηµατογράφησης του Ν. 2308/1995 για τη σύνταξη Εθνικού Κτηµατολογίου αναδεικνύονται σοβαρότατα νοµικά, πρωτίστως δε κοινωνικά προβλήµατα, συνδεόµενα µε την εφαρµογή της νοµοθεσίας, της σχετικής µε το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων του
∆ηµοσίου, ιδίως στις περιοχές εντός σχεδίου πόλεως.
Οι κύριοι άξονες της όλης προβληµατικής συνίστανται2:
- στο καθιερωµένο νοµοθετικά «απαράγραπτο» των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου,
- στην σαφή του αντίθεση προς τη δικαιολογηµένη εµπιστοσύνη που επιδεικνύουν στα, συνταχθέντα και κυρωθέντα από το ίδιο το ∆ηµόσιο, σχέδια πόλεως οι συναλλασσόµενοι, προβαίνοντας σε συναλλαγές επί των συµπεριληφθέντων σε αυτά ακινήτων, δίχως να δύνανται να γνωρίζουν ότι αυτά ενδέχεται να διεκδικούνται από το ∆ηµόσιο,
- στην υποβολή από µέρους του ∆ηµοσίου δηλώσεων κυριότητας του Ν. 2308/1995 για ακίνητα τα οποία εµπίπτουν πλέον στο σχέδιο πόλης, έχουν χαρακτηριστεί ως οικοδοµήσιµοι χώροι και, στα οποία, µάλιστα, συχνά, έχουν ήδη αναγερθεί κτίσµατα και διαµένουν πολίτες, µε επίκληση του δασικού χαρακτήρα των εν λόγω ακινήτων, τον οποίο η ∆ιοίκηση στηρίζει σε αεροφωτογραφίες προγενέστερες της εντάξεως της περιοχής στο σχέδιο πόλεως, οπότε το ακίνητο εµφάνιζε δασική βλάστηση ή είχε χορτολιβαδικό χαρακτήρα. Μάλιστα, η εν λόγω προβληµατική αφορά ακόµη και τους προϋφιστάµενους του έτους 1923 οικισµούς, καθώς και τους οικισµούς κάτω των 2.000 κατοίκων, των οποίων τα όρια έχουν εγκριθεί µε διοικητική πράξη.
Ειδικότερα:
Για την εκπόνηση των δασικών χαρτών, οι οποίοι καταρτίζονται παράλληλα µε τις
µελέτες κτηµατογράφησης, λαµβάνεται υπ’ όψιν όχι µόνο η νεότερη αεροφωτογραφία (π.χ. του 1996), αλλά και η παλαιότερη (εν έτει 1945, και ειδικότερα στην Αττική εν έτει 1937 ή 1938). Ως εκ τούτου, για τον χαρακτηρισµό ενός ακινήτου ως δασικού κατά τις δασικές υπηρεσίες αρκεί αυτό να εµφανίζεται ως τέτοιο σε µία από τις δύο αεροφωτογραφίες, ακόµη και την προγενέστερη: Συνεπώς, αν ένα ακίνητο εµφανίζει στην αεροφωτογραφία του έτους 1938 δασική βλάστηση, το ∆ηµόσιο έχει το δικαίωµα να το δηλώσει στο Κτηµατολόγιο ως ανήκον σε αυτό κατά κυριότητα, ακόµη και αν αυτό σήµερα έχει ενταχθεί σε εγκεκριµένο σχέδιο πόλης και έχει οικοδοµηθεί.
Είναι προφανές, όµως, ότι αποτελεί σηµαντικότατη αντινοµία, αλλά και συµπεριφορά µη συνάδουσα µε την αρχή της χρηστής διοίκησης, όταν το ∆ηµόσιο αφενός µεν εγκρίνει σχέδια
![]() |
2 Βλ. Αιτιολογική Έκθεση της Προσθήκης – Τροπολογίας στο σχέδιο νόµου «Τροποποίηση και συµπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για τη Κτηµατογράφηση και το Εθνικό Κτηµατολόγιο», η οποία και ψηφίσθηκε τελικά από τη Βουλή ως άρθρο 4 του ν. 3127/2003, δηµοσιευµένη στον Κώδικα Κτηµατολογίου των Φ. ∆ωρή – Λ. Κιτσαρά, Π.Ν. Σάκκουλας ∆ίκαιο & Οικονοµία 2004, σελ. 115-118
πόλεων χαρακτηρίζοντας έτσι µία περιοχή ως οικοδοµήσιµη, άρα µη δασική, δηµιουργώντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, µε τις δικές του ενέργειες, «φαινόµενο δικαίου», δηλαδή κατάσταση που δικαιολογηµένα εµπιστεύεται ο πολίτης, αφετέρου δε ανατρέπει στη συνέχεια το φαινόµενο αυτό, διεκδικώντας την κυριότητα σε αυτά τα ακίνητα κατ’ επίκληση του πρώην δασικού χαρακτήρα της περιοχής, ο οποίος µε δικές του ενέργειες απωλέσθη οριστικά.
Μάλιστα, η κατάσταση αυτή περιπλέκεται περαιτέρω από τις εξής δύο (2) διατάξεις:
- από το άρθρο 3 παρ. 6 του Ν. 998/1979, σύµφωνα µε το οποίο ο Ν. 998/1979, ο οποίος περιέχει τις σηµαντικότερες, αν και όχι όλες τις διατάξεις της δασικής νοµοθεσίας, ∆ΕΝ εφαρµόζεται σε περιοχές που ευρίσκονται εντός εγκεκριµένων σχεδίων πόλεως ή σε περιοχές που καταλαµβάνονται από οικισµούς προϋφιστάµενους του έτους 1923 ή σε οικοδοµήσιµες εκτάσεις των οικιστικών περιοχών του Ν. 947/1979 και
- από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 999/1979, το οποίο προβλέπει ότι είναι έγκυρα τα σχέδια πόλεως πριν από τις 20-04-1967, ακόµη και χωρίς την υπογραφή του Υπουργού Γεωργίας, χωρίς όµως να θίγονται τα τυχόν εµπράγµατα του ∆ηµοσίου.
Από τη συνδυαστική ερµηνεία του συνόλου των ανωτέρω διατάξεων δηµιουργείται ένας φαύλος κύκλος, καθώς συνάγεται ότι το γεγονός της ένταξης µιας περιοχής σε σχέδιο πόλης ή το πραγµατικό γεγονός µία περιοχή µε ενδεχοµένως δασικό χαρακτήρα να αποτελούσε ήδη οικισµό κατά το 1923 ή να οριοθετήθηκε ως οικισµός κάτω των 2000 κατοίκων µετά το 1923, δεν επιδρά στα εµπράγµατα δικαιώµατα που αρύεται το ∆ηµόσιο από τον τυχόν πρώην δασικό χαρακτήρα των εκτάσεων αυτών3.
Αυτό έχει σαν αποτέλεσµα το ∆ηµόσιο, όχι µόνο κατά την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους, ότε και θα ήταν λογική και αναµενόµενη η διεκδίκηση της ακινήτου περιουσίας του νεοσυσταθέντος κράτους, αλλά και πολύ µεταγενέστερα, και ιδίως µετά την έναρξη αεροφωτογράφησης του ελληνικού κράτους να επικαλείται δικαιώµατα κυριότητας σε εκτάσεις που είχαν κάποτε δασικό ή χορτολιβαδικό χαρακτήρα. Είναι, µάλιστα, αυτονόητο ότι στις περιοχές αυτές το ∆ηµόσιο ουδέποτε είχε επιδιώξει µέχρι πρότινος να ασκήσει τα εµπράγµατα δικαιώµατά του.
![]() |
Συµπερασµατικώς, το Ελληνικό ∆ηµόσιο το µόνο που είχε να πράξει για τις εκτάσεις αυτές είναι η «αεροφωτογράφησή» τους και η καταγραφή τους «ως δασικών», χωρίς εντούτοις να έχει ενηµερώσει για το εν λόγω γεγονός και τις έννοµες συνέπειές του, τους πολίτες του και χωρίς να έχει επιδιώξει να ασκήσει τα διεκδικούµενα από αυτό εµπράγµατα δικαιώµατα επί των εκτάσεων αυτών, όταν µε κανονιστικές της πράξεις η ίδια η ∆ιοίκηση θεωρούσε τις εκτάσεις
3 Η ερµηνεία, όµως. αυτή έρχεται σε άµεση αντίθεση µε την πάγια νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας, το οποίο ερµηνεύοντας το Ν. 998/1979 αποφάνθηκε ότι τα σχέδια πόλεως και οι συναφείς διοικητικές πράξεις αποτελούν νόµιµους λόγους απώλειας του δασικού χαρακτήρα ενός ακινήτου (µέχρι 11-06-1975), ως εκ τούτου δε ο δασάρχης δεν µπορεί να επανέλθει χαρακτηρίζοντας το ακίνητο δασικό (µε τη διαδικασία του άρθρου 14 Ν. 998/1979), Βλ. ∆ηµητρίου Β. Αργυρίου, Το ∆ίκαιο του Κτηµατολογίου, Νοµική Βιβλιοθήκη 2008, σελ.51-52
αυτές, για πολλές από τις οποίες έχουν µάλιστα συντελεστεί και πράξεις εφαρµογής των σχεδίων τους, οικιστικές, επιτρέποντας σε αυτές τη δόµηση και την άσκηση δικαιωµάτων από µέρους των διοικουµένων επί πάρα πολλές δεκαετίες.
Ι. Γ. Ενόψει, λοιπόν, της διενέργειας της διαδικασίας κτηµατογράφησης, στα πλαίσια της οποίας το Ελληνικό ∆ηµόσιο έχει τη δυνατότητα:
- είτε της εξ αρχής υποβολής δηλώσεως κυριότητας του Ν. 2308/1995 για τα ως άνω ακίνητα, ως προς τα οποία είχε επιτρέψει την καθ’ όλα νοµότυπη κτήση ιδιωτικών δικαιωµάτων υπό των διοικουµένων,
- είτε της υποβολής ενστάσεων κατά της από µέρους των διοικουµένων υποβληθείσης δηλώσεως κυριότητας ως προς ακίνητα, των οποίων την κυριότητα είχαν αποκτήσει βάσει νοµίµων τίτλων και συνεπεία του υπό της ∆ιοικήσεως δηµιουργηθέντος «φαινοµένου δικαίου»4, θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, µε την φιλοδοξία και την πεποίθηση
ότι η εν λόγω διάταξη θα αποκαθιστούσε το εµφανές στη συγκεκριµένη περίπτωση έλλειµα κοινωνικής δικαιοσύνης, θα αντικατόπτριζε τη συντελεσθείσα εν τω µεταξύ µεταβολή της κοινωνικής, πολιτικής και πολεοδοµικής πραγµατικότητας και θα συνέβαλε καθοριστικά στην ολοκλήρωση της αφορώσης το Εθνικό Κτηµατολόγιο νοµοθεσίας.
ΙΙ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: Το νοµοθετικό καθεστώς της χρησικτησίας έναντι του
∆ηµοσίου πριν την τοµή του άρ. 4 Ν. 3127/2003.
ΙΙ. Α. Ο Α.Ν. 1539/1938 περί Προστασίας των ∆ηµοσίων Κτηµάτων: Το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου επί των δηµοσίων κτηµάτων καθιερώθηκε κυρίως
µε τον Α.Ν. 1539/1938.
Ειδικότερα:
ΙΙ. Α. 1. Οριοθέτηση της έννοιας των δηµοσίων κτηµάτων (άρ. 1 Α.Ν. 1539/1938)5:
Το πεδίο εφαρµογής του α.ν. 1539/1938 και συνεπώς η έκταση του απαραγράπτου των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου οριοθετείται µε την παρ. 2 του άρθρου 1, σύµφωνα µε την οποία «2. Πάσαι αι διατάξεις του παρόντος νόµου έχουσιν εφαρµογή δια πάντα τα ακίνητα κτήµατα του ∆ηµοσίου…».
![]() |
Συνεπώς, σύµφωνα µε το γράµµα του νόµου, αλλά και την κρατούσα αντίληψη, συνιστούν δηµόσια κτήµατα και υπάγονται στις ρυθµίσεις του ως άνω νόµου, άρα και στο καθιερούµενο από αυτό απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου, άπαντα τα ανήκοντα εις
4 Αλλά και µετά τη διενέργεια των πρώτων κτηµατολογικών εγγραφών και τη έναρξη λειτουργίας του συστήµατος του Κτηµατολογίου, το Ελληνικό ∆ηµόσιο µπορεί να προσβάλει τις εγγραφές αυτές εγείροντας τις σχετικές Αγωγές εντός των προβλεποµένων προθεσµιών.
5 Βλ. Ευ. ∆ωρή, Τα ∆ηµόσια Κτήµατα, Αφοί Π. Σάκκουλα, 1980, Κεφάλαιο Ι∆΄ , Άρθρο 1 Α.Ν. 1539/1938, σελ. 346-352
την κυριότητα του ∆ηµοσίου κτήµατα είτε υπό την µορφή της δηµοσίας κτήσεως είτε υπό την
µορφή της ιδιωτικής6, ήτοι:
i) τα εκτός συναλλαγής (ΑΚ 966), στα οποία περιλαµβάνονται τα
- τα κοινά τοις πάσι,
- τα κοινόχρηστα, τα οποία, εφόσον δεν ανήκουν σε ∆ήµο ή Κοινότητα ή ο νόµος δεν ορίζει διαφορετικά (π.χ. ότι ανήκουν σε ιδιώτη), ανήκουν στο ∆ηµόσιο7 και
- τα προορισµένα για την εξυπηρέτηση δηµοσίων, δηµοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών
ii) τα αδέσποτα ακίνητα8, καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόµο9,
ως και
iii) η λοιπή ιδιωτική περιουσία του ∆ηµοσίου,
εφαρµοζοµένης της ισχύουσας για τα δηµόσια κτήµατα νοµοθεσίας αδιακρίτως10 επί
πάντων των εν λόγω κτηµάτων.
Εξάλλου διασαφηνίζεται µε την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου ότι οι ήδη κείµενες διατάξεις περί δηµοσίων κτηµάτων και ακινήτων εν γένει εξακολουθούν να ισχύουν για τα ακίνητα του ∆ηµοσίου µόνο εφόσον δεν τροποποιούνται µε τον Α.Ν. 1539/1938.
Σηµειώνεται ότι:
- οι διατάξεις του Α.Ν. 1539/38, ως και οι συναφείς µε αυτές υπέρ του ∆ηµοσίου διατάξεις, εφαρµόζονται αναλόγως και επί των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, για την
![]() |
6 Κατ’ άλλη άποψη (Μπαλής: Γεν. Αρχ. Εκδ. 8η παρ. 203 – Η. Κυριακοπούλου, ∆ιοικ. ∆ικ. Τοµ. Γ΄ παρ. 132, σελ. 406-407), τα κοινά τοις πάσι, ως εκ της φύσεώς τους (ο αέρας και η θάλασσα), εκφεύγουν της παραδεδεγµένης έννοιας κυριότητας και αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία πραγµάτων, ως εκ τούτου, είναι φυσικώς αδύνατο να εξουσιασθούν, αλλά απλώς η πολιτεία ασκεί επ’ αυτών κυριαρχικά δικαιώµατα. Σύµφωνα µε την άποψη αυτή, λοιπόν, υπό τον όρο δηµόσια κτήµατα νοούνται κατ’ αρχάς τα κοινόχρηστα και τα προορισµένα για τη λειτουργία των δηµοσίων υπηρεσιών, τα οποία συγκροτούν τη δηµόσια κτήση.
Τέλος, κατ’ άλλη άποψη η ιδιωτική περιουσία του ∆ηµοσίου αποτελεί ιδιαίτερη κατηγορία κτηµάτων, προσοµοιάζουσα προς την ιδιωτική κτήση, για την οποία εφαρµόζονται οι κανόνες ιδιωτικού δικαίου, µία διάκριση (µεταξύ δηµοσίας και ιδιωτικής περιουσίας του ∆ηµοσίου) η οποία φαίνεται να πηγάζει εκ της Γαλλικής Επιστήµης. 7 Βλ. άρθρο 968 Α.Κ.
8 - Αδέσποτα πράγµατα είναι τα ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, πλην, όµως, δεν υπάρχει κάποιος
κύριος, ήτοι εκείνα τα οποία σε δεδοµένη χρονική στιγµή εµφανίζονται ως µηδόλως έχοντα κύριο και, ως εκ τούτου, περιέρχονται αυτοδικαίως στο ∆ηµόσιο κατά πλήρες και οριστικό δικαίωµα κυριότητας.
Κατ’ άλλο ορισµό αδέσποτα είναι τα ακίνητα εκείνα, των οποίων η νοµή εγκαταλήφθηκε, επί τω τέλει της παραιτήσεως και εκ του δικαιώµατος κυριότητας, για την οποία παραίτηση απαιτείται: α) βούληση εγκαταλείψεως, δηλαδή απόφαση περί παραιτήσεως από της κυριότητας, όχι όµως υπέρ άλλου προσώπου (οπότε θα επρόκειτο περί µεταβιβάσεως) και β) εκδήλωση της εν λόγω βουλήσεως, οπότε, συντρεχόντων των ως άνω όρων, αποκτάται η κυριότητα επ’ αυτών από το ∆ηµόσιο, ex tunc, και υπό την προϋπόθεση ότι η κατάληψη της νοµής δεν είναι απαγορευµένη υπό του νόµου. Ουσιώδη στοιχεία – κριτήρια για το χαρακτηρισµό ενός ακινήτου ως αδέσποτου είναι, σε κάθε περίπτωση, η κατάσταση στην οποία ανευρίσκεται το ακίνητο, αλλά και ο χρόνος που έχει
µεσολαβήσει από της εγκαταλείψεως της νοµής.
9 Βλ. άρθρο 972 Α.Κ.
10Η µόνη διαφορά συνίσταται στο ότι τα εκτός συναλλαγής πράγµατα παραµένουν αναπαλλοτρίωτα, για όσο χρόνο φέρουν αυτήν την ιδιότητα, ενώ τα λοιπά κτήµατα υπόκεινται σε απαλλοτρίωση. Όµως, και τα εκτός συναλλαγής
δύνανται να υπαχθούν σε αναγκαστική ή εκουσία απαλλοτρίωση κατ’ άρθρο 971 ΑΚ, αφ’ ης αποβάλλουν την εκτός συναλλαγής ιδιότητά τους και περιέλθουν σε ιδιωτική περιουσία, ήτοι αφ’ ής λάβει χώρα αποκαθιέρωσή τους εκ του κοινόχρηστου σκοπού.
προστασία των κτηµάτων αυτών, ως ρητώς προβλέφθηκε µε το άρθρο 1 του ν.δ. 31/1968, όπως αυτό τροποποιήθηκε µε το άρθρο 62 Ν. 1416/1984 και το άρθρο 1 παρ. 11 Ν. 2307/199511. Έτσι, η χρησικτησία επί ακινήτων των Ο.Τ.Α. είναι αντιτάξιµη έναντι αυτών µόνο αν έχει συµπληρωθεί έως την 02α-12-1968, ηµέρα θέσεως σε ισχύ του Ν.∆./τος 31/1968: Από το χρονικό αυτό σηµείο και εφεξής, τα ακίνητα των ∆ήµων και Κοινοτήτων αφενός µεν εξαιρούνται της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, αφετέρου δε καλύπτονται από το εκάστοτε ισχύον νοµοθετικό πλαίσιο περί προστασίας της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού ∆ηµοσίου.
- δεν αποτελούν δηµόσια κτήµατα και, ως εκ τούτου, δεν υπάγονται στο καθεστώς του Α.Ν. 1539/38 τα ακίνητα των Νοµικών Προσώπων ∆ηµοσίου ∆ικαίου (Ν.Π.∆.∆.), τα οποία έχουν ίδια περιουσία, επιδεκτική χρησικτησίας, εκτός εάν ειδική διάταξη νόµου προβλέπει διαφορετικά12.
ΙΙ. Α. 2. Το ανεπίδεκτο νοµής των δηµοσίων κτηµάτων από ιδιώτη (άρ. 2 Α.Ν.
1539/1938).
Τούτο προβλέπεται από το άρθρο 2 του Α.Ν. 1539/1938, το οποίο επαναλαµβάνει επί της ουσίας τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926:
«1. Επί των αδεσπότων και των δηµοσίων κτηµάτων εν γένει νοµεύς θεωρείται το
∆ηµόσιον, έστω και αν ουδεµίαν ενήργησε επ’ αυτών πράξιν νοµής.
![]() |
11 Όµως, οι εν λόγω διατάξεις παραµένουν ανεφάρµοστες επί διαφοράς ∆ήµου µε τη ∆.Ε.Η. (Πρωτ. Θηβ. 24/76 ΕΕΝ 43.381), ως επίσης και επί διαφοράς µεταξύ κάποιου Οργανισµού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και κάποιου άλλου (ΝΣΙΚ 68/73) – Βλ. Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο Ι∆΄ , Άρθρο 1 Α.Ν. 1539/1938, σελ. 352.
12 Βλ. Ενδεικτική απαρίθµηση Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο Ι∆΄ , Άρθρο 1 Α.Ν. 1539/1938, σελ. 348-350, σύµφωνα
µε την οποία:
-Τα σχολικά Ταµεία του Ν. 5019/1931 αποτελούν Ν.Π.∆.∆. και έχουν ίδια περιουσία, στην οποία περιλαµβάνονται: α) τα διδακτήρια των σχολείων, τα οποία, ως πράγµατα προορισµένα για την εξυπηρέτηση δηµοσίου σκοπού εξαιρούνται, κατ’ άρθρα 966 και 1054 ΑΚ, της ιδιωτικής συναλλαγής και είναι, ως εκ τούτου, ανεπίδεκτα χρησικτησίας και β) τα λοιπά ακίνητα αυτών, τα οποία και δεν προσέλαβαν αυτήν την ιδιότητα είτε µε διάταξη νόµου είτε µε τη βούληση του ιδιοκτήτη τους και τα οποία ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία των Σχολικών Ταµείων, όντας επιδεκτικά χρησικτησίας.
- Αντιθέτως, ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του ∆ηµοσίου την εξυπηρετούσα δηµοσιολογικό σκοπό, εξαιρούµενες ως εκ τούτου, της δυνατότητας ιδιωτικής συναλλαγής και χρησικτησίας, οι βιοµηχανικές και τεχνικές εγκαταστάσεις του ∆ηµοσίου, εφόσον η σύσταση και λειτουργία τους αποσκοπεί στην ασφαλέστερη, επωφελέστερη και διαρκέστερη εξυπηρέτηση του κοινού συµφέροντος, δηλαδή των αναγκαίων αναγκών της ολότητας και όχι στην οικονοµική απλώς εκµετάλλευση προς πορισµό εσόδων για τη διεξαγωγή της ∆ηµόσιας
∆ιοίκησης.
- Ανήκουν στην περιουσία του Ελληνικού ∆ηµοσίου και συνεπώς ∆ΕΝ είναι δεκτικά χρησικτησίας οι εγκαταστάσεις υδρεύσεως, οι οποίες τροφοδοτούνται από το σύµπλεγµα έργων υδρεύσεως, το οποίο τελεί υπό την εκµετάλλευση της Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων. Η περιέλευση της κυριότητας επ’ αυτών στο Ελληνικό ∆ηµόσιο πραγµατοποιήθηκε δυνάµει του άρθρου 9 παρ. 2 του α.ν. 1380/39 και είναι οριστική.
- Τα ακίνητα του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταµείου εξακολουθούν να ανήκουν στο εν λόγω Ν.Π.∆.∆., το οποίο και νοµιµοποιείται ενεργητικώς και παθητικώς στις δίκες για την προστασία των εν λόγω κτηµάτων. Όµως, η διοίκηση και η διαχείρισή τους διεξάγεται από το Υπουργείο Οικονοµικών. Το γεγονός αυτό επικυρώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 1 του α.ν. 1539/38, όπου γίνεται ειδική µνεία για το εν λόγω Ταµείο και την περιουσία του, την οποία υπάγει στη νοµοθεσία περί προστασίας των δηµοσίων κτηµάτων, ήτοι των ακραιφνώς δηµοσίων κτηµάτων (των περιελθόντων στο Ελληνικό ∆ηµόσιο εν καιρώ πολέµου, των εγκαταλειφθέντων από άγνωστους οθωµανούς υπηκόους, των εθνικών λιβαδίων, των αποκτηθέντων δια τακτικής ή εκτάκτου χρησικτησίας ή δι’ αγοράς), προς τα οποία όµως η περιουσία του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταµείου διαφοροποιείται.
(…)
3. Μόνη η ύπαρξις οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ’ εαυτήν ως διακατοχική πράξις.»
Επιγραµµατικώς, η ουσία της εν λόγω διατάξεως συνοψίζεται στα εξής:
ΙΙ. Α. 2. α. ∆ηµιουργείται πλάσµα νοµής του ∆ηµοσίου επί των αδέσποτων και δηµοσίων κτηµάτων ή, κατ’ άλλη διατύπωση, αναγνωρίζεται, πλασµατικώς, βάσει νόµου, αµάχητο τεκµήριο νοµής υπέρ του ∆ηµοσίου13.
Με την υιοθέτηση ενός πλάσµατος δικαίου ή νόµου14, ως εν προκειµένω, ο νοµοθέτης παραδέχεται ότι κάποιο πραγµατικό γεγονός (ήτοι η απλή ύπαρξη αδέσποτου ή δηµόσιου κτήµατος) εξοµοιώνεται ως προς τις έννοµες συνέπειές του προς κάποιο άλλο γεγονός (ήτοι εξοµοιώνεται προς την άσκηση πραγµατικής νοµής επί των κτηµάτων αυτών αποκλειστικά από το ∆ηµόσιο), µολονότι οι όροι του τελευταίου γεγονότος δεν συντρέχουν εν προκειµένω (δηλαδή ανεξαρτήτως του αν το ∆ηµόσιο πραγµατικά νέµεται ή όχι το εν λόγω ακίνητο, εξοµοιώνοντας έτσι το ανύπαρκτο προς το υπαρκτό). Μία τέτοια επιλογή του νοµοθέτη δύναται να στηρίζεται σε κριτήρια:
είτε υποκειµενικά, συνδεόµενα άµεσα µε το υποκείµενο και πρωτίστως τη συµπεριφορά
του,
είτε αντικειµενικά, µη συνδεόµενα άµεσα και ειδικά µε τη δράση του υποκειµένου,
αλλά συναρτώµενα µε τη γενική εκτίµηση γεγονότων ή καταστάσεων, κατά την κοινή πείρα και την κοινή λογική, περίπτωση η οποία συντρέχει εν προκειµένω, όπου ο νοµοθέτης, µε την υιοθέτηση του ανωτέρω πλάσµατος, φαίνεται να απέβλεψε στην επιτακτική κατά το χρόνο θέσπισής του ανάγκη προστασία της δηµόσιας περιουσίας από τους κακόβουλους καταπατητές της.
Εν προκειµένω, γίνεται λόγος για νόµιµο τεκµήριο και µάλιστα αµάχητο15, καθώς ο ίδιος ο νόµος ορίζει ευθέως το συµπέρασµα το οποίο συνάγεται για κάποιο άγνωστο, µε βάση κάποιο γνωστό, γεγονός, και, συνεπώς, η κρίση του δικαστή υποκαθίσταται πλήρως και κατ’ απόλυτο τρόπο από την κρίση του Νοµοθέτη: Εφόσον ο δικαστής διαγνώσει την ύπαρξη αδέσποτου ή άλλου δηµόσιου κτήµατος υποχρεούται να αναγνωρίσει κατ’ αµάχητο τρόπο ως νοµέα του το Ελληνικό ∆ηµόσιο, ακόµη και αν από το σύνολο των επίδικων πραγµατικών
![]() |
13 Βλ. ενδεικτικώς ΑΠ 242/1950, Θέµις, 1951, σελ. 481 – ΑΠ 64/1972, ΝοΒ 1972, σελ. 623 – ΑΠ 462/1990 ΕΕΝ
1991, σελ. 78
14 Η καθιέρωση πλάσµατος νοµής υποδηλώνεται και διατυπώνεται (κατ’ άρθρο 90 παρ. 5 β΄ Σ) ιδίως υπό τους όρους «λογίζεται» ή «θεωρείται».
15 Και τα νόµιµα τεκµήρια αναγνωρίζονται (ως και τα πλάσµατα δικαίου), ιδίως υπό τους όρους «λογίζεται» ή
«θεωρείται». ∆εδοµένου, λοιπόν, ότι όταν θεσπίζεται νοµικό πλάσµα (ή πλάσµα δικαίου) δεν επιτρέπεται απόδειξη του αντιθέτου, το εν λόγω πλάσµα ταυτίζεται µε το νόµιµο αµάχητο τεκµήριο.
περιστατικών αποδεικνύεται ότι το ∆ηµόσιο ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε πράξη νοµής επ’ αυτού ή ότι το εν λόγω ακίνητο νεµόταν κάποιο άλλο φυσικό ή νοµικό πρόσωπο.
Βέβαια, η νοµοθετική αναγνώριση νοµικών καταστάσεων και ιδίως δικαιωµάτων υπέρ της ∆ιοικήσεως βάσει τεκµηρίων, ως εν προκειµένω, ∆ΕΝ µπορεί να είναι απεριόριστη τόσο για ό, τι αφορά τα είδη των υποθέσεων, όσο και για ό, τι αφορά την ισχύ των τεκµηρίων, καθώς θα πρέπει να συνάδει µε τις σχετικές συνταγµατικές διατάξεις, ιδίως µε το άρθρο 20 του Συντάγµατος για την παροχή διοικητικής και δικαστικής προστασίας. Έτσι, το υπό κρίση πλάσµα νοµής υπέρ του Ελληνικού ∆ηµοσίου βρήκε, κατά το χρόνο θεσπίσεώς του και τις τότε κρατούσες συνθήκες, την αιτιολογία του:
- αφενός µεν στην αντικειµενική αδυναµία του ∆ηµοσίου να γνωρίζει επακριβώς και να εντοπίζει την ακίνητη περιουσία του,
- αφετέρου δε, και ως εκ τούτου, και στην αδυναµία του να ασκήσει εγκαίρως και εµπροθέσµως τα νόµιµα δικαιώµατά του για την προστασία των ανηκόντων εις αυτό ακινήτων.
Συµπερασµατικώς, το εν λόγω τεκµήριο, υπό την ως άνω πάντοτε επιφύλαξη, ∆ΕΝ αντίκειται µεν στο Σύνταγµα, αλλά ούτε και θεµελιώνεται συνταγµατικώς, και, ως εκ τούτου, εναπόκειται στον κοινό νοµοθέτη να το τροποποιήσει ή να το καταργήσει.
ΙΙ. Α. 2. β. Καθιερώνεται το ανεπίδεκτο χρησικτησίας κτηµάτων του ∆ηµοσίου από ιδιώτη: Κανείς τρίτος δεν δύναται να αποκτήσει µε µονοµερή πράξη (π.χ. κατάληψη κλπ) τη νοµή δηµοσίων κτηµάτων, και ως εκ τούτου είναι αδύνατη η χρησικτησία των κτηµάτων αυτών και η δι’ αυτής κτήση κυριότητας από µέρους ιδιώτη16.
∆ηλαδή, ∆ΕΝ χωρεί, και δη καθ’ οιονδήποτε τρόπο, η απόκτηση από τον τρίτο νοµής πρωτοτύπως, παρά µόνο παραγώγως, δηλαδή µε απόφαση ή πράξη των αρµοδίων οργάνων της κρατικής διοικήσεως, ασκούντων κυριαρχική εξουσία, µη δικαιούµενου µάλιστα του τρίτου να
µεταβιβάσει περαιτέρω την αποκτηθείσα κατά τον ανωτέρω τρόπο νοµή του.
ΙΙ. Α. 2. γ. Η απλή ύπαρξη και µόνο τίτλου κυριότητος ιδιώτη επί τινός ακινήτου
∆ΕΝ συνιστά διακατοχική πράξη, αλλά απαιτείται επιπρόσθετα η από µέρους του διενέργεια ουσιαστικών πράξεων νοµής - κατοχής.
∆ικαιολογητικό λόγο της εν λόγω προβλέψεως αποτέλεσε η επανειληµµένη επίκληση από ιδιώτες παλαιών τίτλων, εκδοθέντων κατά τη µεταπελευθερωτική από τον τουρκικό ζυγό περίοδο (1830-1850), όπως χοτζετίων, συµβολαίων κ.λ.π., βάσει των οποίων διεκδικήθηκαν δασικές εκτάσεις, ιδίως κατά τις δεκαετίες 1960-1980, προς το σκοπό της οικοπεδοποίησης,
![]() |
16 Σηµειώνεται ότι ουδεµία αντίθεση υφίσταται προς τις διατάξεις των παραγράφων 2, 3 του άρθρου 2, στις οποίες γίνεται λόγος για «νοµή τρίτου», διότι αυτές αφορούν µόνο τις περιπτώσεις εκείνες εις τις οποίες ο τρίτος έχει εµπράγµατο δικαίωµα επί του ακινήτου ή σχετική άδεια από τις αρµόδιες διοικητικές αρχές, ως συνάγεται σαφώς και εκ της διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 3.
αλλά και της εν γένει επικερδούς εκµεταλλεύσεώς τους, λόγω της αυξηµένης τότε ζητήσεως γης, ιδίως δε προσεγγίζουσας τις θαλάσσιες ακτές.
Στις περισσότερες των περιπτώσεων παρατηρείτο το φαινόµενο:
αφενός µεν οι διεκδικητές – ιδιώτες να µην έχουν διενεργήσει οποιαδήποτε διακατοχική πράξη, οπότε ευλόγως τίθεται το ερώτηµα κατά πόσο τούτοι διατήρησαν την κτηθείσα κατά το τότε χρονικό σηµείο κυριότητα, δεδοµένης της ελλείψεως οποιασδήποτε πράξεως νοµής,
αφετέρου δε το ∆ηµόσιο να µην έχει διαχειριστεί ποτέ την εν λόγω έκταση ως ανήκουσα στην κυριότητά του.
Μετά τη θέσπιση του Α.Ν. 1539/1938, δύο είναι οι λύσεις οι οποίες µπορούν να υιοθετηθούν στις άνω περιπτώσεις: α) είτε να θεωρηθεί ότι οι επικαλούµενοι τίτλους κυριότητας διεκδικητές απώλεσαν ή ουδέποτε άσκησαν τη νοµή και, ως εκ τούτου, διαθέτουν µόνο ένα απογυµνωµένο και αδρανές δικαίωµα κυριότητας, για την αναγνώριση του οποίου απαιτείται πλέον γνωµοδότηση του Συµβουλίου Ιδιοκτησίας ∆ηµοσίων ∆ασών, κατά τον ∆ασικό Κώδικα (ν.δ. 86/69 άρθρο 9, 10) και έγκριση του Υπουργού Γεωργίας ή ∆ικαστική Απόφαση, β) είτε να θεωρηθεί ότι το διεκδικούµενο δάσος, καίτοι µη νεµηθέν δια θετικών πράξεων από το ∆ηµόσιο, βάσει του προεκτεθέντος πλάσµατος νοµής, περιήλθε στην κυριότητα του ∆ηµοσίου µε έκτακτη χρησικτησία.17
Αντιθέτως, ως προελέχθη, η ύπαρξη τίτλου κυριότητας του ∆ηµοσίου επί ενός ακινήτου συνεπάγεται αυτοδικαίως και τη νοµή του ∆ηµοσίου και αν ακόµη ουδεµία πράξη νοµής ενήργησε επ’ αυτού.
ΙΙ. Α. 3. Το απροστάτευτο της νοµής του ιδιώτη απέναντι στην κυριότητα του
∆ηµοσίου στη δίκη περί της νοµής (άρ. 3 του A.N. 1539/38)
ΙΙ. Α. 3. α. Το άρθρο 3 του A.N. 1539/38 προβλέπει ότι σε δίκη µεταξύ του ∆ηµοσίου –
∆ήµου – Κοινότητας και ιδιώτη, έχουσα ως αποκλειστικό αντικείµενο τη νοµή (ήτοι εκδίκαση αγωγής διατάραξης – αποβολής από τη νοµή), και όχι την κυριότητα18, το ∆ηµόσιο – ∆ήµος - Κοινότητα δικαιούται να προβάλει ένσταση ιδίας αυτού κυριότητος επί του αντικειµένου της δίκης, αλλά και κυριότητος τρίτου προσώπου, οπότε, σε περίπτωση αποδείξεως τέτοιων δικαιωµάτων, ∆ΕΝ δύναται να διαταχθεί η αφαίρεση της νοµής από το Ελληνικό ∆ηµόσιο και η επιδίκασή της στον ενάγοντα19. Μάλιστα η εν λόγω ένσταση δύναται να προβληθεί, ακόµη και αν το, προβαλλόµενο από το εναγόµενο ∆ηµόσιο - ∆ήµο – Κοινότητα, δικαίωµα δεν έχει
![]() |
17 Βλ. Ευ. ∆ωρή, ό. αν., Κεφάλαιο ΙΗ΄, Άρθρο 2, σελ. 430
18 Βλ. ΑΠ 773/71 ΝοΒ 20, σελ. 479
19 ∆εν στερείται, όµως, τη δυνατότητα ο κύριος ή νοµέας ή κάτοχος του ακινήτου, στο πλαίσιο άλλης δίκης, και
όχι αυτής της νοµής, µε αντίδικο και πάλι το Ελληνικό ∆ηµόσιο, να αµφισβητήσει το δικαίωµα κυριότητας, νοµής ή κατοχής του ∆ηµοσίου επί του ακινήτου, από το οποίο αντλεί το εν λόγω ακίνητο το χαρακτήρα του ως δηµόσιο κτήµα (ΑΠ 55/65 ΝοΒ 13, σελ. 912, Πρωτ. Κερκ. 19/61 Αρµ. 17΄ σελ. 252).
αναγνωριστεί µε τελεσίδικη απόφαση εκδοθείσα µεταξύ αυτών και του ενάγοντος, θεσπιζοµένης
µε αυτόν τον τρόπο σαφούς αποκλίσεως υπέρ του εναγοµένου (για αποβολή – διατάραξη της νοµής) ∆ηµοσίου20 – ∆ήµου – Κοινότητας από τον προβλεπόµενο στο άρθρο 991 Αστικού Κώδικος κανόνα.
Συνεπώς, η νοµή ∆ΕΝ επιδικάζεται στον ενάγοντα ιδιώτη, εφόσον το εναγόµενο
∆ηµόσιο – ∆ήµος - Κοινότητα αποδείξουν είτε την προταθείσα από αυτούς κυριότητά τους, είτε ότι η κυριότητα ∆ΕΝ ανήκει στον ενάγοντα ιδιώτη, απορριπτοµένης στις περιπτώσεις αυτές της αγωγής περί νοµής (αποβολής – διατάραξης) του ενάγοντος ιδιώτη. Το ανεπίτρεπτο δε της επιδικάσεως της νοµής σε ιδιώτη, όταν αποδεικνύεται στη δίκη ότι η κυριότητα ∆ΕΝ ανήκει σε αυτόν, εφαρµόζεται, κατά την παράγραφο 4 του υπό σχολιασµόν άρθρου, και επί εκκρεµών, κατά τη θέση σε ισχύ του Α.Ν. 1539/38, δικών 21.
Ωστόσο, εκ της διατάξεως αυτής δεν συνάγεται ότι ο ενάγων – ιδιώτης θα πρέπει να προτείνει και να αποδείξει στη δίκη περί νοµής την ιδία αυτού κυριότητα επί του ακινήτου και τα θεµελιωτικά αυτής περιστατικά ως προς τον τρόπο κτήσης της ή έστω ανταποδεικτικώς: Σε περίπτωση µη αποδείξεως από το ∆ηµόσιο ή τον ∆ήµο επί της ουσίας της ανωτέρω Ενστάσεώς του, η τελευταία απορρίπτεται άνευ ετέρου.
Συνάγεται, λοιπόν, εκ των άνω ως κανόνας ότι η νοµή ιδιώτη επί ακινήτου δεν αναγνωρίζεται έναντι του ∆ηµοσίου, εφόσον ο ιδιώτης δεν είναι κύριος του ακινήτου, αποκλειοµένης έτσι και της κτήσεως από τον ιδιώτη της κυριότητας δηµοσίου κτήµατος (ήτοι κτήµατος ανήκοντος στο Ελληνικό ∆ηµόσιο) µε χρησικτησία (καθώς η νοµή συνιστά απαραίτητη προϋπόθεσή της)22.
ΙΙ. Α. 3. β. Ζήτηµα: ∆ύναται να συναχθεί από την εν λόγω διάταξη µαχητό τεκµήριο κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου επί παντός ακινήτου της επικρατείας, του τεκµηρίου αυτού ανατρεπόµενου µόνο σε περίπτωση απόδειξης από τον ιδιώτη ιδίου δικαιώµατος κυριότητας;
![]() |
20Η θεσπιζόµενη δια της εν λόγω διατάξεως προστασία υπέρ του ∆ηµοσίου εν στενή εννοία αντιτάσσεται τόσο έναντι των ιδιωτών, όσο και έναντι των Νοµικών Προσώπων ∆ηµοσίου ∆ικαίου, δήµων, κοινοτήτων κλπ, αφού ουδεµία διάκριση γίνεται από την ως άνω διάταξη, Βλ. Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο ΙΗ΄, άρθρο 3, σελ. 432, σχόλιο 3. 21 Βλ. ενδεικτικώς ΑΠ 280/61 ΝοΒ 9, σελ. 1165
22 Απόρροια του εν λόγω κανόνα συνιστά ότι: α) Η κτήση της κυριότητας ενός ακινήτου από το ∆ηµόσιο
συνεπάγεται αυτοδικαίως και την κτήση από µέρους του της νοµής, ακόµη και αν το δηµόσια ουδεµία πράξη νοµής διενήργησε και β) Η από µέρους τρίτου κατάληψη δηµοσίου κτήµατος ∆ΕΝ συνεπάγεται την απώλεια της νοµής του ∆ηµοσίου (άρθρο 2 παρ. 1, σε συνδυασµό προς το άρθρο 4 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938). Ήτοι είναι απροστάτευτη από το νόµο έναντι του ∆ηµοσίου η ασκούµενη από ιδιώτη νοµή επί δηµοσίου κτήµατος, εφόσον ο ιδιώτης ∆ΕΝ είναι κύριος αυτού (Βλ. ΕφΘεσ 551/71 Αρµ. ΚΕ΄ σελ. 788).
Με βάση το προεκτεθέν άρθρο 3 του α.ν. 1538/1939, µέρος της θεωρίας23 θεωρεί ότι από το εν λόγω άρθρο, το οποίο, κατ’ απόκλιση από τον κανόνα του άρθρου 991 Α.Κ., θεσπίζει τον κανόνα του απροστάτευτου της νοµής του ιδιώτη έναντι της κυριότητας του ∆ηµοσίου στη δίκη περί της νοµής, συνάγεται µαχητό τεκµήριο κυριότητας υπέρ του ∆ηµοσίου και επιρρίπτεται αποκλειστικά και µόνο στον ιδιώτη το βάρος της ανατροπής του µε την απόδειξη της δικής του κυριότητας. Κατά την εν λόγω άποψη, εφόσον αποδεικνύεται ότι ο νοµέας δηµοσίου κτήµατος δεν είναι κύριος, τούτο λογίζεται ως ανήκον στο Ελληνικό ∆ηµόσιο, αποδεικνύον ή µη ίδιον δικαίωµα, και κατ’ αυτόν τον τρόπο, θεσπίζεται µαχητό τεκµήριο κυριότητας υπέρ του
∆ηµοσίου, ήτοι το ∆ηµόσιο, ως εκπρόσωπος της εθνικής ολότητας, θεωρείται κύριος παντός ακινήτου, µη δεσποζόµενου από ιδιώτη24. Η θέσπισή του αυτή υπαγορεύθηκε, κατά την οικεία άποψη, από την αυξηµένη ανάγκη της εποχής εκείνης για νοµική περιφρούρηση της εν γένει δηµόσιας περιουσίας, καθώς τα περί τούτου αρµόδια ∆ηµόσια Όργανα, λόγω του µικρού αριθµού τους σε σχέση µε το πλήθος των δηµοσίων κτηµάτων, αποδείχθηκαν ανεπαρκή και, ως εκ τούτου, η διαρπαγή της δηµόσια περιουσίας υπήρξε χρόνιο νόσηµα του Ελληνικού Κράτους ευθύς από της συστάσεώς του25.
Η προεκτεθείσα άποψη, όµως, έχει δεχθεί σφοδρή κριτική από έτερο µέρος της θεωρίας, αλλά και της πρόσφατης νοµολογίας26, που επισηµαίνουν ως πρόδηλο σφάλµα της ελεγχόµενης άποψης ότι ήδη από το ίδιο το κείµενο της παραγράφου 3 του άρθρου 3, όπου ορίζεται ότι η νοµή δεν επιδικάζεται στον ενάγοντα ιδιώτη ΜΟΝΟ «εφ’ όσον το ∆ηµόσιο ήθελεν αποδείξει είτε ιδίαν αυτού κυριότητα, είτε ότι η κυριότης δεν ανήκει εις τον ενάγοντα». Από το σαφέστατο γράµµα του νόµου συνάγεται ότι το ∆ηµόσιο δέον όπως επικαλεσθεί και αποδείξει είτε τη δική του κυριότητα, είτε την ανυπαρξία δικαιώµατος κυριότητας του αντιδίκου του (σε δίκη περί της νοµής) ιδιώτη, ενώ ο τελευταίος καµία υποχρέωση δεν έχει να προτείνει και αποδείξει τα εν λόγω περιστατικά27. Έτσι, ∆ΕΝ δύναται να γίνει λόγος περί µαχητού
![]() |
23 Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο ΙΗ΄ , Άρθρο 3 Α.Ν. 1539/1938, σελ. 433-434, Αναστάσιου Τάχου, Κτήση Κυριότητας επί ∆ηµοσίων Κτηµάτων και προστασία της Βιοµηχανίας και της Βιοτεχνίας (ερµηνεία του αρ. 4 Ν. 3127/2003), 2006, Σάκκουλας Αθήνα – Θεσσαλονίκη, σελ. 35, αλλά και στα Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, της συνεδριάσεως της 26ης-02-2003 (επί του άρθρου 4 Ν. 3127/2003), σελ. 7 επ. (όπου τα τοποθετούµενα επί του θέµατος πολιτικά πρόσωπα κάνουν επανειληµµένως λόγο για καταργούµενο µε την εν λόγω διάταξη τεκµήριο κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου).
24 Υποστηρίζει, µάλιστα, η εν λόγω άποψη ότι αυτό το τεκµήριο – αρχή δεν είναι άγνωστο στην εγχώρια νοµοθεσία, καθώς διατυπώνεται ήδη και στο ν. της 21-6/10.7.1837 «περί διακρίσεως κτηµάτων», επαναλαµβάνεται στο άρθρο
9 του ν. 262/1914 για τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, στο άρθρο 123 του π.δ. της 11/12.11.1929, στο άρθρο 34 του α.ν. 1539/38 που αντικατέστησε την τελευταία διάταξη, στο άρθρο 2 του ιδίου α.ν.1539/38, αλλά και στο άρθρο 972 ΑΚ, Βλ. σχετικώς Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο ΙΗ΄ , Άρθρο 3 Α.Ν. 1539/1938, σελ. 433-434
25 Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο ΙΗ΄ , Άρθρο 3 Α.Ν. 1539/1938, σελ. 433, παρ. 8
26 Βλ. Γνωµοδότηση ΟλΝΣΚ 49/2000, µε σχόλιο Λ. Ι Κιτσαρά, ∆ΕΕ 8-9/2002 (Έτος 8ο), σελ. 853-859 – Λ. Ι. Κιτσαρά, Γνωµοδότηση µε θέµα “∆ηµόσια Κτήµατα. Κυκλάδες. Εµβέλεια των κανόνων που εισάγουν καθεστώς
προνοµιακής µεταχείρισης των εµπραγµάτων αξιώσεων του ∆ηµοσίου µε τη θέσπιση «τεκµηρίων κυριότητας» υπέρ αυτού. ∆ιαδικασία ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων και Ανταλλαξίµων Κτηµάτων”, ΧρΙ∆ 2003, σελ. 747-759
27 Βλ. ΕφΑθ 12/1975 ΝοΒ 23, σελ. 347
τεκµηρίου κυριότητας του ∆ηµοσίου, υπό την έννοια ενός γενικού διαδικαστικού προνοµίου, συνισταµένου στην απαλλαγή του ∆ηµοσίου από το βάρος αποδείξεως της κυριότητάς του σε οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διένεξή του µε ιδιώτες.
Όµως, τέτοιο µαχητό τεκµήριο κυριότητας, υπό την έννοια ενός διαδικαστικού προνοµίου υπέρ του ∆ηµοσίου καθιερώνεται από τη δασική νοµοθεσία ειδικά για τα δάση και τις εν γένει δασικές εκτάσεις. Ειδικότερα, σύµφωνα µε το άρθρο 62 παρ. 1 εδ. α΄ Ν. 998/1979, επί πάσης φύσεως αµφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες µεταξύ αφενός µεν του ∆ηµοσίου ως ενάγοντος/εναγοµένου/αιτούντος/καθ’ ου η αίτηση, αφετέρου δε φυσικού ή νοµικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οιοδήποτε, εµπράγµατο ή µη, δικαίωµα επί δασών και δασικών εκτάσεων (και των αναφερόµενων στο άρθρο 74 του εν λόγω νόµου εδαφών), το τελευταίο φυσικό ή νοµικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει το δικαίωµά του28. Αντίθετα, σύµφωνα µε το εδάφιο β΄ της ιδίας παραγράφου η εν λόγω διάταξη ∆ΕΝ ισχύει στις Κυκλάδες, όπου, ακόµη και αν πρόκειται για δασική έκταση, και πάλι δεν ισχύει τεκµήριο κυριότητας υπέρ του ∆ηµοσίου, υπό την έννοια της σε βάρος του ιδιώτη αντιστροφής του βάρους αποδείξεως.
Η ίδια άποψη της θεωρίας αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι τόσο στα Πρωτόκολλα Ανεξαρτησίας της Ελλάδας, τα οποία υπογράφτηκαν από τις Μεγάλες ∆υνάµεις µετά την Επανάσταση του 1821, όσο και στην εν γένει νοµοθεσία περί ∆ηµοσίων κτηµάτων, η οποία ετέθη σε ισχύ αµέσως µετά τη δηµιουργία του Ελληνικού Κράτους, απαντούν διατάξεις, που θεσπίζουν «αµάχητο29 τεκµήριο κυριότητας» υπέρ του Ελληνικού ∆ηµοσίου (και όχι µαχητό, όπως γίνεται λόγος παραπάνω).30
![]() |
28α) Κατ’ ορθότερη άποψη, (Βλ. Σχόλιο Λ.Ι. Κιτσαρά στην υπ’ αριθµ. 49/2000 Γνµδ Ν.Σ.Κ., ό.αν.) ο δασικός χαρακτήρας µιας περιοχής τότε µόνο θα πρέπει να παράγει τεκµήριο, και µάλιστα, αµάχητο περί κυριότητας του
∆ηµοσίου, υπό την έννοια του πρωτότυπου τρόπου (τίτλου) κτήσεως κυριότητας υπέρ του ∆ηµοσίου, όταν αποδεικνύεται ότι η περιοχή ήταν δασική ΠΡΙΝ το 1836, ενώ το εν λόγω τεκµήριο δεν έχει εφαρµογή για περιοχές που κατέστησαν δασικές µεταγενέστερα (ΑΠ 575/1967 ΝοΒ 16, σελ. 174, ΑΠ 296/1936 ΕΕΝ Γ΄, 254). Και τούτο διότι το, υπό την άνω έννοια, τεκµήριο κυριότητας του ∆ηµοσίου επί των δασικών εκτάσεων θεσπίστηκε µε το Βασιλικό ∆ιάταγµα της 17(29) Νοεµβρίου/1 ∆εκεµβρίου 1836 «περί ιδιωτικών δασών», στο οποίο αποδόθηκε ισχύς νόµου και σύµφωνα µε το οποίο ανήκουν στο Ελληνικό ∆ηµόσιο όλα τα δάση, για τα οποία δεν θα αποδεικνυόταν, στο πλαίσιο συγκεκριµένης διοικητικής διαδικασίας, ότι είχαν αποκτηθεί νοµίµως από ιδιώτες µε τίτλους κυριότητας από το οθωµανικό κράτος. Συνεπώς, µόνη η δήλωση του δασάρχη ότι η δηλούµενη περιοχή είναι δασική σήµερα ή ήταν δασική σε προγενέστερο χρόνο (λ.χ. το 1945), δεσµεύει µεν την κτηµατογραφούσα αρχή ως προς το δασικό χαρακτήρα της επίµαχης έκτασης, κατά την προεκτεθείσα όµως άποψη ∆ΕΝ παράγει τεκµήριο κυριότητας υπέρ του ∆ηµοσίου.
29 Σηµασία εδώ έχει να διευκρινιστεί ότι αµάχητο τεκµήριο κυριότητας, θεσπιζόµενο µε τις εν λόγω διατάξεις, και
µαχητό τεκµήριο κυριότητας υπό την έννοια της επιρρίψεως στον ιδιώτη του βάρους αποδείξεως, εν περιπτώσει αντιδικίας του µε το πλήρως απαλλασσόµενο της υποχρεώσεως αποδείξεως ∆ηµοσίου, είναι δύο έννοιες τελείως διαφορετικές, καίτοι η διοικητική πρακτική συχνά συγχέει τις εν λόγω έννοιες, σύγχυση η οποία πιθανώς προκαλείται εκ του γεγονότος ότι τα µαχητά τεκµήρια (άρθρο 338 ΚΠολ∆) πράγµατι συνιστούν κανόνες αντιστροφής του βάρους αποδείξεως.
30Έτσι, αµάχητο τεκµήριο κυριότητας υπέρ του ∆ηµοσίου θεσπίζουν:
i) Το Πρωτόκολλο της 3-22/1.2.1830 «Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος». Ειδικότερα:
- Στο άρθρο 5 του εν λόγω Πρωτοκόλλου ορίζετο ότι «Οι Μουσουλµάνοι δεν θέλουσι στερηθή τας εν Ελλάδι ιδιοκτησίας των και θέλουσι διατηρεί ταύτας, εφ’ όσον εκουσίως ήθελον εξακολουθήσει να κατοικώσιν εις τας χώρας και τας νήσους τας διορισθείσας εις την Ελλάδα».
Με την καθιέρωση του ΑΜΑΧΗΤΟΥ αυτού τεκµηρίου κυριότητας υπέρ του Ελληνικού
∆ηµοσίου, αποκλείεται, εν τέλει, πλήρως η απόδειξη. Πλην, όµως, δεν τίθεται θέµα αντισυνταγµατικότητας των εν λόγω ρυθµίσεων, λόγω πιθανής αντίθεσής τους προς τα άρθρα 20 και 17 του Συντάγµατος, διότι, στην πραγµατικότητα, οι διατάξεις µε τις οποίες καθιερώνεται το αµάχητο αυτό τεκµήριο ∆ΕΝ αποκλείουν την απόδειξη ως προς την κυριότητα, για την οποία ερίζουν ∆ηµόσιο και ιδιώτης, αλλά, στο σύνολό τους, κατά τρόπο απόλυτα σύννοµο, σχεδόν αυτονόητο, αναγορεύουν τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας του ∆ηµοσίου31, η οποία έχει ως θεµέλιο τη διαδοχή του Ελληνικού ∆ηµοσίου στην κυριότητα του Οθωµανικού ∆ηµοσίου και των εκδιωχθέντων Οθωµανών ιδιοκτητών: Τεκµαίρεται, δηλαδή, αµαχήτως ότι η Ελλάς, ως διάδοχο κράτος, απέκτησε αιτία πολέµου την κυριότητα των δηµοσίων οθωµανικών κτηµάτων και των ανηκόντων στους εκδιωχθέντες Οθωµανούς ιδιώτες ακινήτων, τα οποία κατέλαβε µε στρατιωτικά µέσα ή ως εγκαταλειφθέντα από τους ιδιοκτήτες τους.
Έτσι, λόγου χάρη, εφόσον στο πλαίσιο της διοικητικής έρευνας, η οποία διεξάγεται ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων Κτηµάτων προκύψει ότι το υπό έρευνα ακίνητο εµπίπτει στο πεδίο εφαρµογής µίας εκ των διατάξεων µε τις οποίες εισάγεται αµάχητο
![]() |
- Με το άρθρο 6 παρεχόταν στους Μουσουλµάνους η ευχέρεια να πωλήσουν εντός έτους τις ιδιοκτησίες τους σε Έλληνες και να απέλθουν στην Τουρκία.
- Με τα ερµηνευτικά του εν λόγω Πρωτοκόλλου Πρωτόκολλα της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου από 4-16/6/1830 και 1.7./19.6/1830 διευκρινίσθηκε ότι «τα Βακούφια ανήκουσιν εις την Κυβέρνησιν της Ελλάδος» και ότι «διά του ανωτέρου Πρωτοκόλλου δεν σκοπείται η απόδοσις των κατά την διάρκειαν του πολέµου δηµευθεισών ιδιοκτησιών». Πάντα τα ανωτέρω επαναλήφθησαν ουσιαστικώς και από τη Συνθήκη της 27.6/9.7/1832, η οποία υπεγράφη στην Κωνσταντινούπολη µεταξύ των αντιπροσώπων των Μεγάλων ∆υνάµεων και της Υψηλής Οθωµανικής Πύλης, οπότε και καθίσταται σαφές ότι δυνάµει των άνω διατάξεων θεσπίστηκε «αµάχητο τεκµήριο κυριότητας» του Ελληνικού ∆ηµοσίου, και, συνεπώς, περιήλθαν σε αυτό αιτία πολέµου (µε εξαίρεση την Αττική και την Εύβοια) οι κάτωθι γαίες της Ηπειρωτικής Ελλάδος, ήτοι:
1) οι εξουσιαζόµενες πριν από την Επανάσταση από τον Σουλτάνο και οι ανήκουσες σε Σερί – Βακούφια,
2) οι υπό Οθωµανών ιδιωτών δηµευθείσες, ήτοι καταληφθείσες και κατεχόµενες στρατιωτικώς από τους Έλληνες κατά την 30η-02-1830 και
3) οι ανήκουσες σε ιδιώτες Οθωµανούς, οι οποίες εγκαταλείφθηκαν και δεν εξουσιάζονταν από τους ιδιοκτήτες τους κατά την 03η-02-1830, εφόσον την εγκατάλειψη επακολούθησε κατάληψη (occupatio) από το Ελληνικό
∆ηµόσιο (ΑΠ 404/1958 ΝοΒ 6, σελ. 1122, ΕφΘεσσ 209/1958 ΑρχΝ 5, σελ. 121, ΠΠρΑθ 12147/1980 ΑρχΝ 1983, σελ. 365, ΓνµΝ.Σ.Κ. 293/1952 ΑρχΝ 7, σελ. 598, Νάκος, Το νοµικό καθεστώς των τέως οθωµανικών γαιών 1821- 1912, 1984, σελ. 106-107).
ii) Το ∆ιάταγµα της 17.29/11/1836 «περί ιδιωτικών δασών», το οποίο προέβλεπε ειδική διαδικασία για την προσκόµιση τίτλων, βάσει των οποίων ιδιώτες είχαν αποκτήσει, επί Τουρκοκρατίας, εµπράγµατα δικαιώµατα σε δάση, επί τω τέλει της αναγνωρίσεως των κεκτηµένων αυτών δικαιωµάτων επί των προϋφισταµένων του έτους 1836 δασών.
Συνεπώς, τα προϋφιστάµενα του 1836 δάση, ως προς τα οποία:
- είτε δεν θα ακολουθείτο η νόµιµη διαδικασία αναγνωρίσεως των κεκτηµένων επ’ αυτών ιδιωτικών δικαιωµάτων
- είτε αυτή θα ακολουθείτο µεν, πλην όµως ο αιτών θα αποτύγχανε να αποδείξει την ύπαρξη νόµιµου τίτλου κτήσης του δικαιώµατός του,
ανακηρύσσονταν από το ∆ιάταγµα (άρθρο 3 παρ. 2) ως «αδιαφιλονίκητα εθνικά», θεσπιζοµένου, ως εκ τούτου, αµάχητου τεκµηρίου κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου επ’ αυτών.
iii) Το άρθρο 1 του β.δ. της 3/15 ∆εκεµβρίου 1833 «περί ορισµού του φόρου βοσκής και του διά τα Εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834», µε το οποίο θεσπίστηκε ανάλογο αµάχητο τεκµήριο κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου επί των χορτολιβαδικών εκτάσεων.
31 Βλ. ΠΠΑ 12147/1980 ΑρχΝ 1983, σελ. 365 (∆. Γυφτάκης)
τεκµήριο κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου, οι αρµόδιες Αρχές θα προβούν σε καταγραφή του εν λόγω ακινήτου στο Βιβλίο ∆ηµοσίων Κτηµάτων κατά τρόπο θετικό, ήτοι δυνάµει του εν λόγω τεκµηρίου ως τίτλου κτήσεώς του.
Στο βαθµό που το ∆ηµόσιο επικαλείται και αποδεικνύει ότι ένα ακίνητο αποτελούσε δηµόσιο κτήµα του Οθωµανικού ∆ηµοσίου ή ότι εξουσιαζόταν από Οθωµανό ιδιώτη κατά την Επανάσταση (και µόνο τότε), ∆ΕΝ τάσσεται περαιτέρω απόδειξη ως προς το αν αυτό περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού ∆ηµοσίου, αφού επί των εν λόγω κτηµάτων το Ελληνικό
∆ηµόσιο διαθέτει κατά τα ανωτέρω πρωτότυπο (αµάχητο) τίτλο κτήσεως κυριότητας32. Σ’ αυτήν την περίπτωση, ο ιδιώτης καλείται να αποδείξει ότι απέκτησε την κυριότητα σε χρόνο και επί τη βάσει περιστατικών µεταγενέστερων εν σχέση προς την αιτία πολέµου κτήση κυριότητας από
µέρους του Ελληνικού ∆ηµοσίου: ∆ηλαδή, ανεξαρτήτως της δικονοµικής θέσεως του ∆ηµοσίου και του τρόπου εισαγωγής στη δίκη του ισχυρισµού του ∆ηµοσίου περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου δικαιώµατι πολέµου, ο ιδιώτης οφείλει να αποδείξει όχι απλώς ότι διαθέτει κάποιο τίτλο κυριότητας, αλλά, έτι περαιτέρω, ότι ο εν λόγω τίτλος αντιτάσσεται κατά του ελληνικού ∆ηµοσίου, ήτοι, επί της ουσίας, ο ιδιώτης καλείται να επικαλεσθεί και να προσκοµίσει παραχωρητήριο του επιδίκου ακινήτου από το ∆ηµόσιο υπέρ του ιδίου ή των δικαιοπαρόχων του ή κάποιον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, αντιτασσόµενο κατά του Ελληνικού ∆ηµοσίου33.
Το προεκτεθέν αµάχητο τεκµήριο κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου ∆ΕΝ καταλαµβάνει ακίνητα, τα οποία δεν αποκτήθηκαν από το Ελληνικό ∆ηµόσιο αιτία πολέµου, όπως συµβαίνει µε τα ακίνητα στα νησιά των Κυκλάδων, όπου ούτε το Οθωµανικό ∆ηµόσιο ούτε Οθωµανοί ιδιώτες είχαν περιουσίες, αλλά ο πληθυσµός ήταν (κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας) αµιγώς χριστιανικός και η κυριότητα της γης ανήκε στο σύνολό της σε χριστιανούς ιδιώτες. Ειδικότερα, λόγω της οικειοθελούς υποταγής τους στους Τούρκους, επί τω τέλει της εκδιώξεως των Γενουατών και των Ενετών κατακτητών, οι Κυκλάδες διατήρησαν
![]() |
32 Όµως, ως προς το αν ένα ακίνητο αποτελούσε ή όχι δηµόσια οθωµανική γαία ή ιδιοκτησία Οθωµανού ιδιώτη κατά τον χρόνο πριν την Επανάσταση και την Ανεξαρτησία της Ελλάδος, γεγονότα που αποτελούν τη βάση του αµαχήτου τεκµηρίου του ∆ηµοσίου, ∆ΕΝ υφίσταται οποιδήποτε µαχητό ή αµάχητο τεκµήριο υπέρ του ∆ηµοσίου. Συνεπώς, το ∆ηµόσιο οφείλει, όταν επικαλείται ως τίτλο κτήσης του την ιδιότητά του ως διαδόχου του οθωµανικού
∆ηµοσίου, να επικαλείται και να αποδεικνύει είτε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε πριν την Επανάσταση
∆ηµόσια γαία ανήκουσα στο Σουλτάνο ή σε Βακούφιο είτε ότι ανήκε σε Οθωµανό ιδιώτη που την εγκατέλειψε, οπότε και κατελήφθη από το ίδιο το ∆ηµόσιο, ως αδέσποτο, επί τω σκοπώ κτήσεως κυριότητας.
33Ενδεικτικώς, κυρωµένη πράξη εφαρµογής του άρθρο 12 Ν. 1337/1983, µε την οποία αφαιρέθηκε ιδιοκτησία
ιδιώτη και του δόθηκε σε αντάλλαγµα άλλη, ανήκουσα πριν την πράξη εφαρµογής στο ∆ηµόσιο (Γνµδ Ν.Σ.Κ. 644/2000 ∆ΕΕ 2002, σελ. 848 επ.), επιδίκαση (ΑΚ 1010), έκτακτη τριακονταετής χρησικτησία, η οποία, σύµφωνα
µε το προϊσχύσαν του Ν. 3127/2003 καθεστώς έπρεπε να είχε συµπληρωθεί µέχρι την 12η-09-1915 (οπότε ο ιδιώτης αναγκάζετο να ανατρέξει στο έτος 1885 και να αποδείξει ότι τουλάχιστον από τότε έως το 1915 οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του χρησιδέσποσαν στο δηµόσιο κατά τον τότε χρόνο ακίνητο, καταστάντες ούτω κύριοι αυτού µε έκτακτη χρησικτησία) κλπ, Βλ. Λ. Ι. Κιτσαρά, Γνωµοδότηση µε θέµα “∆ηµόσια Κτήµατα. Κυκλάδες. Εµβέλεια των κανόνων που εισάγουν καθεστώς προνοµιακής µεταχείρισης των εµπραγµάτων αξιώσεων του ∆ηµοσίου µε τη θέσπιση «τεκµηρίων κυριότητας» υπέρ αυτού. ∆ιαδικασία ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων και Ανταλλαξίµων Κτηµάτων”, ό.αν.
κάποια αυτονοµία κατά την Τουρκοκρατία, και ο Σουλτάνος, ως ανταµοιβή για την ειρηνική τους αυτή ενσωµάτωση στην Οθωµανική αυτοκρατορία, παραχώρησε προνόµια στους κατοίκους τους, αναγνωρίζοντας ιδίως το σύνολο των γαιών ως ιδιωτικών, κάτι το οποίο παγίως, επί σειρά δεκαετιών γίνεται δεκτό τόσο από τη νοµολογία, όσο και από την επιστήµη34.
Συνεπώς, τα ακίνητα στα νησιά των Κυκλάδων δεν ανήκαν στην κατηγορία των δηµοσίων οθωµανικών γαιών και δεν εξουσιάζονταν πριν την Επανάσταση από το Σουλτάνο ούτε κατέχονταν από Οθωµανούς ιδιώτες, αλλά ανήκαν στους Χριστιανούς κατοίκους τους. Ως εκ τούτου, δεν περιήλθαν δικαιώµατι πολέµου στο ελληνικό ∆ηµόσιο, αλλά, αντίθετα, εξακολούθησαν να ανήκουν στους µέχρι τότε κυρίους τους.
Έτσι, σε περίπτωση διένεξης µεταξύ ∆ηµοσίου – ιδιώτη ως προς την κυριότητα ακινήτου ευρισκόµενου στις Κυκλάδες (είτε ενώπιον διοικητικής Αρχής είτε ενώπιον ∆ικαστηρίου) ισχύει ό, τι θα ίσχυε επί διένεξης µεταξύ ιδιωτών, ήτοι:
α) Το ∆ηµόσιο οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τους παραγωγικούς του δικαιώµατός του λόγους, χωρίς να δύναται να επικαλεσθεί ως πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου τον Αγώνα περί Ανεξαρτησίας.
β) Ο ιδιώτης, ακόµη και αν φέρει, δυνάµει ειδικής διατάξεως, το βάρος αποδείξεως, υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη ενός τίτλου κυριότητα, ενώ ∆ΕΝ φέρει το επιπλέον βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο τίτλος του αντιτάσσεται κατά του ∆ηµοσίου ή αλλιώς ότι ο τίτλος του αποκτήθηκε έγκυρα σε βάρος του ∆ηµοσίου35.
Σύµφωνα, λοιπόν, µε τη δεύτερη αυτή και ορθότερη δογµατικά άποψη, δεδοµένου ότι η νοµοθεσία µας αγνοεί την ύπαρξη ενός «γενικού τεκµηρίου κυριότητας» υπέρ του ∆ηµοσίου υπό την προεκτεθείσα έννοια (της πλήρους απαλλαγής του ∆ηµοσίου από κάθε υποχρέωση αποδείξεως της κυριότητάς του έναντι των ιδιωτών), αλλά και σύµφωνα µε την αρχή της νοµιµότητας, που διέπει τη δράση της ∆ιοίκησης στο πλαίσιο κάθε διοικητικής ενέργειας και
![]() |
34 Μάλιστα, το γεγονός ότι οι Κυκλάδες αποτελούντο κατά την απελευθέρωσή τους από τον οθωµανικό ζυγό από γαίες καθαρής ιδιοκτησίας θεωρείται «πασίδηλον» σύµφωνα µε τη θεµελιώδη υπ’ αριθµόν 200/1934 Απόφαση του Αρείου Πάγου, ενώ το ιδιόµορφο αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς όχι µόνο των Κυκλάδων, αλλά και άλλων νησιών του Αιγαίου έχει αναγνωριστεί και από τον νοµοθέτη του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους στη «∆ιασάφηση» (ήτοι την τρόπο τινά Αιτιολογική Έκθεση) της 27ης Νοεµβρίου 1835 του Νόµου «περί προικοδοτήσεως ελληνικών οικογενειών από 16.5./7.6/1835», όπου γινόταν αναφορά στο «ιδιότροπο της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα κατά το οποίο σχεδόν όλες οι γαίες του Αιγαίου είναι ιδιόκτητες, [ενώ] άλλες κατέχονται µε εµφυτευτικά επί Τουρκοκρατίας δοθέντα δικαιώµατα», µη καταλειποµένης ως εκ τούτου οιασδήποτε αµφιβολίας ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Κυκλάδων κατά την απελευθέρωσή τους.
35Συγκεκριµένα, εφόσον ο ιδιώτης επικαλείται ως τίτλο τη χρησικτησία, φέρει το βάρος αποδείξεως µόνο των θετικών προϋποθέσεων του νόµου για την κτήση της χρησικτησίας, όχι όµως και των αρνητικών, όπως λ.χ. ότι το
ακίνητο δεν ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας διότι δεν ήταν δηµόσιο, ενώ δεν υποχρεούται να ανατρέξει και στο έτος 1885 ως έτος ενάρξεως της έκτακτης, τριακονταετούς χρησικτησίας του επιδίκου ακινήτου υπό των δικαιοπαρόχων του. Αντίθετα, εν προκειµένω, ο επικαλούµενος τη κτήση κυριότητας µε χρησικτησία αρκείται στην επίκληση και προσκόµιση εκείνων των τίτλων των δικών του ή των δικαιοπαρόχων του, οι οποίοι καλύπτουν διάστηµα δέκα ή είκοσι ετών, ήτοι όσο απαιτείται για τη συµπλήρωση της τακτικής (ΑΚ 1041) ή έκτακτης (ΑΚ 1045) χρησικτησίας.
επιτάσσει την ενέργεια της ∆ιοικήσεως σύµφωνα µε το προκαθορισµένο, ουσιαστικό και διαδικαστικό, νοµοθετικό πλαίσιο συνάγονται τα εξής συµπεράσµατα:
α) Η διαδικασία και ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων Κτηµάτων, και ειδικότερα η διοικητική έρευνα ως προς το κύρος των εκατέρωθεν (από τον ιδιώτη αφενός, από το ∆ηµόσιο αφετέρου) επικαλούµενων τίτλων ιδιοκτησίας, καίτοι δεν διεξάγεται, ως κατωτέρω αναλυτικώς παρατίθεται, µε τα εχέγγυα της δικαστικής διαδικασίας, διεξάγεται εν τούτοις υπό καθεστώς δικονοµικής / διαδικαστικής ισότητας µεταξύ ιδιώτη – ∆ηµοσίου.
β) Οµοίως, στο πλαίσιο της διαδικασίας κτηµατογράφησης του Ν. 2308/1995 για τη δηµιουργία Εθνικού Κτηµατολογίου και της εκεί διεξαγόµενης διοικητικής έρευνας ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των υπό κτηµατογράφηση ακινήτων, στις περιπτώσεις όπου το ∆ηµόσιο (εν στενή εννοία) αποφασίζει να συµµετέχει ενεργά (καίτοι δεν υποχρεούται προς τούτο), αφενός µεν ο Ν. 2308/1995 ∆ΕΝ του παρέχει κανένα διαδικαστικό προνόµιο, αφετέρου δε δεν αρκεί η υποβολή µίας γενικής δηλώσεως του Ν. 2308/1995 από µέρους του ∆ηµοσίου για όλα τα ακίνητα της κτηµατογραφούµενης περιοχής, ως προς τα οποία δεν προβάλλονται δικαιώµατα ιδιωτών, αλλά, αντιθέτως η υποβολή δηλώσεως ιδιοκτησίας του ∆ηµοσίου θα πρέπει να αφορά ορισµένο ακίνητο και η δηλούµενη κυριότητά του θα πρέπει να διαπιστώνεται θετικώς, ήτοι επί τη βάσει των υπαρχόντων δικών του στοιχείων και του διέποντος την ακίνητη περιουσία του νοµικού πλαισίου και όχι κατά τρόπο αρνητικό, ήτοι επί τη βάσει των υπαρχόντων ή ελλειπόντων τίτλων του ιδιώτη36.
ΙΙ. Α. 4. Το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου:
Θεσπίζεται επί της ουσίας µε το άρθρο 4 του α.ν. 1539/38, το οποίο προβλέπει ότι:
«1. Τα επί των ακινήτων κτηµάτων δικαιώµατα του ∆ηµοσίου εις ουδεµία υπόκεινται παραγραφήν.
2. Παραγραφή του δικαιώµατος του ∆ηµοσίου επί ακινήτου κτήµατος, αρξαµένη προ της ισχύος του παρόντος νόµου, ουδεµίαν νόµιµον συνέπειαν έχει, αν αύτη δεν συνεπληρώθη µέχρι τούδε κατά τους προϊσχύσαντες νόµους.»
Επί του εν λόγω άρθρου λεκτέα τα κάτωθι:
i) Το εν λόγω άρθρο διατηρήθηκε σε ισχύ και µετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δυνάµει του άρθρου 53 του Εισαγωγικού αυτού Νόµου.
ii) Ουσιαστικά, µε αυτό επαναλήφθηκε και διατηρήθηκε σε ισχύ η διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ./τος της 22.4/16.5.1926, το κείµενο του οποίου είχε ως εξής: «Τα επί των ακινήτων κτηµάτων δικαιώµατα του ∆ηµοσίου, της αεροπορικής αµύνης και των ιερών µονών, εις ουδεµίαν υπόκεινται «εις το µέλλον» παραγραφήν, η δε αρξαµένη παραγραφή ουδεµίαν νόµιµον συνέπειαν
![]() |
36 Βλ. αναλυτικώς υπ’ αριθµόν 49/2000 Γνωµοδότηση ΟλΝ.Σ.Κ., ∆ΕΕ 2002, σελ. 852 επ.
κέκτηται αν µέχρι της δηµοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντας νόµους.»
∆εδοµένου, λοιπόν, ότι υπό το προϊσχύσαν του Αστικού Κώδικα δίκαιο ενέπιπτε στο θεσµό της παραγραφής όχι µόνο η αποσβεστική, αλλά και η κτητική παραγραφή (χρησικτησία), το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου είχε ως άµεσο αποτέλεσµα και το ανεπίδεκτο χρησικτησίας των ακινήτων του ∆ηµοσίου.
iii) Νοµοθετικό καθεστώς παραγραφής των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου προ του άρθρου 21 του ν.δ./τος της 22.4/16.5.1926 (το οποίο επαναλαµβάνεται από το άρθρο 4 του α.ν. 1539/38):
Το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου είχε εισαχθεί στο πλαίσιο του Ρωµαϊκού ∆ικαίου µε τη νεαρά 29 του Βασιλείου του Πορφυρογέννητου (κεφάλαιο 4) 37.
Η ως άνω νεαρά περιελήφθη στην Εξάβιβλο του Αρµενόπουλου Α΄γ΄6538, ως επίσης και σε σχόλιο στη Βασιλ. 8 (60.49)39. Η τελευταία διάταξη εισήχθη σε εµάς µε το β.δ. της 23.2/7.3.1835 «περί πολιτικού νόµου» και καταργήθηκε µε το Ν. της 21.6/3.7.1837 «περί διακρίσεως κτηµάτων», ο οποίος µε τα άρθρα 18 και 21 υπέβαλε σε παραγραφή και τις διεκδικητικές ακινήτων (εµπράγµατες) αγωγές του ∆ηµοσίου. Ειδικότερα, δυνάµει του άρθρου 18 του εν λόγω Νόµου προβλέφθηκε ότι τα δηµόσια κτήµατα υπόκεινται σε χρησικτησία, χωρίς να προσδιορίζεται ως χαρακτήρας της ως τακτικής ή εκτάκτου ή η διάρκειά της, ενώ δυνάµει του άρθρου 19 προβλέφθηκε ότι και επί των κτηµάτων του ∆ηµοσίου εφαρµόζονται οι περί κτήσεως, διατηρήσεως και µεταβιβάσεως διατάξεις του ρωµαϊκού δικαίου, εφόσον ειδικοί νόµοι δεν διατάσσουν διαφορετικά40. Και από τη νεότερη διάταξη του άρθρου 60 Ν. ΣΟΖ΄/1855 προκύπτει ότι οι ως άνω αγωγές του ∆ηµοσίου υπόκεινται σε παραγραφή41.
Αλλά και δυνάµει περαιτέρω διατάξεων, ήτοι του άρθρου 1 β.δ. της 3/15.12.183342, του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. ΚΘ/186443, του άρθρου 3 Ν. ΨΖ΄/188044 προβλέφθηκε ότι τα δηµόσια
![]() |
37 «µη είναι κατά του ∆ηµοσίου χρόνον αποκλείοντα το ίδιον αυτού δίκαιον, αλλά ανακαλείσθαι αυτόν τούτο από Αυγούστου Καίσαρος και την παρά τούτου ανάληψιν δικαιούσθαι.».
38 «µηδέ το ∆ηµόσιον αποκλείεσθαι χρόνω, αλλ’ ανακαλείσθαι το ίδιον δίκαιον από Αυγούστου Καίσαρος και δικαιούσθαι την περί τούτου ανάληψιν»
39 «σήµερον δε από νεαράς του Βασιλέως κυρού Βασιλείου του Πορφυρογέννητου αι αρµόζουσαι των ∆ηµοσίω
χρηµατικαί και πραγµατικαί δίκαι αείζωοι εισί και ουδενί χρόνω κλείονται.»
40Εφ. Ιωαν. 113/55 ΝοΒ 4, σελ. 94
41 «το ∆ηµόσιον εξακολουθεί να διατηρή εις εαυτό την νοµικήν κατοχήν επί των εθνικών και εκκλησιαστικών γαιών
και κτηµάτων, εφ’ όσον ελάµβανε δικαίωµα επικαρπίας µέχρι τέλους του 1843, εκτός αν απώλεσεν αυτήν δια δικαστικής αποφάσεως ή δια ρητής παραιτήσεως.»
42 «όλα τα λειβάδια, δια την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις να παρουσιάση έγγραφον (ταπί), εκδοθέν επί
τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δηµόσια και η νοµή αυτών µένει ως και µέχρι τούδε εις το δηµόσιον», προκύπτει δε εκ του γράµµατος του νόµου ότι το εν λόγω άρθρο αφορά τη συντήρηση των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου για το
µέχρι την έναρξη ισχύος του χρονικό διάστηµα και όχι για το µέλλον, ότε τα λειβάδια είναι δεκτικά νοµής και ιδιωτικής κτήσεως.
43 «το ∆ηµόσιον ως και αι Κοινότητες διατηρούσιν ανέπαφα τα δικαιώµατα όσα προ της εποχής ταύτης είχον επί των αµφισβητούµενων λειβαδίων άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωµάτων».
κτήµατα ήταν για ένα χρονικό διάστηµα δεκτικά ιδιωτικής κτήσεως µε χρησικτησία, η διάρκεια της οποίας ορίστηκε τριακονταετής (30ετής) µε το άρθρο 1 του Ν. ΓΧΞ/1910.
iv) Μέχρι την 16η Μαϊου 1926, ότε και δηµοσιεύθηκε το ν.δ. της 22.4/16.5.1926, το οποίο επαναλήφθηκε και διατηρήθηκε ουσιαστικά σε ισχύ µε το άρθρο 4 Α.Ν. 1539/1938, οι διεκδικητικές ακινήτων Αγωγές του ∆ηµοσίου υπέκειντο σε παραγραφή, η οποία δυνάµει του άρθρου 1 του Ν. ΓΧΞ/1910 είχε οριστεί τριακονταετής45.
Ήτοι:
- Μέχρι τις 16-05-1926, ότε, κατά τα ανωτέρω, δηµοσιεύθηκε και τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 21 του ν.δ./τος της 22.4/16.5.1926, µε το οποίο καθιερώθηκε το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου και το οποίο διατηρήθηκε ουσιαστικά σε ισχύ µε το άρθρο 4 α.ν. 1539/38, ∆ΕΝ χωρούσε τακτική, αλλά µόνο έκτακτη, τριακονταετούς (άρθρο 1 Ν. ΓΧΞ/1910) διάρκειας χρησικτησία επί των πραγµάτων του ∆ηµοσίου.
- Από τις 16-05-1926 και µέχρι τη θέση σε ισχύ του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, ∆ΕΝ
χωρούσε πλέον οποιαδήποτε µορφή χρησικτησίας, τακτική ή έκτακτη, επί κτηµάτων του
∆ηµοσίου46.
-
Η προ της 16ης-05-1926
αρξαµένη, τριακονταετής παραγραφή των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου ∆ΕΝ επιφέρει οποιαδήποτε έννοµη
συνέπεια, εάν, κατά το γράµµα του άρθρου 21 ν.δ./τος 22.4/16.5.1926, αλλά και
του παραπέµποντος σε αυτό άρθρου 4 α.ν. 1539/1938, δεν είχε συµπληρωθεί µέχρι
την εν λόγω ηµεροµηνία (16-05-1926), κατά
τους ισχύοντες τότε νόµους, σύµφωνα µε τους οποίους, όµως, ως απώτατο
χρονικό σηµείο απαραίτητης συµπληρώσεώς της (προκειµένου αυτή να θεωρηθεί
συντελεσµένη και ισχυρή κατ’ άρθρο 21 ν.δ. 22.4/16.5.1926 και, κατά συνέπεια,
και κατ’ άρθρο 4 α.ν. 1539/38) θα πρέπει να εκληφθεί η 11η-09-1915. Και τούτο διότι από την 12η-09-1915
τέθηκαν σε ισχύ τα εκδοθέντα κατά το Νόµο ∆ΞΗ/1912 ∆ιατάγµατα περί
∆ικαιοστασίου, δυνάµει των οποίων ανεστάλη η κατά το χρόνο της ισχύος τους
τυχόν συντρέχουσα λήξη κάθε παραγραφής δικαιωµάτων και αγωγών του αστικού και εµπορικού δικαίου.
Κατά τη διάρκεια ισχύος αυτών ακριβώς
των
∆ιαταγµάτων και της υπ’ αυτών προβλεποµένης αναστολής παραγραφής εξεδόθη το ν.δ. της
22.4/16.5.1926, µε το άρθρο 21 του οποίου προβλέφθηκε αφενός µεν ότι τα δικαιώµατα του
∆ηµοσίου επί ακινήτων δεν υπόκεινται σε παραγραφή, αφετέρου δε ότι η δε ήδη αρξαµένη κατά τη θέση σε ισχύ του εν λόγω ν. δ/τος παραγραφή δεν επιφέρει έννοµες συνέπειες, αν αυτή, µέχρι της δηµοσιεύσεως και, συνεπώς, θέσεως σε ισχύ του διατάγµατος (16-05-1926), δεν είχε
![]() |
44 «το ∆ηµόσιον, ως προς τα εθνικά και αι κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούσιν απέναντι των ιδιωτών την νοµικήν κατοχήν επί των βοσκησίµων τόπων, εφ’ ων εγένοντο κατά το άρθρο 11 του από 2.3.1847 ΝΕ΄ Νόµου τοποθετήσεις ποιµνίων µέχρι του έτους 1864 και όπως διεκρίθησαν δια των άρθρων 1,2 και 9 του Ν. ΚΘ΄/1864, εκτός εάν απώλεσαν την κατοχήν δια δικαστικής αποφάσεως ή δια ρητής παραιτήσεως.»
45 Βλ. ΑΠ 113/62 ΝοΒ 10, σελ. 649, σχετ. ΑΠ 220/60 ΝοΒ 8, σελ. 969
46 Βλ. ΑΠ 195/70 ΝοΒ 18, σελ. 931, ΑΠ 61/67 ΝοΒ 15, σελ. 741, ΑΠ 407/66 ΝοΒ 15, σελ. 205
συµπληρωθεί κατά τους τότε ισχύοντες νόµους. ∆εδοµένου, λοιπόν, ότι στους τότε ισχύοντες νόµους, σύµφωνα µε τους οποίους όφειλε η παραγραφή των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου να είχε συµπληρωθεί, συµπεριλαµβάνονται και τα ανωτέρω ∆ιατάγµατα περί ∆ικαιοστασίου, δυνάµει των οποίων ανεστάλη κάθε παραγραφή δικαιωµάτων και αγωγών από την 12η-09-1915, συνάγεται ότι η τριακονταετής παραγραφή θα πρέπει να είχε συµπληρωθεί µέχρι την 11η-09- 1915, προκειµένου αυτή να είναι αντιτάξιµη έναντι του Ελληνικού ∆ηµοσίου47 48.
- Για τη συµπλήρωση της ως άνω έκτακτης χρησικτησίας, συνυπολογίζεται η νοµή των προκατόχων, εφόσον συντρέχει περίπτωση νόµιµης αιτίας προς µεταβίβαση από τον προκάτοχο στον νυν νοµέα, ήτοι καθολική ή ειδική διαδοχή, ενώ στην τελευταία περίπτωση, για την προσαύξηση του χρόνου του δικαιοπαρόχου θα πρέπει η νοµή να φέρει τα προσόντα της χρησικτησίας, το οποίο απαιτείται άλλωστε και κατ’ άρθρο 1045 Α.Κ.49.
v) Συνεπώς, το άρθρο 4 α.ν. 1539/1938:
- µε την παρ. 1 επαναλαµβάνει και επικυρώνει το ήδη θεσπισθέν µε το άρθρο 21 ν.δ.
22.4/16.5.1926 απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου και
- µε την παρ. 2 παραπέµπει ως προς την τύχη της, τυχόν, πριν τη θέση του σε ισχύ αρξαµένης, παραγραφής των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου και τη συµπλήρωσή της, στους ισχύοντες νόµους, ήτοι παραπέµπει ουσιαστικά στην τριακονταετή παραγραφή του άρθρου 21 ν.δ. 22.4/16.5.1926, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δέον όπως έχει συµπληρωθεί µέχρι την 11η-09- 1915, δεδοµένου ότι ο Α.Ν. 1539/38 ∆ΕΝ καταργεί ρητώς ή σιωπηρώς, αλλά, αντιθέτως, επαναλαµβάνει και παραπέµπει στο άρθρο 21 του ν.δ. του 192650.
![]() |
47 Προκειµένου, όµως, περί παραγραφής, η πρόοδος της οποίας ανεστάλη συνεπεία των εκδοθέντων κατά τα έτη 1897, 1898 Βασιλικών ∆ιαταγµάτων, και για τις περιφέρειες τις οποίες αυτά τα ∆ιατάγµατα αφορούσαν, θα πρέπει στον προ της ενάρξεως της αναστολής από της 11ης-09-1915 διαδραµόντα χρόνο να προστεθεί και χρόνος ίσος προς τον ανασταλέντα κατά ∆ιατάγµατα των ετών 1897,1898 (Π.χ. η 30ετής παραγραφή των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου, επί ακινήτων κείµενων στους νοµούς Τρικάλων και Λαρίσης και στην επαρχία της Σκοπέλου, λογίζεται συµπληρωθείσα εφόσον κατά την 11η-09-1915 είχε συµπληρωθεί χρόνος 30 ετών, 2 µηνών και 27 ηµερών, προκειµένου περί ακινήτων κειµένων στο Νοµό Άρτας 30 ετών, 7 µηνών και 14 ηµερών, προκειµένου δε περί ακινήτων κειµένων σε όλο το υπόλοιπο παλαιό κράτος 30 ετών, 6 µηνών και 13 ηµερών).
48 Σε απόλυτη συµφωνία µε τα ανωτέρω, η υπ’ αριθµόν 78/1940 απόφαση του Α.Π. έκρινε επί δουλείας διόδου υπέρ
δηµοσίου κτήµατος και σε βάρος γειτονικού ακινήτου, η οποία εκτήθη δια χρησικτησίας, ότι ο χρόνος της τριακονταετούς παραγραφής έπρεπε να είχε συµπληρωθεί όταν δηµοσιεύθηκε το ν.δ. της 22.4/16.5.1926, δυνάµει του οποίου και θεσπίστηκε το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου και κατά τους κείµενους νόµους, ήτοι
µετά την αφαίρεση του χρόνου κατά την οποίο αυτή ανεστάλη σύµφωνα µε τα ∆/τα περί ∆ικαιοστασίου.
49ΑΠ 406/74 ΝοΒ 22, σελ. 1384, ΑΠ 97/58 ΝοΒ 6 σελ. 680
50 Αντιθέτως, δεν αναφέρεται στην τυχόν αρξαµένη σαρακονταετή (40ετή) των αντιστοίχων αξιώσεων των ιερών
µονών, η οποία ίσχυε µέχρι την θέσπιση του Ν. ΓΧΞ/1910, ο οποίος αδιακρίτως πλέον, ήτοι και τις ιερές µονές,
προέβλεψε τριακονταετή (30ετή) χρόνο παραγραφής και αυτό διότι:
- ο γενικός ορισθείς, συνεπώς και για τις αξιώσεις επί ακινήτων των ιερών µονών 30ετής χρόνος παραγραφής ήτο αδύνατο να συµπληρωθεί από της ισχύος του εν λόγω νόµου και µέχρι της δηµοσιεύσεως του ν. δ/τος της 22.4/16- 05-1926, δεδοµένης άλλωστε και της αναστολής της από της 11ης-09-1915 συνεπεία των ∆/των περί ∆ικαιοστασίου,
- η προ του Ν. ΓΧΞ/1910 τυχόν αρξαµένη παραγραφή εις βάρος των ιερών µονών θα συµπληρωνόταν σύµφωνα τις διατάξεις περί 40ετούς παραγραφής του Ρωµαϊκού ∆ικαίου σύµφωνα µε τα κρατούσα τότε δικαιϊκή αρχή η οποία προέβλεπε ότι εν περιπτώσει ορίσεως υπό του νόµου βραχύτερου του ισχύοντος µέχρι πρότινος χρόνου παραγραφής, εάν ο υπολειπόµενος χρόνος για τη συµπλήρωση της ήδη αρξαµένης µακροτέρας παραγραφής είναι βραχύτερος του υπό του νόµου νέου ορισθέντος χρόνου παραγραφής, τότε εφαρµόζεται ο παλαιός νόµος, η ήδη αρξαµένη παραγραφή συνεχίζεται και συµπληρούται σύµφωνα µε την προγενέστερη νοµοθεσία.
vi) Ειδικά το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου επί των δασών και δασικών εκτάσεων: Το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου επί των δασών καθιερώθηκε το πρώτον µε το άρθρο 8 εδ. 8 του Ν. 343/1914 «περί των πυρκαϊών των δασών», το οποίο:
- καταργήθηκε µε το άρθρο 21 του ν.δ. της 28.9.1919,
- αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 20 του ιδίου ως άνω νοµοθετικού διατάγµατος και
- κυρώθηκε µε τον Ν. 2036/20, επαναληφθέν στο άρθρο 215 του Ν. 4173/29 (∆ασικός Κώδικας).
Έτσι, ο χρόνος της παραγραφής των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου επί των δασών υπολογίζεται αναδροµικά από της ισχύος του αρχικού Ν. 343/1914 και οποιοσδήποτε έκτοτε διαδραµών χρόνος ουδεµία έννοµη συνέπεια επάγεται, καθιερωµένου έκτοτε, πέραν οιασδήποτε αµφιβολίας, του απαραγράπτου των δικαιωµάτων επί των δασών του ∆ηµοσίου.
vii) Ο σκοπός της θεσπίσεως του απαράγραπτου των δικαιωµάτων του Ελληνικού
∆ηµοσίου συνίσταται στη διασφάλιση των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου από κάθε επιβουλή
(κακόπιστου) τρίτου, ο οποίος στερείται µε τον τρόπο αυτό της δυνατότητας να αποκτήσει,
µέσω της νοµής ή κατοχής δηµοσίου κτήµατος, κυριότητα ή άλλο εµπράγµατο δικαίωµα επ’ αυτού, παραγράφοντας τα δικαιώµατα του ∆ηµοσίου.
Συνεπεία της θεσπίσεώς του, η κατάληψη από τρίτον δηµοσίου κτήµατος δεν συνεπάγεται την απώλεια της νοµής από µέρους του Ελληνικού ∆ηµοσίου και την κτήση της επ’ αυτού κυριότητας από τον τρίτο, ακόµη και µετά την πάροδο µακροτάτου χρονικού διαστήµατος (ακόµη και 60ετίας), κατά το οποίο το ∆ηµόσιο, καίτοι γνωρίζον την από τρίτου κατάληψη, ουδέποτε διαµαρτυρήθηκε 51.
Είναι σαφές, όµως, ότι δεν εµπίπτει στον κανόνα περί απαραγράπτου των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου η περίπτωση κατά την οποία το ∆ηµόσιο, µε τα νόµιµα όργανά του και σε εκτέλεση νόµιµης υποχρέωσής του, παραχωρεί συννόµως σε κάποιον την νοµή ή κατοχή κάποιου κτήµατος, επί τω σκοπώ της κτήσεως κυριότητας από µέρους του. Τυχόν αντίθετη άποψη θα αντιτίθετο προς τον επιδιωκόµενο µε τη θέσπιση του απαραγράπτου σκοπό, ο οποίος συνίστατο στην προστασία του ∆ηµοσίου από τους κακόπιστους καταπατητές και όχι από καλόπιστους ιδιώτες, οι οποίοι απέκτησαν τη νοµή νοµίµως και δύνανται συνεπώς να αποκτήσουν κυριότητα δια χρησικτησίας52 53 .
![]() |
Την αρχή δε αυτή δεν θέλησε να αποκλείσει ούτε ο νοµοθέτης του άρθρου 21 του ν.δ./τος της 22.4/16-05-1926, ο οποίος απέβλεψε µάλιστα σε µείζονα προστασία της ακινήτου περιουσίας των ιερών µονών, αλλά ούτε και ηδύνατο να αποκλείσει την εν λόγω αρχή, διότι κάτι τέτοιο θα αντίκειτο στο άρθρο 17 του Συντάγµατος (ΠρΑθ 3239/68 ΕΕΝ 35, σελ.481)
51 Βλ. ΑΠ 195/70 ΝοΒ 18, σελ. 931
52 Βλ. Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο ΙΗ΄, άρθρο 4, σελ. 443.
53 Λ.χ. το άρθρο 19 του Ν. 719/77 δηµιουργεί ένα ρήγµα στον καθιερωθέντα ήδη εν έτει 1926 κανόνα περί απαραγράπτου των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου επί των ακινήτων και του ανεπιτρέπτου της κτήσεως κυριότητάς
ΙΙ. Α. 5. Το Γνωµοδοτικό Συµβούλιο ∆ηµοσίων Κτηµάτων και Ανταλλαξίµου Περιουσίας54
∆υνάµει του άρθρου 10 α.ν. 1539/1938, και για τη διασφάλιση των ιδιοκτησιακών δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου επί των ∆ηµοσίων Κτηµάτων, δηµιουργήθηκε το Γνωµοδοτικό Συµβούλιο ∆ηµοσίων Κτηµάτων (ήδη και Ανταλλαξίµου Περιουσίας) του Υπουργείου Οικονοµικών, η αρµοδιότητα του οποίου συνίσταται στην έκδοση γνωµοδοτήσεων επί των εισαγοµένων σε αυτό σύµφωνα µε τον εν λόγω νόµο υποθέσεων, απτόµενων την ύπαρξη ή µη δικαιώµατος κυριότητας ιδιώτη ή του ∆ηµοσίου επί συγκεκριµένου ακινήτου, οι οποίες, όµως, γνωµοδοτήσεις τελούν πάντοτε υπό την έγκριση του Υπουργού Οικονοµικών, δυνάµενου να τις αποδεχθεί ή και να µην τις αποδεχθεί.
Σύµφωνα, ειδικότερα, µε την κείµενη νοµοθεσία (Α.Ν 1538/1939, από 29/9-4/10/1939 β.δ.) περί προστασίας των δηµοσίων κτηµάτων παραπέµπονται, µεταξύ άλλων, στο Γνωµοδοτικό αυτό Συµβούλιο:
- οι αιτήσεις όσων αξιώνουν δικαίωµα κυριότητας ή άλλο εµπράγµατο δικαίωµα επί ακινήτου έναντι του ελληνικού δηµοσίου,
![]() |
του από µέρους των ιδιωτών µε χρησικτησία. Με αυτό ο νοµοθέτης προέβλεψε τη δυνατότητα αναγνωρίσεως της αµφισβητούµενης κυριότητας ιδιώτη επί συγκεκριµένης εκτάσεως γης, έναντι απλώς µειωµένου, ενίοτε µάλιστα και απλώς συµβολικού τιµήµατος, επιλογή η οποία επικρίθηκε εντόνως υπό της τότε θεωρίας, καθώς, ο νοµοθέτης θα
µπορούσε να επιλέξει δια την υπό κρίσιν περίπτωση τον πιο γνώριµο στη νοµοθετική ιστορία της νεότερης Ελλάδος και ευνοϊκότερο δια τα έννοµα συµφέροντα του ∆ηµοσίου, θεσµό της εξαγοράς ή εκποιήσεως, επιλογή η οποία άλλωστε προεκρίθη µε το άρθρο 26 α.ν. 1539/38, άρθρο 1 Ν. 3800/57, άρθρο 4 α.ν. 26/68 και άρθρο 1,4,11 αυτού του ιδίου Ν. 719/77.
Πλην, όµως, ο ίδιος ο νοµοθέτης του άρθρου 19 Ν. 719/77 ΕΞΑΙΡΕΣΕ της εφαρµογής του:
α) Εκτάσεις καλυµµένες µε πευκοδάση, κατεχόµενες προς της 01ης-01-1967, οι οποίες παραµένουν συνεπώς στην κυριότητα του Ελληνικού ∆ηµοσίου.
Μάλιστα, τοποθετώντας ο νοµοθέτης το χρονικό σηµείο της απαιτούµενης κατοχής των αγροτικών εκτάσεων την 01η-01-1967, προδήλως απαιτεί τη συνδροµή κατά το εν λόγω χρονικό σηµείο όλων των θεµελιωτικών του δικαιώµατος κυριότητας των κατόχων προϋποθέσεων, µεταξύ των οποίων περιλαµβάνεται και το ακάλυπτο των εν λόγω εκτάσεων από πευκοδάσος (Βλ. υπ’ αριθµόν 145/78 Γνωµοδότηση του ΝΣΚ)
β) Τους αιγιαλούς και τις παραλίες.
γ) Τις αποψιλωθείσες εξαιτίας προηγούµενων πυρκαϊών εκτάσεις: Ο νοµοθέτης δεν προσδιορίζει περαιτέρω το χρόνο κατά τον οποίο θα πρέπει να έχει λάβει χώρα η αποψίλωση λόγω πυρκαϊάς, αρκεί η εν λόγω αποψίλωση να είναι πρότερη. Η προκειµένη επιλογή του νοµοθέτη µόνο τυχαία δεν µπορεί να χαρακτηριστεί, καθώς ο σκοπός του συνίσταται:
- στον αποκλεισµό της αποκτήσεως ιδιωτικών δικαιωµάτων από µέρους τρίτων κατόχων επί εκτάσεων, οι οποίες οφείλουν τη σηµερινή αγροτική τους µορφή στην παρελθοντική αποψίλωσή τους λόγω πυρκαϊάς και, κατ’ αυτόν τον τρόπο,
- στην οιονεί κύρωση όσων επιβουλεύθηκαν µέχρι τότε το δασικό πλούτο της χώρας λόγω της απληστίας τους και προς ικανοποίηση ατοµικών οικονοµικών συµφερόντων, αποπειρώµενοι, µέσω του καταστρεπτικού για την εθνική οικονοµία και το κοινωνικό σύνολο εµπρησµού, τη δηµιουργία ασκεπών εκτάσεων, οι οποίες και προσφέρονται για ευχερή κατάληψη.
54Βλ. Λ.Ι.Κιτσαρά, Γνωµοδότηση µε θέµα «∆ηµόσια Κτήµατα. Κυκλάδες. Εµβέλεια των κανόνων που εισάγουν καθεστώς προνοµιακής µεταχείρισης των εµπράγµατων αξιώσεων του ∆ηµοσίου µε τη θέσπιση «τεκµηρίων
κυριότητας» υπέρ αυτού. ∆ιαδικασία ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων και Ανταλλαξίµων Κτηµάτων», ό.αν.
- υποθέσεις καταπατήσεως από τρίτους κτηµάτων (δηλ. περιπτώσεις ακινήτων γνωστών στο Υπουργείο Οικονοµίας και Οικονοµικών και στη ∆ιεύθυνση ∆ηµοσίων Κτηµάτων ως δηµόσιων και κατεχόµενων από τρίτους) ή γίνεται καταγγελία για το χαρακτήρα τους από ιδιώτες, οπότε το συµβούλιο γνωµοδοτεί µετά από προηγούµενη έρευνα (ειδική ένορκη εξέταση, συλλογή στοιχείων κλπ) α) αν πρέπει να παύσει κάθε ενέργεια, ή β) αν θα προσκληθεί ο κάτοχος να προσκοµίσει τους τίτλους του, οπότε από τη µελέτη των εν λόγω τίτλων και την εν γένει εκτίµηση των στοιχείων θα κριθεί το δικαίωµα ή µη του ∆ηµοσίου επί του εν λόγω ακινήτου,
- επί εξαγοράς δηµοσίου κτήµατος από τον κάτοχο ή νοµέα αυτού κατά το άρθρο 26 Α.Ν. 1539/1938, σε περίπτωση αµφισβήτησης του χρόνου ενάρξεως της κατοχής ή νοµής του κτήµατος
∆ιευκρινίζεται, κατ’ αρχάς, ότι οι διαφορές περί την κυριότητα, ως οι εισαγόµενες, εν προκειµένω, για γνωµοδότηση ενώπιον του ως άνω Συµβουλίου, είναι πάντοτε ιδιωτικές διαφορές, και όχι διοικητικές, ακόµη και αν οι επίδικη έριδα αναφύεται στις σχέσεις µεταξύ ιδιώτη και ∆ηµοσίου. Και τούτο διότι η κυριότητα, αποτελεί δικαίωµα (ή έννοµη σχέση) του ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν διεκδικείται από το ∆ηµόσιο ή εάν πράγµατι ανήκει σε αυτό.
Συνεπώς, ως πάντοτε ιδιωτικές, οι διαφορές περί την κυριότητα, κατά τα ανωτέρω, υπάγονται κατ’ άρθρο 94 παρ. 3 Σ στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Τούτο υπαγορεύεται όχι µόνο από τη φύση του δικαιώµατος της κυριότητας ως ιδιωτικού, αλλά και από την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, η οποία εφαρµόζεται ιδιαιτέρως αυστηρά στην περίπτωση της δικαστικής λειτουργίας και σύµφωνα µε την οποία ο κοινός νοµοθέτης αδυνατεί να αναθέσει σε διοικητικά όργανα την επίλυση των ιδιοκτησιακών διαφορών µεταξύ
∆ηµοσίου και ιδιωτών, υπό την έννοια της παροχής σε αυτά αποφασιστικής αρµοδιότητας να τέµνουν διαφορές εκδίδοντας δεσµευτικές και εκτελεστές αποφάσεις, γεγονός το οποίο θα αντίκειτο ούτως ή άλλως προς το συνταγµατικά (άρθρο 20 Σ) κατοχυρωµένο δικαίωµα της δικαστικής προστασίας.
Συµπερασµατικώς:
α) Οι διαφορές περί την κυριότητα, ακόµη και όταν ένα εκ των εµπλεκοµένων µερών τυγχάνει το ∆ηµόσιο, επιλύονται:
- ΜΟΝΟ από τα δικαστήρια και ΟΧΙ από τη ∆ιοίκηση,
- ΜΟΝΟ από τα πολιτικά δικαστήρια και ΟΧΙ από τα διοικητικά.
β) Ως εκ τούτου, µία καθαρά διοικητική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας η
∆ιοίκηση εκφέρει άποψη ως προς την ύπαρξη ή µη δικαιώµατος κυριότητας ενός ιδιώτη, ως τυγχάνει εν προκειµένω η διαδικασία ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων Κτηµάτων (Γ.Σ.∆.Κ.) του Α.Ν. 1538/1939, εξ ορισµού ∆ΕΝ δύναται να φέρει το χαρακτήρα επιλύσεως της διαφοράς, παρά µόνο το χαρακτήρα απλής διοικητικής διερευνήσεως του
ζητήµατος αν το ∆ηµόσιο ή τρίτος ιδιώτης έχει την κυριότητα επί τινός ακινήτου. Ουσιαστικά πρόκειται για µία εσωτερική διοικητική διαδικασία, αποσκοπούσα στην εξέταση και αντιπαραβολή των τίτλων κυριότητας του ιδιώτη αφενός και του ∆ηµοσίου αφετέρου, µετά την ολοκλήρωση της οποίας απλώς διαπιστώνεται από τη ∆ιοίκηση η ύπαρξη ή µη τίτλων κυριότητας του ενός ή του άλλου µέρους, µη δηµιουργουµένου κατ’ αυτόν τον τρόπο οιουδήποτε τίτλου. Τέτοιες, αποβλέπουσες στη διευθέτηση αµφισβητήσεων, δραστηριότητες της
∆ιοικήσεως, εκ φύσεως, προϋποθέτουν υφιστάµενους τους τυχόν τίτλους κυριότητας, ∆ΕΝ τους δηµιουργούν επενεργώντας διαπλαστικά επί των ιδιωτικών δικαιωµάτων. Στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών η ∆ιοίκηση ∆ΕΝ επιλύει, αλλά, εφόσον «διαπιστώνει» την ύπαρξη κυριότητας του ∆ηµοσίου και, αντιστρόφως, την ανυπαρξία κυριότητας του ιδιώτη, δηµιουργεί διαφορά περί την κυριότητα, την οποία µόνα αρµόδια να επιλύσουν είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Πριν την έκδοση δικαστικής αποφάσεως επί της προκυψάσης κατά τον άνω τρόπο διαφοράς ουδεµία δέσµευση δηµιουργείται σε βάρος του ιδιώτη εκ της απλής διοικητικής διαπιστώσεως περί υπάρξεως ή µη δικαιώµατος κυριότητάς του. Η αποτυπούµενη γνώµη του αρµοδίου διοικητικού οργάνου, εν προκειµένω του Γ.Σ.∆.Κ., δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, δεν επάγεται εξωτερικές συνέπειες, δεν εξοπλίζεται µε το τεκµήριο της νοµιµότητας και δεν δύναται να αποτελέσει αντικείµενο διοικητικού καταναγκασµού.
Έτι περαιτέρω, ειδικότερα επί του Α.Ν. 1538/1939 και της καθιερούµενης από αυτόν διαδικασίας ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων Κτηµάτων λεκτέα τα κάτωθι:
Εκ φύσεως η εν λόγω διαδικασία στερείται αµεροληψίας και αντικειµενικότητας, καθώς η αποφασιστική εν προκειµένω αρµοδιότητα ανήκει στον Υπουργό Οικονοµικών, στη διακριτική ευχέρεια του οποίου εναπόκειται η αποδοχή ή µη µίας ευνοϊκής για τον ιδιώτη Γνωµοδοτήσεως του Συµβουλίου. Ως ενδεικτικό της ελλείψεως αντικειµενικότητας αναφέρουµε:
- αφενός µεν ότι απαραίτητη προϋπόθεση ενδεχόµενης µερικής αποδοχής από τον Υπουργό της Γνωµοδοτήσεως αποτελεί η µερική αποδοχή να αποβαίνει επ’ ωφελεία του
∆ηµοσίου,
- αφετέρου δε ότι αποκλείεται η τροποποίηση από τον Υπουργό της Γνωµοδοτήσεως στο βαθµό που η εν λόγω τροποποίηση θα καθιστούσε δυσµενέστερη τη θέση του ∆ηµοσίου.
Άλλωστε και το γνωµοδοτούν Συµβούλιο ∆ΕΝ συνιστά όργανο επιφορτισµένο µε οιονεί δικαστικής αρµοδιότητας, οπότε και θα όφειλε να τηρεί ίσες αποστάσεις από τα διάδικα µέρη (ιδιώτη, ∆ηµόσιο).
Η ως άνω έλλειψη αντικειµενικότητας και αµεροληψίας ∆ΕΝ δηµιουργεί επιφυλάξεις συνταγµατικής φύσεως, καθώς, ως προελέχθη, η εν λόγω διαδικασία, ως καθαρά εσωτερική, δεν παράγει εξωτερικές έννοµες συνέπειες55.
∆εδοµένων, λοιπόν:
- τόσο της ελλιπούς δηµοσιοποιήσεως της διαδικασίας προς τον ιδιώτη,
- όσο και των προεκτεθεισών δεσµεύσεων του αποφασίζοντος Υπουργού υπέρ του
∆ηµοσίου,
καθίσταται σαφές ότι η καταληκτική της όλης διαδικασίας Απόφαση του Υπουργού, ιδίως όταν αυτή είναι αρνητική για τον ιδιώτη, συνιστά µονοµερή διοικητική πράξη, µη παράγουσα οποιεσδήποτε αρνητικές για τον ιδιώτη έννοµες συνέπειες, µη παράγουσα τεκµήριο νοµιµότητας του ∆ηµοσίου και, ως εκ τούτου, µη δυνάµενη να εκτελεστεί αναγκαστικώς εναντίον του, δηµιουργεί απλώς «διαφορά» περί την κυριότητα, η επίλυση της οποίας ανήκει στην αποκλειστική αρµοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων56.
ΙΙ. Α. 6. Επίλυση των αµφισβητήσεων διακατοχής µεταξύ ∆ηµοσίου και ιδιώτη από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών57
Σύµφωνα µε το άρθρο 22 του α.ν. 1539/38:
«1. Οσάκις µεταξύ των οργάνων του ∆ηµοσίου και ιδιώτου αµφισβητείται η διακατοχή58 επί ωρισµένου κτήµατος, ζητείται η προσωρινή παρά του Εισαγγελέως Πρωτοδικών ρύθµισις παρά
µεν του ιδιώτου δι’ αιτήσεως, παρά δε των οργάνων του ∆ηµοσίου δι’ απλού εγγράφου.»
![]() |
55 Τα παραπάνω δικαιολογούν άλλωστε και την πρόβλεψη στο άρθρο 11 παρ. 5 α.ν. 1538/1939 ότι µόνο η περίληψη της Γνωµοδοτήσεως και Αποφάσεως του Υπουργού κοινοποιούνται στον ενδιαφερόµενο ιδιώτη. Ως απεφάνθη,
µάλιστα, το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους (υπ’ αριθµόν 969/1954 Γνωµοδότηση, ΝοΒ 6, σελ. 1028) οι Γνωµοδοτήσεις του Συµβουλίου δεν είναι ανακοινώσιµες στον ιδιώτη πριν γίνουν αποδεκτές από τον Υπουργό Οικονοµικών, διότι συνιστούν έγγραφα εµπιστευτικά της ∆ιοικήσεως, µη συνταχθέντα προς το συµφέρον του ιδιώτη, ενώ ακόµη και µετά την έγκρισή τους από τον Υπουργό ανακοινώνεται στον ιδιώτη µόνο το διατακτικό τους, ενώ το υπόλοιπο, ιδίως το περιέχον την εισήγηση τµήµα τους παραµένει εµπιστευτικό της ∆ιοικήσεως έγγραφο.
56 Στην περίπτωση πάντως µίας θετικής για τον ιδιώτη Γνωµοδοτήσεως, η οποία επικυρώνεται και µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, δύναται να ειπωθεί ότι η εν λόγω Απόφαση δεν στερείται οιασδήποτε έννοµης συνέπειας,
αλλά αντιθέτως αναδύεται από αυτήν ένα είδος «οιονεί διοικητικού δεδικασµένου», το οποίο απαγορεύει την επανεξέταση της υποθέσεως σε διοικητικό επίπεδο και το οποίο µόνο δικαστικώς δύναται πλέον να ανατραπεί. Η εν λόγω άποψη επικυρώνεται από το άρθρο 12 του α.ν. 1538/1939, το οποίο προβλέπει την «εκτέλεση» µίας θετικής για τον ιδιώτη Γνωµοδοτήσεως του Γ.Σ.∆.Κ. και της επικυρωτικής αυτής Αποφάσεως του Υπουργού Οικονοµικών, ενώ αντιθέτως, αντίστοιχη διάταξη για την «εκτέλεση» µίας αρνητικής για τον ιδιώτη Αποφάσεως του Υπουργού ουδόλως ανευρίσκεται στον α.ν. 1538/1939, καθώς κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στα προεκτεθέντα συνταγµατικά εµπόδια. Συνεπώς, η Απόφαση του Υπουργού µε την οποία «διαπιστώνεται» η κυριότητα του ∆ηµοσίου επί τινός ακινήτου, ∆ΕΝ εκτελείται σε βάρος του ιδιώτη, πριν την έκδοση επικυρωτικής αυτής δικαστικής αποφάσεως.
57 Αναστασίου Ι. Τάχου, Κτήση Κυριότητας επί ∆ηµοσίων Κτηµάτων και Προστασία της Βιοµηχανίας και Βιοτεχνίας (ερµηνεία του αρ. 4, Ν. 3127/2003, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 37
58 Είναι δε χαρακτηριστική η, διατυπωθείσα εις την υπ’ αριθµόν 1/1986 Απόφαση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών
Πειραιώς (ΝοΒ 1986, σελ. 704), εισαγγελική σκέψη σύµφωνα µε την οποία προϋπόθεση εφαρµογής του άρθρου 22 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 «…είναι και η µεταξύ του ∆ηµοσίου και ιδιώτη ύπαρξη διαφοράς που ανάγεται στην αµφισβήτηση της διακατοχής, δηλ. της νοµής επί ακινήτου………. Ο όρος “αµφισβήτηση” … είναι φανερό ότι υποδηλώνει προσβολή της νοµής του επιδίκου, …». Γενικώς, η Εισαγγελική επέµβαση ή ορθότερα παρέµβαση
Λόγω του προαναφερθέντος πλάσµατος νοµής επί των δηµοσίων κτηµάτων υπέρ του
∆ηµοσίου, η εν λόγω διάταξη συνιστά µία εκ των περιορισµένων περιπτώσεων αναγνωρίσεως στους κατόχους δηµοσίων κτηµάτων ενός είδους προστατευοµένης κατοχής, η οποία ενδέχεται να θεµελιώσει δικαίωµα νοµής και συνεπώς κυριότητας.
Η εν λόγω αρµοδιότητα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών συνιστά ένα είδος αστυνοµικού
µέτρου, και, ως εκ τούτου, δεν συνεπάγεται την επιδίκαση ιδιωτικού δικαιώµατος. Όµως ο Εισαγγελέας επιλαµβάνεται της άρσεως της αµφισβήτησης ως «όργανον εντεταλµένον εις την δικαστικήν εξουσίαν και ουχί εις την διοικητικήν εξουσίαν» (ΑΕ∆ 2/1977). Συνεπώς, η Εισαγγελική Απόφαση υπέρ του ιδιώτη δηµιουργεί πεποίθηση ή αλλιώς δικαιολογηµένη εµπιστοσύνη σε αυτόν για τη νοµιµότητα της υπ’ αυτού ασκούµενης κατοχής επί του ακινήτου. Και αυτό διότι η καλή πίστη ή αλλιώς η συνταγµατική αρχή της εµπιστοσύνης πρέπει να διέπει τη συµπεριφορά όχι µόνο των πολιτών, αλλά και της ∆ιοικήσεως, καθώς το Κράτος αποτελεί ενιαίο Νοµικό Πρόσωπο ∆ηµοσίου ∆ικαίου.
ΙΙ. Α. 7. ∆υνατότητα εξαγοράς δηµοσίου κτήµατος από ιδιώτη νοµέα ή κάτοχό του, έχοντος ή και στερούµενου σχετικού τίτλου:
Τέλος, αξίζει να µνηµονευθεί το άρθρο 26 παρ. 1 του α.ν. 1539/38, ως αντικαταστάθηκε
µε το άρθρο 1 του Ν. 3800/1957), σύµφωνα µε το οποίο:
«1. Πας νοµεύς ή κάτοχος δηµοσίου κτήµατος,…, είτε έχων τίτλον είτε στερούµενος τοιούτου,…,δύναται,…,όπως εντός ανατρεπτικής προθεσµίας … (η οποία έχει παραταθεί µε
µεταγενέστερους νόµους) … ζητήση παρά του ∆ηµοσίου την εξαγοράν … κατά τον προσδιορισµόν της αξίας του κτήµατος αγροτικού ή αστικού εκπίπτεται η γενοµένη υπό του κατόχου αξιοποίησις αυτού …»
Πρόκειται για άλλη µία εξαιρετική περίπτωση αναγνωρίσεως στον ιδιώτη κάτοχο δηµοσίου κτήµατος ενός είδους προστατευµένης κατοχής, η οποία θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο µίας σειράς διατάξεων, σχετιζόµενων σε σηµαντικό βαθµό µε την προστασία της βιοµηχανίας και της βιοτεχνίας59 και, συνεπώς, µε την προστασία και ενίσχυση της εθνικής
![]() |
αφορά και την άρση της αµφιβολίας «περί του δικαιούχου εις κατοχήν», ιδίως όταν η κατοχή στηρίζεται σε πράξη
∆ηµόσιας Αρχής (ΕιρΠειρ 204/1985 ΝοΒ 1985, σελ. 847).
59 Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό.αν., σελ. 37-43: Η έννοια της βιοτεχνίας, στην προστασία της οποίας πρωτίστως αποβλέπουν οι ως άνω διατάξεις, οριοθετήθηκε στο άρθρο 2 του µεταγενέστερου Ν. 2516/1997, το οποίο απλώς επανέλαβε – υιοθέτησε την πάγια άποψη της µέχρι τούδε αποκρυσταλλωθείσης νοµολογίας. Ειδικότερα, στο εν λόγω άρθρο ορίζεται ότι η βιοτεχνία, ως επιχείρηση, αποτελεί «τεχνοοικονοµική µονάδα», όπου:
- ως «µονάδα» νοείται ένα ενιαίο σύνολο δραστηριοτήτων,
- ως «τεχνοοικονοµικού» χαρακτήρα η εν λόγω µονάδα θα αποτελεί έναν συνδυασµό από ένα τµήµα
(δραστηριότητα) «τεχνικό» και ένα τµήµα (δραστηριότητα) «οικονοµικό»,
- η εν λόγω ενότητα (µονάδα) είναι αδιάσπαστη και αναγκαία, καθώς το οικονοµικό προϋποθέτει το τεχνικό για την παραγωγή των προϊόντων και το τεχνικό απαιτεί το οικονοµικό για τη διάθεση των παραχθέντων προϊόντων,
οικονοµίας, και, συγκεκριµένα, του άρθρου 96 του Π.∆. 11/12-11-1929 «Περί διοικήσεως δηµοσίων κτηµάτων» 60, του άρθρου 10 παρ. 2 Ν.∆. 2176/1952 «Περί προστασίας της βιοµηχανίας κ.λ.π.»61, του Ν. 357/1976 «Περί επιταχύνσεως της ρευστοποιήσεως και εκκαθαρίσεως της ανταλλαξίµου περιουσίας»62 και του άρθρου 4 Α.Ν. 263/196863.
Όλες οι ανωτέρω διατάξεις, ιδίως στο βαθµό που αποβλέπουν στην προστασία της βιοµηχανίας και της βιοτεχνίας, ενεργοποιούν τη συνταγµατική πρόβλεψη για την «οικονοµική ανάπτυξη όλων των τοµέων της εθνικής οικονοµίας» και «για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης» (άρθρο 106 παρ. 1 Συντ), δηλαδή παραγόντων αναγοµένων στο γενικότερο εθνικό και δηµόσιο συµφέρον. Εξάλλου οι διατάξεις αυτές, αφενός µεν δεν αντίκεινται η µία προς την άλλη, αφετέρου δε συµπληρώνονται και συν-εφαρµόζονται µε εκείνες τις διατάξεις που αφορούν τη διοίκηση των δηµοσίων κτηµάτων, εφόσον βέβαια δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις που αφορούν τη διαχείριση των ανταλλάξιµων κτηµάτων64, συνιστούν δε ειδικές διατάξεις, θεσπισθείσες για τον ειδικό σκοπό της προστασίας της αντίστοιχης (βιοµηχανικής ή βιοτεχνικής) επιχείρησης υπό την έννοια της περιουσίας, το κυριότερο στοιχείο της οποίας, εκ των πραγµάτων, αποτελεί το δικαίωµα νοµής (κατοχής) του ακινήτου που είναι αναγκαίο για την «τεχνοοικονοµική µονάδα» της βιοµηχανίας ή της βιοτεχνίας65.
![]() |
- η βιοτεχνία, ως επιχείρηση, είναι ενιαία και αδιαίρετη λειτουργικά: Αυτή ακριβώς η λειτουργική µονάδα προστατεύεται υπό του νόµου, ενώ τυχόν διαχωρισµός της συνεπάγεται την αναίρεση του σκοπού της ειδικής προστασίας.
60 «Προς ίδρυσιν, λειτουργίαν ή αξιόλογον επέκτασιν υφισταµένων βιοµηχανιών ή βιοτεχνιών επιτρέπεται…η απ’ ευθείας και άνευ δηµοπρασίας εκποίησις γηπέδων της ∆∆Κ…»
61 σύµφωνα µε το οποίο «Επιτρέπεται η απ’ ευθείας και άνευ δηµοπρασίας εκποίησις, κατά τας ισχύουσας περί
διοικήσεως δηµοσίων κτηµάτων διατάξεις, ακινήτων ή γηπέδων αποτελούντω ανταλλάξιµον περιουσία, εφ’ ων στεγάζονται ή είναι εγκατεστηµέναι βιοµηχανίαι ή βιοτεχνίαι» ενώ «Πάσα γενική ή ειδική διάταξις αντικείµενη εις τα διατάξεις του παρόντος Ν∆ καταργείται» (άρθρο 16 παρ. 2)
62 - «Οι κατέχοντες αστικά ανταλλάξιµα κτήµατα εφ’ ων ανεγείρονται κτίσµατα µονίµου ή προχείρου µορφής
χρησιµοποιούµενα παρ’ αυτών δι’ οικογενειακήν ή επαγγελµατικήν στέγασιν, δικαιούνται να εξαγοράσουν ταύτα αντί τιµήµατος ίσου … της κατά τον χρόνον της εκποιήσεως αξίας του εδάφους αυτών» (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α΄),
- «Εις την εξαγοράν των κατά την προηγουµένην παρ’αγραφον αστικών ανταλλαξίµων κτηµάτων, δικαιούνται και οι κάτοχοι των επ’ ων κτισµάτων, εφόσον διαδέχθησαν εις την κατοχήν των κτισµάτων των τους ανεγείραντες ταύτα» (άρθρο 2 παρ. 2),
- «Πάσα γενική ή ειδική διάταξις της κείµενης περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της ανταλλαξίµου περιουσίας νοµοθεσία αντίθετος προς τα διατάξεις του παρόντος καταργείται» (άρθρο 15 παρ. 1).
63 «1. Πας νοµεύς ή κάτοχος δηµοσίου κτήµατος,…, είτε έχων τίτλον είτε στερούµενος τοιούτου, δικαιούται όπως αιτήσηται … την εξαγοράν …, εφ’ όσον: …….»
64Η προκειµένη συµπληρωµατική εφαρµογή, ερειδοµένη επί ρητής νοµοθετικής παραποµπής ή επί της εν γένει ερµηνείας της νοµοθεσίας περί δηµοσίων κτηµάτων, δικαιολογείται λόγω του κοινότητας του σκοπού τους, τούτου
συνισταµένου στην προστασία και τη διαχείριση, υπό την έννοια της αξιοποιήσεως, τόσο των ανταλλάξιµων όσο και των δηµοσίων κτηµάτων, δεδοµένου, άλλωστε, ότι και τα ανταλλάξιµα κτήµατα είναι δηµόσια, γεγονός το οποίο εγένετο δεκτό δυνάµει της υπ’ αριθµόν 207/23-3-1993 Γνωµοδοτήσεως του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους.
65 Όλως ενδεικτικώς, η νοµολογία απεφάνθη εν προκειµένω:
α) Η άνευ δηµοπρασίας παραχώρηση (πώληση) κτήµατος του ∆ηµοσίου για την ανέγερση και λειτουργία βιοτεχνίας, σύµφωνα µε το Π.∆. 11/12-11-1929 και το Ν.∆. 2176/1952, προβλέφθηκε νοµοθετικώς ακριβώς διότι από αυτήν «εξυπηρετείται η εν γένει εθνική οικονοµία» (ΑΠ 405/1980 ΝοΒ 1980, σελ. 1760).
β) Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 96 Ν.∆. 11/12-11-1929 περί εκποιήσεως απ’ ευθείας και χωρίς δηµοπρασία δηµοσίου κτήµατος για την ίδρυση, λειτουργία ή επέκταση βιοµηχανιών και βιοτεχνιών, η οποία αφορά την εξυπηρέτηση του δηµοσίου συµφέροντος, συνισταµένου στην ίδρυση, τη λειτουργία και την αξιόλογη επέκταση υπαρχουσών βιοµηχανιών ή βιοτεχνιών, ή στην παραχώρηση δηµοσίου κτήµατος προς ίδρυση ή
ΙΙ. Β. Το πεδίο εφαρµογής του Α.Ν. 1539/1938: Το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του
∆ηµοσίου εν στενή εννοία.
Όλες οι προεκτεθείσες διατάξεις του Α.Ν. 1539/1938 εισάγουν το απαράγραπτο των δικαιωµάτων µόνο του Ελληνικού ∆ηµοσίου εν στενή εννοία και το ανεπίδεκτο νοµής και, συνεπώς, το ανεπίδεκτο της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας των ανηκόντων στην κυριότητά του ακινήτων από ιδιώτη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όµως, καταλείπονταν αρύθµιστες δύο ευρύτατες και σηµαντικότατες κατηγορίες ακινήτων του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα, και συγκεκριµένα τα ακίνητα των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και τα ακίνητα των εκκλησιαστικά Νοµικών Προσώπων ∆ηµοσίου ∆ικαίου, για τις οποίες κατηγορίες προβλέφθηκαν εν συνεχεία τα εξής:
II. B. 1. Ακίνητα των Ο.Τ.Α.66
Η προστασία των ακινήτων των ∆ήµων και Κοινοτήτων θεσπίστηκε µε το άρθρο 1 παρ. 1, 2 του Ν.∆./τος 31/1968, όπως αυτό τροποποιήθηκε µε το άρθρο 62 Ν. 1416/1984 και το άρθρο 1 παρ. 11 Ν. 2307/1995, µε το οποίο προβλέφθηκε ότι:
«1. Ως προς τα κτήµατα των δήµων και κοινοτήτων εφαρµόζεται η νοµοθεσία που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του ∆ηµοσίου εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του α.ν. 1539/1938 (ΦΕΚ 488Α΄).
2. Όπου στις διατάξες αυτές αναφέρεται: α) ∆ηµόσιο, β) διεύθυνση δηµοσίων κτηµάτων, γ) υπουργός ή Υπουργείο Οικονοµικών, δ) οικονοµικός έφορος ή οικονοµικός υπαλληλος, ε) πρόεδρος νοµικού συµβουλίου, νοείται αντίστοιχα: α) οργανισµός τοπικής αυτοδιοίκησης, β) οικονοµική υπηρεσία του οργανισµού τοπικής αυτοδιοίκησης, γ) δήµος ή κοινότητα, δ) δήµαρχος ή πρόεδρος κοινότητας, ε) νόµιµος εκπρόσωπος των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης».
Συνεπώς, η χρησικτησία επί ακινήτων των Ο.Τ.Α. είναι αντιτάξιµη έναντι αυτών αν έχει συµπληρωθεί έως την 02α-12-1968, ηµέρα θέσεως σε ισχύ του Ν.∆./τος 31/1968 (και όχι έως την 11η-09-1915, ως ισχύει για τα ακίνητα του ∆ηµοσίου): Από το χρονικό αυτό σηµείο και εφεξής, τα ακίνητα των ∆ήµων και Κοινοτήτων αφενός µεν εξαιρούνται της τακτικής ή
![]() |
επέκταση βιοµηχανίας ή βιοτεχνίας, … δεν εµποδίζεται από αυτή ο νοµοθέτης, όπως, στη µέριµνά του για την προστασία του δηµοσίου συµφέροντος, επιτρέψει την παραχώρηση δηµοσίων κτηµάτων προς ίδρυση ή επέκταση βιοµηχανίας ή βιοτεχνίας, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της εκπληρώσεως του σκοπού, για τον οποίο έγινε η παραχώρηση, εντός ευλόγου πάντοτε χρόνου (ΑΠ 1609/1986, ΕΕΝ 1987, σελ. 602).
66 Σηµαντική κατηγορία των ακινήτων αυτών αποτελούν οι προβλεπόµενες στο άρθρο 1 Ν. 2079/1920 γαίες, οι οποίες είχαν προορισθεί για κοινή χρήση των κατοίκων (κυρίως ως βοσκότοποι) και οι οποίες από την ισχύ του εν
λόγω νόµου περιήλθαν στην κυριότητα των ∆ήµων και των Κοινοτήτων των νέων χωρών. Με τη ρύθµιση αυτή έπαυσε οποιοδήποτε δικαίωµα του ∆ηµοσίου πάνω στα εν λόγω ακίνητα, τα οποία, ως περιελθόντα στους ∆ήµους και τις Κοινότητες, συνιστούν εγγραπτέα δικαιώµατα των τελευταίων, οι οποίοι και έχουν ως προς αυτά υποχρέωση υποβολής δηλώσεως του Ν. 2308/1995. Τούτο δε διότι σύµφωνα µε το Ν. 2308/1995 ΜΟΝΟ το ∆ηµόσιο εν στενή εννοία έχει δικαίωµα και όχι υποχρέωση υποβολής δηλώσεως ως προς τα ανήκοντα σε αυτό ακίνητα. Αντιθέτως, οι Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.∆.∆., τα οποία και συνιστούν το ∆ηµόσιο εν ευρεία εννοία, υποχρεούνται να δηλώσουν τα ακίνητα ιδιοκτησίας τους, ειδάλλως υφίστανται τις δυσµενείς συνέπειες του νόµου
έκτακτης χρησικτησίας, αφετέρου δε καλύπτονται από το εκάστοτε ισχύον νοµοθετικό πλαίσιο περί προστασίας της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού ∆ηµοσίου.
Είναι εµφανές ότι επιδεκτικά χρησικτησίας έως την 02α-12-1968 ήταν µόνο τα ανήκοντα στην ιδιωτική περιουσία των δήµων και κοινοτήτων ακίνητα, ενώ, αντιθέτως, διαφορετική ήταν η αντιµετώπιση των πραγµάτων - ακινήτων, των «προορισµένων για την εξυπηρέτηση δηµοτικών και κοινοτικών σκοπών», τα οποία είναι κατ’ άρθρο 968 Α.Κ. εκτός συναλλαγής και επιπρόσθετα, κατά το συνδυαστικώς εφαρµοζόµενο άρθρο 1054 Α.Κ., ανεπίδεκτα χρησικτησίας, ενώ παρόµοια ήταν και η αντιµετώπιση των εκτός συναλλαγής πραγµάτων και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο.
II. B. 2. Εκκλησιαστικά ακίνητα – Ακίνητα των Ιερών Μονών
Σύµφωνα µε το άρθρο 62 παρ. 2 του Ν. 590/1977 «περί του Κατασταστικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος» ∆ΕΝ υπόκεινται σε χρησικτησία ακίνητα, τα οποία ανήκουν σε εκκλησιαστικά νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου. Τέτοια νοµικά πρόσωπα, σύµφωνα µε το άρθρο 1 παρ. 4 του ίδιου νόµου, η Εκκλησία της Ελλάδος, οι Μητροπόλεις, οι Ενορίες και οι Ενοριακοί Ναοί, οι Μονές, η Αποστολική ∆ιακονία, ο Οργανισµός ∆ιοικήσεως Εκκλησιαστικής περιουσίας (Ο.∆.Ε.Π.), το Ταµείο Ασφαλίσεως Κλήρου Ελλάδος (Τ.Α.Κ.Ε.) και το ∆ιορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας και, συνεπώς, τα ακίνητα όλων των ανωτέρω εκκλησιαστικών νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου, από τη θέση σε ισχύ του ανωτέρω νόµου, εξαιρούνται της χρησικτησίας.
Ειδικά, όµως, τα µοναστηριακά ακίνητα εµπίπτουν στη ρύθµιση του άρθρου 21 Ν.∆./τος της 22-04/15-05-1926 «περί διοικητική αποβολής από των κτηµάτων της Αεροπορικής Αµύνης» και άρα, κατά τα προεκτεθέντα, εξαιρούνται της χρησικτησίας από την 12η-09-1915 και εφεξής. Εποµένως, για να είναι αντιτάξιµη η έκτακτη χρησικτησία των εν λόγω ακινήτων έναντι των κυρίων τους Ι. Μονών, θα πρέπει αυτή να είναι συµπληρωµένη έως την 11η-09-1915 (συνεπεία των προαναφερθέντων ∆/των περί ∆ικαιοστασίου). Σηµειώνεται, πάντως, ότι µέχρι τη θέσπιση του Ν. ΓΧΞ/1910, ο οποίος αδιακρίτως πλέον, ήτοι και για τις ιερές µονές, προέβλεψε τριακονταετή (30ετή) χρόνο παραγραφής, τα µοναστηριακά ακίνητα υπόκειντο στη σαρακονταετή (40ετή) παραγραφή του Ρωµαϊκού ∆ικαίου.
Και εδώ, όµως, θα πρέπει να διακριθούν, από τα ανωτέρω, επιδεκτικά, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, χρησικτησίας ακίνητα των εκκλησιαστικών Ν.Π.∆.∆. και των Ιερών Μονών, εκείνα τα πράγµατα - ακίνητα, τα προορισµένα για την εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών, όπως λ.χ. οι ναοί και γενικότερα τα αφιερωµένα στη δηµόσια λατρεία πράγµατα, τα νεκροταφεία κλπ, τα οποία είναι εκτός συναλλαγής, κατ’ άρθρο 966 Α.Κ. και, εποµένως, κατ’ άρθρο 1054 Α.Κ., ούτως ή άλλως, ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και τα οποία και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, ήταν επίσης ανεπίδεκτα χρησικτησίας.
Τέλος, ως είναι αυτονόητο, ιδιοκτησίες που δηλώνονται ως εκκλησιαστική περιουσία και για τις οποίες ∆ΕΝ υπάρχουν τίτλοι (π.χ. δωρεές πιστών χωρίς τίτλους), δεν θεωρούνται εκκλησιαστική περιουσία, απολαµβάνουσα των ανωτέρω προνοµίων (ανεπίδεκτο χρησικτησίας), εκτός αν συµπληρώθηκε ήδη εικοσαετία από την παράδοση της νοµής τους, οπότε και επήλθε απόκτηση κυριότητας µε χρησικτησία.
ΙΙ. Γ. Η ισχύουσα µέχρι της εισαγωγής του Ν. 3127/2003 νοµοθεσία περί δηµοσίων κτηµάτων δύναται να συνοψισθεί στα εξής:
1) Αναγνωρίζεται πλασµατικώς, βάσει νόµου, αµάχητο τεκµήριο νοµής υπέρ του
∆ηµοσίου. Το εν λόγω τεκµήριο, ως µη αντικείµενο, αλλά και µη προβλεπόµενο από το Σύνταγµα, εναπόκειται στο νόµο να το καθιερώσει, να το τροποποιήσει ή να το καταργήσει.
3) ∆ΕΝ αναγνωρίζεται δικαίωµα νοµής των δηµοσίων κτηµάτων υπέρ των ιδιωτών, και, ως εκ τούτου, δικαίωµά τους προς θεµελίωση δικαιώµατος κυριότητας βάσει της νοµής, δηλαδή
∆ΕΝ αναγνωρίζεται δυνατότητα κτήσεως της κυριότητας δηµοσίων κτηµάτων µε χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη.
4) Εν τούτοις, αναγνωρίζεται υπέρ των ιδιωτών ένα είδος ανοχής της κατοχής δηµοσίου κτήµατος, το οποίο ενδέχετο να θεµελιώσει δικαίωµα νοµής και συνεπώς κυριότητας κυρίως στις εξής περιπτώσεις:
α) Στην περίπτωση της Εισαγγελικής Παρεµβάσεως επί διαφοράς µεταξύ ∆ηµοσίου – ιδιώτη, προς άρση της αµφιβολίας «περί του δικαιούχου εις κατοχήν» ορισµένου κτήµατος, ιδίως µάλιστα όταν η κατοχή στηρίζεται σε πράξη δηµόσιας Αρχής. Η προκειµένη εισαγγελική Απόφαση, καίτοι δεν συνιστά δικαιοδοτική απόφαση και, συνεπώς, δεν επιδικάζει ιδιωτικό δικαίωµα, εν τούτοις, εφόσον αποφανθεί υπέρ του ιδιώτη, δηµιουργεί σε αυτόν την πεποίθηση ή αλλιώς τη δικαιολογηµένη εµπιστοσύνη για τη νοµιµότητα της ασκούµενης υπ’ αυτού επί του ακινήτου κατοχής67.
β) Ειδικώς όταν προβλέπεται από το νόµο η δυνατότητα νόµιµης χρήσης δηµοσίου κτήµατος ή εξαγοράς του, η κατοχή από µέρους του ιδιώτη αποτελεί αναγνώριση προϋπόθεσης για την κτήση του δικαιώµατος της κυριότητας, ιδίως όταν η αρµόδια ∆ηµόσια Αρχή έχει δεχθεί, κατ’ αρχήν, τη σχετική αίτηση, οπότε και υπάγεται στην έννοια της προστατευόµενης κατοχής του άρθρου 997 του Αστικού Κώδικα68.
![]() |
67 Ειδικώς, για το αγροτικό κτήµα το οποίο καλλιεργείται από ιδιώτη (άρθρο 2 παρ. 2 β΄ Α.Ν. 1539/38) θεωρείται ότι ο τελευταίος ασκεί «νοµή» επ’ αυτού. Η εν λόγω δε νοµή εξοµοιώνεται µε την κατοχή υπό την έννοια του Αστικού Κώδικα και τυγχάνει, ως εκ τούτου, προστατευτέα από τις σχετικές διατάξεις (ΑΚ 997 επ) (ΑΠ 462/1990, ΕΕΝ 1991, σελ. 78) – Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό. αν., σελ. 36-37
68- ∆υνάµει της υπ’ αριθµόν 821/1995 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Ελλ∆ικ 1997, σελ. 617) εκρίθη ότι ο ιδιώτης
και αυθαίρετος κάτοχος δηµοσίου κτήµατος, ο οποίος υπέβαλε αίτηση εξαγοράς του κτήµατος, για επαγγελµατικούς σκοπούς, σύµφωνα µε τις νόµιµες προϋποθέσεις, «… έχει και αναγνωριζόµενη απ’ το νόµο κατοχή επί του πράγµατος …», διότι «… επί δικαιώµατος εξαγοράς δηµοσίου κτήµατος …», η ελλείπουσα κατ’ άρθρο
ΙΙΙ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆ΕΥΤΕΡΟ: Η ΣΥΝΕΙ∆ΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ∆ΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
ΙΙI. Α. Μεσολαβήσασα µεταβολή των κοινωνικών, πολιτικών, οικονοµικών και νοµικών συνθηκών
Είναι προφανές εκ των ανωτέρω ότι η νοµοθεσία για το ανεπίδεκτο της νοµής ιδιώτη επί δηµοσίων κτηµάτων και το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου καθιερώθηκε υπό εντελώς διαφορετικές κοινωνικές, πολιτικές, οικονοµικές και εν τέλει νοµικές συνθήκες σε σχέση µε τη σηµερινή εποχή.
Έκτοτε έχουν µεσολαβήσει γεγονότα και έχουν δηµιουργηθεί καταστάσεις, οι οποίες ήταν αδύνατον να αγνοηθούν από τον νοµοθέτη: Συγκεκριµένα, η αναµφισβήτητη πραγµατικότητα ότι η ∆ιοίκηση (∆ηµόσιο), καίτοι αγνοεί στις περισσότερες των περιπτώσεων ποιά επακριβώς ακίνητα της ανήκουν, προβαίνει στην έκδοση ∆ιοικητικών Πράξεων, µε τις οποίες εντάσσει ευρύτερες περιοχές στο σχέδιο πόλης, χωρίς να µεριµνά προηγουµένως για τη προστασία όποιων δικαιωµάτων της, θεωρώντας δεδοµένο ότι ουδέποτε θα απωλέσει τα εµπράγµατα δικαιώµατά της, ακριβώς λόγω του προεκτεθέντος απαραγράπτου αυτών, δεν είναι δυνατόν να αποβαίνει σε βάρος των πολιτών, οι οποίοι επιδεικνύοντας εύλογη και δικαιολογηµένη εµπιστοσύνη στο φαινόµενο δικαίου που η ίδια η ∆ιοίκηση αυτοβούλως δηµιούργησε, προέβησαν σε σχετικές συναλλαγές (αγοραπωλησίες κλπ) επί τω εν λόγω ακινήτων.
Άλλωστε, η ανάγκη απάµβλυνσης του κανόνα του απαράγραπτου των δικαιωµάτων του
∆ηµοσίου είχε ήδη διαγνωσθεί και κατ’ έµµεσο τρόπο επιχειρηθεί και από τη νοµολογία, η οποία ως διέξοδο από το ανωτέρω πρόβληµα είχε εφαρµόσει και σε βάρος του ∆ηµοσίου τον κανόνα του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα περί καταχρηστικής ασκήσεως των έστω µη υποκείµενων σε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωµάτων του69.
![]() |
995ΑΚ προϋπόθεση της απόκτησης της κατοχής από νοµέα αναπληρώνεται από τις νοµοθετικές ρυθµίσεις των άρθρων 4 α.ν. 263/1968, 2 Ν.∆. 1154/1972, 1 παρ. 1 Ν. 719/1977, σύµφωνα µε τις οποίες αναγνωρίζεται ως προστατευοµένη και η αυθαίρετη κατοχή δηµοσίου κτήµατος έναντι τρίτων.
- ∆υνάµει της υπ’ αριθµόν 1351/1970 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΝοΒ 1972, σελ. 343) εκρίθη ότι εφόσον ο ιδιώτης «… ευρίσκετο από πολλών ετών εν τη κατοχή του επιδίκου ακινήτου (του ∆ηµοσίου)» και το
∆ικαστήριο, «εµµέσως πλην σαφώς δεχθέν έλλειψιν αναµφισβητήτου κατοχής του ∆ηµοσίου …», ακύρωσε, και δη ορθώς, το σχετικό Πρωτόκολλο ∆ιοικητικής Αποβολής.
69 Ενδεικτική είναι η υπ’ αριθµόν 644/2000 Γνωµοδότηση του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους, ό.αν., το όποιο έκρινε ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 12 Ν. 1337/1983 το ∆ηµόσιο οφείλει να συµµετάσχει και να υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας, ειδάλλως θα απωλέσει νοµίµως την περιουσία του, χωρίς να δύναται να επικαλεστεί το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του. Στο συµπέρασµα αυτό, δηλ. στην υποχρέωση υποβολής ιδιοκτησίας όλων των ιδιοκτητών, φυσικών ή νοµικών προσώπων ιδιωτικού ή δηµοσίου δικαίου, ΜΗ εξαιρουµένου του ∆ηµοσίου,
ΙΙΙ. Β. Εισαγωγή του θεσµού του Εθνικού Κτηµατολογίου – Προβληµατισµοί σχετικά µε την εναρµόνιση του νέου συστήµατος δηµοσιότητας και της ήδη διαµορφωθείσης νέας κοινωνικο-πολιτικής πραγµατικότητας µε την ισχύουσα τότε νοµοθεσία περί δηµοσίων κτηµάτων.
Στο πλαίσιο της ως άνω προβληµατικής δροµολογήθηκε η σύνταξη ενός νέου θεσµού δηµοσιότητας των εµπραγµάτων δικαιωµάτων επί των ακινήτων, του Εθνικού Κτηµατολογίου, εισαχθέντος στη χώρα µας δυνάµει:
- του Ν. 1647/1986, µε τον οποίο δηµιουργήθηκε ο φορέας για τη σύνταξή του, δηλαδή ο Οργανισµός Κτηµατολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.),
- του Ν. 2308/1995 περί της «Κτηµατογραφήσεως για τη δηµιουργία Εθνικού Κτηµατολογίου, ∆ιαδικασίας έως τις πρώτες εγγραφές στα Κτηµατολογικά βιβλία και άλλων διατάξεων» και
- των Ν. 2508/1997 και 2664/1998 «Εθνικό Κτηµατολόγιο και άλλες διατάξεις».
∆εδοµένου ότι οι περί του Κτηµατολογίου Νόµοι ουδόλως τροποποίησαν τα ισχύοντα σχετικά µε το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων στη χώρα µας, παρέµεναν, µετά τη θέσπισή τους, σε ισχύ όλες οι διατάξεις για τον τρόπο απόδειξης της ιδιοκτησίας, για το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου και για την προστασία της ∆ηµόσιας Περιουσίας.
Ως εκ των άνω, εύλογα δηµιουργήθηκε έντονος προβληµατισµός ως προς την επίτευξη εξισορρόπησης µεταξύ:
![]() |
κατέληξε το Ν.Σ.Κ. βασιζόµενο τόσο στο γράµµα της ως άνω διατάξεως, όσο και στο σκοπό της, καθώς η προβλεπόµενη δήλωση ιδιοκτησίας αποτελεί αναγκαία νόµιµη προϋπόθεση όχι µόνο για τη διαδικασία της πράξης εφαρµογής, αλλά και για την ορθότερη σύνταξη αυτής και τη συντόµευση της διαδικασίας κύρωσής της. Τούτο δε επιβάλλεται για την προστασία όχι µόνο του ιδιωτικού συµφέροντος, αλλά, πρωτίστως, του κοινωνικού συνόλου, καθώς σε περίπτωση µη υποβολής της εν λόγω δηλώσεως καθυστερεί η ολοκλήρωση των µελετών εφαρµογής και συνεπώς και η απελευθέρωση των κοινόχρηστων χώρων και η κατασκευή των έργων υποδοµής, πράγµα ανεπίτρεπτο. Έτσι, λόγω της γενικότητας του γράµµατος της ρύθµισης, αλλά και του σκοπού της, υπάγεται σε αυτήν ΚΑΙ του ∆ηµόσιο, το οποίο για την ιδιωτική του περιουσία θα υποβάλει την προβλεποµένη δήλωση, συνοδευόµενη από τα στοιχεία που διαθέτει· εάν ο νοµοθέτης του άρθρου 12 Ν. 1337/1983 επιθυµούσε την εξαίρεση του ∆ηµοσίου από την εν λόγω διάταξη, η οποία προβλέπει µάλιστα αυστηρότατες κυρώσεις, θα το είχε προβλέψει ρητά. Άλλωστε, µε αυτόν τον τρόπο αποφεύγονται και δυσεπίλυτα προβλήµατα σχετικά µε την ιδιωτική περιουσία του ∆ηµοσίου µετά την κύρωση και µεταγραφή της Πράξης Εφαρµογής.
Περαιτέρω, στο πλαίσιο του ίδιου Ν. 1337/1983, το ∆ηµόσιο αντιµετωπίζεται αναφορικά µε την ιδιωτική του περιουσία όπως κάθε κύριος της περιοχής ένταξης ή επέκτασης, αφού και αυτό υποχρεούται, όπως και τα φυσικά και νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, να εισφέρει σε γη, εφόσον πρόκειται για ιδιοκτησίες του της ως άνω κατηγορίας, οι οποίες προορίζονται από την πολεοδοµική µελέτη για οικοδοµήσιµους ή κοινόχρηστους χώρους.
Το Ν.Σ.Κ. απεφάνθη ότι θα αποτελούσε ανακολουθία από τη µία το Κράτος να προβαίνει δια των αρµοδίων φορέων του σε εκπόνηση και υλοποίηση πολεοδοµικού σχεδιασµού και πολεοδοµικής ανάπτυξης και ανάπλασης και από την άλλη το νοµικό πρόσωπο του ∆ηµοσίου να παρεµποδίζει τη σχετική διαδικασία, συµπεριφερόµενο ως αδιάφορος και αµελής ιδιοκτήτης και θέτοντας, έτσι σε κίνδυνο τόσο το δικό του συµφέρον, όσο και το συµφέρον του κοινωνικού συνόλου, στην προστασία του οποίου και θα πρέπει να αποβλέπει.
Αναφερόµενο δε ειδικά στο απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου, το Ν.Σ.Κ. σηµείωσε ότι αυτό αποβλέπει στην προστασία της ∆ηµόσιας περιουσίας από τις παράνοµες καταπατήσεις και διεκδικήσεις, και όχι από τη σύννοµη προσβολή της, όπως στην περίπτωση της πράξης εφαρµογής, όπου η περιουσία του ∆ηµοσίου προσβάλλεται, προκειµένου να υλοποιηθεί ο πολεοδοµικός σχεδιασµός ορισµένης περιοχής. (Βλ. ∆ηµητρίου Β. Αργυρίου, Το ∆ίκαιο του Κτηµατολογίου, Νοµική Βιβλιοθήκη 2008, σελ. 49-50).
- αφενός µεν της ανάγκης αποκάλυψης και προστασίας της ∆ηµόσιας Γης και Περιουσίας, γεγονός το οποίο συνιστά και έναν των βασικότερων σκοπών του Κτηµατολογίου,
- αφετέρου δε της ανάγκης αποτροπής των αναπόφευκτα δυσµενών για τους ιδιώτες επιπτώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής επικλήσεως από µέρους του ∆ηµοσίου του απαραγράπτου των δικαιωµάτων του επί δηµοσίων ακινήτων επί των οποίων ουδέποτε είχε ενδιαφερθεί µέχρι σήµερα να ασκήσει τα υποτιθέµενα εµπράγµατα δικαιώµατά του, επιτρέποντας ή και προτρέποντας, πολλές φορές, την απόκτηση επ’ αυτών ιδιωτικών δικαιωµάτων.
Ειδικότερα, ως προελέχθη, το ∆ηµόσιο µπορεί να επικαλεστεί τα µη υποκείµενα µέχρι πρότινος σε παραγραφή δικαιώµατά του σε τρία στάδια και, συγκεκριµένα δύναται:
α) να δηλώσει τη γνωστή σε αυτό ιδιοκτησία του κατά την πρώτη φάση της Κτηµατολογικής διαδικασίας, ήτοι τη φάση της υποβολής δηλώσεων ιδιοκτησίας του Ν. 2308/1995. Γνωστά θεωρούνται για το ∆ηµόσια τα αστικά και αγροτικά ακίνητα, τα οποία είναι καταγεγραµµένα στα βιβλία δηµοσίων και Ανταλλαξίµων Κτηµάτων ή για τα οποία έχουν εκδοθεί θετικές Γνωµοδοτήσεις του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων και Ανταλλαξίµων Κτηµάτων ή για τα οποία το ∆ηµόσιο έχει τίτλους ιδιοκτησίας ή για τα οποία υπάρχουν στις αρµόδιες υπηρεσίες ικανά αποδεικτικά των εµπραγµάτων δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου δικαιώµατα (π.χ. συντελεσµένες απαλλοτριώσεις, διαγράµµατα, εκθέσεις ελέγχου κλπ).
β) να παρέµβει υποβάλλοντας ενστάσεις κατά δηλώσεων που έγιναν, πλην, όµως, δεν τεκµηριώνουν ιδιωτικά δικαιώµατα και
γ) µετά την ολοκλήρωση της Κτηµατολογικής διαδικασίας και την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης του άρθρο 11 του Ν. 2308/1995, να εγείρει σχετικές αγωγές στις νόµιµες προθεσµίες.
ΙΙΙ. Γ. Η υπ’ αριθµόν 49/2000 Γνωµοδότηση του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους, ενδεικτική της συνειδητοποιήσεως από το νοµικό κόσµο της επιτακτικής ανάγκης αναθεωρήσεως του διέποντος τη δηµόσια περιουσία νοµοθετικού πλαισίου.
∆εδοµένης της παρεµβατικής αυτής δυνατότητας του ∆ηµοσίου τόσο στο πλαίσιο της διαδικασίας κτηµατογράφησης, όσο και στη φάση του λειτουργούντος πλέον Κτηµατολογίου, ανέκυψε σειρά ζητηµάτων, σχετιζόµενων µε την οικεία προβληµατική, επί των οποίων κλήθηκε να τοποθετηθεί το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους, εκδίδοντας την υπ’ αριθµόν 49/2000 Γνωµοδότησή του70, ενδεικτική της µεταστροφής της θέσεως του νοµικού κόσµου επί του απαραγράπτου των εµπραγµάτων δικαιωµάτων και των εν γένει προνοµίων του ∆ηµοσίου.
![]() |
70 Βλ. Γνωµ ΝΣΚ 49/2000, ∆ΕΕ 8-9/2002 (ΕΤΟΣ 8ο), σελ. 853-859
Ειδικότερα, το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους απεφάνθη µε την εν λόγω Γνωµοδότηση τα εξής:
i) Απαγορεύεται η υποβολή από µέρους του ∆ηµοσίου µίας Γενικής ∆ηλώσεως κυριότητας του Ν. 2308/1995 για όλα τα ακίνητα της υπό κτηµατογράφηση περιοχής, για τα οποία οι υποβαλλόµενοι τίτλοι δεν είναι πρωτότυποι και δεν ανατρέχουν στο έτος παραγραφής των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου (1885).
Η δήλωση ενός δικαιούχου εγγραπτέου στα κτηµατολογικά βιβλία ή άλλου δικαιώµατος πρέπει να περιλαµβάνει περιγραφή του δικαιώµατος, αναφορά στην αιτία κτήσεώς του και µνεία των τυχόν συνυποβαλλόµενων τίτλων και εγγράφων.
Το Ελληνικό ∆ηµόσιο71 ναι µεν δεν έχει υποχρέωση δηλώσεως της ακινήτου περιουσίας του στο στάδιο της κτηµατογραφήσεως, πλην, όµως, αυτό δεν σηµαίνει ότι το ∆ηµόσιο στερείται του δικαιώµατος υποβολής δηλώσεως, η οποία µάλιστα συνιστάται για τη διασφάλιση και την προστασία των δικαιωµάτων του επί της ακινήτου περιουσίας του και την αποτροπή ενδεχόµενης βλάβης αυτών.
Το Νοµικό Συµβούλιο ρητώς απεφάνθη ότι η υποβολή ή µη από µέρους του ∆ηµοσίου τέτοιας δηλώσεως τελεί σε άµεση συνάρτηση µε την ύπαρξη ή µη δικαιώµατος κυριότητας του
∆ηµοσίου επί συγκεκριµένου ακινήτου, το οποίο ερευνάται και διαπιστώνεται θετικώς, επί τη βάσει υπαρχόντων στοιχείων και του νοµικού πλαισίου που διέπει την περιουσία του, και ΟΧΙ
µόνο αρνητικώς, ήτοι επί τη βάσει των υπαρχόντων ή ελλειπόντων τίτλων τρίτου ιδιώτη. Και τούτο διότι ναι µεν έχει θεσπισθεί ως κανόνας το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου, πλην, όµως εκ τούτου και µόνο ∆ΕΝ συνάγεται γενικό τεκµήριο κυριότητάς του επί παντός ακινήτου της Ελληνικής Επικράτειας, η ανατροπή του οποίου θα εβάρυνε αποδεικτικώς τον προβάλλοντα ίδια δικαιώµατα τρίτο. Συνεπώς, µία Γενική ∆ήλωση υποβολής δικαιωµάτων δεν πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις του Νόµου και θα ήταν παντελώς αόριστη.
Πλην, όµως, ως προελέχθη, µαχητό, υπό την ανωτέρω έννοια, τεκµήριο κυριότητας υπέρ του ∆ηµοσίου έχει καθιερωθεί από τη δασική νοµοθεσία ειδικά για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Ετέθη, λοιπόν, το ερώτηµα πότε η δήλωση κυριότητας του Ν. 2308/1995 από µέρους του ∆ηµοσίου, στηριζόµενη στο δασικό χαρακτήρα της δηλούµενης έκτασης, υποχρεώνει την κτηµατογραφούσα Αρχή να λάβει υπόψη της το εν λόγω µαχητό τεκµήριο κυριότητας του
∆ηµοσίου72. Ειδικά, λοιπόν, για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις73 ελήφθη πρόνοια έτσι ώστε:
![]() |
71 ∆ιευκρινίζεται για άλλη µια φορά ότι υπό την ισχύουσα διατύπωση του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 2308/1995, όπως αυτή διαµορφώθηκε µε την παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν. 2508/1997, από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης του Ν. 2308/1995 απαλλάσσεται µόνο το υπό στενή εννοία ∆ηµόσιο, όχι δε οι Οργανισµοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και τα Νοµικά Πρόσωπα ∆ηµοσίου ∆ικαίου (Ν.Π.∆.∆.)
72 Βλ. Ειδική µνεία Λ. Ι. Κιτσαρά στην υπ’ αριθµ. 173/2002 Γνµδ ΝΣΚ, σε σχόλιό του επί της υπ’ αριθµόν 49/2000
Γνµδτ Ν.Σ.Κ., ∆.Ε.Ε. 8-9/2002, σελ. 858-859
73Σηµειώνεται εκ νέου ότι η διαδικασία της κτηµατογράφησης αφορά µόνο το είδος των εµπραγµάτων και λοιπών εγγραπτέων δικαιωµάτων, ενώ η χρήση – προορισµός του ακινήτου, εν προκειµένω ο δασικός του χαρακτήρας δεν
- αφενός µεν παράλληλα µε την εκπόνηση των µελετών κτηµατογράφησης να εκπονείται και δασικός χάρτης74, επί του οποίου κυρωµένου πλέον δασικού χάρτη να στηρίζεται το τεκµήριο κυριότητας του ∆ηµοσίου,
- αφετέρου δε, και για τις περιπτώσεις που δεν έχει κυρωθεί ο εκπονούµενος δασικός χάρτης πριν την ολοκλήρωση της µελέτης κτηµατογράφησης, ο νόµος (άρθρο 28 παρ. 7 Ν. 2664/1998) προβλέπει την υποχρεωτική λήψη υπ’ όψιν των τελεσιδίκων πράξεων χαρακτηρισµού του άρθρου 14 Ν. 998/1979.
Εάν συντρέχει µία εκ των δύο αυτών περιπτώσεων είναι σαφές για όλους τους φορείς της κτηµατογράφησης ότι πρόκειται για δασικές εκτάσεις επί των οποίων ισχύει (µαχητό) τεκµήριο κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου.
Το ΝΣΚ γνωµοδότησε, δυνάµει της - συναφούς µε την υπό σχολιασµό - υπ’ αριθµόν 173/2002 Γνωµοδοτήσεώς του, ότι το ∆ηµόσιο δικαιούται σε κάθε περίπτωση (ήτοι ανεξαρτήτως της υπάρξεως κυρωµένου δασικού χάρτη κλπ) να επικαλείται (µε την υποβολή της δήλωσης του Ν. 2308/199575) το τεκµήριο κυριότητάς του επί των δασικών εκτάσεων, γεγονός το οποίο συνεπάγεται την περιέλευση των ιδιωτών, που αντιτάσσουν ίδιο δικαίωµα κυριότητας επί της φερόµενης ως δασικής εκτάσεως, σε ιδιαίτερα δυσµενή θέση, αφού τότε µόνο πρόκειται να τους αναγνωρισθεί το υπ’ αυτών δηλούµενο δικαίωµα, εάν προσκοµίσουν, ως θεµελιωτικό του δικαιώµατός τους έγγραφο, κάποιο από τα αναφερόµενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Π.∆. της 7.2/16.2.1981 «Περί της υπό του ∆ηµοσίου ασκήσεως του δικαιώµατος προτιµήσεως κατά τις αιτία πωλήσεως µεταβιβάσεις δασών και δασικών εκτάσεων» ή σε κάποια από τις διατάξεις της γενικότερης δασικής νοµοθεσίας (εφαρµοζόµενης είτε σε ολόκληρη τη χώρα είτε και σε συγκεκριµένες µόνο περιοχές).
ii) Προκειµένου περί της δηλώσεως, από πλευράς του ∆ηµοσίου, ακινήτων, για τα οποία έχουν εκδοθεί θετικές γνωµοδοτήσεις του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων
![]() |
αποτελεί αναγκαίο περιεχόµενο των κτηµατολογικών πινάκων και διαγραµµάτων, ούτε ανήκει στις αρµοδιότητες των φορέων του Εθνικού Κτηµατολογίου ο χαρακτηρισµός µίας εκτάσεως ως δασικής. Ο ενδεχόµενος δασικός χαρακτήρας της ενδιαφέρει τους φορείς ΜΟΝΟ στο βαθµό που παράγει το τεκµήριο κυριότητας στις περιοχές υπέρ του ∆ηµοσίου, Βλ. Σχόλιο Λ.Ι.Κιτσαρά στη Γνµδ Ν.Σ.Κ. 49/2000, ό.αν.
74 Κατ’ άρθρα 27-28 Ν. 2664/1998
75 Τα αυτά βέβαια ισχύουν και για τις Ενστάσεις, οι οποίες υποβάλλονται κατά των, εγγεγραµµένων στα προσωρινά
κτηµατολογικά διαγράµµατα, δικαιωµάτων και οι οποίες ασκούνται από τον έχοντα έννοµο συµφέρον, ήτοι από τον βλαπτόµενο από την προσωρινή εγγραφή, ο οποίος και αντιτάσσει ίδιο δικαίωµα έναντι του εγγραφέντος: Αυτό το δικαίωµα οφείλει ο ενιστάµενος να επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισµένο στην Ένστασή του, η οποία και πρέπει να περιέχει οπωσδήποτε την πραγµατική και νοµική βάση επί των οποίων στηρίζεται το αντιτασσόµενο δικαίωµα επί του ακινήτου, µη αρκούσης του ήδη, προσωρινώς εγγεγραµµένου δικαιώµατος του αντιδίκου.
Πάντα ταύτα ισχύουν και για το ∆ηµόσιο ως ενιστάµενο ή προσφεύγον ή ενάγον, το οποίο οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει την κυριότητά του, µη αρκούσης της απλής και µόνο προβολής ενστάσεως κυριότητας αυτού ή, πολλώ δε µάλλον, της απλής και µόνο αρνήσεως της κυριότητας του τρίτου: Ήτοι η Ένσταση δεν επιτρέπεται να είναι γενική, αλλά δέον όπως ασκείται κατά συγκεκριµένης περίπτωσης εγγραφής, ενώ η δυνατότητα παραδεκτής σώρευσης περισσοτέρων συγκεκριµένων περιπτώσεων στην ίδια Ένσταση κρίνεται αµφίβολη και πρέπει να αποφευχθεί προς αποφυγή απαραδέκτου.
Κτηµάτων (ΓΣ∆Κ), οι οποίες στη συνέχεια έγιναν εν όλω ή εν µέρει (π.χ. διατασσόταν, σε πρώτη φάση, η καταγραφή µέρους των εν λόγω ακινήτων, λ.χ. τα άκτιστα κλπ) αποδεκτές
µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, όπως συνέβη στα γνωστά µε τις ονοµασίες
«Βεϊκου», «Νάστου», «Καραπάνου» δηµόσια κτήµατα κλπ
Το Νοµικό Συµβούλιο απεφάνθη ότι, ως προς τα ακίνητα αυτά, το ∆ηµόσιο θα πρέπει να υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας για την έκταση ως προς την οποία εν τέλει έγινε αποδεκτή η γνωµοδότηση του ΓΣ∆Κ. Υπογράµµισε, όµως, ότι δεν αποκλείεται η υποβολή τέτοιας δηλώσεως από µέρους του ∆ηµοσίου να δηµιουργήσει έντονα κοινωνικά προβλήµατα, υπαινισσόµενο σαφώς εκείνες τις περιπτώσεις δηµοσίων κτηµάτων, τα οποία η ∆ιοίκηση εντάσσει στο σχέδιο πόλεως, προκαλώντας την εύλογη και δικαιολογηµένη εµπιστοσύνη των ιδιωτών, ούσα βέβαιη δεν πρόκειται να απωλέσει τα δικαιώµατά της λόγω του απαραγράπτου τους76 και σηµειώνοντας ότι η αντιµετώπιση του επαπειλούµενου κοινωνικού προβλήµατος και του κύµατος αντιδράσεων, που µετά βεβαιότητας θα προκληθούν σε περίπτωση υποβολής δηλώσεως από µέρους του ∆ηµοσίου για τις ανωτέρω περιοχές, εκφεύγει των αρµοδιοτήτων του και θα πρέπει να τεθεί υπ’ όψιν του αρµοδίου Υπουργού Οικονοµικών.
Με τον τρόπο αυτό, το Νοµικό Συµβούλιο επεσήµανε το νοµοθετικό κενό, το οποίο έπρεπε να καλυφθεί επειγόντως ενόψει της επικείµενης θέσεως σε ισχύ του Εθνικού Κτηµατολογίου και το οποίο ανέκυψε λόγω της µεταβολής των επικρατουσών συνθηκών και των ισορροπιών στις σχέσεις ∆ηµοσίου - ιδιωτών: Προστασίας δεν έχρηζε πλέον το ∆ηµόσιο από τους άµεσους καταπατητές των δηµοσίων κτηµάτων, οι οποίοι επιδίωκαν, µέσω χρησικτησίας, άνευ νοµίµου τίτλου, και εκµεταλλευόµενοι την αντικειµενική αδυναµία του
∆ηµοσίου να γνωρίζει επακριβώς την ακίνητη περιουσία του, να αποκτήσουν δικαίωµα κυριότητας, αλλά, όλως αντιθέτως, προστασίας έχρηζαν πλέον οι καλόπιστοι ιδιώτες, οι οποίοι εµπιστευόµενοι το φαινόµενο δικαίου και νοµιµότητας που η ίδια η ∆ιοίκηση δηµιούργησε, εντάσσοντας ορισµένες περιοχές στο σχέδιο πόλεως, προέβησαν σε νοµότυπες συναλλαγές επί ακινήτων των εν λόγω περιοχών, προκειµένου να αποκτήσουν ιδιωτικά δικαιώµατα: Με αυτόν τον τρόπο η εν λόγω Γνωµοδότηση του Νοµικού Συµβουλίου προετοίµασε, τρόπον τινά, το καινοτόµο άρθρο 4 του Ν. 3127/2003.
Συµπερασµατικώς, η ως άνω Γνωµοδότηση είναι σηµαντικότατη για δύο (2) λόγους:
1) ∆ιότι φαίνεται να δίδει σαφές προβάδισµα στην προεκτεθείσα άποψη της θεωρίας ότι
o κανόνας περί απαραγράπτου των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου ∆ΕΝ εξοπλίζει το τελευταίο και µε
![]() |
76 Όλως χαρακτηριστικώς, οι ευρύτερες περιοχές των ως άνω κτηµάτων «Βεϊκου», «Νάστου», «Καραπάνου»
έχουν από σειρά ετών ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως επί τη βάσει διοικητικών πράξεων, νοµίµως εκδοθεισών υπό της
∆ιοικήσεως και έχουν αποτελέσει αντικείµενο ιδιωτικών δικαιωµάτων ιδιωτών, οι οποίοι συνηλλάγησαν εµπιστευόµενοι ακριβώς αυτό το φαινόµενο δικαίου και νοµιµότητας, µε αποτέλεσµα τυχόν προβολή δικαιωµάτων από µέρους του ∆ηµοσίου να προκαλέσει µείζον κοινωνικό ζήτηµα.
ένα «γενικό τεκµήριο κυριότητας», ως αυτό αναλύθηκε ανωτέρω και υποστηρίχθηκε από µέρος της θεωρίας.
2) ∆ιότι καθιστά σαφές ότι σε οποιαδήποτε διαδικασία (δικαστική ή διοικητική, όπως π.χ. η διαδικασία ενώπιον του Γ.Σ.∆.Κ. ή η διαδικασία κτηµατογράφησης) όπου κρίνεται – επιλύεται, πρωτίστως ή παρεµπιπτόντως, έριδα µεταξύ ιδιώτη και ∆ηµοσίου ως προς την κυριότητα ορισµένου ακινήτου, το ∆ηµόσιον δέον όπως αποδεικνύει θετικά το επικαλούµενο από αυτό δικαίωµα, µη αρκούσης απλώς της από µέρους του επικλήσεως τυχόν ελλείψεων των (αποδεικτικών της κυριότητας) στοιχείων που επικαλείται ο ιδιώτης, από τις οποίες ελλείψεις ουδόλως και καθ’ οιονδήποτε τρόπο τεκµαίρεται η ύπαρξη δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου, εκτός εάν υφίσταται ειδική νοµοθετική διάταξη, θεσπίζουσα διαδικαστικό προνόµιο του ∆ηµοσίου υπό τη µορφή της επιρρίψεως του βάρους αποδείξεως στον ιδιώτη, ανεξαρτήτως της δικονοµικής του θέσεως77.
IV. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: Η ΤΟΜΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 Ν. 3127/2003
IV. Α. Το κείµενο του νόµου
Στο προ-παρατεθέν πλαίσιο και µετά τη διαπίστωση του υπαρκτού νοµοθετικού κενού από το σύνολο του νοµικού κόσµου, θεσπίστηκε ο Ν. 3127/2003 περί «Τροποποιήσεως και συµπλήρωσης των νόµων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηµατογράφηση και το Εθνικό Κτηµατολόγιο και άλλες διατάξεις», στο άρθρο 4 του οποίου προβλέπονται τα εξής:
«1. Σε ακίνητο που βρίσκεται µέσα στο σχέδιο πόλεως ή µέσα σε οικισµό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή µέσα σε οικισµό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νοµέας του θεωρείται κύριος έναντι του ∆ηµοσίου, εφόσον:
α) νέµεται, µέχρι την έναρξη ισχύος του νόµου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, µε νόµιµο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και µεταγραφεί µετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νοµής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή
β) νέµεται, µέχρι την έναρξη ισχύος του νόµου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστηµα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νοµής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νοµής που ορίζεται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ προσµετράται και ο χρόνος νοµής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε µε τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νοµέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ.
![]() |
77 Ως αναφέρθηκε ανωτέρω αναφορικά µε τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, ως προς τα οποία ισχύει µαχητό τεκµήριο κυριότητας, υπό την έννοια της µεταστροφής του βάρους αποδείξεως σε βάρος του ιδιώτη και υπέρ του Ελληνικού ∆ηµοσίου.
2. Οι διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου εφαρµόζονται για ακίνητο εµβαδού µέχρι
2.000 τ.µ. Για ενιαίο ακίνητο εµβαδού µεγαλύτερου των 2.000 τ.µ., οι διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου εφαρµόζονται µόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσµα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόµησης στην περιοχή».
Περαιτέρω, σύµφωνα µε τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, αποφάσεις που εκδόθηκαν από τις επιτροπές ενστάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 6, 7 και 10 Ν. 2308/1995, µε τις οποίες αναγνωρίζονται δικαιώµατα του ∆ηµοσίου σε ακίνητα που εµπίπτουν στην ως άνω παρ. 1, επανεξετάζονται εντός τριών (3) µηνών από την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003 (19-03-2003), καθοριζοµένης µε απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και ∆ηµοσίων Έργων της διαδικασίας επανεξέτασης και κάθε άλλης αναγκαίας λεπτοµέρειας για την εφαρµογή της οικείας παραγράφου78.
Σύµφωνα άλλωστε µε το άρθρο 9 παρ. 1 του ιδίου Νόµου «Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δηµοσίευσή του στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί
µέρους διατάξεις του.»
IV. Β. Οι τελευταίες τροποποιήσεις του κειµένου του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 πριν την ψήφισή του υπό την τελική µορφή του και οι απόψεις που διατυπώθηκαν από τα µέλη της Βουλής των Ελλήνων αναφορικά µε την επίµαχη διάταξη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα επίσηµα στοιχεία των Πρακτικών Συνεδριάσεως της Βουλής των Ελλήνων της 26ης-02-200379, τα οποία συνιστούν ένα ερµηνευτικό βοήθηµα για την κατανόηση των δικαιοπολιτικών λόγων που οδήγησαν εν τέλει στην εισαγωγή της εν λόγω διατάξεως.
Ειδικότερα:
![]() |
78 Βλ. ∆ηµητρίου Β. Αργυρίου, ό. αν., σελ. 53-54: Κατ’ εξουσιοδότηση της εν λόγω διατάξεως, εκδόθηκε η υπ’ αριθµόν 20242/19.05-29.05.2003 Υπουργική Απόφαση, σύµφωνα µε την οποία οι αποφάσεις των επιτροπών ενστάσεων των Ν. 2308/1995, εκδοθείσες πριν τη θέση σε ισχύ του Ν. 3127/2003, µε τις οποίες αναγνωρίστηκαν δικαιώµατα του ∆ηµοσίου επί ακινήτων εµπίπτοντων στις διατάξεις της παρ. 1 Ν. 3127/2003, επανεξετάζονται µετά από αίτηση οποιουδήποτε από τους αρχικούς διαδίκους έχει έννοµο συµφέρον βάσει των διατάξεων του άρ. 4 Ν. 3127/2003, η οποία αίτηση υποβάλλεται στο αρµόδιο γραφείο κτηµατογράφησης. Την επανεξέταση των αποφάσεων µπορεί να ζητήσει και το αρµόδιο γραφείο κτηµατογράφησης, µε αίτηση υποβαλλόµενη προς τον Ο.Κ.Χ.Ε. Για την επανεξέταση της απόφασης αρµόδια είναι η επιτροπή που την εξέδωσε. Σε περίπτωση κωλύµατος τακτικού, αλλά και του αναπληρωµατικού αυτού µέλους της, ο Ο.Κ.Χ.Ε. ορίζει νέο µέλος, επαγγελµατικής ιδιότητας ανάλογης προς αυτήν του κωλυόµενου, το οποίο και επιλέγει από το σύνολο των µελών των επιτροπών της συγκεκριµένης, υπό κτηµατογράφηση περιοχής και, σε περίπτωση αδυναµίας, οποιασδήποτε άλλης υπό κτηµατογράφηση περιοχής.
79 Βλ. Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, Συνεδρίαση της 26ης-02-2003, σελ. 7 επ. (επί του άρθρου 4 Ν. 3127/2003), δηµοσιευµένα στο βιβλίο του Αναστασίου Ι. Τάχου, Κτήση κυριότητας επί δηµοσίων κτηµάτων και προστασία της βιοµηχανίας και της βιοτεχνίας (ερµηνεία του αρ. 4, Ν. 3127/2003), Σάκκουλας Αθήνα –
Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 109-112
α) Οι τελευταίες Προσθήκες – Αναδιατυπώσεις που πραγµατοποιήθηκαν στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου 4 ήταν οι κάτωθι:
- Αντί «το ∆ηµόσιο δεν επιτρέπεται να προβάλει δικαίωµα κυριότητας και ο νοµέας του ακινήτου θεωρείται κύριος» ετέθησαν οι λέξεις «ο νοµέας θεωρείται κύριος».
Με την εν λόγω λεπτή παρέµβαση στη λεκτική διατύπωση του άρθρου, επετεύχθη αποτελεσµατικότερα ο θεµελιώδης στόχος του, αλλά και κατέστη σαφέστερος ο σκοπός της θεσπίσεώς του, ήτοι η ρητή και αδιαµφισβήτητη απόκτηση της κυριότητας από µέρους του ιδιώτη εν περιπτώσει συνδροµής των αναφεροµένων στο άρθρο προϋποθέσεων, δίχως να υπονοείται καθ’ οιονδήποτε τρόπο η διατήρηση αντιστοίχου δικαιώµατος από µέρους του
∆ηµοσίου: Το νόηµα της διάταξης δεν είναι ότι το ∆ηµόσιο απλά δεν επιτρέπεται να προβάλει το δικαίωµα κυριότητάς του, διότι το δικαίωµα αυτό κατέστη ανενεργό, αλλά ότι το ∆ηµόσιο έχει απωλέσει το δικαίωµα κυριότητάς του, και µάλιστα, εξ αποκλειστικής υπαιτιότητάς του, υπέρ του νοµέα ιδιώτη.
- Αντί «καλοπίστως και αδιατάρακτος για χρονικό διάστηµα τριάντα ετών» ετέθη στο άρθρο 4, παρ. 1 περ. β΄, µε την οποία εισήχθη µία µορφή έκτακτης χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου, «αδιαταράκτως για χρονικό διάστηµα τριάντα ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νοµής βρισκόταν σε κακή πίστη.»
∆ιευκρινίζεται ότι σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και µε τις δύο (αρχική και τελική) λεκτικές διατυπώσεις, θεωρείται προστατευτέος µε την εν λόγω διάταξη ΜΟΝΟ ο καλόπιστος, κατ’ άρθρα 1042 – 1044 Α.Κ., νοµέας.
Όµως, εάν είχε υιοθετηθεί η αρχική διατύπωση της διατάξεως, τότε:
i) το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως της προϋποθέσεως της καλής του πίστης θα έφερε ο ίδιος ο ιδιώτης - νοµέας, ο οποίος, προκειµένου να θεµελιώσει την από µέρους του κτήση κυριότητας έναντι του Ελληνικού ∆ηµοσίου, µε την προβλεπόµενη στην περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 µορφή έκτακτης χρησικτησίας, θα έπρεπε να επικαλεστεί και να αποδείξει όχι µόνο το αδιατάρακτο της νοµής του επί του δηµοσίου ακινήτου, και δη επί τριακονταετίας, αλλά και την καλή του πίστη, ενώ, έτι περαιτέρω,
ii) θα µπορούσε να δηµιουργηθεί η εντύπωση ότι η έκτακτη αυτή µορφή χρησικτησίας απαιτεί τη συνδροµή της καλής πίστης του ιδιώτη - νοµέα δηµόσιου κτήµατος καθ’ όλη της διάρκεια της τριακονταετούς νοµής του, γεγονός το οποίο θα συνεπαγόταν πλήρη, υπέρ του
∆ηµοσίου, διαφοροποίηση τόσο από τα προβλεπόµενα στο άρθρο 1044 Α.Κ., σύµφωνα µε το οποίο «Η καλή πίστη πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της απόκτησης της νοµής. Η µεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει.», όσο και από την προβλεπόµενη στην περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου µορφή τακτικής χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου, η διατύπωση της
οποίας είχε εξ αρχής ως εξής «…νέµεται…αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη…, εκτός αν κατά την κτήση της νοµής βρισκόταν σε κακή πίστη».
Αντιθέτως, υπό την τελική διατύπωση της περίπτωσης β΄, παρ. 1, άρθρου 4 Ν. 3127/2003, η οποία τελεί, έτσι, σε απόλυτη σύµπνοια της µε τη διατύπωση της περίπτωσης α΄, παρ. 1, άρθρου 4 Ν. 3127/2003 κατέστη σαφές ότι πλέον και στις δύο (2) περιπτώσεις χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 4 Ν. 3127/2003:
i) το βάρος της αµφισβητήσεως της καλής πίστης του ιδιώτη κατά την κτήση του ακινήτου, αλλά και της αποδείξεως της κακής του πίστεως κατά το χρονικό αυτό σηµείο φέρει το Ελληνικό ∆ηµόσιο, παρεχοµένης ως εκ τούτου µίας σχετικής δικονοµικής διευκολύνσεως στους ιδιώτες, και
ii) η καλή πίστη, ως προϋπόθεση θεµελιωτική της κτήσεως δικαιώµατος κυριότητας µε χρησικτησία, αρκεί να συντρέχει κατά το χρονικό σηµείο κτήσεως της νοµής από µέρους του ιδιώτη, αδιαφόρως εάν αυτός κατέστη κακόπιστος σε µεταγενέστερο της κτήσεως χρονικό σηµείο, συµµορφούµενης, έτσι, πλήρως της διατάξεως του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, στο σύνολό της, προς τις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε και µε τη ρητή παραποµπή, εν συνεχεία, του νοµοθέτη στο άρθρο 1042 Α.Κ. ως προς την έννοια της καλής – κακής πίστεως.
- Στο τέλος της παραγράφου προσετέθη εδάφιο που είχε ως εξής: «Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νοµέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρο 1042 του Α.Κ.», µε το οποίο, σύµφωνα µε τα ανωτέρω, κατέστη σαφές, πέραν οιασδήποτε αµφιβολίας, ότι η έννοια της καλής και κακής πίστεως του νοµέα ακινήτου θα κρίνεται σύµφωνα µε τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικος, µη προβλεποµένης, εν προκειµένω, οιασδήποτε αποκλίσεως υπέρ του Ελληνικού ∆ηµοσίου80.
β) Είναι επίσης χαρακτηριστικές οι εγκωµιαστικές τοποθετήσεις ορισµένων µελών της Ελληνικής Βουλής για το επίµαχο άρθρο 4 Ν. 3127/2003 κατά την ως άνω συνεδρίαση, κάποιες από τις οποίες παρατίθενται επακριβώς κατωτέρω:
- «Έτσι φθάσαµε σήµερα το 39% των αστικών δηµοσίων κτηµάτων να είναι καταπατηµένο όπως επίσης και το 61% περίπου να είναι περιχαρακωµένα πίσω από την αναποτελεσµατική ασφάλεια του απαραγράπτου των δικαιωµάτων του δηµοσίου και του νοµικού κανόνα ότι στο δηµόσιο ανήκει κάθε τι που δεν ανήκει σε άλλους» 81.
![]() |
80 Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό. αν., σελ. 109 (απόσπασµα των πρακτικών της συνεδριάσεως Βουλής των Ελλήνων στις 26-02-2003)
81 Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό. αν, σελ. 109 (απόσπασµα των πρακτικών της συνεδριάσεως Βουλής των Ελλήνων στις 26-02-2003), τοποθέτηση Ν. Λέγκα
Σχολιασµός: Η εν λόγω τοποθέτηση αντικατοπτρίζει πράγµατι την αντικειµενική αλήθεια, αναφορικά µε το, έως την εισαγωγή του σχολιαζόµενου άρθρου, ισχύον καθεστώς των αστικών δηµοσίων κτηµάτων: Αναµφισβήτητα υπήρχαν καταπατητές, οι οποίοι, εκµεταλλεύθηκαν την αντικειµενική αδυναµία του Ελληνικού ∆ηµοσίου να εντοπίζει επακριβώς και, συνεπώς, να προστατεύει αποτελεσµατικά, την ανήκουσα σε αυτό ακίνητη περιουσία, ιδίως κατά την περίοδο κατά την οποία αυτό ήταν νεοσύστατο και υστερούσε σε επίπεδο πολιτειακής οργανώσεως, και αποπειράθηκαν, µέσω της διόδου της χρησικτησίας, να θεµελιώσουν δικαίωµα κυριότητας επ’ αυτών. Αυτό δε ακριβώς το φαινόµενο των καταπατήσεων των δηµοσίων κτηµάτων υπήρξε ο δικαιοπολιτικός λόγος για τη θέσπιση αφενός µεν του νοµικού πλάσµατος νοµής επί των εν λόγω κτηµάτων υπέρ του ∆ηµοσίου, αφετέρου δε του απαραγράπτου των δικαιωµάτων του.
Πλην, όµως, ως παρατηρείται ανωτέρω, σήµερα, το ποσοστό των πράγµατι καταπατηµένων αστικών δηµοσίων κτηµάτων είναι όλως περιορισµένο (39%), σε σχέση µε το υπόλοιπο ποσοστό των δηµοσίων γαιών (61%), οι οποίες απλά παραµένουν περιχαρακωµένες πίσω από το αναποτελεσµατικό απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου. Μάλιστα, σε σηµαντικό µέρος, οι ανήκουσες στο υπόλοιπο αυτό ποσοστό (61%) γαίες έχουν αποτελέσει αντικείµενο δικαιωµάτων ιδιωτών, µε τη ρητή συναίνεση - έγκριση της ίδιας της ∆ιοικήσεως, η οποία τις ενέταξε στο σχέδιο πόλεως µε νόµιµα εκδοθείσες διοικητικές πράξεις της, δηµιουργώντας, έτσι, ένα φαινόµενο δικαίου και νοµιµότητας και προκαλώντας τη δικαιολογηµένη εµπιστοσύνη των διοικουµένων.
Σε αυτές ακριβώς τις περιπτώσεις (και οι οποίες ακριβώς περιελήφθησαν στην ευνοϊκή ρύθµιση του άρθρο 4 Ν. 3127/2003), όπου το ίδιο το Κράτος, αυτοβούλως, προέτρεψε την ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και ιδιοκτησίας, προκειµένου να επωφεληθεί εκ της εισπράξεως των σχετικών τελών και εισφορών των ιδιωτικών συναλλαγών σε ευρύτερες περιοχές, είναι απαράδεκτη η επίκληση υπό του Ελληνικού Κράτους του απαραγράπτου των δικαιωµάτων του, καθιερωµένου νοµοθετικά σε πολύ προγενέστερο χρονικό σηµείο και υπό το καθεστώς παντελώς διαφορετικών συνθηκών.
- «Πράγµατι, το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του δηµοσίου αµφισβητείται µε αυτή τη διάταξη. Έχει αµφισβητηθεί και σε προηγούµενες περιπτώσεις, όπως ανέφερα, για επιµέρους λύση θεµάτων µε πολύ πιο επιεική τρόπο απ’ αυτόν που λέµε εµείς σήµερα για τα 30 χρόνια. Εάν, όµως, δεν προχωρήσουµε σ’ αυτή τη ρύθµιση, δεν µπορούµε να κάνουµε κτηµατολόγιο.» 82
![]() |
82 Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό. αν σελ. 110 (απόσπασµα των πρακτικών της συνεδριάσεως Βουλής των Ελλήνων στις 26-02-2003), τοποθέτηση Υπουργού Β. Παπανδρέου
Σχολιασµός: Είναι εµφανής ο προβληµατισµός που δηµιουργήθηκε µε την έναρξη της διαδικασίας κτηµατογραφήσεως και τη διενέργεια των πρώτων εγγραφών σε ορισµένες, και ήδη πλέον σήµερα σε ευρύτερες, περιοχές της Επικράτειας.
Ενόψει:
- αφενός µεν των αποκλειστικών προθεσµιών που προβλέπουν οι Νόµοι περί Εθνικού Κτηµατολογίου (κυρίως οι Ν. 2308/1995, 2664/1998) για την άσκηση των δικαιωµάτων:
i) υποβολής των δηλώσεων ιδιοκτησίας,
ii) υποβολής ενστάσεων κατά των προσωρινών καταχωρήσεων και
iii) εγέρσεως αγωγών αµφισβητήσεως - προσβολής των, µη οριστικοποιηµένων ακόµη, πρώτων (α΄) κτηµατολογικών εγγραφών,
- αφετέρου δε του γεγονότος ότι, µετά την άπρακτη πάροδο των ανωτέρω προθεσµιών, δηµιουργείται αµάχητο τεκµήριο περί της ορθότητας των πρώτων εγγραφών (το οποίο ισχύει τόσο υπέρ όσο και κατά του Ελληνικού ∆ηµοσίου),
κατέστη σαφές ότι το ∆ηµόσιο θα στερείται πλέον, µετά την οριστικοποίηση και, συνεπώς, το απρόσβλητο των πρώτων (α΄) εγγραφών, τη δυνατότητα να επικαλεστεί το απαράγραπτο των εµπραγµάτων δικαιωµάτων του επί ακινήτων, ως προς τα οποία θα έχουν έχουν υποβληθεί δηλώσεις ιδιοκτησίας από ιδιώτες.
Ειδικότερα:
Κατά την κρατούσα και ορθότερη δογµατικά άποψη, µετά την πάροδο της νόµιµης προθεσµίας για την προσβολή των πρώτων κτηµατολογικών εγγραφών, η εµπράγµατη κατάσταση ταυτίζεται µε την απεικονιζόµενη στο κτηµατικό βιβλίο, υπό την έννοια ότι η οριστικοποιηµένη πρώτη εγγραφή συνιστά τρόπο πρωτότυπης κτήσης δικαιώµατος κυριότητας υπέρ του αναγραφόµενου ως δικαιούχου83. Η θυσία αυτή του εµπραγµάτου δικαιώµατος του αληθούς, πλην όµως µη εγγεγραµµένου δικαιούχου, ήτοι εν προκειµένω του ∆ηµοσίου, εξυπηρετεί την αναγκαιότητα διαµόρφωσης σταθερού υποβάθρου του θεσµού του Κτηµατολογίου, χωρίς να εκδηλώνεται νοµοθετική βούληση για πορισµό περιουσιακής ωφέλειας στους αναγραφόµενους84. Συνεπώς, το αµάχητο τεκµήριο των πρώτων εγγραφών
![]() |
83 Βλ. Ζαφειρίου Ν. Τσολακίδη, Ακύρωση δικαιοπραξίας µε αντικείµενο ακίνητο και προστασία των τρίτων κατά το σύστηµα µεταγραφών και κατά το Εθνικό Κτηµατολόγιο, Αντ. Ν. Σάκκουλα 2003, σελ. 228-231
84 Τούτο άλλωστε καθίσταται πρόδηλο από το γεγονός ότι ο νοµοθέτης δεν θεωρεί την πρώτη εγγραφή ως αυτοτελή
causa διατήρησης του πλουτισµού που η εµπράγµατη µεταβολή προκαλεί και παρέχει στον έως την οριστικοποίηση δικαιούχο αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισµού (άρθρο 7παρ. 2 εδ. β ν. 2664/1998). Είναι προφανής η οµοιότητα µε τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο νοµοθέτης, για την εξυπηρέτηση γενικότερων σκοπιµοτήτων, µεταβάλλει τις τυπικές εµπράγµατες σχέσεις χωρίς να θάλπει και ουσιαστικές περιουσιακές µετακινήσεις (ΑΛ 1056 επ, 1063).
Βέβαια, έχει διατυπωθεί ως κριτική ότι όπου ο νόµος προβλέπει πρωτότυπο τρόπο κτήση κυριότητας αποκλείει την ανατροπή της συντελεσθείσης εµπράγµατης µεταβολής µέσω της άσκησης ενοχικών αξιώσεων (βλ. ΑΚ 1063), πράγµα που δεν συµβαίνει στο άρθρο 7 του ν. 2664/1998, αφού είναι δυνατή η αναµεταβίβαση του δικαιώµατος στον αληθή κύριο. Όµως, θα ήταν ακριβέστερο να τονίσουµε ότι αποκλείεται η ανατροπή της εµπράγµατης κατάστασης στο βαθµό που αυτή θίγει τον απώτερο σκοπό του νοµοθέτη. Έστι, στις περιπτώσεις των ΑΚ 1057 επ. προέχων σκοπός είναι η διατήρηση της οικονοµικής ενότητας του αντικειµένου, που προφανώς δεν είναι δυνατόν
συνιστά επί της ουσίας κανόνα που καθορίζει εν τέλει τον φορέα του εµπράγµατου δικαιώµατος της κυριότητας.
Κατ’ άλλη άποψη85, µετά την οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών επέρχεται απλά απόσβεση των εµπράγµατων αξιώσεων του αληθούς δικαιούχου υπέρ του ανακριβώς εγγεγραµµένου86. Ο αληθής δικαιούχος στερείται πλήρως του δικαιώµατός του µόνο εφόσον ο ανακριβώς εγγεγραµµένος µεταβιβάσει το ακίνητο σε τρίτο ή εφόσον συµπληρώσει στο πρόσωπό του το χρόνο της χρησικτησίας: Έως τότε, ο ανακριβώς εγγεγραµµένος αποκτά µόνο δικαίωµα προσδοκίας να αποκτήσει το εγγραπτέο δικαίωµα µε χρησικτησία87. Βέβαια, ειδικά για την περίπτωση που αληθής δικαιούχος τυγχάνει το Ελληνικό ∆ηµόσιο, η απόσβεση των εµπράγµατων αξιώσεών του δεν θα µπορεί να οδηγήσει, κατά την ελεγχόµενη άποψη, σε συνδυασµό µε τις διατάξεις περί χρησικτησίας, σε κτήση κυριότητας του δηµοσίου κτήµατος από τον ανακριβώς εγγεγραµµένο, λόγω ακριβώς του ανεπίδεκτου της χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου.
Και υπό τις δύο (2) όµως ανωτέρω απόψεις, το ∆ηµόσιο διατηρεί κατά του ανακριβώς εγγεγραµµένου, στο βαθµό που ο τελευταίος δεν έχει προβεί σε περαιτέρω διάθεση του ακινήτου
![]() |
µετά την οριστικοποίηση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, την ενοχική αγωγή (περί αποδόσεως του αδικαιολόγητου πλουτισµού) του άρθρου 7 παρ. 2 Ν. 2664/1998, µε την οποία και θα δικαιούται να ζητήσει την in natura απόδοση του πλουτισµού, ήτοι επί της ουσίας την
να συµβιβαστεί µε την αποκατάσταση των πραγµάτων στην προτέρα κατάσταση. Αντιθέτως, ο σκοπός του νοµοθέτη για διασφάλιση σταθερού υποβάθρου για τις επιγενόµενες κτηµατολογικές εγγραφές δεν θίγεται από τη δυνατότητα ανάκτησης του εγγραπτέου δικαιώµατος από τον αρχικό δικαιούχο, αφού αυτή δεν θα επιτευχθεί µε διόρθωση, αλλά µε επιγενόµενη εγγραφή. Βλ. Ζαφειρίου Ν. Τσολακίδη, ό. αν., σελ. 228-233.
85 Βλ. Λάµπρου Ι. Κιτσαρά, Οι πρώτες εγγραφές στο Εθνικό Κτηµατολόγιο, Π.Ν. Σάκκουλας ∆ίκαιο & Οικονοµία
2001, σελ. 230 επ. κοινόχρηστου), τότε ο τρίτος αποκτά κυριότητα κατ’ εφαρµογή των διατάξεων περί καλόπιστης κτήσης.
86 Βέβαια, είναι πράγµατι δυσχερές να να φανταστεί κανείς ποιές εξουσίες αποµένουν στον αληθή δικαιούχο εάν υποστηριχθεί ότι ο αναγραφόµενος ως δικαιούχος δεν αποκτά µε την οριστικοποίηση της εγγραφής το δικαίωµα: Ο
µη αναγραφόµενος αληθής δικαιούχος σίγουρα δεν θα έχει εµπράγµατες αξιώσεις κατά του εγγεγραµµένου και κατά τρίτων, καθώς το αµάχητο τεκµήριο θα λειτουργεί υπέρ του εκάστοτε εναγοµένου και εναντίον του, µε αποτέλεσµα να αδυνατεί να αποδείξει τη βάση της αγωγής του. Επίσης, δεν θα έχει τη δυνατότητα χρήσης ή κάρπωσης του ακινήτου, αφού ο ανακριβώς εγγεγραµµένος, ως κύριος, θα µπορούσε να επιτύχει την απόδοση επικαλούµενος το υπέρ αυτού αµάχητο τεκµήριο δικαιούχου. Αλλά ούτε και δυνατότητα διάθεσης θα έχει ο αληθής πλην µη εγγεγραµµένος δικαιούχος, αφού κατά τον έλεγχο νοµιµότητας του άρθρου 16 ν. 2664/1998 πρέπει να διακριβωθεί αν ο διαθέτων το δικαίωµα είναι εγγεγραµµένος ως δικαιούχος. Έτσι, καθίσταται σαφής η αποψίλωση του αληθούς δικαιούχου από κάθε νοητή εξουσία προς όφελος του εγγεγραµµένου, µε αποτέλεσµα να καθίσταται αµφίβολο το εάν καταλείπεται κάοιος πυρήνας του οποίου φορέας να είναι ο µη εγγεγραµµένος, αληθής δικαιούχος.
87 Κατά την ελεγχόµενη και µη κρατούσα άποψη, η έννοµη κατάσταση µετά την οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών οµοιάζει αποφασιστικά µε αυτήν που δηµιουργείται µετά την πάροδο της προθεσµίας του άρθρου 1020
Κπολ∆ για τη διεκδίκηση εκπλειστηριασθέντος ακινήτου από τον αληθή δικαιούχο κατά του υπερθεµατιστή. Ειδικότερα, η ολοµέλεια του Αρείου Πάγου (Ολ ΑΠ 25/1993 ΝοΒ 1994, σελ. 978 επ) έχει νοµολογήσει κατά πλειοψηφία ότι ούτε ο κύριος χάνει, ούτε ο υπερθεµατιστής αποκτά την κυριότητα του ακινήτου. Ο τελευταίος έχει τη δυνατότητα να αποκρούσει την αγωγή του κυρίου, αλλά αποκτά κυριότητα µόνο όταν συντρέξουν οι προϋποθέσεις της χρησικτησίας. Βέβαια, η άποψη του ακυρωτικού έχει συναντήσει σοβαρές αντιρρήσεις (Βλ. Γέσιου – Φαλτσή, ∆ίκιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Ειδικό Μέρος, σελ. 511-512, Μπέης, Παρατηρήσεις στην ΑΠ 25/1993, ∆ τ. 25 (1994), ιδίως ως προς το αν είναι δογµατικά συνεπές και σκόπιµο να αναγνωρίζεται µία κυριότητα αποψιλωµένη από τις ουσιωδέστερες εξουσίες της, παράλληλα µε µία έννοµη θέση που συγκεντρώνει µεν τις εξουσίες αυτές, συνιστά όµως θεωρητικά µόνο έµσταση κατά του αληθούς κυρίου. – Βλ. Ζαφειρίου Ν. Τσολακίδη, ό. αν., σελ. 231
απόδοση σε αυτό του ακινήτου88. Όµως, εάν µετά την οριστικοποίηση της ανακριβούς πρώτης (α΄) εγγραφής, ο ανακριβώς εγγεγραµµένος µεταβιβάσει το ακίνητο σε τρίτο, από επαχθή αιτία, τότε στο µέτρο που πρόκειται για ακίνητο δεκτικό ιδιωτικής κυριότητας (και ανεξαρτήτως του ενδεχόµενου κοινόχρηστου χαρακτήρα του ακινήτου, όπως λ.χ. στην περίπτωση ιδιωτικού δάσους), η διάθεση αυτή, σε συνδυασµό µε το αµάχητο κτηµατολογικό τεκµήριο των πρώτων (α΄) εγγραφών, θα οδηγήσει σε κτήση κυριότητας επί του δηµοσίου κτήµατος από τον αποκτώντα τρίτο, αποστερώντας ουσιαστικά από το ∆ηµόσιο τη δυνατότητα διεκδικήσεώς του.
∆εδοµένων των ανωτέρω, ήταν ορατός ο κίνδυνος, της άµεσης (ήτοι εντός των αποκλειστικών προθεσµιών και κατά τα τρία προεκτεθέντα στάδια) προβολής υπό του
∆ηµοσίου, των απαράγραπτων µέχρι πρότινος δικαιωµάτων του (τα οποία το ∆ηµόσιο είχε εκ του νόµου τη δυνατότητα να επικαλεσθεί οποτεδήποτε, και, ως εκ τούτου, ουδέποτε κατέβαλε οποιαδήποτε προσπάθεια να εντοπίσει και αποσαφηνίσει, άµεσα ή έστω εντός ευλόγου χρόνου, την ακίνητη περιουσία του, ως όφειλε χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών και της προστασίας των καλόπιστων πολιτών), προκειµένου να αποκλείσει το ενδεχόµενο της απώλειας των εµπράγµατων δικαιωµάτων του µετά την οριστικοποίηση των πρώτων (α΄) εγγραφών, ακόµη και σε περιοχές, όπου η ίδια η ∆ιοίκηση είχε προτρέψει και επιτρέψει τη νοµότυπη θεµελίωση ιδιωτικών δικαιωµάτων, γεγονός το οποίο θα οδηγούσε σε αναπόφευκτο σαµποτάζ του εγχειρήµατος του Κτηµατολογίου.
Ως εκ των άνω, ήταν σωστή η τοποθέτηση της Υπουργού ΥΠΕΧΩ∆Ε ότι χωρίς την υπό σχολιασµό ρύθµιση δεν θα µπορούσε κατ’ αρχάς να εισαχθεί και, εν συνεχεία, να λειτουργήσει το Εθνικό Κτηµατολόγιο.
- «Η κατάργηση (απλά και µόνο) του τεκµηρίου κυριότητας (χωρίς την παράλληλη αντιµετώπιση και του ζητήµατος του απαραγράπτου των δικαιωµάτων του Ελληνικού
∆ηµοσίου) δεν λύνει το πρόβληµα. Ναι, µεν σε µία δίκη θα εξίσωνε δικονοµικά τον ιδιώτη και το δηµόσιο, αλλά δεν θα παρεµπόδιζε ούτε τη δίκη, αλλά και δεν θα συνέβαλε στην ουσιαστική νοµική προστασία εκείνων των πραγµατικών καταστάσεων που είναι άξιες προστασίας.
Για τις περιπτώσεις εκείνες που το δηµόσιο θα µπορούσε να αποδείξει ότι κάποτε, έστω και πριν από εκατό χρόνια, απέκτησε την κυριότητα σε κάποιο ακίνητο, το απαράγραπτο του δικαιώµατός του θα εµπόδιζε και πάλι την κτήση κυριότητας από τους καλόπιστους ιδιώτες.»89
![]() |
88 Μάλιστα, κατά τη δεύτερη και µη κρατούσα από τις ανωτέρω απόψεις (Βλ. Λάµπρου Ι. Κιτσαρά, ό. αν., σελ. 232) το ∆ηµόσιο, παρά την κατ’ αρχήν απόσβεση των εµπραγµάτων αξιώσεών του, µπορεί να υποβάλει οποτεδήποτε την ενοχική αυτή αγωγή, (ακόµη και µετά την πάροδο της εικοσαετίας, υπό την επιφύλαξη, βέβαια, πάντοτε του άρθρου
281 Α.Κ.), χωρίς να κινδυνεύει να αποκρουσθεί µε την ένσταση παραγραφής της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισµού, καθώς η ενοχική του αυτή αξίωση, ως αποσκοπούσα στην αυτούσια ικανοποίηση της διαταραχθείσης εµπράγµατης σχέσεως του ∆ηµοσίου επί δηµοσίου κτήµατος, καλύπτεται από το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του, καίτοι αυτό περιχαρακώνει κατ’ αρχάς τα εµπράγµατα δικαιώµατά του.
89 Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό. αν., σελ. 111, (απόσπασµα των πρακτικών της συνεδριάσεως Βουλής των Ελλήνων στις 26-02-2003), τοποθέτηση της Υπουργού Β. Παπανδρέου. Θα πρέπει να σηµειωθεί ότι καίτοι γίνεται λόγος για
Σχολιασµός: Πράγµατι, η απλή κατάργηση του νοµικού πλάσµατος – αµάχητου τεκµηρίου νοµής (ορθότερο αντί τεκµηρίου κυριότητας) επί των δηµοσίων κτηµάτων υπέρ του Ελληνικού ∆ηµοσίου, χωρίς την πρόβλεψη συγκεκριµένων προϋποθέσεων περιορισµού – κάµψεως του απαραγράπτου των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου, θα ήταν ατελέσφορη.
∆ιότι, ως ορθώς παρατηρείται, στην περίπτωση της ως άνω φαινοµενικής και µόνο δικονοµικής εξισώσεως ιδιώτη – ∆ηµοσίου σε µία δίκη επί δηµοσίου κτήµατος, θα αρκούσε η από µέρους του τελευταίου απόδειξη ότι είχε αποκτήσει κάποτε, έστω και πριν από εκατό (100) χρόνια, δικαίωµα κυριότητας, το οποίο λόγω του απαραγράπτου των δικαιωµάτων του, θα
µπορούσε να προβάλει οποτεδήποτε, ακυρώνοντας και πάλι τη µεταγενέστερη νοµότυπη κτήση κυριότητας από καλόπιστους ιδιώτες.
- «…, το κράτος όπως σας είπα δεν παραιτείται από τίποτε, αλλά δεν διεκδικεί τίποτε.
∆ηλαδή όταν ζητήσει ο ιδιώτης να αναγνωρίσει ένα δικαίωµα, το κράτος είναι πρόθυµο να το αµφισβητήσει. Αλλά το κράτος να κινήσει διαδικασία να τα πάρει, δεν κινεί ποτέ. Απλώς
µπλοκάρει. Είναι άρνηση. Αυτό πρέπει να λήξει, αρχής γενοµένης από το µεγάλο πρόβληµα του τεκµηρίου ιδιοκτησίας.
Είπαµε, κύριοι συνάδελφοι, ότι κατά τη συζήτηση του Συντάγµατος δεν πετύχαµε αυτό που εγώ ήθελα, αλλά πετύχαµε τουλάχιστον ορισµένα πράγµατα. Ένα από αυτά είναι ότι διευκρινίσθη πως το τεκµήριο ιδιοκτησίας (ενν. του ∆ηµοσίου) δεν προστατεύεται συνταγµατικά. Άρα, εναπόκειται στον κοινό νοµοθέτη. Άρα, είναι δική µας αρµοδιότητα να το αντιµετωπίσουµε.
Εδώ έχουµε έναν περίεργο µαζοχισµό, δηλαδή ευχαριστιόµαστε, όταν κάνουµε δίκες και,
µάλιστα, δίκες που δεν τελειώνουν ποτέ. Το ελληνικό κράτος ακόµη δεν έχει την ευκολία να συµβιβαστεί. Πολλές φορές του δίδει το Νοµικό Συµβούλιο τη δυνατότητα να συµβιβαστεί και ο Υπουργός δεν υπογράφει τον συµβιβασµό, διότι φοβάται µήπως κατηγορηθεί ότι εδέχθη ένα συµβιβασµό. Το κράτος κυνηγά τα πάντα και δεν παίρνει τίποτα, µπλοκάρει τον τόπο χωρίς να έχει τίποτα να ζητήσει σε τελική ανάλυση και τίποτα να κερδίσει και δηµιουργεί αδιέξοδα»90
![]() |
Σχολιασµός: Οι ως άνω παρατηρήσεις είναι καθ’ όλα εύστοχες: ∆εδοµένου ότι το αµάχητο τεκµήριο νοµής (ορθότερο κατά τα προεκτεθέντα αντί του τεκµηρίου ιδιοκτησίας) του
«τεκµήριο κυριότητας» του ∆ηµοσίου, το οποίο σύµφωνα µε την κρατούσα και ορθότερη δογµατικά άποψη δεν προκύπτει από το προϊσχύον νοµοθετικό καθεστώς, επί της ουσίας, η Υπουργός φαίνεται να αναφέρεται στο πλάσµα δικαίου – αµάχητο τεκµήριο νοµής του ∆ηµοσίου επί των δηµοσίων κτηµάτων και, συνεπώς, στο ανεπίδεκτο νοµής τους από ιδιώτη (:αρκεί το ∆ηµόσιο να απέκτησε κάποτε την κυριότητα ορισµένου ακινήτου, οπότε και θεωρείται έκτοτε νοµέας του, ακόµη και αν ∆ΕΝ άσκησε ποτέ οιανδήποτε πράξη νοµής επ’ αυτών ή ακόµη και αν το ακίνητο αυτό ενέµετο ιδιώτης). Αυτό ακριβώς το πλάσµα – αµάχητο τεκµήριο νοµής, σε συνδυασµό µε το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του Ελλ. ∆ηµοσίου, εµπόδιζε µέχρι πρότινος το αντιτάξιµο της χρησικτησίας έναντι του ∆ηµοσίου.
90Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό. αν, σελ. 110 (απόσπασµα των πρακτικών της συνεδριάσεως Βουλής των Ελλήνων στις 26-02-2003), τοποθέτηση Κ. Μητσοτάκη. Και εν προκειµένω ισχύει η αµέσως ανωτέρω υποσηµείωση, σύµφωνα µε την οποία, αντί του κατονοµαζόµενου «τεκµηρίου ιδιοκτησίας», προφανώς, γίνεται λόγος για το αµάχητο τεκµήριο νοµής του Ελληνικού ∆ηµοσίου επί των δηµοσίων κτηµάτων, σε συνδυασµό µε το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του, τα οποία και εµποδίζουν την κτήση της κυριότητάς από τους καλόπιστους ιδιώτες.
∆ηµοσίου δεν χαίρει συνταγµατικής προστασίας, και, ως εκ τούτου, είναι επιδεκτικό νοµοθετικής παρεµβάσεως, το ζητούµενο έγκειτο, εν προκειµένω, στον εντοπισµό των προϋποθέσεων εκείνων, έστω ιδιαιτέρως αυστηρών, εν περιπτώσει συνδροµής των οποίων, θα προκρίνετο η προστασία της ιδιοκτησίας των ιδιωτών έναντι του ∆ηµοσίου, προκειµένου να παύσει, πλέον, ο ως άνω φαύλος κύκλος εντός του οποίου έχει εγκλωβιστεί τόσο το ∆ηµόσιο, όσο και οι ιδιώτες και να αποδοθεί ουσιαστική, κοινωνική ∆ικαιοσύνη.
Ακριβώς στο ίδιο πνεύµα κινούνται και οι ακόλουθες δύο (2) τοποθετήσεις:
- «Εγώ θέλω να συγχαρώ από βάθους καρδιάς για το θάρρος και την τόλµη που έχει το Υπουργείο να φέρει το άρθρο 4.
…Σπρώχνονται σε απογοητεύσεις άνθρωποι επί σειρά ετών µε µία αλλοπρόσαλλη αντίληψη προστασίας.
Το άρθρο 4 λοιπόν µε το γράµµα, το πνεύµα του και κυρίως µε την ωραία, ανάπτυξη που περιέχεται την αντίστοιχη τροπολογία αποκαλύπτει ότι το κράτος εξ ιδίας ευθύνης και εκµεταλλευόµενο την καισαρική του συνείδηση άφηνε καταστάσεις δεκαετιών εκκρεµείς εις βάρος των πολιτών του και εις βάρος της περιουσίας του.» 91
- «Κυρία Πρόεδρε, πιστεύω ότι η ρύθµιση αυτή πράγµατι είναι τοµή. ∆εν είναι µερεµέτια ή
µικροπράγµατα ή αποσπασµατικές ρυθµίσεις …αυτή η ρύθµιση του άρθρου 4 αποτελεί τοµή.» 92
γ) ∆εν έλειψαν βέβαια και οι αντίθετες τοποθετήσεις:
- «… ∆ιερωτώµαι πώς µπορεί ο κοινός νοµοθέτης να έρθει να πει στο δηµόσιο δεν επιτρέπεται ως fiscus να προβάλεις ένα δικαίωµα το οποίο µπορεί να σου ανήκει. Γιατί; Ποιος είναι ο λόγος αυτής της διάκρισης; Θα µπορούσε µε µια άλλη διατύπωση γιατί θεωρείται ακαταµάχητο τεκµήριο ότι ανήκει στον ιδιώτη.»93
Σχολιασµός: ∆ιαφεύγει της εν λόγω τοποθετήσεως το γεγονός ότι µε την επίµαχη διάταξη ∆ΕΝ αποστερείται από το Ελληνικό ∆ηµόσιο γενικώς η δυνατότητα προβολής των δικαιωµάτων του επί των δηµοσίων κτηµάτων, αλλά απλώς θεσπίζεται ένας, εύλογος και απόλυτα συµβατός µε το σύνολο της έννοµης τάξης, περιορισµός της: Όπως κάθε fiscus, που χάνει το δικαίωµα της κυριότητάς του επί ακινήτου, σε περίπτωση συµπληρώσεως του χρόνου τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας σύµφωνα και µε τα προβλεπόµενα από τον Αστικό Κώδικα, έτσι και το Ελληνικό ∆ηµόσιο, σε περίπτωση συµπλήρωσης µέχρις της ενάρξεως ισχύος του
![]() |
91 Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό. αν, σελ. 112 (απόσπασµα των πρακτικών της συνεδριάσεως Βουλής των Ελλήνων στις 26-02-2003), τοποθέτηση Κ. Σπυριούνη
92 Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό. αν, σελ. 111 (απόσπασµα των πρακτικών της συνεδριάσεως Βουλής των Ελλήνων στις 26-02-2003), τοποθέτηση Φ. Κωνσταντίνου.
93 Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό. αν, σελ. 112 (απόσπασµα των πρακτικών της συνεδριάσεως Βουλής των Ελλήνων στις 26-02-2003), τοποθέτηση Β. Τσίπρα
άρθρου 4 Ν. 3127/2003 δεκαετούς (παρ. 1, περ. α΄ άρθρου 4 Ν. 3127/2003) ή κατά περίπτωση τριακονταετούς (παρ. 1, περ. β΄ άρθρου 4 Ν. 3127/2003) αδιατάρακτης νοµής – εκµεταλλεύσεως ενός δηµόσιου ακινήτου από καλόπιστο ιδιώτη, απόλλυται του δικαιώµατος κυριότητάς του υπέρ του τελευταίου.
Σηµειώνεται, άλλωστε, ότι η άπρακτη (ήτοι άνευ οχλήσεως από πλευράς του ∆ηµοσίου) πάροδος των ως άνω χρονικών διαστηµάτων, ∆ΕΝ επιφέρει αυτή καθ’ εαυτή την οριστική απώλεια των εµπραγµάτων δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου, αλλά η απώλεια αυτή επέρχεται µόνο υπό τον όρο της συνδροµής και των λοιπών, αυστηρότερων, µάλιστα, σε σχέση µε τις προβλεπόµενες από τον Αστικό Κώδικα και καταλαµβάνουσες τις σχέσεις µεταξύ ιδιωτών, προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, οι οποίες αφορούν αφενός µεν την τοποθεσία, έκταση και το χαρακτήρα του ακινήτου, αφετέρου δε την καλή πίστη του νοµέα – ιδιώτη κατά την κτήση της νοµής: Κατ’ αυτόν τον τρόπο προσδιορίζονται επακριβώς οι προστατευτέες µε την εν λόγω διάταξη περιπτώσεις, σε µία προσπάθεια αµβλύνσεως των κοινωνικών προβληµάτων που θα δηµιουργούντο λόγω της ορθής και απόλυτα δικαιολογηµένης
µεν κατά το χρόνο θεσπίσεώς της, πλην, όµως, παρωχηµένης πλέον νοµοθεσίας περί δηµοσίων κτηµάτων.
- «Επίσης, δεν επιτρέπεται, όταν κάνουµε τέτοιες αποσπασµατικές ρυθµίσεις, να αφήνουµε να εισέρχονται έστω και υπόνοιες ότι εξυπηρετούνται κάποια µεγάλα συµφέροντα. Και αυτή είναι η λογική του άρθρου 4, µε την παράγραφο 2 ειδικά…Τι συµβαίνει µε το συγκεκριµένο άρθρο; Πρώτα απ’ όλα, η διαδικασία µε την οποία ήρθε είναι κακή. Ενώ έχουµε έκθεση για τη συνταγµατικότητα των προηγουµένων ρυθµίσεων, για το άρθρο 4, το οποίο φέρατε ως προσθήκη, δεν έχουµε έκθεση της Επιστηµονικής Επιτροπής της Βουλής. ∆εν έχουµε έκθεση να βασιστούµε, για να δούµε αν τίθενται θέµατα συνταγµατικότητας ή όχι. Εγώ ρώτησα στην Επιτροπή αν υπάρχουν προβλήµατα συνταγµατικότητας ή όχι. Και ζήτησα να έρθει η έκθεση µέχρι τη συζήτηση στην Ολοµέλεια. ∆υστυχώς, δεν είδαµε τέτοια έκθεση.»94
Σχολιασµός: Ως προελέχθη, το αµάχητο τεκµήριο νοµής του Ελληνικού ∆ηµοσίου ∆ΕΝ χαίρει συνταγµατικής προστασίας και καθίσταται επιδεκτικό νοµοθετικής παρεµβάσεως. Ως εκ τούτου ουδέν θέµα τίθεται εν προκειµένω περί αντισυνταγµατικότητας της επίµαχης διατάξεως.
IV. Γ. Πρώτα, γενικά σχόλια ως προς τη διάταξη του άρθρου 4. Ν. 3127/2003
1) Οι διατάξεις του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 εισήχθησαν στη Βουλή µε προσθήκη:
∆εν είχαν περιληφθεί στο οικείο Σχέδιο Νόµου, ούτε και στην οικεία Εισηγητική Έκθεση. Η
![]() |
94 Βλ. Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό. αν, σελ. 111 (απόσπασµα των πρακτικών της συνεδριάσεως Βουλής των Ελλήνων στις 26-02-2003), τοποθέτηση Γ. Αλογοσκούφη
εισήγηση έγινε από την Υπουργό Υ.ΠΕ.ΧΩ.∆Ε., ενόψει Εθνικού Κτηµατολογίου, και όχι από τον Υπουργό Οικονοµικών, ο οποίος κατ’ άρθρα 1 Π.∆. 11/12-11-1929, 1 Α.Ν. 1539/1938, είναι ο κύριος αρµόδιος για τα δηµόσια κτήµατα.
Εξ αυτού δε του λόγου, ασκήθηκε από µερίδα της θεωρίας95 κριτική ότι δεν έγινε συστηµατική αντιµετώπιση των επίµαχων προβληµάτων, διότι η ρύθµιση του άρθρου 4 και ο τρόπος εισαγωγής της στη Βουλή των Ελλήνων έγιναν πρόχειρα και αποσπασµατικά.
Στον αντίποδα της ως άνω απόψεως, δύναται να γίνει λόγος για µία ρύθµιση ΤΟΜΗ στην ιστορία της Ελληνικής Νοµοθεσίας, η οποία τόλµησε να δώσει άµεσες και σαφείς λύσεις σε επείγοντα προβλήµατα, λόγω της τρέχουσας ήδη διαδικασίας κτηµατογραφήσεως σε τµήµατα της Ελληνικής Επικράτειας, αλλά και της άµεσα επικείµενης κτηµατογράφησης της υπολοίπου Επικρατείας, ενώ κάθε καθυστέρηση, έστω και µε το πρόσχηµα της περαιτέρω επεξεργασίας της διατάξεως, θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο το εγχείρηµα του Εθνικού Κτηµατολογίου.
2) Τόσο στο άρθρο 4, όσο και στα Πρακτικά της Βουλής ουδεµία αναφορά γίνεται στις,
µέσω του εν λόγω άρθρου, τροποποιούµενες ή καταργούµενες εν όλω ή εν µέρει διατάξεις.
Ως γίνεται γενικά δεκτό, η ισχύς ενός νόµου καταργείται, ολικώς ή µερικώς, είτε µε τη ρητή κατάργησή του από νεότερο νόµο, είτε µε τη σιωπηρή κατάργησή του από νεότερο νόµο.
Ειδικότερα, στο Ν. 3127/2003 ∆ΕΝ περιέχεται όσον αφορά το άρθρο 4 η τιθέµενη κατά γενικό σχεδόν κανόνα στους νόµους ρήτρα, η οποία έχει ως εξής: «Κάθε διάταξη που είναι αντίθετη µε τον παρόντα νόµο ή ρυθµίζει θέµατα που διέπονται από αυτόν, καταργείται.96»
Ενόψει, όµως. της ταυτότητας του νοµικού λόγου και της συνταγµατικής αρχής της ασφάλειας δικαίου, ως ειδικής έκφρασης της αρχής του Κράτους ∆ικαίου, η οποία ισχύει τόσο έναντι της ∆ιοίκησης, όσο και έναντι του Νοµοθέτη, και αποβλέπει στη δηµιουργία σταθερών καταστάσεων, οι έννοµες συνέπειες είναι ακριβώς οι ίδιες στην περίπτωση τόσο της ρητής, όσο και της σιωπηρής κατάργησης ή τροποποίησης διατάξεων προγενέστερου νόµου97. Συνεπώς, µε
![]() |
95 Βλ. Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό. αν, σελ. 48
96 Η εν λόγω γενική, ρητή καταργητική ρήτρα σηµαίνει ότι:
α) καταργούνται ευθέως όλες οι διατάξεις που είναι ρητά αντίθετες, ήτοι προβλέπουν διαφορετικά εν σχέσει µε το νέο νόµο,
β) καταργούνται εµµέσως όλες οι διατάξεις που ρυθµίζουν θέµατα, τα οποία διέπονται (=ρυθµίζονται) από τον νέο νόµο,
γ) ∆ΕΝ καταργούνται, ήτοι παραµένουν σε ισχύ, οι ειδικές διατάξεις, έστω και αν δεν αναφέρεται ρητά σε ο νέος νόµος, εκτός αν από το περιεχόµενο του νέου νόµου προκύπτει ότι αυτός αποσκοπεί στην κατάργηση και των ειδικών διατάξεων (ΑΠ 310/1966 ΕΕΝ 1967, σελ. 53. ΑΠ 93/2000 Ε∆ΚΑ 2000, σελ. 850),
δ) ∆ΕΝ καταργούνται, ήτοι εξακολουθούν να ισχύουν, οι ειδικές διατάξεις, µόνο εφόσον ρητά αναφέρεται σε αυτές ο νέος νόµος, αν αυτός έχει ψηφισθεί κατ’ άρθρο 76 παρ. 6-7 του Συντάγµατος ως Κώδικας.
97 Άλλωστε κατ’ άρθρο 2 Α.Κ. ο νόµος «…διατηρεί την ισχύ του εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργεί ρητά ή σιωπηρά».
τις διατάξεις του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 καταργούνται σιωπηρά οι σχετικές διατάξεις του Α.Ν. 1539/1938 και όσων των συµπληρώνουν (πριν ή µετά το έτος 1938)98.
3) Αναγνωρίστηκε, εµµέσως, µε το επίµαχο άρθρο (και ιδίως µε την εισηγητική του έκθεση) η κακοδιοίκηση των δηµοσίων κτηµάτων σε βάρος τόσο των πολιτών, όσο και του Κράτους.
4) Επιβεβαιώθηκε το γεγονός ότι η µέχρι τότε ισχύουσα πλασµατική νοµή και το υποστηριζόµενο από µέρος της θεωρίας γενικό τεκµήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού
∆ηµοσίου ∆ΕΝ έχουν θεµελίωση στο Σύνταγµα και, έτσι, εναπόκειται στον κοινό νοµοθέτη να προβεί σε σχετικές ρυθµίσεις ή τροποποιήσεις τους.
5) Καταργήθηκε αναδροµικά, µερικώς (καθώς εκφεύγουν του πεδίου εφαρµογής της διατάξεως τα δάση και οι δασικές εκτάσεις), το υπέρ του ∆ηµοσίου αµάχητο τεκµήριο νοµής επί των δηµοσίων κτηµάτων: ∆εδοµένου, λοιπόν, ότι ουδέν συνταγµατικό κώλυµα υφίσταται ως προς τη ρύθµιση υπό του κοινού νοµοθέτη του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ∆ηµοσίου, συννόµως επήλθε, δυνάµει των διατάξεων του άρθρου 4 Ν.3127/2003, σιωπηρή κατάργηση – τροποποίηση της προγενέστερης νοµοθεσίας περί δηµοσίων κτηµάτων, ιδίως του Α.Ν. 1539/1938. Ειδικότερα, επήλθε:
α) σιωπηρή κατάργηση της υπέρ του ∆ηµοσίου νοµής των δηµοσίων κτηµάτων, κατ’ αµάχητο νόµιµο και πλασµατικό τεκµήριο, και µάλιστα αναδροµικά99 και
β) ρητή αναγνώριση:
- αφενός µεν πλασµατικά, µαχητού δικαιώµατος νοµής και κατοχής υπέρ του ιδιώτη,
- αφετέρου δε µαχητού τεκµηρίου κυριότητας υπέρ του ιδιώτη επί των δηµοσίων κτηµάτων.
Υπογραµµίζεται ότι η αναγνώριση είναι αναδροµική, επιτρεποµένης ως εκ τούτου της από µέρους του ιδιώτη επικλήσεως τακτικής ή εκτάκτου χρησικτησίας έναντι του ∆ηµοσίου.
6) Στην περίπτωση συνδροµής όλων των προϋποθέσεων του άρθρου 4, «… ο νοµέας θεωρείται κύριος έναντι του ∆ηµοσίου», δηλαδή το Ελληνικό ∆ηµόσιο είναι υποχρεωµένο να αναγνωρίσει την κυριότητα του ιδιώτη100.
![]() |
98 Όµως, ∆ΕΝ θίγονται οι ειδικές, ενόψει µάλιστα των διατάξεων του άρθρου 106 παρ. 1 του Συντάγµατος, προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν.∆. 2176/1952 (και όσες διατάξεις άλλων νόµων τις συµπληρώνουν) για την προστασία της βιοµηχανίας και της βιοτεχνίας.
99 Πρόκειται εν προκειµένω για σιωπηρή αναδροµή του νόµου, η οποία συντρέχει όταν το νοµικό και πραγµατικό αποτέλεσµα εκ της εφαρµογής της νεότερης διάταξης ρυθµίζει µία έννοµη σχέση κατά τρόπο αναδροµικό.
Ως εκ τούτου, ∆ΕΝ απαιτείται η έκδοση αναγνωριστικής δικαστικής αποφάσεως, παρά
µόνο εν περιπτώσει αµφισβητήσεως από µέρους του ∆ηµοσίου του υπέρ του ιδιώτη τεκµηρίου κυριότητας.
7) Σύµφωνα και µε τη γραµµατική διατύπωση του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, εκφεύγουν του πεδίου εφαρµογής του τα ακίνητα που συνιστούν τα δάση και δασικές εκτάσεις, τα οποία δεν µπορούν να αποτελέσουν αντικείµενο κτήσεως κυριότητας µε χρησικτησία από µέρους των ιδιωτών.
IV. ∆. Πεδίο εφαρµογής του άρθρου 4 Ν. 3127/2003
α) Ως απεφάνθη το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους µε την υπ’ αριθµόν 348/2004 Γνωµοδότησή του, το άρθρο 4 Ν. 3127/2003 αφορά, αδιακρίτως, όλα τα ακίνητα, τα οποία ανήκουν κατά πλήρες δικαίωµα κυριότητας στην ιδιωτική περιουσία του κράτους, η οποία απαρτίζεται από όλα τα υπόλοιπα δηµόσια κτήµατα, εκτός των εκτός συναλλαγής (κατ’ άρθρα 966 επ. Α.Κ.) ακινήτων, στα οποία περιλαµβάνονται τα κοινά τοις πάσι, τα κοινόχρηστα και προορισµένα για την εξυπηρέτηση δηµοσίων, δηµοτικών, κοινοτικών και θρησκευτικών σκοπών ακίνητα101. Ειδικότερα, την ιδιωτική περιουσία του κράτους αποτελούσαν κάποτε κυρίως οι λεγόµενες εθνικές γαίες, στις οποίες, όµως, προστέθηκαν µεταγενέστερα οι εθνικές θεσσαλικές γαίες, οι γαίες των νέων χωρών κλπ, στις οποίες το Ελληνικό ∆ηµόσιο διαδέχθηκε το Τουρκικό ∆ηµόσιο, τα προελθόντα από την ανταλλαγή των πληθυσµών (ανταλλάξιµα) κτήµατα, οι περιουσίες όσων απήλθαν ή αναχώρησαν λαθραία στα εξωτερικό κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσµίων πολέµων και των επακολουθησάντων αυτούς γεγονότων, σήµερα δε αυτή απαρτίζεται πρωτίστως από τα καταγεγραµµένα δηµόσια κτήµατα, ακίνητα για τα οποία έχουν εκδοθεί θετικές γνωµοδοτήσεις του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων Κτηµάτων ή που απέκτησε το Ελληνικό ∆ηµοσίου µε νόµιµο τίτλο – συµβόλαιο – ή µε αναγκαστική απαλλοτρίωση ή ως εγκαταλελειµµένα από τους ιδιοκτήτες τους, ή ως αδέσποτα, ή ακίνητα προερχόµενα από προσχώσεις της θαλάσσης, ή συνεπεία τεχνικών έργων.
Την ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού ∆ηµοσίου διαχειρίζεται, επ’ ονόµατί του, κυρίως το Υπουργείο Οικονοµίας και Οικονοµικών, χωρίς, όµως, να αποκλείεται η διαχείριση κάποιων εκ των ανηκόντων σε αυτήν ακινήτων να έχει ανατεθεί σε άλλα Υπουργεία ή δηµόσιες υπηρεσίες (όπως λ.χ. η περίπτωση των δηµοσίων κτηµάτων, τα οποία διαχειρίζεται το Υπουργείο Γεωργίας για τους σκοπούς του αγροτικού εποικισµού) και από την εκµετάλλευσή
![]() |
100 Απαιτείται έκδοση σχετικής διοικητικής πράξης (τίτλου) αναγνώρισης του δικαιώµατος κυριότητας του ιδιώτη Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό.αν., σελ. 51.
101 τα οποία, ούτως ή άλλως, είναι ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και δεν καταλαµβάνονται από το άρθρο 4 Ν. 3127/2003., ως προκύπτει από τον συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 966, 1054 Α.Κ.
της εξασφαλίζονται τα έσοδα και τα εν γένει οικονοµικά µέσα για την εκπλήρωση της αποστολής του κράτους (είτε από το ίδιο το κράτος είτε από τα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, στα οποία έχει µεταβιβασθεί η άσκηση δηµόσια εξουσίας).
∆ιέπεται δε η ιδιωτική περιουσία του κράτους κατ’ αρχάς από το ιδιωτικό δίκαιο, συµπληρούµενο από κατ’ ιδίαν διατάξεις του δηµοσίου δικαίου, ιδίως στα ζητήµατα διαχείρισης, διάθεσης και προστασίας της.
β) Από το γράµµα της διατάξεως του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, αλλά και από την ανωτέρω ερµηνεία και οριοθέτηση του πεδίου εφαρµογής της που επεχείρησε το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους µε την υπ’ αριθµόν 348/2004 Γνωµοδότησή του, συνάγεται ότι τα εµπίπτοντα στη ρύθµισή της ακίνητα ανήκουν στην κυριότητα του ∆ηµοσίου εν στενή εννοία.
Σύµφωνα, όµως, το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.∆./τος 31/1968 το οποίο προβλέπει την εφαρµογή της εκάστοτε ισχύουσας νοµοθεσίας για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του ∆ηµοσίου και στα κτήµατα των δήµων και κοινοτήτων, το άρθρο 4 Ν. 3127/2003 καταλαµβάνει και τα ακίνητα, τα οποία ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Όµως, δεν φαίνεται να καλύπτονται από το γράµµα της διατάξεως τα ακίνητα και των εκκλησιαστικών Νοµικών Προσώπων ∆ηµοσίου ∆ικαίου και των Ιερών Μονών102. ∆εδοµένου ότι για την καθιέρωση του απαράγραπτου των δικαιωµάτων των εκκλησιαστικών Ν.Π.∆.∆. και των Ι. Μονών επί των εκκλησιαστικών και µοναστηριακών ακινήτων αντιστοίχως και του ανεπίδεκτου της νοµής ιδιώτη επ’ αυτών απαιτήθηκε ρητή και ειδική νοµοθετική ρύθµιση (ήτοι ο Ν. 590/1977 «περί του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος» για τα ακίνητα των εκκλησιαστικών ν.π.δ.δ. και το Ν.∆. της από 22-04-/15-05-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτηµάτων της Αεροπορικής Αµύνης» για τα µοναστηριακά ακίνητα), έτσι και για την εξαίρεση από το καθιερωµένο απαράγραπτο των δικαιωµάτων τους απαιτείται ρητή και ειδική νοµοθετική πρόβλεψη: Εάν ο νοµοθέτης του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 επιθυµούσε την κάµψη του απαράγραπτου των δικαιωµάτων και των εκκλησιαστικών Ν.Π.∆.∆. και των Ιερών Μονών, θα το είχε προβλέψει ρητά. Θα µπορούσε, ενδεχοµένως, να επιχειρηθεί µία αναλογική εφαρµογή της διατάξεως και στα εν λόγω ακίνητα επί τη βάσει της ταυτότητας των προστατευτέων και στην εν λόγω περίπτωση εννόµων συµφερόντων, ήτοι των καλόπιστων ιδιωτών, οι οποίοι νοµοτύπως και, συχνά, µετά από αδιάκοπη σειρά µεταβιβάσεων µεταξύ ιδιωτών αποκτούν ακίνητα, τα οποία ανήκαν κάποτε στην ιδιωτική περιουσία των εκκλησιαστικών ν.π.δ.δ και των Ιερών Μονών, και τα οποία νέµονται αδιαταράκτως µέχρι σήµερα, επί σειρά δεκαετιών, πλην,
![]() |
102 υπέρ των οποίων, οµοίως, έχει θεσµοθετηθεί κατά τα προαναφερθέντα το ανεπίδεκτο της νοµής ιδιώτη επί των ακινήτων τους.
όµως, η προσπάθεια αναλογικής εφαρµογής δύσκολα θα µπορούσε να βρει έρεισµα στο γράµµα του νόµου.
γ) Έτσι, υπάγονται στο πεδίο εφαρµογής του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 και, εποµένως, δύνανται να αποτελέσουν αντικείµενο κτήσεως κυριότητας µε χρησικτησία, υπό τη συνδροµή πάντοτε των κατωτέρω αναλυτικώς µνηµονευόµενων προϋποθέσεων, τα κάτωθι ακίνητα, εφόσον ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του ∆ηµοσίου εν στενή εννοία ή των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης103, ήτοι:
1) Ακίνητα ευρισκόµενα εντός του σχεδίου πόλεως,
2) Ακίνητα ευρισκόµενα εντός οικισµού προϋφιστάµενου του έτους 1923, και
3) Ακίνητα ευρισκόµενα εντός οικισµού κάτω των 2.000 κατοίκων, ο οποίος και έχει οριοθετηθεί,
Τα ως άνω, δεκτικά τακτικής ή εκτάκτου χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού
∆ηµοσίου ακίνητα:
- θα πρέπει να έχουν εµβαδόν µέχρι 2.000 τ.µ., ενώ,
- αν αντιθέτως το εµβαδόν τους υπερβαίνει τα 2.000 τ.µ., οι διατάξεις του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 εφαρµόζονται µόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται, κατά την 31η-12-2002, κτίσµα καλύπτον ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόµησης στην περιοχή.
Σχολιασµός: Είναι εµφανής η βούληση του νοµοθέτη, µε την ανωτέρω λεπτοµερή οριοθέτηση του πεδίου εφαρµογής της νέας αυτής διατάξεως – τοµής να αποκλείσει την υπαγωγή σε αυτήν:
- αφενός µεν των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων,
- αφετέρου δε των καθαρά αγροτικών περιοχών,
καθισταµένου, ως εκ τούτου, ξεκάθαρου και αδιαµφισβήτητου του γεγονότος ότι η επίµαχη διάταξη αφορά οικόπεδα, όχι αγροτεµάχια ή δασικές εκτάσεις.
IV. Ε. Οι επιµέρους µορφές κτήσεως κυριότητας µε χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου σύµφωνα µε το άρθρο 4 Ν. 3127/2003.
Το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 προβλέπει στην πρώτη (α΄) του παράγραφο δύο (2) περιπτώσεις κτήσεως από µέρους του ιδιώτη του δικαιώµατος της κυριότητας µε χρησικτησία έναντι του Ελληνικού ∆ηµοσίου.
Ειδικότερα:
103 τα οποία, µέχρι την εισαγωγή του εν λόγω άρθρου, ανήκαν στην κυριότητα του Ελληνικού ∆ηµοσίου, πλην όµως κατέχοντο (ήδη από την θέση σε ισχύ του νόµου αποτελούν αναδροµικά αντικείµενα νοµής) από ιδιώτες
IV. Ε. 1. Η τακτική χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου κατ’ άρθρο 4
παρ. 1 περ. α΄ Ν. 3127/2003.
IV. Ε. 1. α. Οι προϋποθέσεις.
Κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 3127/2003 εισάγεται µία µορφή χρησικτησίας, προσοµοιάζουσα στην τακτική χρησικτησία των άρθρων 1041, 1043 Α.Κ., η οποία απαιτεί τη συνδροµή των κάτωθι προϋποθέσεων:
1η Προϋπόθεση: Νοµή µέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003, ήτοι µέχρι την 19η- 03-2003: Ως γνωστόν, η στοιχειοθέτηση της έννοιας της νοµής απαιτεί την αθροιστική συνδροµή δύο (2) στοιχείων, ήτοι:
α) της φυσικής εξουσιάσεως του πράγµατος (=κατοχή) (corpus), και
β) της θελήσεως εξουσιάσεως του πράγµατος «διανοία κυρίου», ήτοι κατά τρόπο προσήκοντα σε κύριο (animus domini)104.
Αν και µε τη διάταξη του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 προστατεύεται ο καλόπιστος µόνο νοµέας, ήτοι αυτός που χωρίς βαρεία αµέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε κυριότητα, διευκρινίζεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της προϋποθέσεως της απλής νοµής και µόνο, ∆ΕΝ απαιτείται να έχει ο νοµέας και την πεποίθηση ότι είναι κύριος του πράγµατος ή να προσανατολίζεται η βούλησή του στην απόκτηση του δικαιώµατος της κυριότητας, αυτού καθ’ εαυτού105. Βεβαίως, ο νόµος, αρκούµενος στο ήσσον, ήτοι τη διάνοια «κυρίου», σαφώς και
∆ΕΝ αποκλείει το µείζον, ήτοι την πεποίθηση «κυρίου».
Συµπερασµατικώς, η ταυτόχρονη συνύπαρξη των δύο ως άνω στοιχείων, φυσικού και πνευµατικού (µε εξαίρεση την περίπτωση της πλασµατικής κτήσης της νοµής), είναι δηµιουργική του υπό του νόµου προστατευόµενου δικαιώµατος της νοµής106.
Η νοµή αποκτάται µε τους ακόλουθους δύο (2) τρόπους:
![]() |
104 Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγµατος, όµοια ή ανάλογη προς την απορρέουσα από το δικαίωµα της πλήρους κυριότητας και αναγνωριζόµενη στο δικαιούχο αυτής. Εκδηλώνεται δε η διάνοια κυρίου µε την µεταχείριση του πράγµατος µε τον ίδιο τρόπο µε τον οποίο θα µπορούσε να το µεταχειρισθεί ο ιδιοκτήτης, ΧΩΡΙΣ όµως να απαιτείται, κατά τα ανωτέρω, να κατευθύνεται η πρόθεση του νοµέα στην έννοµη κτήση της κυριότητας ή να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini). Πάντα τα ανωτέρω αποδεικνύονται εκ του γεγονότος ότι ο εξουσιάζων το πράγµα µε διάνοια κυρίου για µία εικοσαετία καθίσταται κύριος κατ’ άρθρο 1045 Α.Κ. µε έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως της πεποιθήσεώς του ή µη περί κυριότητας.
105 Πράγµατι, και νοµολογιακώς έχει κριθεί ότι ο Α.Κ. ∆ΕΝ απαιτεί την προϋπόθεση της πεποίθησης, καθώς
«…απαιτών ο νόµος (ήτοι τα άρθρα 974, 981 Α.Κ.) διά την νοµήν πράγµατος, εξουσίαν διανοία κυρίου, εννοεί µε την θέλησιν “να έχει το πράγµα ως προσήκει εις τον κύριον”, χωρίς να απαιτείται και να έχη ούτος την πεποίθησιν, ότι έχει την κυριότητα, ή η βούλησις αυτού να κατευθύνεται εις το δικαίωµα της κυριότητας αυτό καθ’ ευατό και ως τοιούτο» (Α.Π. 1692/1981 ΕΕΝ 1982, 876).
106 Αν ελλείπει το πνευµατικό στοιχείο, υπάρχει µόνο κατοχή (ήτοι το φυσικό – πραγµατικό στοιχείο), η οποία,
όµως, ∆ΕΝ µπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας µε χρησικτησία. Μόνο κατοχή υφίσταται όταν η σωµατική εξουσία, ολική ή µερική, ασκείται στο όνοµα άλλου επί τη βάσει ενοχικής σχέσεως, είτε ισχυρής είτε όχι (λ.χ.
µίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνειο κ.λ.π.) (Α.Π. 1025/2002 ΝοΒ 2003, σελ. 250).
i) Κτήση πρωτότυπη, όταν αυτή επέρχεται ανεξάρτητα από τη βούληση του προϋπήρξαντος νοµέα, ήτοι ευθύς µόλις συντρέξουν τα στοιχεία της κατοχής (= φυσικής εξουσιάσεως) και της θελήσεως ιδιοποιήσεως και
ii) Κτήση παράγωγη, συντελούµενη είτε µε ειδική διαδοχή, δηλαδή µε την παράδοσή της από τον αµέσως προηγούµενο νοµέα, µε τη βούληση και τη ρητή συναίνεσή του, είτε µε καθολική διαδοχή: Αυτός ο παράγωγος τρόπος κτήσεως της νοµής θα είναι και ο συνηθέστερος στις υπαγόµενες στην ευνοϊκή ρύθµιση του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 περιπτώσεις, δεδοµένου ότι όχι µόνο διευκολύνει αποδεικτικώς, αλλά και συνάδει εν γένει µε την απαιτούµενη καλοπιστία του προστατευτέου µε την εν λόγω ρύθµιση νοµέα δηµοσίου κτήµατος.
Ως προς τη νοµική φύση της νοµής κρατεί η άποψη ότι η νοµή είναι δικαίωµα που απορρέει από την πραγµατική κατάσταση του φυσικού εξουσιασµού, συναρτάται άρρηκτα και διαρκώς µε τον φυσικό εξουσιασµό, αλλά δεν µπορεί να ενταχθεί αποκλειστικά σε µία από τις γνωστές κατηγορίες δικαιωµάτων (ενοχικά – εµπράγµατα)107. Πρόκειται δηλαδή για µία ενδιάµεση – µικτή µορφή δικαιώµατος108, που παρουσιάζει στοιχεία διάφορων τύπων δικαιώµατος. Ειδικότερα, από τη µία πλευρά η νοµή είναι δικαίωµα πάνω σε πράγµα και οι αγωγές για την προστασία της στρέφονται εναντίον κάθε προσβολέα της, αλλά από την άλλη πλευρά η νοµή είναι ασθενέστερο, ήσσονος δυνάµεως δικαίωµα πάντω σε πράγµα, διότι σε περίπτωση συγκρούσεως µε την κυριότητα ή µε άλλο εµπράγµατο δικαίωµα τελικά υποχωρεί. Είναι δηλαδή ένα δικαίωµα που υπηρετεί την προσωρινή ρύθµιση των εµπράγµατων σχέσεων109. Αποτελεί δε περιουσία, τόσο αυτοτελώς και καθ’ εαυτή, ως αξία του ακινήτου, όσο και ως πηγή επωφελών για τον νοµέα εννόµων σχέσεων110.
2η Προϋπόθεση: Αδιατάρακτη νοµή α) Γενικές παρατηρήσεις:
![]() |
Η προϋπόθεση του «αδιαταράκτου» της νοµής σαφώς και παραπέµπει στην έννοια της διαταράξεως της νοµής, ως µορφής προσβολής της, κατά το άρθρο 984 Α.Κ.111, από το γράµµα δε της διάταξης αυτής προκύπτει ότι η έννοια της διαταράξεως δεν είναι νοµοθετικά
107 Βλ. Απόστολου Σ. Γεωργιάδη, Εµπράγµατο ∆ίκαιο, Τόµος Ι, Αντ. Ν. Σάκκουλα – Π.Ν. Σάκκουλα 1991, σελ. 141-144
108 Και τούτο διότι στη νοµή συνυπάρχει τόσο το στοιχείο της εµπράγµατης σχέσης, η οποία εκκινεί από το
ιδιοκτησιακό στοιχείο («µε διάνοια κυρίου») και καταλήγει να αποτελεί και να παράγει, λόγω του στοιχείου αυτού, το περιουσιακό στοιχείο, όσο και το στοιχείο της ενοχικής σχέσης.
109 Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η ΑΚ 973 δεν περιλαµβάνει τη νοµή στα εµπράγµατα δικαιώµατα µε την τεχνική έννοια του όρου, δεν εγγράγεται η νοµή στα δηµόσια βιβλία, µόνη η µεταβίβαση της νοµής δεν αποτελεί
εκποίηση ή διάθεση του πράγµατος κλπ – Βλ. Απόστολου Σ. Γεωργιάδη, ό. αν., σελ. 144
110 Έτσι, νοµέας i) απολαµβάνει το δικαίωµα χρήσης και κάρπωσης του ακινήτου, ενώ ii) έχει και τη δυνατότητα κτήσεως δικαιώµατος κυριότητας µε χρησικτησία.
111Άρθρο 984 «Προσβολή της νοµής. Η νοµή προσβάλλεται είτε µε διατάραξη είτε µε αποβολή του νοµέα, εφόσον
αυτές γίνονται παράνοµα και χωρίς της θέλησή του. Η νοµή που αποκτήθηκε µε τέτοια αποβολή είναι επιλήψιµη. Το ελάττωµα αυτό της νοµής αντιτάσσεται και κατά των κληρονόµων του νοµέα˙ το ελάττωµα της νοµής του προκατόχου αντιτάσσεται κατά του ειδικού διαδόχου µόνο αν αυτός το γνώριζε κατά την κτήση.»
καθορισµένη, αλλά συνιστά, αντιθέτως, µία αόριστη νοµική έννοια, για τον προσδιορισµό της οποίας είναι καθοριστική η παρέµβαση της νοµολογίας, αποφαινόµενης πάντα in concreto και
µετά από συνεκτίµηση των κατά περίπτωση πραγµατικών περιστατικών.
Ειδικότερα, έχει νοµολογηθεί ότι:
- ότι συνιστά διατάραξη η παρεµπόδιση του ασκούντος νοµή είτε συνεπεία πάσης πράξεως, διαρκούς ή παροδικού χαρακτήρα, η οποία ακριβώς παρεµποδίζει την άσκηση των εκ της νοµής απορρεόντων δικαιωµάτων του νοµέα112 είτε µε πράξεις που δεν καταλύουν µεν τελείως τη νοµή, πλην όµως επηρεάζουν, και δη καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την ελεύθερη (ήτοι είτε
µε θετική είτε µε αποθετική πράξη) άσκησή της113,
- ότι η διατάραξη ∆ΕΝ προϋποθέτει υπαιτιότητα του διαταράσσοντος, ΟΥΤΕ αντιποίηση της διαταρασσοµένης νοµής, όµως, κατά κανόνα απαιτεί υλική επενέργεια επί του πράγµατος114,
- ότι η απλή αµφισβήτηση της νοµής, ακόµη και νοµική, ∆ΕΝ αποτελεί διατάραξη115 ακόµη και όταν διενεργείται µέσω διοικητικής πράξεως (όπως λ.χ. σε περίπτωση διαταγής της αρµοδίου ∆ηµόσιας Αρχής µε την οποία απαγορεύεται η βοσκή), διότι για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της διαταράξεως απαιτείται η πραγµατική – φυσική παρεµπόδιση της ασκήσεως της νοµής από το αρµόδιο όργανο116.
Άλλωστε, κατά τη σαφή διατύπωση του άρθρου 984 Α.Κ., βασικές προϋποθέσεις της προσβολής της νοµής µε τη µορφή της διαταράξεως είναι η διατάραξη να γίνεται «παράνοµα» και «χωρίς τη θέληση» του νοµέα. Συνεπώς, αν η διατάραξη διενεργείται νόµιµα, κατά την ενάσκηση νοµίµου δικαιώµατος, ή έστω µε τη θέληση του νοµέα, ∆ΕΝ στοιχειοθετείται προσβολή της νοµής117
Εξ απόψεως δε χρόνου γίνεται δεκτό ότι η διατάραξη θα πρέπει να έχει διάρκεια και περικλείει τον κίνδυνο της συνέχειας – επαναλήψεώς της. Έχει, όµως, διατυπωθεί νοµολογιακώς118 και η άποψη ότι είναι αδιάφορος ο διαρκής ή παροδικός χαρακτήρας της διατάραξης 119.
![]() |
112Α.Π. 2044/1970 ΝοΒ 1970, σελ. 965
113 Α.Π. 108/1961 ΝοΒ 1961, σελ. 828
114 ΕιρΛειβ 11/1986 ΑρχΝοµ 1986, σελ. 227
115 Α.Π. 314/1966 ΝοΒ 1967, σελ. 25, Α.Π. 1058/1996 Ελλ∆ικ 1997, σελ. 1837, Πολ.Πρ.Θεσ. 26120/1995 Αρµεν.
1996, σελ. 174
116 Α.Π. 405/1951 ΕΕΝ 1952, σελ. 13
117 Α.Π. 242/1950 Θέµις 1951, σελ. 481, Α.Π. 404/1951 ΕΕΝ 1952, σελ. 18, Α.Π. 236/1956 ΝοΒ 1956, σελ. 788
118 Α.Π. 244/1970 ΝοΒ 1970, 965
119 Ως εκ των άνω συνάγεται ότι οι τρόποι διαταράξεως της νοµής δύνανται να διακριθούν ως κάτωθι:
α) ∆ιατάραξη µε πράξεις ή και παραλείψεις
β) ∆ιατάραξη δυνάµει υλικών – φυσικών ενεργειών, όπου είτε θα έχουµε να κάνουµε µε αµιγώς υλικές – φυσικές ενέργειες διαταράξεως, είτε µε πειστικές απειλές, κατά την έννοια του άρθρου 151 Α.Κ. ότι θα επακολουθήσουν αµιγώς υλικές – φυσικές ενέργειες διαταράξεως (Α.Π. 252/1952 ΕΕΝ 1952, σελ. 610, Α.Π. 314/1966 ΝοΒ 1967, σελ. 25)
γ) ∆ιατάραξη δυνάµει ενεργειών νοµικών – αµφισβητήσεως, η οποία δύναται να λάβει τις κάτωθι µορφές:
β) Ειδικές παρατηρήσεις:
Ειδικά για την έννοια της διατάραξης της νοµής κατ’ άρθρο 4 Ν. 3127/2003 λεκτέα τα κάτωθι:
Μέχρι την 18η-03-2003 οι ιδιώτες δεν είχαν το δικαίωµα νοµής δηµοσίου κτήµατος, λόγω του ισχύοντος µέχρι τότε αµάχητου, πλασµατικού τεκµηρίου νοµής επί των δηµοσίων κτηµάτων υπέρ του Ελληνικού ∆ηµοσίου και θεωρούντο απλώς κάτοχοι των εν λόγω κτηµάτων. Μάλιστα, και αυτή η απλή κατοχή δηµοσίων κτηµάτων από ιδιώτες ∆ΕΝ ήταν προστατευµένη υπό το προϊσχύσαν καθεστώς έναντι του ∆ηµοσίου, καθώς ακόµη και στις περιορισµένες εκείνες περιπτώσεις, όπου αυτή κατ’ εξαίρεση αναγνωριζόταν από το νόµο, ήταν επιδεκτική προσβολής από το ∆ηµόσιο· δηλαδή µέχρι την 18η-03-2003, αναγνωριζόταν ως νόµιµη η παρεµπόδιση από το ∆ηµόσιο της ελεύθερης άσκησης των δικαιωµάτων του τότε κατόχου και ήδη σήµερα νοµέα δηµοσίου κτήµατος ιδιώτη.
Όµως, από την 19η-03-2003 (ηµεροµηνία θέσεως σε ισχύ του άρθρου 4 Ν. 3127/2003), η ως τότε, µόνο κατ’ εξαίρεση προστατευόµενη από το νόµο, κατοχή δηµοσίου κτήµατος από ιδιώτη αναγνωρίζεται, και δη αναδροµικά και πλασµατικά, ως προστατευόµενη νοµή. Έχει
µάλιστα υποστηριχθεί σχετικώς120 ότι το άρθρο 4 Ν. 3127/2003 ∆ΕΝ φαίνεται να γνωρίζει τη λειτουργία και τις συνέπειες της επιλήψιµης νοµής του άρθρο 984 περ. β΄ Α.Κ., καθώς το αναγνωριζόµενο από αυτό την 19η-03-2003 δικαίωµα νοµής των ιδιωτών, δεδοµένου και του προϊσχύσαντος καθεστώτος, δεν θα µπορούσε να είχε αποκτηθεί αρχικώς µε άλλο τρόπο, παρά
µόνο µε σφετερισµό της, κατ’ αµάχητο τεκµήριο, νοµής του ∆ηµοσίου επί δηµοσίου ακινήτου.
Συµπερασµατικώς, το αδιατάρακτο της νοµής που απαιτεί το άρθρο 4 Ν. 3127/2003, προκειµένου να θεµελιώσει ο ιδιώτης δικαίωµα κυριότητας µε χρησικτησία έναντι του Ελληνικού ∆ηµοσίου, συνίσταται ουσιαστικά στο αδιατάρακτο της έως την 18η-03-2003, µόνο κατ’ εξαίρεση προστατευοµένης από το νόµο, κατοχής του επί δηµοσίου κτήµατος, η οποία αναγνωρίστηκε την 19η-03-2003, δυνάµει του εν λόγω άρθρου, αναδροµικά και πλασµατικά ως θεµελιωτική του δικαιώµατος κυριότητας νοµή.
Ενόψει των ανωτέρω, προσβολή µε τη µορφή της διατάραξης της νοµής δηµοσίου κτήµατος από ιδιώτη, κατά την έννοια του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, δύναται να υπάρξει στις ακόλουθες περιπτώσεις121:
i) Σε περίπτωση επιβολής από τη ∆ιοίκηση του µέτρου της διοικητικής αποβολής.
![]() |
i) αµφισβήτηση επί τη βάσει απειλής υλικής ενέργειας (βλ. Α.Π. 314/1966, ό.α.), όπως εν περιπτώσει κοινοποιήσεως υπό της ∆ιοικήσεως εγγράφου προς τον ιδιώτη, µε το οποίο τον καλεί όπως απόσχει από πάσα ενεργεία επί του δηµοσίου κτήµατος (Α.Π. 252/1952, ό.α.),
ii) εκτέλεση της κατ’ αµφισβήτηση απειληθείσας υλικής ενέργειας (Α.Π. 242/1950, Θέµις 1951, σελ. 481).
120 Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό.αν., σελ. 69
121 Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό.αν., σελ. 69-70
ii) Όταν η ∆ιοίκηση δεν προέβη µεν στην επιβολή του ιδιαιτέρως επαχθούς µέτρου της διοικητικής αποβολής, διότι αναγνωρίσθηκε δικαίωµα χρήσεως του ακινήτου υπέρ του ιδιώτη, υπό την προϋπόθεση της καταβολής από µέρους του της αντίστοιχης αποζηµιώσεως, αλλά ο ιδιώτης ∆ΕΝ κατέβαλε, ως όφειλε, την εν λόγω αποζηµίωση.
iii) Στην περίπτωση κατά την οποία ο ιδιώτης είχε αιτηθεί, υπό το προϊσχύσαν καθεστώς, να ικανοποιηθεί το δικαίωµά του περί απ’ ευθείας εξαγοράς του κατεχόµενου από αυτόν δηµοσίου κτήµατος, πλην, όµως, το εν λόγω αίτηµα απερρίφθη αµετάκλητα (δηλαδή κατ’ εξάντληση της οικείας διοικητικής διαδικασίας) από τη ∆ιοίκηση.
iv) ∆ιευκρινίσεως χρήζει η περίπτωση εκείνη κατά την οποία ο ιδιώτης, προκειµένου να στεγάσει βιοµηχανική ή βιοτεχνική επιχείρηση122, αιτείται προς τη ∆ιοίκηση να του επιτραπεί η χρήση του ήδη κατεχόµενου και χρησιµοποιούµενου από αυτόν δηµοσίου ακινήτου, µε καταβολή ανάλογης αποζηµιώσεως, και το αίτηµά του αυτό γίνεται αποδεκτό από τη ∆ιοίκηση.
Η αποδοχή από µέρους της ∆ιοικήσεως του επιτρεπτού της ως άνω χρήσεως συνιστά αναγνώριση της κατοχής, και, κατ’ επέκταση, και ανοχή της νοµής του ιδιώτη επί του δηµοσίου ακινήτου, η άποψη δε αυτή φαίνεται να επαληθεύεται και από την αναδροµική αναγνώριση της κατοχής ως νοµής, δυνάµει του άρθρου 4 Ν. 3127/2003. Πράγµατι, στην περίπτωση της εν λόγω
«κατοχής», το ∆ηµόσιο έχει χορηγήσει ένα είδος «άδειας», απεριορίστου χρόνου, για την εξουσίαση κτηµάτων και λοιπών ακινήτων, τα οποία θα µπορούσαν εξ αυτού του λόγου να χαρακτηριστούν ως αµφισβητούµενης ιδιοκτησίας. Ακριβώς, όµως, συνεπεία της χορηγήσεως της εν λόγω «αδείας», διαιωνίζεται µία νοµική, αλλά και πραγµατική εκκρεµότητα ως προς τα εν λόγω ακίνητα, λόγω της αδικαιολόγητης αδράνειας του ∆ηµοσίου να προβεί στη νοµοθετική και διοικητική ρύθµιση της σχέσεως της κατοχής. Υπ’ αυτή την έννοια, η αναγνωριζόµενη, εν προκειµένω, κατοχή ισχύει και λειτουργεί ως ένα σύνολο οικονοµικών σχέσεων περιουσίας, ερειδοµένης ακριβώς επί της προαναφερθείσης άδειας του Κράτους, ήτοι η κρατική ανοχή προσδίδει στην κατοχή το χαρακτήρα της περιουσίας, έναν εµπράγµατο δηλαδή χαρακτήρα, διότι ακριβώς η εν λόγω εγκαθιδρυόµενη σχέση είναι εµπράγµατη.
Θα πρέπει, όµως, στο σηµείο αυτό να διευκρινιστούν τα εξής: Η «κατοχή» του ιδιώτη, επί της ουσίας, τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση ανακλήσεως της «αδείας» της ∆ιοικήσεως, η οποία αίρεση αναµφισβήτητα συνιστά επαπειλή τόσο της «κατοχής» αυτής καθ’ εαυτήν, ως αυτοτελούς συνόλου περιουσίας, όσο και της περιουσίας που στηρίχθηκε στην κατοχή και προέκυψε από αυτήν, υπέρ του κατόχου, των απογόνων του, αλλά και υπέρ τρίτων, απάντων τελούντων σε καλή πίστη.
![]() |
122 Κατ’ άρθρο 10 παρ. 2 Ν.∆. 2176/1952 για την προστασία της βιοµηχανίας και της βιοτεχνίας, Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό.αν., σελ. 69-72
Αυτή, όµως, η επαπειλή της ανωτέρω «κατοχής», αναπόφευκτη συνέπεια της αυτόβουλης υποβολής από µέρους των ιδιωτών του αιτήµατος χρήσεως, έναντι αποζηµιώσεως, των δηµοσίων ακινήτων, τα οποία αυτοί ήδη κατέχουν και χρησιµοποιούν, τη στιγµή, µάλιστα, που η ιδιωτική αυτή «κατοχή», άγνωστη, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, στους δηµοσίους φορείς, λόγω της δεδοµένης αδυναµίας του ∆ηµοσίου να εντοπίζει και να προστατεύει αποτελεσµατικά το σύνολο της περιουσίας του, δηµοσιοποιείται και εκτίθεται έτσι στη ∆ιοίκηση το πρώτον µε την υποβολή της εν λόγω αιτήσεως, ∆ΕΝ στοιχειοθετεί την έννοια της διαταράξεως του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, η οποία αποκλείει την απόκτηση του δικαιώµατος της κυριότητας
µε χρησικτησία: Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε άνιση µεταχείριση των ιδιωτών που δηµοσιοποίησαν µε τον τρόπο αυτό τη νοµή τους στη ∆ιοίκηση, µία δηµοσιοποίηση υποχρεωτική για την υπαγωγή των επιχειρήσεών τους στις προστατευτικές για τη βιοµηχανία – βιοτεχνία διατάξεις, έναντι άλλων ιδιωτών, τότε κατόχων και ήδη πλέον, από την 19η-03-2003 αναδροµικά, νοµέων ακινήτων, όπου δεν λειτουργούν βιοµηχανικές/βιοτεχνικές επιχειρήσεις, οι οποίοι, µέχρι την εισαγωγή του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, εκµεταλλευόµενοι τις προεκτεθείσες, εγγενείς αδυναµίες της διοικητικής οργάνωσης του Κράτους, και προς αποφυγή των συνεπειών του νόµου, ∆ΕΝ είχαν δηµοσιοποιήσει την τότε µη προστατευόµενη κατοχή (και ήδη νοµή τους)123.
3η Προϋπόθεση: Χρονική διάρκεια νοµής τουλάχιστον δέκα (10) ετών, προσµετρούµενης, ως κατωτέρω αναλυτικώς αναφέρεται, και του χρόνου νοµής των δικαιοπαρόχων.
Ως προαναφέρθηκε, η δεκαετής (10ετής) νοµή θα πρέπει να έχει συµπληρωθεί µέχρι την έναρξη ισχύος του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 (19-03-2003), κάτι το οποίο φαίνεται να προβλέφθηκε από τον Έλληνα νοµοθέτη, προκειµένου να αποφευχθούν φαινόµενα καταστρατηγήσεων του εν λόγω νόµου από επιβουλευτές της δηµόσιας περιουσίας.
4η Προϋπόθεση: Νόµιµος τίτλος (Α.Κ. 1041)124.
Ο νοµοθέτης του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 προκειµένου να αναγνωρίσει την κτήση κυριότητας δηµοσίου κτήµατος µε τακτική χρησικτησία από ιδιώτη σε βάρος του Ελληνικού
∆ηµοσίου ∆ΕΝ αρκείται στην ύπαρξη νοµιζόµενου τίτλου, ως προβλέπεται στην τακτική χρησικτησία του Αστικού Κώδικα (Α.Κ. 1043), αλλά απαιτεί νόµιµο τίτλο.
![]() |
123 Σχετικώς δε έχει κριθεί νοµολογιακά, και συγκεκριµένα, από το ∆ικαστήριο της Ε.Σ.∆.Α. ότι η ανάκληση διοικητικής άδειας δύναται να θεµελιώσει προσβολή του σεβασµού της περιουσίας (Ι. Σαρµά, Η νοµολογία του ΕΕ∆ του Ανθρώπου, 1998, σελ. 460- 461).
124 Βλ. Ι.Σ. Σπυριδάκη, Εγχειρίδιο Αστικού ∆ικαίου, 3ος Τόµος, Εµπράγµατο ∆ίκαιο, 1983, Αντ. Ν. Σάκκουλας Αθήνα – Κοµοτηνή, σελ. 172-173
Ως νόµιµος τίτλος νοείται, κατά την κρατούσα άποψη, ο τίτλος κυριότητας, άλλως πως το νοµικό γεγονός (ήτοι το σύνολο των νόµιµων όρων), που θεµελιώνει την κυριότητα του αποκτώντος (λ.χ. µεταβίβαση κατά την Α.Κ. 1033, κληρονοµική διαδοχή, επιδίκαση κλπ), ο οποίος λόγω εσωτερικού ελαττώµατος (λ.χ. δικαιοπρακτική ανικανότητα του µεταβιβάζοντος)
∆ΕΝ άγει σε κτήση του δικαιώµατος της κυριότητας125.
Αντιθέτως, ως νοµιζόµενος τίτλος νοείται κατά την κρατούσα άποψη ο τίτλος που δεν υπάρχει εξωτερικά, ο ανύπαρκτος (λ.χ. ο τίτλος ως προς τον οποίο ∆ΕΝ έχει τηρηθεί ο προβλεπόµενος υπό του νόµου συστατικός αυτού τύπος)126.
Έτσι, ο νοµοθέτης του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 αφιστάµενος, κατά τα ανωτέρω, των διατάξεων περί τακτικής χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα, όπου για την κτήση κυριότητας µε τακτική χρησικτησία δεν απαιτείται αποκλειστικά και µόνο η ύπαρξη νόµιµου τίτλου (Α.Κ. 1041), αλλά αρκεί και ο νοµιζόµενος τίτλος (Α.Κ. 1043), εφόσον δικαιολογείται η καλή πίστη του νοµέα ως προς την ύπαρξη νόµιµου τίτλου, εισάγει µε την επιλογή του αυτή µία προστατευτική για τα συµφέροντα του ∆ηµοσίου απόκλιση.
5η Προϋπόθεση: Ο νόµιµος τίτλος να είναι από επαχθή αιτία, ήτοι απαιτείται δικαιοπραξία αιτιώδης (ούτως ή άλλως θεωρείται τέτοια η µεταβίβαση κυριότητας του άρθρου 1033 Α.Κ.) και επαχθής/µη χαριστική127.
Επαχθής ή µη χαριστική χαρακτηρίζεται η δικαιοπραξία όταν ο ένας εκ των συµβαλλοµένων προβαίνει σε παροχή έναντι κάποιου ανταλλάγµατος, το οποίο συνίσταται είτε στην αντιπαροχή (χρηµατικό ποσό ή οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό όφελος) που παίρνει από τον άλλο συµβαλλόµενο βάσει αµφοτεροβαρούς σύµβασης είτε σε οποιοδήποτε άλλο αντιστάθµισµα (και έξω από το πλαίσιο αµφοτεροβαρούς σύµβασης) σε βάρος του τελευταίου. Για το στοιχείο του επαχθούς είναι αδιάφορο το «ισάξιο» του αντισταθµίσµατος128.
![]() |
Αντιθέτως, χαριστική χαρακτηρίζεται η δικαιοπραξία, όταν η παροχή ενός συµβαλλοµένου γίνεται χωρίς αντιστάθµισµα υπέρ αυτού129, ήτοι όταν ο ένας εκ των συµβαλλοµένων προβαίνει στη χαριστική επίδοση από ελευθεριότητα. Μία χαριστική
125 Κατ’ άλλη µη κρατούσα, όµως, άποψη, νόµιµος τίτλος είναι ο τίτλος κυριότητας από παράγωγη κτήση, ο οποίος ∆ΕΝ άγει σε κτήση του δικαιώµατος της κυριότητας, επειδή ο δικαιοπάροχος ∆ΕΝ ήταν κύριος.
Ο νόµιµος τίτλος λαµβάνει το όνοµά του είτε από τη νόµιµη αιτία της εµπράγµατης συµβάσεως του άρθρου 1033 Α.Κ., είτε από το νόµιµο, κτητικό της κυριότητας λόγο (π.χ. τίτλος πωλήσεως, τίτλος δωρεάς, τίτλος κληρονοµικής διαδοχής, τίτλος κληροδοσίας κλπ)..
126 Κατ’ άλλη, µη κρατούσα άποψη, νοµιζόµενος τίτλος είναι τόσο ο ανύπαρκτος, όσο και ο για οποιονδήποτε άλλο λόγο (εκτός από την έλλειψη κυριότητας του δικαιοπαρόχου, οπότε κατά τα ανωτέρω είναι νόµιµος τίτλος)
ελλατωµατικός (π.χ. δικαιοπρακτική ανικανότητα του µεταβιβάζοντος).
127 Μιχ. Π. Σταθόπουλου, Γενικό Ενοχικό ∆ίκαιο, 1998, Αντ. Ν. Σάκκουλας Αθήνα – Κοµοτηνή, σελ. 273
Απόστολου Σ. Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού ∆ικαίου, 1997, Αντ. Ν. Σάκκουλας Αθήνα – Κοµοτηνή, σελ. 293- 294
128 Επαχθείς δικαιοπραξίες είναι η πώληση, η µίσθωση, η σύµβαση εργασίας ή έργου, το έντοκο δάνειο κλπ
129 Χαριστικές δικαιοπραξίες είναι η δωρεά, το χρησιδάνειο, το άτοκο δάνειο, η σύσταση ιδρύµατος, εντολή, η άµισθη παρακαταθήκη κλπ.
δικαιοπραξία ∆ΕΝ µεταβάλλεται σε επαχθή, αν περιέχει όρο ή τρόπο. ∆ΕΝ εντάσσονται, όµως, στις χαριστικές δικαιοπραξίες ορισµένες παροχές, όπως η παροχή διατροφής, η παροχή βάσει του δικαιώµατος της νόµιµης µοίρας, η σύσταση ενεχύρου ή υποθήκης, οι οποίες γίνονται µεν χωρίς αντάλλαγµα, αλλά επιβάλλονται από το νόµο ή από δικαιοπραξία. Η εν γένει έννοµη τάξη αντιµετωπίζει µε επιφύλαξη τις χαριστικές δικαιοπραξίες, ιδίως τη δωρεά, και για το λόγο αυτό επιβάλλει τη σύναψή της µε συµβολαιογραφικό έγγραφο (ΑΚ 498), θεσπίζει µειωµένη ευθύνη του δωρητή (ΑΚ 499,500) και επιτρέπει την ανάκλησή της για διάφορους λόγους (ΑΚ 505 επ).
Εν προκειµένω, οι χαριστικές συµβάσεις τίθενται, κατά τη σαφή και αδιαµφισβήτητη βούληση του νοµοθέτη του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 ΕΚΤΟΣ του πεδίου εφαρµογής του εν λόγω άρθρου, και δεν αποτελούν νόµιµο τίτλο ικανό να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας µε χρησικτησία έναντι του Ελληνικού ∆ηµοσίου. Η εν λόγω νοµοθετική επιλογή, η οποία εκ νέου αφίσταται των ισχυόντων περί τακτικής χρησικτησίας δυνάµει των άρθρων Α.Κ. 1041, 1043, όπου και ∆ΕΝ διαλαµβάνεται αντίστοιχη διάκριση – περιορισµός του πεδίου εφαρµογής τους των άρθρων αυτών, συνιστά µία επιπρόσθετη απόκλιση – νοµοθετική επιλογή υπέρ του Ελληνικού ∆ηµοσίου, τελούσα σε απόλυτη αντιστοιχία µε τη γενικότερη τάση να υποβάλλονται οι χαριστικές δικαιοπραξίες, σε σχέση µε τις επαχθείς, σε ειδική µεταχείριση από το νοµοθέτη, συνήθως δυσµενέστερη για ευνόητους λόγους. Και τούτο διότι ο λήπτης δεν υφίσταται καµία θυσία για το περιουσιακό αγαθό που αποκτά, έτσι ώστε η κτήση του παρουσιάζεται λιγότερο δικαιολογηµένη ηθικά απ’ ό, τι αν είχε δώσει αντάλλαγµα, αποτελούσης της χαριστικής αιτίας περιουσιακών µετακινήσεων για την έννοµη τάξη causa minor.
6η Προϋπόθεση: Ο νόµιµος τίτλος «από επαχθή αιτία» αρκεί να συντρέχει είτε υπέρ του ιδίου του νοµέα είτε υπέρ του δικαιοπαρόχου του, γεγονός το οποίο µετριάζει τρόπον τινά τις ανωτέρω νοµοθετικές αποκλίσεις υπέρ του Ελληνικού ∆ηµοσίου: ∆ηλαδή και ο νεµόµενος δηµόσιο ακίνητο βάσει νοµίµου τίτλου από χαριστική αιτία δύναται να θεµελιώσει δικαίωµα κυριότητας µε χρησικτησία έναντι του ∆ηµοσίου, εφόσον ο δικαιοπάροχός του (δωρητής) ενέµετο το ίδιο ακίνητο επί τη βάσει νοµίµου τίτλου από επαχθή αιτία.
7η Προϋπόθεση: Κατάρτιση (ήτοι σύνταξη συµβολαιογραφικού εγγράφου) και
µεταγραφή του νοµίµου τίτλου από επαχθή
αιτία µετά την 23η-02-1945,
οπότε πραγµατοποιήθηκε η δεύτερη µεγάλη
αεροφωτογράφηση της ελληνικής επικρατείας.
Η επιλογή του νοµοθέτη για αναγωγή στην
ως άνω ηµεροµηνία (23η-02-1945),
ως κρίσιµο χρονικό σηµείο για την κατάρτιση και µεταγραφή του, απαιτούµενου για
την κτήση κυριότητας µε τακτική χρησικτησία, νοµίµου τίτλου από επαχθή αιτία,
και, συνεπώς, για την
απόδειξη του χαρακτήρα του ακινήτου (αστικό, αγροτεµάχιο, δάσος κλπ), για την έναρξη του υπολογισµού της νοµής του νοµέα ιδιώτη, αλλά και για την απόδειξη του αδιατάρακτου αυτής και ΟΧΙ στο χρονικό σηµείο της πρώτης µεγάλη αεροφωτογράφησης, η οποία έλαβε χώρα εν έτει 1937, είναι εύλογη καθώς:
- αφενός µεν η αεροφωτογράφηση της 23ης-02-1945, δεν είναι µεν σίγουρο, πλην, όµως, είναι πιθανότερο να αποδίδει τη σηµερινή µορφή του ακινήτου (δηλαδή αν πρόκειται για δασική έκταση, αγροτεµάχιο ή οικόπεδο), γεγονός το οποίο θα καθορίσει σε πρώτη φάση και την υπαγωγή του ή µη του ακινήτου στην ευεργετική διάταξη του άρθρου 4 Ν. 3127/2003,
- αφετέρου δε εάν είχε προκριθεί, ως χρονικό σηµείο αναγωγής, η αεροφωτογράφηση του 1937 θα ανέκυπτε σοβαρότατο πρόβληµα αποδείξεως για τους ιδιώτες - νοµείς, καθώς η πλειοψηφία των σηµερινών µαρτύρων τους, εκ των πραγµάτων, δεν θα µπορούσαν να είναι καν γεννηµένοι κατά τον δεδοµένο χρόνο (1937), ενώ το ∆ηµόσιο θα αρκείτο στην απλή και µόνο επίκληση της πρώτης αυτής αεροφωτογραφήσεως, µετά µεγάλης βεβαιότητος µη ανταποκρινόµενης στη σηµερινή πραγµατικότητα και, ενδεχοµένως, εµφανίζουσας ως δασικές ή χορτολιβαδικές πλήρως πλέον, και δη από σειρά ετών, αστικοποιηµένες εκτάσεις, προκειµένου να προβάλει και να αποδείξει ίδια δικαιώµατα επί του ακινήτου.
8η Προϋπόθεση: Καλή πίστη κατά την κτήση της νοµής: Ειδικότερα:
- Η ύπαρξη καλής πίστης απαιτείται κατά το χρονικό σηµείο κτήσεως της νοµής. Η εν λόγω προϋπόθεση διατυπώνεται αρνητικά, ως εξής «εκτός εάν κατά την κτήση της νοµής βρισκόταν σε κακή πίστη». Με αυτόν τον τρόπο, ο Ν. 3127/2003 παραπέµπει ως προς την έννοια της καλής πίστης στο άρθρο 1042 Α.Κ., σύµφωνα µε το οποίο «Ο νοµέας βρίσκεται σε καλή…, όταν χωρίς βαριά αµέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.», όπως αυτό συµπληρώνεται ερµηνευτικά από το άρθρο 1044 Α.Κ., σύµφωνα µε το οποίο «Η καλή πίστη πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο απόκτησης της νοµής. Η µεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει.»
Ως εκ τούτων, ∆ΕΝ νοείται καλή πίστη του νοµέα δηµοσίου κτήµατος, όταν ο νοµέας i) γνώριζε ότι δεν απέκτησε την κυριότητα, ii) αγνοούσε, λόγω βαριάς αµέλειάς του, ότι δεν την απέκτησε ή, τέλος, iii) τελούσε σε πραγµατική ή νοµική πλάνη, επίσης λόγω βαριάς αµελείας, ως προς την από µέρους του κτήση δικαιώµατος κυριότητας.
Ενδεικτικώς έχει κριθεί νοµολογιακώς ως προς την έννοια του καλόπιστου νοµέως ότι:
i) είναι αδιάφορο αν η πλάνη ή άγνοια του νόµου, εκ της οποία απορρέει η πεποίθηση του νοµέως περί κτήσεως της κυριότητας, αφορά πραγµατικά γεγονότα ή το νόµο και την αληθή
του έννοια, αρκούντος µόνου του γεγονότος, και στις δύο περιπτώσεις, ότι η πλάνη ή η άγνοια δεν οφείλεται σε βαριά του αµέλεια130,
ii) η καλή πίστη του νοµέα υφίσταται, όταν ο νοµέας διακατέχεται από την πεποίθηση ότι µε την από µέρους του κτήση της νοµής του πράγµατος ή του ακινήτου δεν προσβάλλει το δικαίωµα άλλου κυρίου και, ειδικώς στην περίπτωση υπάρχοντος νόµιµου τίτλου, τον οποίο θα αποτελεί το αγοραπωλητήριο συµβόλαιο, όταν ο νοµέας αγνοεί, και δη ΟΧΙ ένεκα βαριάς αµελείας του, το ελάττωµα της από µέρους του κτήσης της ιδιοκτησίας131. Τέτοια βαρεία αµέλειά του, αποκλείουσα την καλή του πίστη, συνιστά, σε κάθε περίπτωση, η κατά την αγορά του ακινήτου παράλειψη ελέγχου (υπό του Πληρεξουσίου ∆ικηγόρου του) του σχετικού βιβλίου
µεταγραφών, η έγκαιρη διενέργεια του οποίου θα είχε αποκαλύψει την προγενέστερη νόµιµη
µεταβίβαση του ακινήτου από τον αληθή κύριο132.
Σηµειώνεται, βέβαια, ότι η προπαρατεθείσα νοµολογία αφορά τη συνδροµή ή µη της καλής πίστεως στο πλαίσιο των εννόµων σχέσων µεταξύ ιδιωτών και επί τη βάσει διατάξεων που ανέκαθεν επέτρεπαν την κτήση κυριότητας µε χρησικτησία (ήτοι τα άρθρα 1041 επ. Α.Κ.), ενώ δεν άπτεται των εννόµων σχέσεων µεταξύ ιδιωτών και Κράτους, όπου ίσχυε έως πρότινος το απαγορευτικό της χρησικτησίας πλαίσιο του Α.Ν. 1539/1938 (άρθρα 2, 4) και των λοιπών συµπληρωµατικών αυτού νόµων.
- Ειδικά για το πλαίσιο των εννόµων σχέσεων µεταξύ ιδιωτών και Κράτους133, η προϋπόθεση της καλής πίστης µπορεί να συνδεθεί µε την συνδυαστική απαίτηση του Α.Ν. 1539/1938:
i) αφενός µεν να γίνεται «ρητή µνεία περί της κατοχής του ∆ηµοσίου» στο συµβολαιογραφικό έγγραφο πωλήσεως του ακινήτου (άρθρο 23 παρ. 3),
ii) αφετέρου δε να τηρείται το Βιβλίο ∆ηµοσίων Κτηµάτων (άρθρο 25 παρ. 1), εκ του οποίου και θα προκύπτει η κατοχή του ∆ηµοσίου επί των καταγεγραµµένων σε αυτών κτηµάτων.
Η συνδροµή ή µη της προϋπόθεσης της καλής πίστης θα διαπιστωθεί µε συνδυαστική αναγωγή στις ανωτέρω απαιτήσεις του Α.Ν. 1539/1938: ∆ηλαδή η συνδροµή ή µη της προϋπόθεσης της καλής πίστης ∆ΕΝ θα κριθεί βάσει της συµπεριφοράς που επιδεικνύει ΜΟΝΟ ο τελευταίος αποκτήσας δηµόσιο κτήµα ιδιώτης (ο οποίος σπεύδει ή όχι να ελέγξει το Βιβλίο
∆ηµοσίων Κτηµάτων), όταν το ίδιο κτήµα έχει αποτελέσει επί σειρά δεκαετιών αντικείµενο αλλεπάλληλων µεταβιβάσεων µεταξύ ιδιωτών, βάσει νοµίµως µεταγραφεισών συµβολαιογραφικών πράξεων (άνευ οιασδήποτε µνείας σε αυτές περί της κατοχής του ακινήτου
![]() |
130 Α.Π. 424/1968, Α.Π. 1019/1977, Α.Π. 147/1993, Α.Π. 639/1995
131 Α.Π. 1019/1977
132 Α.Π. 454/1975, Α.Π. 980/1990
133 Αναστασίου Ι. Τάχου, ό.αν., σελ. 61-66
από το Ελληνικό ∆ηµόσιο). Και τούτο διότι η κρίση περί της καλής ή κακής πίστεως ενός προσώπου ∆ΕΝ δύναται να στηρίζεται µόνο στην εκτίµηση της υποκειµενικής συµπεριφοράς του, όταν στην προκειµένη περίπτωση συντρέχει και ένα αντικειµενικό στοιχείο, ήτοι η πάροδος πολλών δεκαετιών από την καθιέρωση της ως άνω απαίτησης του Α.Ν. 1539/1938 για ρητή
µνεία στο συµβόλαιο αγοραπωλησίας της τυχόν κατοχής του ∆ηµοσίου επί του πωλούµενου ακινήτου, κατά τη διάρκεια των οποίων το ακίνητο αυτό αποτέλεσε αντικείµενο διαδοχικών
µεταβιβάσεων χωρίς να διαληφθεί ποτέ σχετική µνεία στα συµβόλαια αγοραπωλησίας. Ειδικότερα επί των ως άνω «απαιτήσεων» του α.ν. 1539/1938 λεκτέα τα κάτωθι:
i) Ως προς την υποχρέωση δήλωσης της κατοχής του ∆ηµοσίου:
Στη ρητή µνεία της κατοχής του ∆ηµοσίου υποχρεούται να προβεί ο πωλητής ενώπιον του συµβολαιογράφου. Αν, όµως, ο πωλητής δεν προβεί στην ανωτέρω δήλωση, τότε δεν υπάρχει καν ένδειξη περί της ιδιότητας του µεταβιβαζοµένου ακινήτου ως δηµοσίου.
Άλλωστε, στην περίπτωση αλλεπάλληλων µεταβιβάσεων του ακινήτου, δυνάµει συµβολαιογραφικών πράξεων, νοµίµως µεταγραφεισών, στις οποίες ουδέποτε διελήφθη σχετική
µνεία, διαµορφώνεται πλέον ένα πλαίσιο δεδοµένων – συνθηκών, το οποίο ενισχύει σηµαντικά σε επίπεδο απόδειξης την υποκειµενική καλή πίστη του τελευταίου αγοραστή134.
ii) Ως προς τηρούµενο από τις αρµόδιες αρχές Βιβλίο ∆ηµοσίων Κτηµάτων:
- Σε περίπτωση ακινήτου εγγεγραµµένου στο Βιβλίο ∆ηµοσίων Κτηµάτων:
α) Υπό την προεκτεθείσα επιφύλαξη, ήτοι την περίπτωση ενός ακινήτου το οποίο αποτέλεσε επί σειρά ετών αντικείµενο αλλεπάλληλων µεταβιβάσεων µεταξύ ιδιωτών, χωρίς οποιαδήποτε µνεία στις σχετικές συµβολαιογραφικές πράξεις περί της κατοχής επ’ αυτού του
∆ηµοσίου, οπότε δεν υπάρχει καν ένδειξη περί του χαρακτήρα του εν λόγω ακινήτου ως δηµοσίου κτήµατος και πλέον δύναται να γίνει λόγος για ένα είδος αντικειµενικής καλής πίστης, ο αγοραστής ιδιώτης ο οποίος παραλείπει να ελέγξει το ως άνω Βιβλίο και, έτσι, να ενηµερωθεί ότι το καταγεγραµµένο σε αυτό ακίνητο ανήκει στο ∆ηµόσιο, καθίσταται κακόπιστος.
β) Όταν ο αγοραστής ιδιώτης ενηµερωθεί από το Βιβλίο ότι συγκεκριµένο ακίνητο ανήκει στο ∆ηµόσιο και, επιπλέον, και ο ίδιος ο πωλητής προβεί σε δήλωση περί κατοχής του
∆ηµοσίου επί του µεταβιβαζοµένου ακινήτου ενώπιον του συντάσσοντος την πράξη της αγοραπωλησίας συµβολαιογράφου, τότε ο αγοραστής ιδιώτης, ο οποίος εν γνώσει του συµπράττει στην αγοραπωλησία δηµοσίου κτήµατος καθίσταται εκ των πραγµάτων κακόπιστος και στερείται του δικαιώµατος αγοράς του ακινήτου.
∆ιότι, σύµφωνα µε το άρθρο 23 παρ. 1, 3 Α.Ν. 1539/1938, ο ιδία γνώσει καταλαµβάνων δηµόσιο κτήµα διώκεται ποινικά, και δη αυτεπαγγέλτως, όπως άλλωστε και ο πωλητής του
![]() |
134 Α.Π. 556/1968 ΝοΒ 1969, σελ. 163
κατεχοµένου υπό του ∆ηµοσίου κτήµατος, εάν στο έγγραφο της µεταβιβάσεως δεν γίνει ρητή
µνεία περί της εν λόγω κατοχής του ∆ηµοσίου.
- Σε περίπτωση δηµοσίου κτήµατος µη εγγεγραµµένου στο Βιβλίο ∆ηµοσίων Κτηµάτων:
Εν προκειµένω, ο αγοραστής ιδιώτης δεν έχει, και δη αντικειµενικά, τη δυνατότητα ενηµερώσεώς του ως προς το χαρακτήρα του ακινήτου ως δηµοσίου κτήµατος. Πλην, όµως, το γεγονός τούτο δεν αποδεικνύει, αυτό καθ’ εαυτό, και την υποκειµενική καλή πίστη του ιδιώτη, καθώς ακόµη και στην περίπτωση της µη καταγραφής του επίµαχου ακινήτου ως δηµοσίου, δεν αποκλείεται η κακή πίστη του αγοραστή κατά την υπογραφή της αγοραπωλησίας, ο οποίος ενδέχεται να είχε πληροφορηθεί, συµπεράνει ή υποψιασθεί ότι το αγοραζόµενο από αυτόν ακίνητο ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού ∆ηµοσίου135 136.
Έχει ασκηθεί από µέρος της θεωρίας δριµεία κριτική137 ότι σύµφωνα µε τα παραπάνω, τα πάντα απαγορεύονται και τα πάντα επιτρέπονται και ότι τα προεκτεθέντα, ενδεικτικά κριτήρια περί καλής ή κακής πίστης κρίνονται ρευστά, κυµαινόµενα και αντιφατικά, καταλειποµένου ουσιαστικά στη ∆ιοίκηση του δικαιώµατος να προσδιορίσει στο πρόσωπο του
![]() |
135 Λ.χ. εάν ο ίδιος ο πωλητής γνωστοποιήσει στον αγοραστή ότι το πωλούµενο ακίνητο είναι δηµόσιο κτήµα
136Ενδεικτική δι’ άπαντα τα ανωτέρω είναι και η υπ’ αριθµόν 4659/55727/7-2-1987 Γνωµοδότηση της Νοµικής
∆ιεύθυνσης του Υπουργείου Οικονοµικών επί της παροµοίου διατυπώσεως µεταβατικής διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 7 Ν. 357/1976 περί Ανταλλάξιµων Κτηµάτων, η οποία διάταξη έχει ως εξής: «Ανταλλάξιµα κτήµατα πωληθέντα µέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόµου διά συµβολαιογραφικών εγγράφων εις τρίτους, τελούντας εν καλή πίστει, µεταβιβάζονται εις τους κατόχους αγοραστάς αντί τιµήµατος ίσου προς το 50% της τρεχούσης αξίας των.»
Επί της εν λόγω διατάξεως γνωµοδοτήθηκαν υπό της πλέον αρµοδίου ∆ηµόσιας Αρχής τα κάτωθι:
α) Ο αγοραστής ακινήτου ανήκοντος στην ανταλλάξιµη περιουσία είναι καλής πίστεως ως προς την ιδιότητα αυτή του ακινήτου, όταν κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συµβολαίου ούτε γνώριζε, αλλά και ούτε αγνοούσε από βαρεία αµέλεια ότι το ακίνητο ανήκε στην ανταλλάξιµη περιουσία του ∆ηµοσίου.
Εάν, όµως, προκύπτει εξ οποιοδήποτε στοιχείο ότι ο αγοραστής, φερόµενος ως χρηστός και σώφρων άνθρωπος, θα
µπορούσε να λάβει γνώση της ιδιότητας του ακινήτου ως ανταλλαξίµου, αλλά παρόλα αυτά ουδέν έπραξε σχετικό, τότε δεν είναι καλής πίστεως.
Ειδικότερα, εάν ο αγοραστής, αυτοπροσώπως ή δια του Πληρεξουσίου ∆ικηγόρου του, δεν έλεγξε τα Βιβλία Μεταγραφών της οικείας περιφέρειας ή προέβη µεν στον εν λόγω έλεγχο, πλην, όµως, δεν αντελήφθη το προκύπτον αµέσως (εν περιπτώσει ευθείας εγγραφής επ’ ονόµατι ή υπέρ του ∆ηµοσίου) ή εµµέσως (ήτοι συναγόµενο εκ της ιδιότητας κάποιου των προκτητόρων του ακινήτου) στοιχείο ότι το ακίνητο είναι ανταλλάξιµο, τότε και πάλι στερείται καλής πίστεως.
β) Ρητώς υπογραµµίστηκε ότι εκ της ενδεικτικής απαριθµήσεως των περιπτώσεων καλόπιστου αγοραστή ανταλλαξίµου ακινήτου προκύπτει:
αφενός µεν ότι είναι ερευνητέα σε κάθε περίπτωση η συνδροµή ή όχι της καλής πίστεως του αγοραστή ως προς την ιδιότητα του υπ’ αυτού αγοραζόµενου κτήµατος ως ανταλλάξιµου, δεδοµένης της πληθώρας των στοιχείων εκ των οποίων δύναται να προκύψει η ανυπαρξία της καλής πίστεως,
αφετέρου δε ότι ∆ΕΝ νοείται αποδεδειγµένη καλή πίστη του αγοραστή εκ µόνου του γεγονότος ότι το ανταλλάξιµο ακίνητο δεν ήτο καταγεγραµµένο ως τέτοιο υπό της αρµοδίου Αρχής, καθώς ακόµη και η απουσία τέτοιας καταγραφής δεν αποκλείει το ενδεχόµενο ο αγοραστής του κτήµατος να µην ήτο καλόπιστος κατά το χρόνο της αγοράς, όταν λ.χ. εξ άλλων στοιχείων, σωφρώνως φερόµενος, όφειλε να είχε πληροφορηθεί ή συµπεράνει ή υποψιασθεί ότι το υπ’ αυτού αγοραζόµενο ακίνητο είναι ανταλλάξιµο ή οπωσδήποτε επίκειται προβολή δικαιωµάτων επ’ αυτού.
137 Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό.αν., σελ. 62
ιδιώτη αν η πίστη του είναι καλή ή κακή: Με αυτόν, όµως, τον τρόπο η υποκειµενική καλή ή κακή πίστη ετεροκαθορίζεται138, ενώ εξ ορισµού πρέπει να αυτοκαθορίζεται.
- Το βάρος απόδειξης της κακής πίστης του νοµέα δηµοσίου κτήµατος, ο οποίος επικαλείται κτήση κυριότητας µε χρησικτησία κατ’ άρθρο 4 Ν. 3127/2003:
Κατά τις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ο επικαλούµενος την κτήση κυριότητας
µε τακτική χρησικτησία νοµέας είναι αυτός ο οποίος βαρύνεται µε την απόδειξη της καλής πίστεώς του139. Αντιθέτως, κατά το άρθρο 4 Ν. 3127/2003 την κακή πίστη του νοµέα ή του δικαιοπαρόχου του, κατά το χρόνο κτήσης της νοµής από µέρους τους, καλείται να αποδείξει το Ελληνικό ∆ηµόσιο. Πράγµατι, από την κοινή γραµµατική διατύπωση των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 «εκτός εάν κατά την κτήση της νοµής βρισκόταν σε κακή πίστη», καθίσταται σαφές, ότι δεν βαρύνεται ο επικαλούµενος την κυριότητα νοµέας µε την απόδειξη της καλής πίστης του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, αλλά, αντίθετα, σε κάθε περίπτωση, το Ελληνικό ∆ηµόσιο είναι αυτό το οποίο βαρύνεται µε την απόδειξη της κακής πίστεως του επικαλούµενου την κυριότητα νοµέα ή του δικαιοπαρόχου του.
9η Προϋπόθεση: Προσµέτρηση στον χρόνο νοµής και του χρόνου νοµής των δικαιοπαρόχων, ο οποίος, όµως, «διανύθηκε µε τις ίδιες προϋποθέσεις», µεταξύ των οποίων περιλαµβάνονται, κατά τα ανωτέρω, η αδιατάρακτη νοµή και η καλή πίστη κατά την κτήση της, ενώ ο χρόνος νοµής που διανύθηκε χωρίς να συντρέχουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις ∆ΕΝ δύναται να προσµετρηθεί.
Με τη ρύθµιση του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 επαναλαµβάνεται επί της ουσίας το άρθρο 1051 Α.Κ. και τα ισχύοντα για την τακτική χρησικτησία του Αστικού Κώσδικα (άρθρο 1041 Α.Κ.), µε κύριο χαρακτηριστικό, όπως και εν προκειµένω, την καλή τη πίστη νοµή, όπου επίσης γίνεται δεκτό από την κρατούσα θεωρία ότι η προσαύξηση ή αλλιώς προσµέτρηση του χρόνου των δικαιοπαρόχων είναι νόµιµη µόνο εφόσον ο δικαιοπάροχος νοµέας ήταν οµοίως καλής πίστεως, ήτοι, κατ’ άρθρα 1042, 1044 Α.Κ., όταν και αυτός κατά το χρόνο της απόκτησης της νοµής είχε, χωρίς βαριά αµέλεια, την πεποίθηση ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα. Ο συνυπολογισµός και η προσµέτρηση του χρόνου της νοµής κατά τον τρόπο αυτό εφαρµόζεται γενικά και όταν έχουν συντελεστεί πλείονες διαδοχές.
Η διατύπωση, αλλά και η ερµηνεία του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 κατ’ απόλυτη συµφωνία
µε τα ισχύοντα στο ιδιωτικό δίκαιο περί τακτικής χρησικτησίας, εδράζεται επί της προφανούς
![]() |
138 Ως συνέβη µε τον ισχύοντα αδιακρίτως έως πρότινος α.ν. 1539/1938, ο οποίος θεσπίζοντας αµάχητο τεκµήριο νοµής του ∆ηµοσίου επί των δηµοσίων κτηµάτων, καθιστούσε τον νεµόµενο αυτά ιδιώτη αυθαίρετο κάτοχο και εξ ορισµού κακής πίστεως.
139 Απ. Γεωργιάδη, Εµπράγµατο ∆ίκαιο, 1991, σελ. 420 (όπου και παραποµπές σε θεωρία και νοµολογία), σύµφωνα
µε τον οποίο από την ίδια τη φύση της καλής πίστης ως προϋπόθεσης της χρησικτησίας κατά τον Αστικό Κώδικα, προκύπτει ότι ο επικαλούµενος τη χρησικτησία νοµέας φέρει το βάρος αποδείξεώς της.
οµοιότητας του πεδίου εφαρµογής των εν λόγω κανόνων δικαίου, οι οποίοι αναγνωρίζουν δικαίωµα κυριότητας µε χρησικτησία ΜΟΝΟ στον καλής πίστεως νοµέα ακινήτου140.

IV. Ε. 1. β.
∆ιαφορές µεταξύ της προβλεπόµενης υπό του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 3127/2003
µορφής (τακτικής) χρησικτησίας και της τακτικής χρησικτησίας των άρθρων 1041,
1043 Α.Κ.

140 Πλην, όµως, έχει διατυπωθεί και η αντίθετη – επικριτική της ως άνω νοµοθετικής επιλογής άποψη, η οποία υποστηρίζει ότι θα έχρηζε διαφορετικής ρυθµίσεως το ζήτηµα της προσαυξήσεως του χρόνου νοµής του τελευταίου νοµέα κατά το χρόνο νοµής των δικαιοπαρόχων του στις σχέσεις µεταξύ ∆ηµοσίου – ιδιωτών σε σύγκριση µε τις σχέσεις µεταξύ ιδιωτών. (Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό.αν., σελ. 53-56): Ειδικότερα, κατά την εν λόγω άποψη, η ανάγκη συνδροµής των προϋποθέσεων της καλής πίστεως κατά την κτήση της νοµής και στα πρόσωπα των δικαιοπαρόχων του νυν νοµέα, προκειµένου να είναι επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 1051 Α.Κ., η προσµέτρηση του χρόνου νοµής τους στη δική του νοµή θα έπρεπε να αφορά µόνο το ιδιωτικό δίκαιο, στο πλαίσιο του οποίου οι εµπράγµατες έννοµες σχέσεις ιδρύονται, µεταβάλλονται και καταργούνται µε βάση την ισοτιµία των βουλήσεων των προσώπων. Επί τη βάσει αυτής ακριβώς της ισοτιµίας κρίνεται ότι συντρέχει ή δεν συντρέχει η προϋπόθεση της καλής πίστης για την προσµέτρηση του χρόνου των δικαιοπαρόχων υπέρ του τελευταίου νοµέα.
Όµως, η ως άνω ερµηνεία της διατάξεως του άρθρου 1051 Α.Κ., κατά την ίδια πάντα άποψη, ∆ΕΝ θα έπρεπε να εφαρµοσθεί και στο πλαίσιο του δηµοσίου δικαίου, δηλαδή της νοµοθεσίας για τα δηµόσια κτήµατα, ακριβώς λόγω της ελλείψεως, στον εν λόγω τοµέα του δικαίου, της ισοτιµίας των βουλήσεων των εµπλεκοµένων προσώπων: Στο πλαίσιο του ∆ηµοσίου ∆ικαίου η βούληση της ∆ιοίκησης τελεί σε υπέρτερη θέση έναντι της ιδιωτικής βουλήσεως, καθώς η εξουσιαστική συµπεριφορά (ενέργεια ή παράλειψη/αδράνεια) της ∆ιοικήσεως, νοµιµοποιούµενης µονοµερώς στην έκδοση ή µη εκτελεστών διοικητικών πράξεων (κυρωτικής µάλιστα φύσεως, διοικητικής, αλλά και ποινικής) περί διαταράξεως ή µη της νοµής, προσδιορίζει ουσιαστικά την καλή ή κακή πίστη του ιδιώτη ο οποίος αποκτά τη νοµή, µετά την έκδοση της πράξεως.
Έτσι, κατά την ίδια πάντα άποψη, η ∆ιοίκηση δύναται να ετεροκαθορίζει, κατά τρόπο µεταβλητό και κυµαινόµενο ανά περίπτωση την καλή πίστη των ιδιωτών, καίτοι η τελευταία είναι εξ ορισµού υποκειµενική, καθώς
µετά την έκδοση µίας διοικητικής πράξεως περί διαταράξεως της νοµής ενός δηµοσίου κτήµατος από νοµέα -
ιδιώτη, καθίσταται επί της ουσίας αδύνατη:
- τόσο η επίκληση, από µέρους εκάστοτε δικαιοδόχου του αρχικού νοµέα (εν περιπτώσει διαδοχικών
µεταβιβάσεων) και µέχρι του τελικού δικαιοδόχου και τελευταίου νοµέα του επιδίκου ακινήτου, της προσωπικής καλής τους πίστεως κατά την κτήση της νοµής, ακόµη και αν αυτή συντρέχει εν προκειµένω, καθώς η απόδειξή της καθίσταται πλέον εξαιρετικά δυσχερής, µε αποτέλεσµα αυτοί να απόλλυνται άνευ ετέρου του δικαιώµατος κτήσεως κυριότητας µε χρησικτησία κατ’ άρθρο 4 Ν. 3127/2003 έναντι του ∆ηµοσίου,
- όσο και η κατά το ίδιο άρθρο προσµέτρηση του χρόνου νοµής των δικαιοπαρόχων στο χρόνο νοµής του τελευταίου νοµέα.
Συνεπώς, µία τέτοια ερµηνεία σύµφωνα µε τα ανωτέρω, δηλαδή κατά την έννοια του άρθρου 1051 Α.Κ., της διατάξεως που ορίζει «µε τις ίδιες προϋποθέσεις», οδηγεί, κατά την εν λόγω άποψη, στη µέσω του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 3127/2003 αναγνώριση και επιβολή της συλλογικής διοικητικής ευθύνης, µε κριτήριο το αντικείµενο, ήτοι το ακίνητο, και όχι τα υποκείµενα (τα πρόσωπα). Με αυτόν, όµως, τον τρόπο, υποστηρίζει η εν λόγω άποψη, οδηγούµαστε σε δυσµενές κυρωτικό αποτέλεσµα σε βάρος του τελευταίου νοµέα, συνεπεία της ευθύνης άλλων προσώπων, ο οποίος τελευταίος νοµέας, κατά τα ανωτέρω, αποστερείται ουσιαστικά του δικαιώµατος να θεωρηθεί κύριος έναντι του ∆ηµοσίου. Όµως, στο Κράτος ∆ικαίου (ως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1, 2 Συντάγµατος), η εν γένει κυρωτική λειτουργία προϋποθέτει υποκειµενική ευθύνη, η οποία δύναται να είναι ατοµική ή ακόµη και αθροιστική, αλλά ΟΧΙ συλλογική. Το αυτό δε δέχεται και το άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 3127/2003, παραπέµποντας ρητά στο άρθρο 1042 Α.Κ., ήτοι ότι η πίστη του νοµέα είναι καλή, όταν δεν συντρέχει βαριά αµέλεια, η οποία ως «πταίσµα» (δόλος ή αµέλεια), και κατά τον Αστικό Κώδικα (Βλ. ΑΚ 330), είναι αποτέλεσµα υποκειµενικής συµπεριφοράς εκάστου προσώπου. Άλλωστε, κατά την ίδια πάντα άποψη, δεδοµένου ότι «η µεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει» (άρθρο 1044β΄Α.Κ.) κατά µείζονα λόγο δεν µπορεί να βλάψει τον νοµέα η προγενέστερη κακή πίστη, ως υποκειµενική συµπεριφορά των δικαιοπαρόχων ζώντων ή ακόµη και αποθανόντων κατά τον χρόνο εφαρµογής της διάταξης δηµοσίου δικαίου του άρθρου 4 Ν. 3127/2003.
Συνεπώς, καταλήγει η εν λόγω άποψη, ερµηνευόµενη κατ’ αυτόν τον τρόπο, ήτοι βάσει του ιδιωτικού δικαίου, η εν λόγω διάταξη, αντίκειται στο Σύνταγµα (άρθρα 6, 7, 20 παρ. 2), στην Ε.Σ.∆.Α. (άρθρο 6 παρ. 2) και στο ∆.Σ. Ο.Η.Ε. (άρθρο 14 παρ. 2), βάσει των οποίων καθορίζεται η υποκειµενική ευθύνη κάθε προσώπου και τα οποία εφαρµόζονται (σύµφωνα µε τη Νοµολογία της Επιτροπής και του ∆ικαστηρίου της Ε.Σ.∆.Α.) και στην κυρωτική λειτουργία της ∆ιοικήσεως, η οποία µε τις ενέργειές της (πράξεις ή παραλείψεις) µπορεί να προκαλεί δυσµενή αποτελέσµατα, ιδίως οικονοµικής φύσεως, σε βάρος των δικαιωµάτων ή συµφερόντων των διοικουµένων.
1) Το άρθρο 4 παρ. 1, περ. α΄ Ν. 3127/2003 προβλέπει τη δυνατότητα κτήσεως κυριότητας µε χρησικτησία από µέρους ιδιώτη σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου. Αντιθέτως, η κτήση κυριότητας µε τακτική χρησικτησία σύµφωνα µε τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα αφορά µόνο τις σχέσεις µεταξύ ιδιωτών.
2) Κατά το άρθρο 4 παρ. 1, περ. α΄ Ν. 3127/2003 η δυνατότητα κτήσεως κυριότητας µε χρησικτησία απαιτεί την ύπαρξη νόµιµου και µόνο τίτλου (ήτοι υπαρκτού µεν, πλην, όµως, ελαττωµατικού), ενώ για την τακτική χρησικτησία του Αστικού Κώδικα αρκεί η ύπαρξη και νοµιζόµενου τίτλου (ήτοι ανύπαρκτου – ανυπόστατου, εφόσον, όµως, πάντοτε δικαιολογείται η καλή πίστη του αποκτώντος).
3) Η χρησικτησία του άρθρου 4 παρ. 1, περ. α΄ Ν. 3127/2003 προϋποθέτει ότι ο υφιστάµενος, υπέρ του ιδίου του νοµέα ή του έστω του δικαιοπαρόχου του, νόµιµος, σε κάθε περίπτωση, τίτλος:
α) θα πρέπει να είναι από επαχθή και όχι από χαριστική αιτία, περιορισµός ο οποίος ουδόλως διαλαµβάνεται στα αντίστοιχα άρθρα του Αστικού Κώδικα,
β) θα πρέπει να έχει συσταθεί και µεταγραφεί µετά την 23η-02-1945 (δεύτερη µεγάλη αεροφωτογράφηση), µνεία – προϋπόθεση η οποία δεν διαλαµβάνεται στον Αστικό Κώδικα.
4) Αµφότερα τα νοµοθετικά κείµενα (Ν. 3127/2003, Α.Κ.) προϋποθέτουν για την απόκτηση της κυριότητας δεκαετή (10ετή) αδιατάρακτη νοµή. Όµως, η δεκαετής (10ετής) χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου, σύµφωνα µε το άρθρο 4 παρ. 1, περ. α΄ Ν. 3127/2003 θα πρέπει να έχει συµπληρωθεί έως την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003, ήτοι ως την 19η-03-2003, ηµέρα δηµοσίευσης του εν λόγω Νόµου στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α΄, 67), ενώ αντίθετα για τη συµπλήρωση της δεκαετούς (10ετούς) νοµής της τακτικής χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα ∆ΕΝ προβλέπεται τέτοιος χρονικός περιορισµός.
∆ηλαδή το άρθρο 4 παρ. 1, περ. α΄ Ν. 3127/2003 αποτελεί µία φωτογραφική διάταξη, σύµφωνα µε την οποία αναγνωρίζεται ένα συγκεκριµένο δικαίωµα (κυριότητα) σε ιδιώτες, πληρούντες συγκεκριµένες προϋποθέσεις (αδιατάρακτη νοµή επί δεκαετία, καλόπιστη κτήση της) σε συγκεκριµένο χρονικό σηµείο (την 19η-03-2003). Τυχόν µεταγενέστερη συµπλήρωση των ανωτέρω, λεπτοµερώς παρατεθεισών προϋποθέσεων δεν οδηγεί σε κτήση δικαιώµατος κυριότητας επί δηµοσίου κτήµατος, προς αποφυγή και πιθανών κινδύνων καταστρατηγήσεως του νόµου.
Αντιθέτως, οι διατάξεις περί τακτικής χρησικτησίας παρέχουν τη δυνατότητα κάθε φορά (άνευ απώτατου χρονικού περιορισµού), κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις της, να αναγνωρίζεται ο νεµόµενος µε τις εν λόγω προϋποθέσεις κύριος του ακινήτου έναντι του έως πρότινος κυρίου.
Συµπερασµατικώς: Το άρθρο 4 παρ. 1, περ. α΄ Ν. 3127/2003 φαίνεται να θεσπίζει µία πιο αυστηρή µορφή τακτικής χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου, σε σχέση µε την προβλεπόµενη από τον Αστικό Κώδικα και ισχύουσα στο πλέγµα των σχέσεων µεταξύ ιδιωτών. Είναι σαφής η βούληση του νοµοθέτη να αναγνωρίζεται το δικαίωµα κυριότητας δηµοσίου κτήµατος, υπέρ ιδιώτη, µετά από µόλις δεκαετή (10ετή) νοµή, µόνο στην περίπτωση, κατά την οποία η από µέρους του ιδιώτη νοµή συνοδεύεται από µία σειρά αυστηρών δεδοµένων (µόνο νόµιµος, άρα υπαρκτός τίτλος, από επαχθή και µόνο αιτία κλπ), µη απαιτούµενων από τις κοινές διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, τα οποία (δεδοµένα):
- όχι µόνο δικαιολογούν ουσιαστικά, αλλά και ενισχύουν την καλή του πίστη, και έτσι,
- δικαιολογούν την προνοµιακή του µεταχείριση έναντι του δηµοσίου συµφέροντος µετά την πάροδο ενός τόσο σύντοµου χρονικού διαστήµατος.
IV. Ε. 2. Η έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου κατ’ άρθρο 4
παρ. 1 περ. β΄ Ν. 3127/2003.
IV. Ε. 2. α. Οι προϋποθέσεις:
Κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 περ. β΄ Ν. 3127/2003 εισάγεται µία µορφή χρησικτησίας, προσοµοιάζουσα στην έκτακτη χρησικτησία του άρθρου 1045 Α.Κ., η οποία απαιτεί τη συνδροµή των κάτωθι προϋποθέσεων:
1) Νοµή (ως αυτή αναπτύχθηκε ανωτέρω),
2) Αδιατάραχτη νοµή (ως ανωτέρω).
3) Χρονική διάρκεια νοµής τουλάχιστον τριάντα (30) ετών, προσµετρούµενου, κατά τα προεκτεθέντα, και του χρόνου νοµής των δικαιοπαρόχων του νοµέα. Η τριακονταετής νοµή θα πρέπει και εδώ να έχει συµπληρωθεί µέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003.
4) Καλή πίστη του νοµέα κατά την κτήση της νοµής (ως ανεπτύχθη ανωτέρω).
Παρατήρηση:
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, µεταξύ των απαραίτητων προϋποθέσεων για την κτήση κυριότητας µε χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου σύµφωνα µε την περίπτωση β΄, παρ. 1, άρθρο 4 Ν. 3127/2003 ∆ΕΝ περιλαµβάνεται η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου του νοµέα, είτε νόµιµου (ήτοι υπαρκτού µεν, αλλά ελαττωµατικού) είτε νοµιζόµενου (ήτοι ανυπόστατου). Όµως, και σε αυτήν την περίπτωση ο νόµος, ορθώς, προβλέπει, την προστασία µόνο του καλόπιστου νοµέα δηµοσίου ακινήτου.
Τίθεται, λοιπόν, εν προκειµένω, το ζήτηµα πώς είναι δυνατόν να έχουµε καλόπιστο νοµέα ακινήτου, στην περίπτωση κατά την οποία θα λείπει µεταγεγραµµένος τίτλος κτήσης (µη απαιτούµενος κατά τα ανωτέρω για την κτήση κυριότητας µε έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του
∆ηµοσίου µετά από τη συµπλήρωση αδιατάρακτης 30ετούς νοµής), δεδοµένου ότι κατά τον
Αστικό Κώδικα (άρθρα 1041-1043) αποκλείεται η τακτική (ήτοι η καλή τη πίστη) χρησικτησία ακινήτου, σε περίπτωση έλλειψης (συµβολαιογραφικού) τίτλου κτήσεώς του και µεταγραφής του, και έτσι εξοµοιώνεται, εν τοις πράγµασι, ο νεµόµενος ακίνητο, άνευ µεταγεγραµµένου τίτλου, ανεξαρτήτως της ενδεχόµενης υποκειµενικής καλής του πίστης, µε τον κακόπιστο νοµέα, ο οποίος δύναται να αποκτήσει κυριότητας µόνο µε την έκτακτη χρησικτησία του άρθρου 1045 Α.Κ.
Προφανώς, ο σκοπός του νοµοθέτη της διάταξης του άρθρου 4, παρ. 1 περ. β΄ Ν. 3127/2003 συνίσταται στην κάλυψη, µε την εν λόγω διατύπωση, των περιπτώσεων, όπου, ναι
µεν δεν υπάρχει ο τίτλος της τακτικής χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ. 1, περ. α΄ Ν. 3127/2003, ως αυτός λεπτοµερώς αναλύεται ανωτέρω, πλην, όµως, δικαιολογείται και αποδεικνύεται η υποκειµενική καλή πίστη του νοµέα.
Έτσι, στη δεύτερη περίπτωση της παρ. 1, άρθρο 4 Ν. 3127/2003 εµπίπτει ο καλόπιστος κατά την κτήση της νοµής νοµέας δηµοσίου ακινήτου, ο οποίος:
1) διαθέτει νοµιζόµενο, ήτοι ανύπαρκτο κατά την κρατούσα άποψη, τίτλο (π.χ.
αµετάγραφο συµβολαιογραφικό τίτλο),
2) διαθέτει νόµιµο µεν τίτλο, αλλά από χαριστική αιτία ή
3) η µεταβίβαση του ακινήτου στον οποίο έχει γίνει δια λόγου, περίπτωση ιδιαίτερα συνήθης στην ελληνική επαρχία.
IV. Ε. 2. β. ∆ιαφορές µεταξύ της προβλεπόµενης υπό του άρθρου 4 παρ. 1 περ. β΄ Ν. 3127/2003 µορφής (έκτακτης) χρησικτησίας και της έκτακτης χρησικτησίας του άρθρου 1045 Α.Κ.
1) Το άρθρο 4 παρ. 1, περ. β΄ Ν. 3127/2003 προβλέπει τη δυνατότητα κτήσεως κυριότητας µε έκτακτη χρησικτησία από µέρους ιδιώτη σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου. Αντιθέτως, η κτήση κυριότητας µε έκτακτη χρησικτησία σύµφωνα µε τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα αφορά µόνο τις σχέσεις µεταξύ ιδιωτών.
2) Κατά το άρθρο 4 παρ. 1, περ. β΄ Ν. 3127/2003 η κτήση κυριότητας µε χρησικτησία προϋποθέτει τη συµπλήρωση τριακονταετούς (30ετούς) νοµής του ακινήτου, ενώ για την έκτακτη χρησικτησία του άρθρου 1045 Α.Κ. αρκεί η συµπλήρωση εικοσαετούς (20ετούς) νοµής. Η απαίτηση επιπλέον δέκα (10) ετών νοµής για την αναγνώριση δικαιώµατος κυριότητας κατά το Ν. 3127/2003 σε καλόπιστους, αποκλειστικά και µόνο, ιδιώτες, σε σχέση µε την εικοσαετή (20ετή) νοµή, στην οποία αρκείται το άρθρο 1045 Α.Κ. για την αναγνώριση κυριότητας ακόµη και σε κακόπιστους ιδιώτες, προφανώς δικαιολογείται από το γεγονός ότι µε το άρθρο 4 παρ. 1, περ. β΄ του Ν. 3127/2003 δεν αναγνωρίζεται κύριος ακινήτου ένας ιδιώτης έναντι έτερου ιδιώτη, αλλά, πλέον, ένας ιδιώτης, ενδεχοµένως χωρίς να διαθέτει καν τίτλο
κτήσεως - κυριότητας αναγνωρίζεται κύριος ενός δηµοσίου ακινήτου, ήτοι ενός ακινήτου αποτελούντος έως πρότινος ιδιοκτησία του ελληνικού κράτους και λαού.
3) Η τριακονταετής (30ετής) χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου, σύµφωνα
µε το άρθρο 4 παρ. 1, περ. β΄ Ν. 3127/2003 θα πρέπει να έχει συµπληρωθεί έως την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003, ήτοι µέχρι την 19η-03-2003, ηµέρα δηµοσίευσης του νόµου την Εφηµερίδα της Κυβέρνησης, ενώ αντίθετα για τη συµπλήρωση της εικοσαετούς (20ετούς) νοµής της έκτακτης χρησικτησίας ∆ΕΝ προβλέπεται τέτοιος χρονικός περιορισµός.
Ήτοι, και το άρθρο 4 παρ. 1, περ. β΄ Ν. 3127/2003 αποτελεί και µία φωτογραφική διάταξη, σύµφωνα µε την οποία αναγνωρίζεται ένα συγκεκριµένο δικαίωµα (κυριότητα) σε ιδιώτες, πληρούντες συγκεκριµένες προϋποθέσεις (αδιατάρακτη νοµή επί τριακονταετία, καλόπιστη κτήση της) σε συγκεκριµένο χρονικό σηµείο (την 19η-03-2003). Τυχόν
µεταγενέστερη συµπλήρωση των ανωτέρω, λεπτοµερώς παρατεθεισών προϋποθέσεων δεν οδηγεί σε κτήση δικαιώµατος κυριότητας µε έκτακτη χρησικτησία επί δηµοσίου κτήµατος.
Αντιθέτως, οι γενικές διατάξεις ιδιωτικού δικαίου περί έκτακτης χρησικτησίας παρέχουν τη δυνατότητα κάθε φορά (άνευ απώτατου χρονικού περιορισµού), κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις της, να αναγνωρίζεται ο νεµόµενος µε τις εν λόγω προϋποθέσεις κύριος του ακινήτου έναντι του έως πρότινος κυρίου.
4) Το άρθρο 4 παρ. 1, περ. β΄ Ν. 3127/2003 παρέχει τη δυνατότητα κτήσεως κυριότητας
µε χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου µόνο στον καλόπιστο νοµέα, ενώ, αντιθέτως, το άρθρο 1045 Α.Κ. αποτελεί τον κατ’ εξοχήν τρόπο κτήσεως κυριότητας µε χρησικτησία (σε βάρος ιδιωτών) από τον κακόπιστο νοµέα ακινήτου. Για άλλη µια φορά καθίσταται εµφανής η προσπάθεια του νοµοθέτη αφενός µεν να προστατεύσει τη δηµόσια περιουσία από τους επιβουλευτές αυτής, αφετέρου δε να αποδώσει κοινωνική δικαιοσύνη µε την αναγνώριση του δικαιώµατος της κυριότητας και στους νεµόµενους ήδη επί τριακονταετία, έστω χωρίς νόµιµο τίτλο, πλην, όµως, καλόπιστα και χωρίς οιανδήποτε εναντίωση – όχλησή τους από το Ελληνικό ∆ηµόσιο, εξασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη βιωσιµότητα του συστήµατος του Εθνικού Κτηµατολογίου, βιωσιµότητα η οποία θα ετίθετο σε σοβαρή διακινδύνευση σε περίπτωση παραγνώρισης της εν λόγω κοινωνικής πραγµατικότητας και αναπόφευκτης προκλήσεως µαζικών κοινωνικών αναταραχών.
Συµπερασµατικώς: ∆εδοµένων:
- αφενός µεν των πολύ αυστηρών προϋποθέσεων που θέτει, κατά τα ανωτέρω, το άρθρο 4 παρ. 1, περ. α΄ Ν. 3127/2003 για την αναγνώριση τακτικής χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου,
- αφετέρου δε της σαφούς νοµοθετικής βουλήσεως για την προστασία µίας ευρύτερης κατηγορίας καλόπιστων, αυστηρά, νοµέων δηµοσίων ακινήτων έναντι του δηµοσίου
συµφέροντος, το οποίο σαφώς και δεν επιτρέπεται να υποχωρεί έναντι κακόπιστων νοµέων –
επιβουλευτών της δηµόσιας γης,
το άρθρο 4 παρ. 1, περ. β΄ Ν. 3127/2003 δίδει τη δυνατότητα στον καλόπιστο και πάλι νοµέα, ο οποίος δεν πληροί τις αυστηρές προϋποθέσεις της τακτικής χρησικτησίας της περ. α΄ (νόµιµος τίτλος από επαχθή αιτία κλπ) και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να αναγνωριστεί κύριος επί τη βάσει της, σύντοµης και προνοµιακής, δεκαετούς (10) νοµής, να θεωρηθεί κύριος ενός δηµοσίου κτήµατος, εφόσον το νέµεται αδιατάρακτα επί τριάντα (30) έτη.
IV. ΣΤ. Πρόσφατη νοµολογία
Είναι ενδεικτική της σηµασίας της διατάξεως του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, αλλά και του χαρακτήρα της ως τοµής στο ισχύον µέχρι πρότινος απαράγραπτο των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου, η ήδη διαµορφωθείσα πρόσφατη νοµολογία επί του ζητήµατος.
Ειδικότερα:
IV. ΣΤ. 1. Η υπ’ αριθµόν 348/2004 Γνωµοδότηση της Ολοµελείας του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους141:
Κατόπιν υποβολής σχετικών ερωτηµάτων από πληθώρα δηµοσίων υπηρεσιών προς διευκρίνιση του πεδίου εφαρµογής του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, αλλά και του τρόπου πρακτικής υλοποιήσεως – εφαρµογής του από το Ελληνικό ∆ηµόσιο, το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους υπήρξε µε την εν λόγω Γνωµοδότησή του κατηγορηµατικό:
i) Επιβεβαίωσε ότι υπάγονται στο εν λόγω άρθρο όλα τα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού ∆ηµοσίου και τα οποία διαχειρίζεται το Υπουργείο Οικονοµίας και Οικονοµικών, αδιαφόρως του τρόπου περιελεύσεώς τους σε αυτήν, και µάλιστα, για λόγους ισότητας, όχι µόνο όσα έχουν ήδη υπαχθεί, αλλά και αυτά που δεν έχουν υπαχθεί, κατά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, στην κτηµατολογική διαδικασία: Τούτο δε διότι, σε αντίθετη περίπτωση, οι νεµόµενοι µε τα προσόντα του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 θα καθίσταντο κύριοι των δηµοσίων κτηµάτων έναντι του Ελληνικού ∆ηµοσίου και από το γεγονός της προηγούµενης υπαγωγής των κτηµάτων αυτών στην κτηµατολογική διαδικασία, ενώ του αυτού δικαιώµατος θα στερούνταν οι νοµείς των µη υπαχθέντων, κατά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, στην κτηµατολογική διαδικασία δηµοσίων κτηµάτων, ενώ τέτοια διάκριση δεν συνάγεται ούτε από το γράµµα του άρθρου, αλλά ούτε και από το σκοπό του νοµοθέτη.
![]() |
141 Γνµδ ΟλΝ.Σ.Κ. 348/2004, δηµοσιευµένη στο βιβλίο του Αναστασίου Ι. Τάχου, Κτήση κυριότητας επί δηµοσίων κτηµάτων και προστασία της βιοµηχανίας και της βιοτεχνίας (ερµηνεία του αρ. 4, Ν. 3127/2003), Σάκκουλας Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 91-104
ii) Προέκρινε την ερµηνεία του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 βάσει του σαφέστατου, όπως το χαρακτήρισε, γράµµατος της διατάξεως.
iii) Επιβεβαίωσε ότι σύµφωνα και µε το γράµµα της διατάξεως, ∆ΕΝ είναι ο επικαλούµενος δικαίωµα κυριότητας έναντι του Ελληνικού ∆ηµοσίου νοµέας - ιδιώτης υποχρεωµένος να αποδείξει την καλή του πίστη, αλλά αντιθέτως το Ελληνικό ∆ηµόσιο βαρύνεται µε την απόδειξη της κακής πίστης του νοµέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά την κτήση από µέρους τους της νοµής δηµοσίου κτήµατος.
iv) Ως προς τη δυνατότητα παρέµβασης των κτηµατικών υπηρεσιών και των εν γένει δηµόσιων φορέων στην κτηµατολογική διαδικασία της κτηµατογράφησης µετά την ισχύ της διάταξης του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, το Νοµικό Συµβούλιο προέβη στις εξής διακρίσεις:
α) Προκειµένου περί ακινήτων υπαχθέντων ήδη στη διαδικασία κτηµατογραφήσεως:
- εάν από την νόµιµη διοικητική διαδικασία ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου
∆ηµοσίων Κτηµάτων και Ανταλλαξίµου Περιουσίας ∆ΕΝ αποδεικνύεται ότι οι νοµείς των ακινήτων που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του ∆ηµοσίου ενέµοντο αυτά µε τα προσόντα είτε της περίπτωσης α΄ είτε της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 Ν. 3127/2003, η κατά τόπον αρµόδια κτηµατική υπηρεσία αν και δεν υποχρεούται, εν τούτοις θα πρέπει, προς διασφάλιση και προστασία των δικαιωµάτων του επί της ακίνητης περιουσίας του και προς αποτροπή του ενδεχόµενου κινδύνου βλάβης των, να προβεί σε δήλωση του Ν. 2308/1995 για τα ακίνητα αυτά, εφόσον είναι καταγεγραµµένα στα βιβλία δηµοσίων και ανταλλαξίµων κτηµάτων ή έχουν εκδοθεί γι’ αυτά θετικές υπέρ της κυριότητας του ∆ηµοσίου γνωµοδοτήσεις του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων Κτηµάτων, οι οποίες έγιναν µε τη σειρά τους δεκτές µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών ή το ∆ηµόσιο έχει γι’ αυτά τίτλους ιδιοκτησίας ή ικανά περί της κυριότητάς του ή άλλου εµπράγµατου δικαιώµατός του στοιχεία (δικαστικές αποφάσεις, πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής, δηλώσεις ιδιωτιών ότι δεν διεκδικούν δικαιώµατα, εκθέσεις ελέγχου, διαγράµµατα κλπ). Οµοίως, σε περίπτωση αµφισβήτησης των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου επί των ανωτέρω ακινήτων, µε υποβληθείσες δηλώσεις ιδιωτών, οι οποίες δεν θεµελιώνουν ιδιωτικά δικαιώµατα, η αρµόδια κτηµατική υπηρεσία οφείλει να υποβάλει Αίτηση διόρθωσης και Ένσταση ενώπιον της Επιτροπής Ενστάσεων κατ’ άρθρο 6, 7 Ν. 2308/1995. Τέλος, εάν µετά τη περαίωση της κτηµατογράφησης, στο πλαίσιο του λειτουργούντος πλέον Κτηµατολογίου, εµφανίζεται εσφαλµένως στο οικείο κτηµατολογικό φύλλο ως κύριος του ακινήτου ιδιώτης και όχι το Ελληνικό ∆ηµόσιο η κατά τόπον αρµόδια κτηµατική υπηρεσία οφείλει να ασκήσει την Αγωγή διόρθωσης της εσφαλµένης πρώτης (α΄) κτηµατολογικής εγγραφής, κατ’ άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998, αποδεικνύοντας, όµως, κάθε φορά θετικά το επικαλούµενο από το ∆ηµόσιο δικαίωµα κυριότητας, σε σχέση µε συγκεκριµένο πάντοτε ακίνητο,
- αν, αντιθέτως, από τη νόµιµη διοικητική διαδικασία ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων Κτηµάτων και Ανταλλαξίµου Περιουσίας αποδεικνύεται ότι οι νοµείς των ανηκόντων στην ιδιωτική περιουσία του ∆ηµοσίου ακινήτων ενέµοντο αυτά µε τα προσόντα είτε της περίπτωσης α΄ είτε της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 Ν. 3127/2003, τότε η κατά τόπον αρµόδια κτηµατική υπηρεσία οφείλει να απέχει της κτηµατολογικής διαδικασίας ως προς το συγκεκριµένο ακίνητο και να αναγνωρίζει την κυριότητα των νοµέων του κατ’ εφαρµογή των διατάξεων των άρθρων 8-12 Α.Ν. 1539/1938 και 6 του από 29.9.-4.10.1939 Β∆/τος «περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίµων
µουσουλµανικών κτηµάτων», ήτοι στο πλαίσιο της νόµιµης διοικητικής διαδικασίας ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου.
β) Προκειµένου περί ακινήτων που ∆ΕΝ έχουν υπαχθεί ακόµη στη διαδικασία της κτηµατογράφησης: Σε περίπτωση αιτήσεων ιδιωτών, οι οποίοι αξιώνουν δικαίωµα κυριότητας επί ακινήτων ανηκόντων στην ιδιωτική περιουσία του ∆ηµοσίου, υπαγόµενων στην επ’ ονόµατι του Ελληνικού ∆ηµοσίου διαχείριση του Υπουργείου Οικονοµίας και Οικονοµικών, η ∆ιοίκηση οφείλει να ενεργεί σύµφωνα µε τα άρθρα 9 επ. α.ν. 1539/1938 «περί προστασίας των δηµοσίων κτηµάτων» και 6 του από 29/09-04/10/1939 β. δ/τος «περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίµων µουσουλµανικών κτηµάτων», ήτοι να παραπέµπει τις αιτήσεις αυτές στο συσταθέν µε τα εν λόγω άρθρα Γνωµοδοτικό Συµβούλιο ∆ηµοσίων Κτηµάτων και Ανταλλάξιµης Περιουσίας, το οποίο λειτουργεί στο Υπουργείο Οικονοµίας και Οικονοµικών σε δύο αυτοτελή – ανεξάρτητα τµήµατα (τµήµα δηµοσίων κτηµάτων και τµήµα ανταλλαξίµων κτηµάτων) και το οποίο θα διαπιστώσει, µετά τη διεξαγωγή µάλιστα ένορκης διοικητικής εξέτασης, τη συνδροµή ή µη εν προκειµένω των προϋποθέσεων της περ. α΄ ή β΄ του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 3127/2003.
Είναι πράγµατι χαρακτηριστική η εν λόγω τοποθέτηση του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους: Εφόσον διαπιστώνεται η συνδροµή των προϋποθέσεων του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 ο νοµέας δηµοσίου κτήµατος καθίσταται αυτοδικαίως κύριος του εν λόγω κτήµατος και η
∆ιοίκηση υποχρεούται – δεσµεύεται να αναγνωρίσει το εν λόγω δικαίωµα κυριότητα στο πλαίσιο της νόµιµης διοικητικής διαδικασίας (Γνωµοδοτικό Συµβούλιο) απέχοντας από τη διαδικασία κτηµατογράφησης.
IV. ΣΤ. 2. Η υπ’ αριθµόν 98/2005 Απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας142:
Το Ειρηνοδικείο Βέροιας κλήθηκε να αποφανθεί επί αναγνωριστικής Αγωγής ιδιώτη σε βάρος του ∆ήµου Βέροιας, δυνάµει της οποίας ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος (έναντι του, αµφισβητούντος το δικαίωµα κυριότητάς του, εναγοµένου ∆ήµου) ενός ακινήτου, το οποίο
![]() |
142 ΕιρΒερ 98/2005, Αρµ 2007, σελ., 45 – Τράπεζα Νοµικών Πληροφοριών ∆.Σ.Α.
είχε αναγνωριστεί - χαρακτηριστεί ως κοινό δάσος, του οποίου τη νοµή και κατοχή απέκτησε από ιδιώτη, δυνάµει συµβολαιογραφικού προσυµφώνου, νοµίµως µεταγραφέντος.
Επρόκειτο για τεµάχιο:
- εκτάσεως 2.870,45 τ.µ., µετά της επ' αυτού µονώροφης οικίας
- κειµένου εντός της κτηµατικής περιοχής του οικισµού Κ. του ∆ήµου Βέροιας, ο οποίος
οικισµός έχει πληθυσµό περίπου τριακοσίων κατοίκων,
- κατεχόµενο αρχικώς µε διάνοια κυρίου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος από το έτος 1941, ο οποίος το περιέφραξε και ανήγειρε σε αυτό µονώροφο κτίσµα, εµβαδού 70 τ.µ. περίπου και
- αποκτηθέν, εν συνέχεια, εν έτει 1972, από τον ενάγοντα, µε νόµιµα µεταγεγραµµένα συµβολαιογραφικό προσύµφωνο, ο οποίος ενάγων από το 1972 και εφεξής, όχι µόνο νεµόταν και κατείχε το επίδικο, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα και ιδίως από τον εναγόµενο ∆ήµο, ασκώντας επ' αυτού διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του, αλλά επιπρόσθετα επέτυχε το έτος 2000 την έκδοση οικοδοµικής άδειας, δυνάµει της οποίας ανήγειρε επ' αυτού έτερο κτίσµα, εµβαδού 99,67 τ.µ., ήτοι, συνολικά, στο επίδικο ανεγέρθησαν κτίσµατα µε συνολικό εµβαδόν 169,67 τ.µ.
Το Ειρηνοδικείο Βέροιας έκρινε ότι:
- Σύµφωνα µε την ισχύουσα νοµοθεσία, η συνολική επιτρεπόµενη δόµηση σε οικόπεδο
µεγαλύτερο των 300 τ.µ. δεν µπορεί να υπερβεί τα 400 τ.µ., συνεπώς, τα υφιστάµενα στο επίδικο ακίνητο κτίσµατα (70,00 τ.µ. + 99,67 τ.µ.= 169,67 τ.µ.) καλύπτουν ποσοστό 30% του συντελεστή δόµησης, όπως απαιτεί ο νόµος 3127/2003.
- Τόσο ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος όσο και ο ίδιος κατά την κτήση της νοµής τους δεν βρίσκονταν σε κακή πίστη, αφού χωρίς βαριά τους αµέλεια είχαν την πεποίθηση ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου.
- Απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιµη την ένσταση ίδιας κυριότητας του εναγοµένου
∆ήµου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι το επίδικο έχει χαρακτηρισθεί κοινό δάσος και ως εκ τούτου ανήκει στην κυριότητά του, καθώς ο ∆ήµος «…ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσεκόµισε προς ανατροπή της συνδροµής των προϋποθέσεων που θέτει ο νόµος για την αναγνώριση κυριότητας ιδιώτη έναντι του δηµοσίου».
Συµπερασµατικώς, το ∆ικαστήριο έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιµη την Αγωγή, δεχόµενο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόµος στο πρόσωπο του ενάγοντος, ήτοι α) νοµή του επιδίκου, β) το οποίο βρίσκεται εντός οικισµού κάτω των 2.000 κατοίκων, γ) για χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο των τριάντα ετών, δ) καλή πίστη κατά το χρόνο κτήσης της νοµής, ε) τα δε υφιστάµενα κτίσµατα καλύπτουν το 30% του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόµησης.
Παρατηρήσεις:
1) Στην υπό κρίση περίπτωση, ο ενάγων είχε αποκτήσει την νοµή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου µε νόµιµα µεταγεγραµµένο συµβολαιογραφικό τίτλο, ήτοι νεµόταν το ακίνητο καλοπίστως, βάσει νόµιµου τίτλου, συνταγέντος και µεταγραφέντος µετά την 23η-02- 1945 (εδώ εν έτει 1972), και εποµένως θα µπορούσε να γίνει λόγος για κτήση από µέρους του της κυριότητας µε τακτική χρησικτησία (ήτοι µετά την πάροδο δεκαετούς και µόνο νοµής του ακινήτου). Πλην, όµως, το επιληφθέν ∆ικαστήριο δίστασε να προβεί στην εφαρµογή του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 3127/2003 (τακτική χρησικτησία), προκρίνοντας ως ασφαλέστερη την επιλογή του άρθρου 4 παρ. 1 περ. β΄ Ν. 3127/2003 και την αναγνώριση του δικαιώµατος κυριότητας του ενάγοντος επί τη βάσει της έκτακτης χρησικτησίας και τη συµπλήρωση τριακονταετούς νοµής του επιδίκου ακινήτου.
2) Παρατηρούµε µία λογική θεµελίωση της καλής πίστης του ενάγοντος ιδιώτη, αλλά και του δικαιοπαρόχου του,
- όχι µόνο στο αδιατάρακτο της νοµής και κατοχής τους από οιονδήποτε και δη τον εναγόµενο ∆ήµο,
- αλλά και στην έκδοση νόµιµης άδειας εν έτει 2000, µε την οποία επετράπη στον ενάγοντα η περαιτέρω ανοικοδόµηση του επίδικου ακινήτου.
Πρόκειται, λοιπόν, για µία κλασική περίπτωση εµπίπτουσα στο σκοπό του νοµοθέτη του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, όπου η ∆ιοίκηση όχι µόνο ανέχεται και δεν εναντιώνεται επί µακρόν χρονικό διάστηµα (εν προκειµένω από το έτος 1941) στην από µέρους ιδιώτη νοµή και κατοχή ενός δηµοσίου, κατά τους ισχυρισµούς της κτήµατος, αλλά, έτι περαιτέρω, µε τη συµπεριφορά της, ήτοι την ένταξη του ακινήτου σε σχέδιο πόλεως, σε έναν οριοθετηµένο οικισµό και την έκδοση νόµιµης άδειας µε την οποία επιτρέπει την περαιτέρω ανοικοδόµησή του δηµιουργεί στον ενάγοντα - ιδιώτη τη δικαιολογηµένη εµπιστοσύνη ότι έχει νοµίµως αποκτήσει κυριότητα, νοµή και κατοχή του ακινήτου: Στην προστασία αυτού ακριβώς του καλόπιστου νοµέα ο οποίος επιδεικνύει την αναµενόµενη εµπιστοσύνη στο ανωτέρω, εξ αποκλειστικής υπαιτιότητος της
∆ιοικήσεως δηµιουργηθέν, φαινόµενο δικαίου απέβλεψε ο νοµοθέτης του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, γεγονός το οποίο διεγνώσθη και επιβεβαιώθηκε και µε την Απόφαση του επιληφθέντος ∆ικαστηρίου.
3) Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στην απόρριψη ως ουσία αβάσιµης της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγοµένου ∆ήµου, ο οποίος βάσισε την ένστασή του αυτή αποκλειστικά και µόνο στον απλό χαρακτηρισµό (από φορείς της ∆ιοικήσεως) της επίδικης περιοχής ως κοινού δάσους (οπότε και θα εξέφευγε του πεδίου εφαρµογής του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, όπου, ως συνάγεται από το γράµµα της διατάξεως, δεν υπάγονται οι δασικές εκτάσεις, αλλά µόνο τα αστικά ακίνητα – οικόπεδα). Το Ειρηνοδικείο Βέροιας απεφάνθη σαφώς
ότι εφόσον ο εναγόµενος ∆ήµος ουδόλως αµφισβητεί και ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκοµίζει επί της ουσίας για την ανατροπή των προϋποθέσεων του άρθρου 4 (παρ. 1 περ.β΄) Ν. 3127/2003 (καλόπιστη νοµή επί 30ετία, ακίνητο εντός οικισµού κάτω των 2.000 κατοίκων, άνω του 30% του συντελεστή δόµησης της περιοχής), η αποδεδειγµένη συνδροµή των οποίων επιφέρει την απόκτηση από τον ενάγοντα της κυριότητας επί του επιδίκου δηµοσίου κτήµατος, η ένσταση ιδίας κυριότητάς του, την οποία στηρίζει επί του απλού χαρακτηρισµού του επίδικου και µάλιστα οικοδοµηµένου ακινήτου ως δάσους, θα πρέπει να απορριφθεί, και δη στην ουσία της: Συνεπώς, στη δίκη µε θέµα την αναγνώριση της κυριότητας ιδιώτη επί δηµοσίου κτήµατος βάσει του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, η εναγοµένη ∆ιοίκηση φέρει το βάρος της αµφισβήτησης των προϋποθέσεων που επικαλείται ο ιδιώτης στην ένδικο αγωγή του για τη θεµελίωση του δικαιώµατός της κυριότητάς του µε τακτική ή έκτακτη χρησικτησία κατά το εν λόγω άρθρο, αλλά και της απόδειξης της ενστάσεως ιδίας κυριότητας την οποία και προβάλλει: Ακόµη και αν η ένσταση αυτή θεµελιώνεται στο χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου ως δασικού, ως εν προκειµένω, δεν φαίνεται να αρκεί ο διοικητικός χαρακτηρισµός του ως τέτοιος, αλλά απαιτείται απόδειξη του επικαλούµενου δασικού χαρακτήρα, υπό τη έννοια της ανατροπής των προϋποθέσεων του άρθρου 4 Ν. 3127/2003.
IV. ΣΤ. 3. Η υπ’ αριθµόν 2072/2006143 Απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης:
Εν προκειµένω, ο εφεσίβλητος - ενάγων ιστορούσε στην πρωτόδικη Αγωγή του ότι είναι νοµέας και κάτοχος του οικοπέδου, ευρισκόµενου στο ∆ήµο Σκύδρας, το οποίο από το έτος 1935 κατείχε ο πατέρας του, µετά την εγκατάστασή του σε αυτό ως πρόσφυγας –ακτήµων, καθ’ υπόδειξη των αρχών, και την εγγραφή του, µάλιστα, από την αρµόδια Επιτροπή Απαλλοτριώσεων, κατά την οριστική διανοµή του οικισµού το έτος 1938, στους σχετικούς κτηµατολογικούς πίνακες, στην κατηγορία των οικοπέδων µη κληρούχων για το ανωτέρω ακίνητο, χωρίς να εκδοθεί σχετικός τίτλος κυριότητας στο όνοµά του. Από τον πατέρα του δε, ο οποίος κατείχε και νεµόταν το εν λόγω οικόπεδο, πιστεύοντας καλόπιστα ότι απέκτησε την κυριότητα αυτού, απέκτησε ο εφεσίβλητος - ενάγων το επίδικο ακίνητο το 1970 λόγω άτυπης δωρεάς και, συνέχισε να ασκεί στο επίδικο ακίνητο τις πράξεις νοµής, χωρίς να ενοχληθεί από οποιονδήποτε, έχοντας την εύλογη πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.
Ο εφεσίβλητος - ενάγων ζητούσε µε την πρωτόδικη Αγωγή του, επικαλούµενος έννοµο συµφέρον, και, ενόψει της µη εκδόσεως τίτλου κυριότητας από τη ∆ιεύθυνση Γεωργίας της αρµόδιας νοµαρχίας, να αναγνωριστεί ότι είναι κύριος του ακινήτου, αγωγή η οποία έγινε δεκτή, ως νόµω και ουσία βάσιµη, από το Πρωτοβάθµιο ∆ικαστήριο.
Το Ελληνικό ∆ηµόσιο άσκησε Έφεση, ζητώντας:
![]() |
143 ΕφΘεσ 2072/2006, Αρµ 2008, Τόµ. 8, σελ. 1196 – Τράπεζα Νοµικών Πληροφοριών ∆.Σ.Α.
α) την απόρριψη της Αγωγής ως αόριστης, διότι δεν αναφέρονται δήθεν σ' αυτήν τα περιστατικά που στηρίζουν το έννοµο συµφέρον του ενάγοντος-εφεσιβλήτου:
Ο εν λόγω λόγος έφεσης απερρίφθη από το Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο έκρινε την πρωτόδικη αγωγή ως ορισµένη και περιέχουσα όλα τα πραγµατικά περιστατικά, στα οποία θεµελιώνεται το έννοµο συµφέρον του ενάγοντος – εφεσιβλήτου προς άσκησή της, ήτοι την αµφισβήτηση από το εναγόµενο – εκκαλούν του δικαιώµατος κυριότητας του ενάγοντος – εφεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο και την αναπόφευκτη έτσι αβεβαιότητα ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του τελευταίου.
β) Την απόρριψη της Αγωγής λόγω δήθεν εσφαλµένης ερµηνείας και εφαρµογής του νόµου και πληµµελούς εκτίµησης των αποδείξεων:
Το Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε και τον δεύτερο (β΄) λόγο Εφέσεως, αποφαινόµενο υπέρ της καλής πίστης του ενάγοντος – εφεσιβλήτου και του δικαιοπαρόχου – πατέρα του, οι οποίοι απέκτησαν, χωρίς βαριά αµέλεια, την πεποίθηση ότι κατέστησαν κύριοι του ακινήτου, παρά το γεγονός της ελλείψεως τίτλου κυριότητας. Την εν λόγω κρίση του βάσισε το Εφετείο σε νοµίµως µεταγεγραµµένο τίτλο κυριότητας της ∆ιεύθυνσης Γεωργίας της Νοµαρχίας Πέλλας, µε τον οποίο παραχωρήθηκε στο πατέρα - δικαιοπάροχο του ενάγοντος – εφεσιβλήτου, ως συµπλήρωµα του επιδίκου οικοπέδου, όµορο οικόπεδο, εµβαδού 400 τ.µ., χωρίς απλά για το επίδικο ακίνητο να έχει εκδοθεί τίτλος κυριότητας.
Συµπερασµατικώς, το Εφετείο Θεσσαλονίκης απεφάνθη ότι ο εφεσίβλητος - ενάγων κατέστη κύριος του οικοπέδου µε τα προσόντα του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, δεδοµένου ότι νέµεται αυτό για περισσότερο από τριάντα χρόνια, προσµετρώντας µάλιστα στο χρόνο της νοµής του αυτόν του δικαιοπαρόχου του, ήτοι θεωρώντας ότι και ο δικαιοπάροχος – πατέρας του ήταν καλόπιστος, επικυρώνοντας την Απόφαση του πρωτοβάθµιου ∆ικαστηρίου.
Παρατηρήσεις:
1) Στην υπό κρίση περίπτωση τόσο ο ενάγων – εφεσίβλητος, όσο και ο δικαιοπάροχός του νέµονταν καλοπίστως το επίδικο ακίνητο, άνευ, όµως, οιουδήποτε τίτλου (άτυπη εγκατάσταση του δικαιοπαρόχου πατρός το έτος 1938, άτυπη δωρεά στον υιό του το έτος 1970), γι’ αυτό ορθώς προκρίθηκε από το ∆ικαστήριο η εφαρµογή του άρθρου 4 παρ. 1 περ. β΄ Ν. 3127/2003 και η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος – εφεσιβλήτου επί τη βάση της έκτακτης χρησικτησίας.
2) Ιδιαίτερη σηµασία έχει η κρίση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ότι ∆ΕΝ επιβάλλεται εν προκειµένω προ της ασκήσεως της αγωγής του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 η τήρηση
- ούτε της καθιερούµενης µε το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, µε το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του α.ν. 1539/1938, διαδικασίας, όπως ισχυρίζεται το εναγόµενο - εκκαλούν (Ελληνικό ∆ηµόσιο), δεδοµένου ότι, σύµφωνα µε το
άρθρο 1 παρ. 4 του τελευταίου α.ν., εξαιρετικώς περί των δηµοσίων κτηµάτων, τα οποία διαχειρίζεται το Υπουργείο Γεωργίας για τους σκοπούς του αγροτικού εποικισµού, δεν εφαρµόζονται οι διατάξεις του νόµου αυτού, εκτός αν πρόκειται για δηµόσια κτήµατα, που αναλήφθηκαν προς διανοµή από το Υπουργείο Γεωργίας κατά το άρθρο 111 του Αγρ. Κώδικα, το οποίο ήδη καταργήθηκε µε το άρ. 62 του ν.δ. 2185/52.
- ούτε της καθιερούµενης µε το άρθρο 246 Αγρ. Κώδ. διαδικασίας, το οποίο εφαρµόζεται, όταν πρόκειται για ξένο ακίνητο, ήτοι µη ανήκον στο Ελληνικό ∆ηµόσιο, το οποίο περιλήφθηκε στην οριστική διανοµή και για το οποίο ο ιδιοκτήτης του έχει αξίωση προς λήψη ανταλλάγµατος σε γη (αρ. 242 Αγρ. Κώδ.),
προϋποθέσεις που σαφώς δεν συντρέχουν στην προκείµενη περίπτωση.
Εδώ ακριβώς θα πρέπει να υπογραµµισθεί ότι το άρθρο 4 Ν. 3127/2003 εφαρµόστηκε στην υπό κρίση περίπτωση προκειµένου και περί δηµοσίου ακινήτου υπαγόµενου στη διαχείριση του Υπουργείου Γεωργίας και όχι του Υπουργείου Οικονοµικών.
3) Και εν προκειµένω, το επιληφθέν ∆ικαστήριο θεµελίωσε την κρίση του περί της καλής πίστης τόσο του ενάγοντος – εφεσιβλήτου, όσο και του δικαιοπαρόχου του στη «…συνεκτίµηση των εν γένει πραγµατικών συνθηκών..», πρωτίστως δε στην ενέργεια της ∆ιοίκησης να παραχωρήσει στο δικαιοπάροχο του αντιδίκου της, µε νόµιµα µεταγεγραµµένο τίτλο, όµορο οικόπεδο, ως συµπλήρωµα του επιδίκου οικοπέδου, η οποία ενέργεια δηµιούργησε τόσο στον δωρητή του επίδικου ακινήτου (πατέρα), όσο και στον δωρεοδόχο (υιό του) τη δικαιολογηµένη πεποίθηση της νοµότυπης κτήσεως από µέρους τους της κυριότητας και του επίδικου ακινήτου. Έτσι, για άλλη µια φορά η ∆ιοίκηση επέτρεψε και ανέχτηκε τη νοµή του επίδικου ακινήτου από ιδιώτη, δηµιουργώντας ένα φαινόµενο δικαίου ως προς την απόκτηση και τη µεταβίβασή της.
IV. ΣΤ. 4. Η υπ’ αριθµόν 1121/2008 Απόφαση του Αρείου Πάγου144:
Τα αυτά ως άνω απεφάνθη και ο Άρειος Πάγος στο πλαίσιο έτερης περίπτωσης αποκατάστασης ακτήµονος σε προσφυγικό συνοικισµό. Και εδώ:
- ο δικαιοπάροχος και πατέρας του ενάγοντος – αναιρεσίβλητου είχε εγκατασταθεί από το έτος 1935 στο επίδικο ακίνητο, ως ακτήµων πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, και εγγραφεί στους πίνακες οριστικής διανοµής του προαναφερθέντος Συνοικισµού, που κυρώθηκε µε το Ν∆ 2535/1953, ως µη κληρούχος δικαιούχος τούτου (επίδικου), µέχρι το έτος 1962, ότε µεταβίβασε ατύπως στον ενάγοντα – αναιρεσίβλητο υιό του τη νοµή του επίδικου ακινήτου, η οποία και ανήκε στον τελευταίο µέχρι την άσκηση της ένδικης από 10-10-2003 αγωγής του
![]() |
144 Α.Π. 1121/2008, Τράπεζα Νοµικών Πληροφοριών ∆.Σ.Α
- αµφότεροι είχαν κατά την κτήση της νοµής του επιδίκου την πεποίθηση, χωρίς αυτή να οφείλεται σε βαριά αµέλειά τους, ότι απέκτησαν την κυριότητα αυτού, την κυριότητα δε αυτή αµφισβητεί το εναγόµενο Ελληνικό ∆ηµόσιο.
Με αυτά τα δεδοµένα, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αναίρεση του Ελληνικού
∆ηµοσίου, και επικύρωσε την αποδοχή σε πρώτο (α΄) και δεύτερο (β΄) βαθµό της αγωγής του ενάγοντος, ως και τη µη αναγκαιότητα της τήρησης, για το παραδεκτό της, της προβλεπόµενης από το άρθρο 246 του Αγροτικού Κώδικα προδικασίας, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα ως κύριο του επίδικου ακινήτου κατ’ άρθρο 4 Ν. 3127/2003.
IV. ΣΤ. 5. Η υπ’ αριθµόν 1120/2008 Απόφαση του Αρείου Πάγου145:
Τα αυτά ως άνω επανέλαβε ο Άρειος Πάγος και στο πλαίσιο έτερης παρεµφερούς διαφοράς, όπου και πάλι:
- ο δικαιοπάροχος και πατέρας του ενάγοντος εγκαταστάθηκε από το έτος 1936 στο επίδικο ακίνητο ως ακτήµων πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία και ενεγράφη στους πίνακες οριστικής διανοµής του Συνοικισµού, που κυρώθηκε µε το Ν∆ 2535/1953, ως µη κληρούχος δικαιούχος τούτου, µέχρι και το έτος 1972,
- το έτος 1972 µεταβιβάστηκε ατύπως στον ενάγοντα, από τον δικαιοπάροχο πατέρα του, η νοµή επί του επιδίκου ακινήτου, ο δε ενάγων νεµόταν αδιαταράκτως το επίδικο ακίνητο
µέχρι την άσκηση της ένδικης από 20-10-2003 αγωγής του και
- αµφότεροι, ήτοι τόσο ο ενάγων – αναιρεσίβλητος, όσο και ο δικαιοπάροχος πατέρας του είχαν κατά την κτήση της νοµής του επιδίκου την πεποίθηση, χωρίς αυτή να οφείλεται σε βαριά αµέλειά τους, ότι απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου.
Με αυτά τα δεδοµένα, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αναίρεση του Ελληνικού ∆ηµοσίου και τον ισχυρισµό του περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω µη τηρήσεως της προβλεπόµενης από το άρθρο 246 του Αγροτικού Κώδικα διαδικασίας, και επικύρωσε την αποδοχή σε πρώτο (α΄) και δεύτερο (β΄) βαθµό της εν λόγω αγωγής, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα ως κύριο του επίδικου ακινήτου κατ’ άρθρο 4 Ν. 3127/2003.
IV. ΣΤ. 6. Η υπ’ αριθµόν 33/2008 Απόφαση του Αρείου Πάγου146:
Κατά το σχολιασµό της εν λόγω Αποφάσεως θα πρέπει να εστιάσουµε στις κρίσεις του Αρείου Πάγου:
![]() |
145 Α.Π. 1120/2008, Τράπεζα Νοµικών Πληροφοριών ∆.Σ.Α
146 Α.Π. 33/2008, ΝοΒ 2008, Τόµ. 56, σελ. 1283
i) ως προς την εφαρµογή του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 στις διαφορές, επί των οποίων έχουν ήδη εκδοθεί, κατά την έναρξη της ισχύος του, οριστικές (πρωτοβάθµιες) δικαστικές αποφάσεις:
Κατά γενική αρχή του δικαίου, προκύπτουσα από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 533 παρ. 2 ΚΠολ∆ και 2 του ΑΚ, ∆ΕΝ έχει εφαρµογή στην κατ' έφεση δίκη νόµος που εκδόθηκε µετά τη δηµοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, έστω και αν προσδόθηκε σ' αυτόν αναδροµική δύναµη, ΕΚΤΟΣ ΕΑΝ ο νόµος αυτός περιέχει ρητή και ειδική διάταξη µε την οποία καταλαµβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγµατικά ερµηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερµηνευοµένου και εφαρµοσθέντος κατά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως.
Ειδάλλως ΜΟΝΟ, στην περίπτωση κατά την οποία το Εφετείο, εξαιτίας της παραδοχής κάποιου ΑΛΛΟΥ λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βασίµου, εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, δικάζοντας αυτή στην ουσία (άρθρο 531 παρ. 1 ΚΠολ∆), υποκαθιστώντας έτσι το πρωτοβάθµιο δικαστήριο, οφείλει τότε το δευτεροβάθµιο δικαστήριο, να εφαρµόσει το νέο νόµο που ισχύει κατά το χρόνο δηµοσίευσης της δικής του απόφασης, ασχέτως:
- αν ο νόµος αυτός έχει ή όχι αναδροµική δύναµη και
- αν η εφαρµογή του πρόκειται να οδηγήσει σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου.
Στην υπό κρίση περίπτωση το Εφετείο, µε τη δηµοσιευθείσα στις 16-09-2003 Απόφασή του, δεχόµενο ως ουσιαστικά βάσιµη την ένσταση ίδιας κυριότητας του εναγοµένου - αναιρεσιβλήτου, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, κατά της εκκαλούµενης πρωτοδίκου απόφασης, µε την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη από 2.8.1993 αναγνωριστική κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιµη.
∆εδοµένου, λοιπόν, ότι:
- η πρωτόδικη υπ’ αριθµόν 158/2001 Απόφαση δηµοσιεύθηκε στις 15-06-2001, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 (19-3-2003), και
- ότι οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 αφενός µεν δεν είναι γνήσια ερµηνευτικές, αφετέρου δε δεν καταλαµβάνουν δυνάµει ειδικής διατάξεως τις ήδη οριστικά κριθείσες κατά την έναρξη ισχύος τους διαφορές,
το Εφετείο, εφόσον δεν έκανε για κάποιον άλλο λόγο δεκτή την έφεση του ενάγοντος, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας πλέον τη διαφορά στην ουσία της (οπότε και θα εφάρµοζε το ισχύον κατά την έκδοση της δικής του Απόφασης στις 16-09-2003 νοµοθετικό πλαίσιο, στο οποίο συµπεριλαµβάνετο και ο Ν. 3127/2003), σύµφωνα µε όσα έχουν ήδη ειπωθεί, ∆ΕΝ ήταν υποχρεωµένο κατά νόµο να εφαρµόσει τις εν λόγω διατάξεις.
Εποµένως, κρίθηκε ως απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης περί δήθεν ευθείας παραβίασης από το Εφετείο των προµνηµονευοµένων διατάξεων του Ν. 3127/2003, µέσω της
µη εφαρµογής τους.
- ως προς την έννοια αιγιαλού και των δηµοσίων εν γένει κτηµάτων:
Ορισµός αιγιαλού: Ο αιγιαλός συνίσταται στη χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα και προσδιορίζεται από το ανώτατο σηµείο, στο οποίο φτάνουν κατά τις συνηθισµένες αναβάσεις τους τα κύµατα της θάλασσας, όχι, όµως, και οι έκτακτες πληµµύρες.
Ο αιγιαλός, ως κτήµα κοινόχρηστο, ανήκει στο ∆ηµόσιο147. Η κυριότητα δε στην οποία υπάγει ο Αστικός Κώδικας τα δηµόσια κτήµατα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά παύσουν κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ να υπηρετούν την κοινή χρήση, δηλαδή όταν παύσουν τα κοινής χρήσης πράγµατα να είναι εκτός συναλλαγής. Έτσι, ορθώς έκρινε ο Άρειος Πάγος ότι ο αιγιαλός µόνο µε πρόσχωση από φυσικά ή τεχνητά αίτια µπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιος, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινοµένων148. Εξ αυτού δε συνάγεται ότι ο τυπικός απλά καθορισµός των ορίων του αιγιαλού από την προβλεπόµενη από το άρθρο 10 του α.ν. 1540/1939 διοικητική επιτροπή149 δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τµήµα γης στερούµενου των πιο πάνω φυσικών – γεωγραφικών χαρακτηριστικών, δηλαδή σε έδαφος µη βρεχόµενο από τα θαλάσσια κύµατα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο κύριος τµήµατος του εδάφους που χαρακτηρίστηκε κατά την ως άνω επιτροπή ως αιγιαλός ΧΩΡΙΣ όµως να είναι κατά τα φυσικά του όρια αιγιαλός, θα έχανε την ιδιοκτησία του µε απλή πράξη της διοίκησης κατά κατάφωρη παράβαση του προστατευτικού αυτής ορισµού του άρθρου 17 του Συντάγµατος.
- Παρατηρήσεις:
α) Οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 ∆ΕΝ είναι γνήσια ερµηνευτικές και ∆ΕΝ περιλαµβάνουν ειδική διάταξη, δυνάµει της οποίας να καταλαµβάνουν τις ήδη οριστικά κριθείσες κατά την έναρξη ισχύος τους διαφορές. Συνεπώς, το δευτεροβάθµιο
∆ικαστήριο, το οποίο επιλαµβάνεται, µετά την θέση σε ισχύ του αρ. 4 Ν. 3127/2003, µίας διαφοράς κριθείσης ήδη οριστικά σύµφωνα µε το προϊσχύσαν καθεστώς, ΜΟΝΟ εάν κάνει ουσιαστικά δεκτή την ασκηθείσα έφεση για κάποιον άλλο λόγο (και όχι διότι απλά έχει
µεταβληθεί εν τω µεταξύ το νοµοθετικό καθεστώς) και κρατήσει έτσι την ένδικη διαφορά,
![]() |
147 τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος δικαίου, όσο και κατά τη διάταξη του άρ. 1 παρ. 1 του Ν. 2344/1940
«περί αιγιαλού και παραλίας», ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ µε το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, καθώς και µε τις διατάξεις των άρθρων 967, 968 Α.Κ.
148Έτσι, ακόµη και οι βράχοι και οι απόκρηµνες ή όχι ακτές αποτελούν µέρος αιγιαλού, ως επίσης αιγιαλό αποτελεί και το προστατευµένοι µε κρηπίδωµα µέρος, έτσι ώστε να µη φτάνει µέχρι αυτό το συνήθως µεγαλύτερο κύµα.
149(µε απόφασή της και µε τη σύνταξη του αναγραφόµενου σε αυτήν τοπογραφικού και υψοµετρικού διαγράµµατος,
συνοδευόµενου από σχετική έκθεση)
δικάζοντάς την στην ουσία της, θα µπορέσει να εφαρµόσει τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου, ακόµα και αν µε τον τρόπο αυτό οδηγηθεί στη λήψη µίας εκ διαµέτρου αντίθετης απόφασης.
β) Είναι, τέλος, πολύ σηµαντική η επισήµανση του Αρείου Πάγου ότι για τον χαρακτηρισµό τµήµατος εδάφους ως αιγιαλού, δηλαδή ως κοινόχρηστου πράγµατος, εκτός συναλλαγής, ανήκοντος στην κυριότητα του Ελληνικού ∆ηµοσίου και, ως εκ τούτου, ανεπίδεκτου τακτικής ή εκτάτου χρησικτησίας ακόµη και µε το καθεστώς του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, ∆ΕΝ αρκεί απλά ο τυπικός και µόνο χαρακτηρισµός του ως αιγιαλού από την αρµόδια διοικητική επιτροπή, δηλαδή ο µονοµερής χαρακτηρισµός του από τη ∆ιοίκηση, αλλά απαιτείται επιπρόσθετα να πληροί το υπό χαρακτηρισµό τµήµα του εδάφους και τα αναγκαία φυσικά – γεωλογικά χαρακτηριστικά (:έδαφος µη βρεχόµενο από τα θαλάσσια κύµατα), γεγονός το οποίο αποτελεί αντικείµενο αποδείξεως – ανταποδείξεως στο πλαίσιο της διανοιγείσης δίκης.
V. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤA - ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Εκ πάντων των ανωτέρω, κυρίως από την πρόσφατη νοµολογία, η οποία έχει διαµορφωθεί µέχρι και σήµερα, αποδεικνύεται πέραν πάσης αµφιβολίας η απόλυτη αναγκαιότητα θεσπίσεως της διατάξεως του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, χάρη στην οποία και αποφεύχθηκε ένα σαµποτάζ, άνευ προηγουµένου, του εγχειρήµατος του Εθνικού Κτηµατολογίου.
Πράγµατι, µε την εν λόγω, φωτογραφική και συγκεραστική των εκατέρωθεν συµφερόντων ιδιωτών και ∆ηµοσίου διάταξη, απλώς νοµιµοποιήθηκε, και τυπικώς, µία ήδη υπάρχουσα, de facto δικαιική κατάσταση, διαµορφωθείσα όχι απλά µε την ανοχή, αλλά, στη πλειοψηφία ων περιπτώσεων, και µε την προτροπή του ίδιου του Ελληνικού ∆ηµοσίου.
Ήταν κοινός τόπος ότι πλήθος δηµοσίων ακινήτων είχαν ενταχθεί στον πολεοδοµικό σχεδιασµό και αποτελέσει επί σειρά δεκαετιών αντικείµενο επανειληµµένων µεταβιβάσεων
µεταξύ ιδιωτών, χωρίς οποιαδήποτε εναντίωση ή διεκδίκησή τους από τη ∆ιοίκηση, η οποία επωφελείτο από τη φορολογία και τα συνοδευτικά τέλη των εν λόγω µεταβιβάσεων, χωρίς να διατρέχει κίνδυνο απώλειας των δικαιωµάτων κυριότητάς της επ’ αυτών, λόγω του ισχύοντος
µέχρι πρότινος ανεπίδεκτου της νοµής ιδιωτών επί των δηµοσίων κτηµάτων και του απαραγράπτου των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου, τα οποία απέκλειαν την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία των δηµοσίων κτηµάτων.
Η ανωτέρω προβληµατική ανέκυψε, όπως ήταν φυσικό και αναµενόµενο, ιδιαιτέρως έντονα στο πλαίσιο της διαδικασίας κτηµατογράφησης και του θεσµού του Εθνικού Κτηµατολογίου, όπου λόγω του αµάχητου τεκµηρίου µε το οποίο περιβάλλονται οι οριστικοποιηµένες πρώτες (α΄) κτηµατολογικές εγγραφές, ισχύουσες πλέον έναντι όλων, συνεπώς και έναντι του Ελληνικού ∆ηµοσίου και, έτσι, λόγω του σοβαρού κινδύνου οριστικής
απώλειας, για πρώτη φορά, των µέχρι τότε απαράγραπτων εµπραγµάτων δικαιωµάτων του
∆ηµοσίου, σε περίπτωση µη προβολής από το τελευταίο των δικαιωµάτων του εντός των προβλεπόµενων από το νόµο αποκλειστικών προθεσµιών, ανέκυψε το σοβαρό ενδεχόµενο η
∆ιοίκηση, ενόψει ακριβώς του κινδύνου αυτού, να σπεύσει να υποβάλει, για πρώτη φορά, δηλώσεις ιδιοκτησίας του Ν. 2308/1995 ή ενστάσεις κατά των πρώτων κτηµατολογικών καταχωρίσεων ή αγωγές διορθώσεως των πρώτων κτηµατολογικών εγγραφών αναφορικά µε ακίνητα τα οποία έχουν αποτελέσει, µε τη δική της ανοχή και προτροπή, αντικείµενο διαδοχικών δικαιωµάτων ιδιωτών. Λόγω, µάλιστα, των εκτεταµένων δηµοσίων εδαφικών εκτάσεων, οι οποίες είχαν νοµοτύπως περιέλθει στην κυριότητα ιδιωτών και τις οποίες η ∆ιοίκηση µέχρι την έναρξη της διαδικασίας κτηµατογραφήσεως ουδέποτε είχε διεκδικήσει, προκαλώντας έτσι στους διοικούµενους δικαιολογηµένη εµπιστοσύνη και φαινόµενο δικαίου περί της νοµιµότητος των αποκτηθέντων, εν τω µεταξύ, επ’ αυτών δικαιωµάτων τους, η προβολή από το ∆ηµόσιο των δικαιωµάτων του επί των ως άνω ακινήτων το πρώτον τώρα, θα πυροδοτούσε δικαιολογηµένες κοινωνικές αντιδράσεις, οι οποίες ενδεχοµένως να προκαλούσαν τη µαταίωση εισαγωγής του συστήµατος του Εθνικού Κτηµατολογίου.
Υπό την πίεση αυτού ακριβώς του κατεπείγοντος κινδύνου, το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και ∆ηµοσίων Έργων υπήρξε ο εµπνευστής και εισηγητής του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, το οποίο µε έναν διπλό «περιορισµό» των δικαιωµάτων του Ελληνικού
∆ηµοσίου, ήτοι:
- αναγνωρίζοντας, αναδροµικά πλέον, ως επιτρεπτή, την ανεπίτρεπτη µέχρι το χρονικό εκείνο σηµείο, νοµή των ιδιωτών επί δηµοσίων κτηµάτων και
- εισάγοντας ρητή εξαίρεση στο απαράγραπτο των δικαιωµάτων του Ελληνικού
∆ηµοσίου, επιτρέποντας πλέον την κτήση κυριότητας δηµοσίου κτήµατος µε χρησικτησία, σε περίπτωση συµπλήρωσης των απαιτούµενων προϋποθέσεων µέχρι της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω άρθρου,
προσπάθησε να διασφαλίσει την κοινωνική δικαιοσύνη, θέτοντας παραλλήλως ασφαλιστικές δικλείδες και υπέρ των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου (εφαρµογή του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 µόνο στα ανήκοντα στη ιδιωτική περιουσία του ∆ηµοσίου ακίνητα, και
µάλιστα µόνο στα αστικά ακίνητα – οικόπεδα, προστασία µόνο του καλόπιστου νοµέα έναντι του ∆ιοικήσεως).
Οι επικριτές του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 µιλούν για προχειρότητα και αποσπασµατικό χαρακτήρα της εν λόγω διατάξεως. Σίγουρα, η νοµοθετική αυτή διάταξη είναι «φωτογραφική», δηλαδή αναγνωρίζει την κτήση δικαιώµατος κυριότητας µε χρησικτησία µόνο εφόσον οι τιθέµενες από αυτό προϋποθέσεις πληρούνται έως το χρονικό σηµείο της θέσεώς του σε ισχύ, και αφίσταται της συνήθους µορφής ενός κανόνα δικαίου βάσει του οποίου αναγνωρίζεται µία
έννοµη συνέπεια κάθε φορά κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις του. Σύµφωνα µε την εισηγητική έκθεση της διατάξεως, αλλά και τους υποστηρικτές αυτής, ο εν λόγω χρονικός περιορισµός της ετέθη προς αποφυγή των καταστρατηγήσεών της από τους επίδοξους καταπατητές της δηµόσιας περιουσίας. Σε κάθε περίπτωση, όµως, διαφεύγει των επικριτών της ότι πρόκειται για µία διάταξη διατυπωθείσα υπό την πίεση των εξελίξεων, ήτοι του ορατού κινδύνου, το Ελληνικό ∆ηµόσιο, ενόψει της ενδεχόµενης οριστικής απώλειας του απαράγραπτου
µέχρι πρότινος δικαιώµατος κυριότητάς του, µετά την οριστικοποίηση των πρώτων κτηµατολογικών εγγραφών και το εφεξής απρόσβλητό τους, να προβεί σε δήλωση ιδιοκτησίας του Ν. 2308/1995 επί δηµοσίων κτηµάτων, τα οποία αποτέλεσαν αντικείµενο δικαιωµάτων ιδιωτών, λόγω όχι µόνο της ανοχής, αλλά και της δικαιολογηµένης εµπιστοσύνης και του φαινοµένου δικαίου που το ίδιο το ∆ηµόσιο, µε τις δικές του ενέργειες δηµιούργησε, προκαλώντας έτσι γενικευµένη κοινωνική αναταραχή και θέτοντας σε σοβαρότατο κίνδυνο το θεσµό του Κτηµατολογίου. Και πράγµατι ο εν λόγω κίνδυνος, αν κρίνουµε από τις ήδη εκδοθείσες και σχολιασθείσες ανωτέρω δικαστικές Αποφάσεις ήταν κάτι παραπάνω από υπαρκτός. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στη λήψη σχετικής νοµοθετικής πρωτοβουλίας αντιµετωπίζουσας το κατεπείγον αυτό ζήτηµα, ακόµη και µε το πρόσχηµα της συστηµατικότερης προσέγγισής του, θα οδηγούσε µε βεβαιότητα στην αποτυχία του «στοιχήµατος» του Εθνικού Κτηµατολογίου. Ίσως,
µάλιστα, αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο συµπεριελήφθη στο άρθρο 4 Ν. 3127/2003 ο χρονικός περιορισµός της αναγκαίας συµπλήρωσης των προϋποθέσεων τακτικής – έκτακτης χρησικτησίας σε βάρος του ∆ηµοσίου µέχρι τη θέση του σε ισχύ (19-03-2003), δηλαδή η άµεση αντιµετώπιση των κατ’ αρχάς διαφαινόµενων προβληµάτων στο πλαίσιο της διαδικασίας κτηµατογράφησης, και η ανάθεση της συστηµατικότερης αντιµετώπισης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ∆ηµοσίου, εντός και εκτός πλαισίου Εθνικού Κτηµατολογίου, σε
µεταγενέστερη νοµοθετική πρωτοβουλία, µε την οποία θα αποκρυσταλλωθεί το νέο πλαίσιο προστασίας των ιδιοκτησιακών δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου, ανταποκρινόµενο στις νέες πλέον κοινωνικές ισορροπίες και συνθήκες.
Υπ’ αυτήν την έννοια, λοιπόν, το άρθρο 4 παρ. 3 Ν. 3127/2003 συνιστά µία τοµή στο ισχύον µέχρι και σήµερα απαράγραπτο των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου, καθώς εισήγαγε µία αναγκαία κατά τα ανωτέρω εξαίρεση στον κανόνα του απαραγράπτου, επιτυγχάνοντας παράλληλα έναν επιτυχή συγκερασµό των αντικρουόµενων συµφερόντων:
- αφενός µεν των ιδιωτών, οι οποίοι, καλόπιστα πάντοτε, απέκτησαν τη νοµή δηµοσίων κτηµάτων, και ασκούν την εν λόγω νοµή για ένα σεβαστό χρονικό διάστηµα,
- αφετέρου δε του Ελληνικού ∆ηµοσίου, το οποίο διασφαλίζεται εν προκειµένω τόσο εκ της επιµηκύνσεως του απαιτούµενου για την κτήση κυριότητας χρόνου νοµής, όσο και εκ του
γεγονότος ότι τα έννοµα συµφέροντά του υποχωρούν µόνο έναντι των καλόπιστων, και όχι και των κακόπιστων, ως συµβαίνει στις έννοµες σχέσεις µεταξύ ιδιωτών, νοµέων.
Το εν λόγω άρθρο συνιστά µία τολµηρή πρώτη απόπειρα εκ νέου προσεγγίσεως του απαραγράπτου του δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου, το οποίο, στην άτεγκτη µορφή του, είχε διαµορφωθεί υπό το πρίσµα άλλων κοινωνικών, πολιτικών και οικονοµικών συνθηκών, µία απόπειρα απόλυτα προσαρµοσµένη στη θέση σε ισχύ του Εθνικού Κτηµατολογίου και στην αποτροπή των άµεσα ορατών σχετικών προβληµάτων. Είναι, όµως, πλέον ώριµες οι συνθήκες
µετά την πρώτη αυτή απόπειρα, η οποία αντιµετώπισε αποφασιστικά τα αµέσως ανακύπτοντα στο πλαίσιο της διαδικασίας κτηµατογραφήσεως και του θεσµού του Εθνικού Κτηµατολογίου προβλήµατα, να προχωρήσουµε σε µία εκ νέου προσέγγιση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του Ελληνικού ∆ηµοσίου, µε κύριο γνώµονα την επιτάχυνση της διασαφήνισης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των δηµοσίων κτηµάτων και την απονοµή κοινωνικής δικαιοσύνης.
∆εδοµένου ότι το άρθρο 4 Ν. 3127/2003 καταλαµβάνει, δυνάµει του άρθρου 1 Ν.∆./τος 31/1968, και τα ακίνητα της ιδιωτικής περιουσίας των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, απαιτείται να ληφθεί αντίστοιχη νοµοθετική πρωτοβουλία και για το ιδιοκτησιακό των ανήκοντων στα εκκλησιαστικά Νοµικά Πρόσωπα ∆ηµοσίου ∆ικαίου και στις Ιερές Μονές, ακινήτων, τα οποία ως µη καλυπτόµενα από το γράµµα του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 (τούτο καλύπτει κατά το γράµµα του µόνο την ιδιωτική περιουσία του ∆ηµοσίου εν στενή εννοία και κατ’ άρθρο 1 Ν.∆./τος 31/1968 και την ιδιωτική περιουσία των Ο.Τ.Α.) και ως µη υπαχθέντα σε αυτό βάσει ρητής µεταγενέστερης διατάξεως, εξακολουθούν να καλύπτονται από το καθιερωθέν ως προς αυτά, µε ειδικές νοµοθετικές ρυθµίσεις, απαράγραπτο των δικαιωµάτων των εκκλησιαστικών Ν.Π.∆.∆ και των Ιερών Μονών. Πράγµατι, είναι ορατός ο κίνδυνος εκµηδένισης της πρώτης αξιόλογης προσπάθειας αποδόσεως κοινωνικής δικαιοσύνης µε την κάµψη του αφενός µεν του απαράγραπτου των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου εν στενή εννοία και των Ο.Τ.Α., αφετέρου δε του ανεπίδεκτου χρησικτησίας των δηµοσίων, δηµοτικών και κοινοτικών κτηµάτων µέσω του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, όταν µέχρι και σήµερα ένας ιδιώτης, ο οποίος νοµοτύπως και καλοπίστως απέκτησε, από επίσης καλόπιστο δικαιοπάροχο, ακίνητο ανήκον κάποτε στην ιδιωτική περιουσία Ιερής Μονής, καλείται, προκειµένου να κατοχυρώσει το δικαίωµα κυριότητάς του έναντι της Ι. Μονής, να αποδείξει ότι οι δικαιοπάροχοί του νέµονταν καλοπίστως το ακίνητο επί σαρακονταετία, η οποία και θα πρέπει να έχει συµπληρωθεί µέχρι την 11η-09-1915: Αντιλαµβάνεται κανείς την αντικειµενική αδυναµία αποδείξεως των ανωτέρω από τον ιδιώτη και του αδικαιολόγητου αυτού προνοµίου που έχει διασωθεί µέχρι και σήµερα,
µεταξύ άλλων, και υπέρ των Ιερών Μονών, όταν το ίδιο προνόµιο έχει ήδη καταργηθεί µερικώς
µε το άρθρο 4 Ν. 3127/2003 υπέρ αυτού του ίδιου του σκληρού πυρήνα του Ελληνικού
∆ηµοσίου, ως εκπροσώπου της κοινωνικής ολότητας.
Σαν τελικό συµπέρασµα θα µπορούσε, λοιπόν, να ειπωθεί ότι το άρθρο 4 Ν. 3127/2003 αποτέλεσε την πρώτη σηµαντική πρωτοβουλία εκσυγχρονισµού του νοµοθετικού πλαισίου, το οποίο διέπει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δηµοσίων κτηµάτων του ∆ηµοσίου (εν στενή εννοία) και κατ’ επέκταση (κατ’ άρθρο 1 Ν.∆./τος 31/1968) και των κτηµάτων των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, µε τον πολύ συγκεκριµένο στόχο να αντιµετωπισθούν τα αµέσως ανακύπτοντα από την εισαγωγή του θεσµού του Εθνικού Κτηµατολογίου προβλήµατα. Της πρώτης όµως αυτής νοµοθετικής πρωτοβουλίας θα πρέπει να ακολουθήσει µία συστηµατική προσέγγιση του εν γένει νοµοθετικού πλαισίου των δηµοσίων κτηµάτων επί τω σκοπώ της αποκρυσταλλώσεως κανόνων δικαίου οι οποίοι θα εφαρµόζονται κάθε φορά που θα πληρούνται οι τιθέµενες από αυτούς προϋποθέσεις, αλλά και η παράλληλη αναθεώρηση του άθικτου µέχρι και σήµερα απαραγράπτου των εµπραγµάτων δικαιωµάτων των εκκλησιαστικών Ν.Π.∆.∆. και των Ιερών Μονών, λόγω της ταυτότητας των προστατευτέων στις περιπτώσεις αυτές εννόµων συµφερόντων150. Αποµένει δε να διαπιστώσουµε την αποφασιστικότητα του Έλληνα Νοµοθέτη και την τόλµη του να συγκρουστεί µε παρωχηµένα προνόµια και καθεστώτα, ως επιτάσσει η αρχή της καλής πίστης, αλλά και αυτό το ίδιο το κράτος δικαίου._
![]() |
150 Ήτοι των εννόµων συµφερόντων των ιδιωτών που απέκτησαν τη νοµή ακινήτων ανήκοντων στην ιδιωτική περιουσία των εκκλησιαστικών Ν.Π.∆.∆. ή των Ιερών Μονών, έχοντας τη δικαιολογηµένη πεποίθηση ότι απέκτησαν την κυριότητά τους, και εξακολουθώντας να τα νέµονται αδιαταράκτως µέχρι και σήµερα.
VI. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αργυρίου Β. ∆ηµήτριος, Το ∆ίκαιο του Κτηµατολογίου, Νοµική Βιβλιοθήκη 2008
Βαθρακοκοίλη Β., Αναλυτική Ερµηνεία – Νοµολογία Αστικού Κώδικος, Α΄ τόµος, 3η έκδοση, Αθήνα, 1994
Βαρβαρέσος Αν., Ο θεσµός των κτηµατικών βιβλίων και ο τρόπος της εν Ελλάδι εισαγωγής των, Αθήνα, 1940
Γαζή Αν., Η µεταρρύθµισις του συστήµατος των τηρούµενων εις τα υποθηκοφυλακεία βιβλίων, ΝοΒ τ. 14 (1966)
Γεωργακόπουλος Λ., Το πρόβληµα του κτηµατολογίου, ΝοΒ τ. 39 (1991), σ. 1169 - 1176 Γεωργιάδης Σ. Απόστολος, Γενικές Αρχές Αστικού ∆ικαίου, 1997, Αντ. Ν. Σάκκουλας Αθήνα – Κοµοτηνή
Γεωργιάδης Σ. Απόστολος, Εµπράγµατο ∆ίκαιο, Ι, Αθήνα, 1991, ΙΙ, Αθήνα 1993 Γεωργιάδης Σ. Απόστολος, Ενοχικό ∆ίκαιο, Γενικό µέρος, Αθήνα, 1999 Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, ΑΚ, Αθήνα, 1982
Γέσιου – Φαλτσή, ∆ίκιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Ειδικό Μέρος, σελ. 511-512
∆εληγιάννης Ι., Σκέψεις για τη µορφή και την αποδεικτική δύναµη του «κτηµατολογίου» που σχεδιάζεται να εισαχθεί στην Ελλάδα, ΝοΒ τ. 41 (1993), σελ. 1-26
∆ωρής Ευ., Τα ∆ηµόσια Κτήµατα, 1980, Αφοί Π. Σάκκουλα
∆ωρής Φ., Βασικές επιλογές νοµοθετικής πολιτικής στο σχέδιο νόµου για το Εθνικό Κτηµατολόγιο, στον τόµο: Το Κτηµατολόγιο, Πρακτικά 3ου Πανελληνίου συνεδρίου Ένωσης Αστικολόγων, Αθήνα – Κοµοτηνή, 2001, σελ. 27-40
∆ωρή Φ. – Κιτσαρά Λ., Κώδικας Κτηµατολογίου, Π.Ν. Σάκκουλας ∆ίκαιο & Οικονοµία 2004
∆ωρής Φ., Οι πρώτες εγγραφές στο Κτηµατολόγιο και οι δικαστικές αµφισβητήσεις (άρθρα 6-9 ν. 2664/1998), Εισήγηση στη διηµερίδα για το Κτηµατολόγιο, που έγινε στη Θεσσαλονίκη στι; 2 και 3 Απριλίου 1999 (αδηµ), σελ. 1-7
∆ωρής Φ., Σύντοµη αναφορά στο ισχύον νοµικό πλαίσιο. Προοπτικές συµπλήρωησς – Επέκτασης, στον τόµο: Το Εθνικό κτηµατολόγιο στην πράξη, Θεσσαλονίκη, 2000, σελ. 151-163 Κιτσαράς Ι. Λάµπρος, Οι πρώτες εγγραφές στο Εθνικό Κτηµατολόγιο, Π.Ν. Σάκκουλας ∆ίκαιο και Οικονοµία 2001
Κούσουλας Χρ., Το ∆ίκαιο του Κτηµατολογίου, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2001
Κούσουλας Χρ., Η προστασία της δηµόσιας πίστης, στον τόµο: Το Κτηµατολόγιο, Πρκατικά 3ου Πανελληνίου συνεδρίου Ένωσης Αστικολόγων, Αθήνα – Κοµοτηνή, 2001, σελ. 112-121 Κυριακοπούλου Η., ∆ιοικ. ∆ικ. Τοµ. Γ΄ παρ. 132, σελ. 406-407
Ματθαίου Π., Το Εθνικό Κτηµατολόγιο, Αθήνα – Κοµοτηνή, 2000
Ματθαίου Π., Κριτική θεώρηση του νέου θεσµικού πλαισίου για το Εθνικό Κτηµατολόγιο, Περ∆ικ τ. 2 (1998), σελ. 316-328
Μπαλής, Γεν. Αρχ. Εκδ. 8η παρ. 203 Νάκος, Το νοµικό καθεστώς των τέως οθωµανικών γαιών
1821-1912, 1984, σελ. 106-107
Μπέης, Παρατηρήσεις στην ΑΠ 25/1993, ∆ τ. 25 (1994)
Πανταζόπουλος Στ., Η µετάβαση από το σύστηµα των βιβλίων µεταγραφών στο σύστηµα του κτηµατολογίου, στο τόµο: Το Κτηµατολόγιο, Πρακτικά 3ου Πανελληνίου συνεδρίου Ένωσης Αστικολόγων, Αθήνα – Κοµοτηνλη, 2001
Παπαστερίου Π., Η αρχή της νοµιµότητας στο Εθνικό Κτηµατολόγιο, Ελλ∆νη τ. 40 (1999)
Σαρµά Ι., Η νοµολογία του ΕΕ∆ του Ανθρώπου, 1998, σελ. 460- 461)
Σπυριδάκης Ι.Σ., Εγχειρίδιο Αστικού ∆ικαίου, 3ος Τόµος, Εµπράγµατο ∆ίκαιο, 1983, Αντ. Ν. Σάκκουλας Αθήνα – Κοµοτηνή
Σταθόπουλος Π. Μιχ., Γενικό Ενοχικό ∆ίκαιο, 1998, Αντ. Ν. Σάκκουλας Αθήνα – Κοµοτηνή Τάχος Ι. Αναστασίου, Κτήση Κυριότητας επί ∆ηµοσίων Κτηµάτων και Προστασία της Βιοµηχανίας και Βιοτεχνίας (ερµηνεία του αρ. 4, Ν. 3127/2003, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2006
Τσολακίδη Ν.Ζαφειρίου, Ακύρωση δικαιοπραξίας µε αντικείµενο ακίνητο και προστασία των τρίτων κατά το σύστηµα µεταγραφών και κατά το Εθνικό Κτηµατολόγιο, Αντ. Ν. Σάκκουλα 2003, σελ. 228-231
ΓΝΩΜΟ∆ΟΤΗΣΕΙΣ
Κιτσαρά Ι. Λ., “∆ηµόσια Κτήµατα. Κυκλάδες. Εµβέλεια των κανόνων που εισάγουν καθεστώς προνοµιακής µεταχείρισης των εµπραγµάτων αξιώσεων του ∆ηµοσίου µε τη θέσπιση
«τεκµηρίων κυριότητας» υπέρ αυτού. ∆ιαδικασία ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου
∆ηµοσίων και Ανταλλαξίµων Κτηµάτων”, ΧρΙ∆ 2003, σελ. 747-759.
Γνµδ ΟλΝΣΚ 348/2004, δηµοσιευµένη στο βιβλίο του Αναστασίου Ι. Τάχου, Κτήση κυριότητας επί δηµοσίων κτηµάτων και προστασία της βιοµηχανίας και της βιοτεχνίας (ερµηνεία του αρ. 4, Ν. 3127/2003), Σάκκουλας Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 91-104
Γνµδ Ν.Σ.Κ. 644/2000 ∆ΕΕ 2002, σελ. 848 επ
ΟλΝΣΚ 49/2000, µε σχόλιο Λ. Ι Κιτσαρά, ∆ΕΕ 8-9/2002 (Έτος 8ο), σελ. 853-859
Γνµδ Ν.Σ.Κ. 969/1954, ΝοΒ 6, σελ. 1028
ΓνµΝ.Σ.Κ. 293/1952, ΑρχΝ 7, σελ. 598
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
Α.Π. 33/2008, ΝοΒ 2008, Τόµ. 56, σελ. 1283
Α.Π. 1121/2008, Τράπεζα Νοµικών Πληροφοριών ∆.Σ.Α Α.Π. 1120/2008, Τράπεζα Νοµικών Πληροφοριών ∆.Σ.Α Α.Π. 1025/2002 ΝοΒ 2003, σελ. 250
ΑΠ 93/2000 Ε∆ΚΑ 2000, σελ. 850
Α.Π. 1058/1996 Ελλ∆ικ 1997, σελ. 1837
ΑΠ 462/1990 ΕΕΝ 1991, σελ. 78
ΑΠ 462/1990, ΕΕΝ 1991, σελ. 78
ΑΠ 1609/1986, ΕΕΝ 1987, σελ. 602
Α.Π. 1692/1981 ΕΕΝ 1982, 876
ΑΠ 405/1980, ΝοΒ 1980, σελ. 1760
ΑΠ 406/74 ΝοΒ 22, σελ. 1384
ΑΠ 64/1972, ΝοΒ 1972, σελ. 623
ΑΠ 773/71 ΝοΒ 20, σελ. 479
Α.Π. 244/1970 ΝοΒ 1970, σελ. 965
ΑΠ 195/70 ΝοΒ 18, σελ. 931
Α.Π. 2044/1970 ΝοΒ 1970, σελ. 965
Α.Π. 556/1968 ΝοΒ 1969, σελ. 163
ΑΠ 195/70 ΝοΒ 18, σελ. 931
ΑΠ 61/67 ΝοΒ 15, σελ. 741
ΑΠ 575/1967 ΝοΒ 16, σελ. 174
ΑΠ 310/1966 ΕΕΝ 1967, σελ. 53
Α.Π. 314/1966 ΝοΒ 1967, σελ. 25
ΑΠ 407/66 ΝοΒ 15, σελ. 205
Α.Π. 314/1966 ΝοΒ 1967, σελ. 25
ΑΠ 55/65 ΝοΒ 13, σελ. 912,
ΑΠ 113/62 ΝοΒ 10, σελ. 649
Α.Π. 108/1961 ΝοΒ 1961, σελ. 828
ΑΠ 280/61 ΝοΒ 9, σελ. 1165
ΑΠ 220/60 ΝοΒ 8, σελ. 969
ΑΠ 404/1958 ΝοΒ 6, σελ. 1122
ΑΠ 97/58 ΝοΒ 6 σελ. 680
Α.Π. 236/1956 ΝοΒ 1956, σελ. 788
Α.Π. 252/1952 ΕΕΝ 1952, σελ. 610
Α.Π. 405/1951 ΕΕΝ 1952, σελ. 13
Α.Π. 404/1951 ΕΕΝ 1952, σελ. 18
ΑΠ 242/1950, Θέµις, 1951, σελ. 481
Α.Π. 242/1950 Θέµις 1951, σελ. 481
ΑΠ 296/1936 ΕΕΝ Γ΄, σελ. 254
ΕφΑθ 12/1975 ΝοΒ 23, σελ. 347
ΕφΘεσ 2072/2006, Αρµ 2008, Τόµ. 8, σελ. 1196 – Τράπεζα Νοµικών Πληροφοριών ∆.Σ.Α. ΕφΘεσ 551/71 Αρµ. ΚΕ΄ σελ. 788
ΕφΘεσσ 209/1958 ΑρχΝ 5, σελ. 121
Εφ. Ιωαν. 113/55 ΝοΒ 4, σελ. 94
ΠΠΑ 12147/1980 ΑρχΝ 1983, σελ. 365,
ΠΠΑ 12147/1980 ΑρχΝ 1983, σελ. 365 (∆. Γυφτάκης) ΠΠΑ 1351/1970, ΝοΒ 1972, σελ. 343
Πολ.Πρ.Θεσ. 26120/1995 Αρµεν. 1996, σελ. 174
Πρωτ. Κερκ. 19/61 Αρµ. 17΄, σελ. 252
ΠρΑθ 3239/68 ΕΕΝ 35, σελ.481
ΕιρΒερ 98/2005, Αρµ 2007, σελ., 45 – Τράπεζα Νοµικών Πληροφοριών ΕιρΠειρ 204/1985 ΝοΒ 1985, σελ. 847
ΕιρΛειβ 11/1986 ΑρχΝοµ 1986, σελ. 227
ΕισΠρωτΠειρ 1/1986 Απόφαση του, ΝοΒ 1986, σελ. 704
Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, Συνεδρίαση της 26ης-02-2003 (επί του άρθρου 4 Ν. 3127/2003), δηµοσιευµένα στο βιβλίο του Αναστασίου Ι. Τάχου, Κτήση κυριότητας επί δηµοσίων κτηµάτων και προστασία της βιοµηχανίας και της βιοτεχνίας (ερµηνεία του αρ. 4, Ν. 3127/2003), Σάκκουλας Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 109-112
+++++++
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ∆ΙΣΤΡΙΑΚΟ :
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ Ν.Ο.Π.Ε .
ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ
ΤΟΜΕΑΣ Α' Ι∆ΙΩΤΙΚΟΥ ∆ΙΚΑΙΟΥ ΠΡΌΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ∆ΩΝ ΑΣΤΙΚΟΥ ∆ΙΚΑΙΟΥ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΕΤΟΣ: 2008-2009
ΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
Η ΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ
∆ΗΜΟΣΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΟΜΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 Ν. 3127/2003
Της Κωνσταντίνας Ι. Παπακώστα ΑΜ: 608 ΠΜΣ
Επιβλέπoντες
κ. Φ. ∆ωρής
κ. Α. Χιωτέλλης
ΑΘΗΝΑ, ΜΑΪΟΣ 2009
«Η ΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ∆ΗΜΟΣΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΟΜΗ ΤΟΥ
ΑΡΘΡΟΥ 4 Ν. 3127/2003»
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝA
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ…………………………………………………………………................σελ. 9
ΙΙ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: ΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ∆ΗΜΟΣΙΟΥ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΤΟΜΗ ΤΟΥ ΑΡ. 4 Ν. 3127/2003:............σελ. 12
ΙΙ. Α. Ο Α.Ν. 1539/1938 περί Προστασίας των ∆ηµοσίων Κτηµάτων…………..............σελ. 12
ΙΙ. Α. 1. Οριοθέτηση της έννοιας των δηµοσίων κτηµάτων (άρθρο 1 Α.Ν. 1539/1938)………………………………………………………………………...............σελ. 12
ΙΙ. Α. 2. Το ανεπίδεκτο νοµής των δηµοσίων κτηµάτων από ιδιώτη (άρθρο 2 Α.Ν. 1539/1938)………………………………………………………………………................σελ. 14 ΙΙ. Α. 2. α. Πλάσµα νοµής / αµάχητο τεκµήριο νοµής του ∆ηµοσίου επί των αδέσποτων και δηµοσίων κτηµάτων……………………………………………..........................................σελ. 15 ΙΙ. Α. 2. β. Ανεπίδεκτο χρησικτησίας κτηµάτων του ∆ηµοσίου από ιδιώτη…..………………………………………………………………………...................σελ. 16 ΙΙ. Α. 2. γ. Η απλή ύπαρξη και µόνο τίτλου κυριότητος ιδιώτη επί δηµοσίου ακινήτου δεν συνιστά διακατοχική πράξη………………………………………………...........................σελ. 16
ΙΙ. Α. 3. Το απροστάτευτο της νοµής του ιδιώτη απέναντι στην κυριότητα του ∆ηµοσίου στη δίκη περί της νοµής (άρθρο 3 Α.Ν. 1539/38)
…………………………………………………………………………………...................σελ. 17
ΙΙ. Α. 3. α. Η ουσία της διατάξεως……………………………………………....................σελ. 17 ΙΙ. Α. 3. β. Ζήτηµα: ∆ύναται να συναχθεί από την εν λόγω διάταξη µαχητό τεκµήριο κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου επί παντός ακινήτου της επικρατείας, του τεκµηρίου αυτού ανατρεπόµενου µόνο σε περίπτωση απόδειξης από τον ιδιώτη ίδιου δικαιώµατος κυριότητας;………………………………………………………........................................σελ. 18
ΙΙ. Α. 4. Το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου (άρθρο 4 Α.Ν. 1539/1938)………………………………………………………………………................σελ. 24
ΙΙ. Α. 5. Το Γνωµοδοτικό Συµβούλιο ∆ηµοσίων Κτηµάτων και Ανταλλαξίµου Περιουσίας
(άρθρο 10 Α.Ν.1539/1938)……………………………………….......................................σελ. 29
ΙΙ. Α. 6. Επίλυση των αµφισβητήσεων διακατοχής µεταξύ ∆ηµοσίου και ιδιώτη από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών (άρθρο 22 Α.Ν. 1539/1938)…………………….........................σελ. 32
ΙΙ. Α. 7. ∆υνατότητα εξαγοράς δηµοσίου κτήµατος από ιδιώτη νοµέα ή κάτοχό του, έχοντος ή και στερούµενου σχετικού τίτλου (άρθρο 26 Α.Ν. 1539/1938)……....................................σελ. 33
ΙΙ. Β. Το πεδίο εφαρµογής του Α.Ν. 1539/1938: Τα ακίνητα του ∆ηµοσίου εν στενή εννοία…………………………………………………………………………….................σελ. 34
II. B. 1. Τα ακίνητα των Ο.Τ.Α. ………………………………………………. .................σελ. 35
II. B. 2. Εκκλησιαστικά ακίνητα – Ακίνητα των Ιερών Μονών………………...................σελ. 36
ΙΙ. Γ. Συνοπτική παρουσίαση της ισχύουσας µέχρι την εισαγωγής του Ν. 3127/2003 νοµοθεσίας περί δηµοσίων κτηµάτων…………………………………………......................................σελ. 37
ΙΙΙ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆ΕΥΤΕΡΟ: Η ΣΥΝΕΙ∆ΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ∆ΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ………………………………………………….........................................σελ. 38
ΙΙΙ. Α. Μεσολαβήσασα µεταβολή των κοινωνικών, πολιτικών, οικονοµικών και νοµικών συνθηκών……………………………………………………………..................................σελ. 38 ΙΙΙ. Β. Εισαγωγή του θεσµού του Εθνικού Κτηµατολογίου – Προβληµατισµοί σχετικά µε την εναρµόνιση του νέου συστήµατος δηµοσιότητας και της ήδη διαµορφωθείσης νέας κοινωνικο- πολιτικής πραγµατικότητας µε την ισχύουσα τότε νοµοθεσία περί δηµοσίων κτηµάτων……………………………………………...........................................................σελ. 39 ΙΙΙ. Γ. Η υπ’ αριθµόν 49/2000 Γνωµοδότηση του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους, ενδεικτική της συνειδητοποιήσεως από το νοµικό κόσµο της επιτακτικής ανάγκης για αναθεώρηση του διέποντος τη δηµόσια περιουσία νοµοθετικού πλαισίου……...............................................σελ. 40
IV. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: Η ΤΟΜΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 Ν. 3127/2003……....................σελ. 44
IV. Α. Το κείµενο του νόµου………………………………………………….....................σελ. 44
IV. Β. Οι τελευταίες τροποποιήσεις του κειµένου του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 πριν την τελική ψήφισή του και οι απόψεις που διατυπώθηκαν από τα µέλη της Βουλής των Ελλήνων αναφορικά
µε την επίµαχη διάταξη……………………………..............................................................σελ. 45
IV. Γ. Πρώτα, γενικά σχόλια ως προς τη διάταξη του άρθρου 4. Ν. 3127/2003 .................σελ. 54 IV. ∆. Πεδίο εφαρµογής του άρθρου 4 Ν. 3127/2003…………………………...................σελ. 56
IV. Ε. Οι επιµέρους µορφές κτήσεως κυριότητας µε χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού
∆ηµοσίου σύµφωνα µε το άρθρο 4 Ν. 3127/2003…………………………………………………………………….................….σελ. 59
IV. Ε. 1. Η τακτική χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 3127/2003……………………………………………………..........................................σελ. 59 IV. Ε. 1. α. Οι προϋποθέσεις ………………..…………………….................…………… σελ. 59
IV. Ε. 1. β. ∆ιαφορές µεταξύ της προβλεπόµενης υπό του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 3127/2003
µορφής (τακτικής) χρησικτησίας και της τακτικής χρησικτησίας των άρθρων 1041, 1043
Α.Κ…………………………………………………..................................................…….. σελ. 73
IV. Ε. 2. Η έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 περ. β΄ Ν. 3127/2003…………………………………………………….....................................σελ. 75 IV. Ε. 2. α. Οι προϋποθέσεις………………………………………….................………....σελ. 75
IV. Ε. 2. β. ∆ιαφορές µεταξύ της προβλεπόµενης υπό του άρθρου 4 παρ. 1 περ. β΄ Ν. 3127/2003
µορφής (έκτακτης) χρησικτησίας και της έκτακτης χρησικτησίας του άρθρου 1045 Α.Κ……………………………………………………………….........................................σελ. 76 IV. ΣΤ. Πρόσφατη νοµολογία – Σχολιασµός …………………………………...................σελ. 78
IV. ΣΤ. 1. Η υπ’ αριθµόν 348/2004 Γνωµοδότηση της Ολοµελείας του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους……………………………………………………….............................................σελ. 78
IV. ΣΤ. 2. Η υπ’ αριθµόν 98/2005 Απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας….................…..σελ. 80
IV. ΣΤ. 3. Η υπ’ αριθµόν 2072/2006 Απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης……………………………………………………………..................……..σελ. 83
IV. ΣΤ. 4. Η υπ’ αριθµόν 1121/2008 Απόφαση του Αρείου Πάγου………….....................................................................................................................σελ. 85 IV. ΣΤ. 5. Η υπ’ αριθµόν 1120/2008 Απόφαση του Αρείου Πάγου……..................……...σελ. 86 IV. ΣΤ. 6. Η υπ’ αριθµόν 33/2008 Απόφαση του Αρείου Πάγου…………….....................σελ. 86
V. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤA – ΕΠΙΛΟΓΟΣ……………………..................…….. σελ. 89
VI. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ…………………………………………………….................……..σελ. 94
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου