Παρασκευή 14 Αυγούστου 2020

Διαταγή πληρωμής δυνάμει ιδιωτικού εγγράφου αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους. 713/2012 ΑΠ: Υποχρέωση χαρτοσήμανσης ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους αναλόγως της υποκείμενης αιτίας της οφειλής - ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

 

Διαταγή πληρωμής δυνάμει ιδιωτικού εγγράφου αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους.

Η αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους είναι η σύμβαση, με την οποία ο οφειλέτης, με πρόθεση να υποχρεώσει τον ίδιο, αναγνωρίζει έναντι του δανειστή, ως υφιστάμενη κάποια έννομη σχέση και μάλιστα υφιστάμενη την υποχρέωση του προς ορισμένη παροχή, ενώ ο δανειστής αποδέχεται τη δήλωση..

αυτή προς αυτό το σκοπό (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, 2006, σελ.645). Έτσι η αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους (873-875 ΑΚ) είναι η ετεροβαρής εκείνη σύμβαση, που υπόκειται στους κοινούς κανόνες περί καταρτίσεως συμβάσεων. Με τη σύμβαση αυτή ο οφειλέτης υπόσχεται στο δανειστή παροχή ανεξάρτητη από την αιτία της ή αναγνωρίζει ως υφιστάμενο κάποιο χρέος και το θεμελιωτικό της αξίωσης πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση της παροχής. Συνεπώς, μεταξύ των μερών γεννάται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους. Η αφηρημένη αναγνώριση χρέους δε στερείται αιτίας, απλώς ο νομοθέτης θεωρεί έγκυρη τη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, στην οποία δεν περιέχεται ο λόγος της υποχρεώσεως του οφειλέτη και δεν αναφέρεται η αιτία της συμβάσεως {βλ. Λιβάνη Ν., Η αιτιώδης αναγνώριση χρέους, 1984, σελ. 55). Η εν λόγω σύμβαση μπορεί, καταρχήν, να έχει ως αντικείμενο κάθε παροχή και να στηρίζει αξίωση τόσο για θετική παροχή όσο και για παράλειψη, αποκλείεται δε μόνο για χρέος που διαμορφώνεται βάσει κανόνα δημόσιας τάξης ως αιτιώδες, όπως π.χ. για μεταβίβαση ακινήτου (1033 ΑΚ) και βασικά ως αντικείμενο έχει χρηματική παροχή (βλ. Βαθρακοκοίλη, ό.π. σελ. 652). Η αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, κατά τη ρηματική διατύπωση της υπόψη διάταξης, υπόκειται σε έγγραφο τύπο, αλλά ο νόμος αρκείται σε ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο συντάσσεται κατά τους όρους του νόμου (160 ΑΚ) και ο τύπος είναι συστατικός. Η τήρηση του τύπου απαιτείται μόνο για την πρόταση (185 ΑΚ), δηλαδή την υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, όχι απαραίτητα και για την αποδοχή του δανειστή, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή και να συνάγεται συμπερασματικά, όπως από την ανεπιφύλακτη παραλαβή του εγγράφου (βλ. Βαθρακοκοίλη, ό.π. 653). Κρίσιμο (αλλά όχι δεσμευτικό) στοιχείο για την παραδοχή αφηρημένης υποσχέσεως ή αναγνωρίσεως χρέους είναι η μη αναφορά της αιτίας στο έγγραφο της αναγνωρίσεως ή της υποσχέσεως, (σχόλιο Ευαγγελίας Μπαλογιάννη σε ΔΙΚΗ 33 (2002), σελ. 555). Εξάλλου, ο ενάγων- αιτών δεν έχει ανάγκη επίκλησης στην αγωγή-αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής  της αιτίας, για την οποία αναλήφθηκε από τον εναγόμενο-καθ` ου η αίτηση η προς αυτόν υποχρέωση, αλλά μόνο του γεγονότος ανάληψης της υποχρέωσης, διά της έγκυρης σύμβασης αναγνώρισης χρέους, (βλ. Βαθρακοκοίλη, ό.π., σελ. 644). Κατά τον περιεχόμενο στο εδ. β` του άρθρου 873 ΑΚ κανόνα η έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση για αναγνώριση η οποία δεν αναφέρει την αιτία του χρέους θεωρείται σε περίπτωση αμφιβολίας, δηλαδή αν δεν ορίζεται το αντίθετο, ως γενόμενη προς το σκοπό δημιουργίας αφηρημένης ενοχής. Ο κανόνας, δε, αυτός έχει και συμπληρωματικό χαρακτήρα γιατί, εφαρμόζεται και όταν ουδεμία -έστω και ασαφής- βούληση των μερών για τον αιτιώδη ή τον αφηρημένο (αναιτιώδη) χαρακτήρα της ενοχής προκύπτει από το έγγραφο, οπότε η μη αναφορά της αιτίας απολήγει στο χαρακτηρισμό της υπόσχεσης κλπ. ως αφηρημένης και αντίστροφα (βλ. Βαθρακοκοίλη, ό.π., σελ. 654).

Έχει κριθεί από τη νομολογία ότι μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής βάσει ιδιωτικού εγγράφου επιστολής από το οποίο προκύπτει σαφής πρόθεση του οφειλέτη να αναγνωρίσει χρέος προς το δανειστή (647/2013 ΕιρΔραμ).

ΠολΔ 623, ΑΚ 873.- Έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση απαίτηση από αναγνώριση χρέους

Η αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους του άρθρου 873 ΑΚ διακρίνεται από την αιτιώδη επιβεβαιωτική ή διαπιστωτική αναγνώριση χρέους που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Τόσο η αναιτιώδης όσο και η αιτιώδης αναγνώριση χρέους διακρίνονται από τη μη δικαιοπρακτική αναγνώριση χρέους, η οποία συνομολογείται από τα μέρη με σκοπό τη δημιουργία αποδεικτικού στοιχείου. Η διάκριση των παραπάνω εννοιών στην πράξη παρουσιάζει δυσχέρειες. Η παραδοχή για το είδος της αναγνώρισης σε κάθε περίπτωση είναι ζήτημα ερμηνείας της θελήσεως των μερών. Δεν είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής που θεμελιώνεται σε νέα αυτοτελή ενοχή αναγνώρισης χρέους, όταν από το περιεχόμενο της σχετικής δήλωσης, το σκοπό της συμφωνίας, την κατάσταση συμφερόντων των μελών και άλλα διαγνωστικά περιστατικά δεν προκύπτει τέτοια θέληση των μερών. Κρίθηκε ότι τα συγκεκριμένα εντάλματα δημοτικής επιχείρησης υδρεύσεως για την πληρωμή εργολαβικής αμοιβής και η υπηρεσιακή βεβαίωση για το ύψος της αμοιβής δεν εκδόθηκαν με πρόθεση (δικαιοπρακτικής) αναγνωρίσεως χρέους, αλλά χάριν λογιστικής τακτοποιήσεως και συνιστούν μόνον αποδεικτικά στοιχεία.

Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων 1456/2001 [Γ. Αποστολάκης]

(Δικαστικοί παραστάτες: Ι. Κουτίνα, Β. Διβάνης)

1. Η αιτούσα ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ' αριθ. 155/2001 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής, την οποία έχει ασκήσει νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά της διαταγής αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 632 ΚΠολΔ. Η αίτηση παραδεκτώς συζητείται ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 632 § 2 ΚΠολΔ. Πρέπει λοιπόν να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης.

2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, "η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με τέτοιο σκοπό". Η αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους είναι η ετεροβαρής εκείνη σύμβαση, με την οποία ο οφειλέτης υπόσχεται στο δανειστή παροχή ανεξάρτητη από την αιτία της ή αναγνωρίζει ως υφιστάμενο κάποιο χρέος. Αποβλέπει κυρίως στη διευκόλυνση για το δανειστή της επιδιώξεως των δικαιωμάτων του, στην αποσαφήνιση αμφιβόλων απαιτήσεων και στην ασφάλεια των συναλλαγών. Για τη θεμελίωσή της απαιτείται συμφωνία των μερών, στην οποία η υπόσχεση ή δήλωση αναγνωρίσεως πρέπει να γίνει εγγράφως. Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υποσχέσεως ή αναγνωρίσεως χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρεώσεως ανεξάρτητης από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξιώσεως), όπου το θεμελιωτικό της αξιώσεως πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση παροχής.

Από την αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους διαφέρει η αιτιώδης (επιβεβαιωτική ή διαπιστωτική) αναγνώριση στην οποία δεν εφαρμόζεται το άρθρο 873 ΑΚ. Η εν λόγω αναγνώριση στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και ο σκοπός της κατευθύνεται στην επιβεβαίωση υπάρχουσας ενοχής, στην διασφάλισή της από υπάρχοντα ελαττώματα και στην αποκοπή από τον οφειλέτη για το μέλλον των ενστάσεως κατά του αρχικού χρέους, τις οποίες ο οφειλέτης κατά την αναγνώριση γνώριζε ή με αυτές μπορούσε να υπολογίζει (ΑΠ 585/1973 ΝοΒ 21 σελ. 1458, ΑΠ 1021/1972 ΝοΒ 21, 597, ΑΠ 447/1964 ΝοΒ 12 σελ. 1077, ΕφΑθ 1531/1988 ΕλλΔνη 31 (1990) σελ. 143, ΕφΑθ 7642/1986 ΕλλΔνη 28 (1987) σελ. 1265, Λιβάνης Νικ., Η αιτιώδης αναγνώριση χρέους, εκδ. Αφοί Σάκκουλα, Αθήνα, 1984, σελ. 24, Λιακόπουλος, Γεωργιάδη-Σταθοπούλου ΑΚ, άρθρα 873-875 αριθ. 2 επ., Φίλιος, Ενοχικό Δίκαιο, ειδικό μέρος, έκδοση Β/γ (1991) σ. 110). Η αιτιώδης αναγνώριση είναι άτυπη και έχει ενισχυτική ή επιβεβαιωτική ενέργεια της υπάρχουσας ενοχής. Η αιτιώδης αναγνώριση χρέους γεννά κατά την ορθότερη γνώμη νέα, αυτοτελή, αξίωση (ΑΠ 264/1989 ΕλλΔνη 31 (1990) σελ. 526, ΕφΑθ 1787/1990 ΕλλΔνη 31 (1990) σελ. 1540, ΕφΑθ 12637/1987 ΝοΒ 37 (1989) σελ. 98. Βλ. όμως και ΑΠ 1021/1972 ο.π., ΑΠ ο.π., ΕφΑθ 7642/1986 ο.π., Ευρυγένης, Ερμ.Α.Κ., άρθρο 873 αριθ. 19, Φίλιος, ο.παρ. σ. 11).

Τέλος, διαφορετική τόσο από την αναιτιώδη, όσο και από την αιτιώδη αναγνώριση χρέους είναι η μη δικαιοπρακτική αναγνώριση. Η τελευταία είναι δήλωση γνώσεως, πεποιθήσεως ή εξωτερίκευση παραστάσεως, η οποία σκοπό έχει να διευκολύνει τον δανειστή στην απόδειξη ορισμένων γεγονότων. Τα μέρη δεν θέλησαν να ιδρύσουν νέα ενοχή, αλλά απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους (για τα ιδιωτικά δικαιοπρακτικά έγγραφα (τα ονομαζόμενα έγγραφα διαθέσεως) βλ. σχετικά: Φραγκίστα/Φαλτσή, Δίκαιο αποδείξεως, 3η έκδοση, § 253, σελ. 274. Μπέη, Πολ.Δικ. Κεφάλαιο ΙΒ, § VIII 2, σελ. 1739, Λιβάνη Νικ., Η αιτιώδης αναγνώριση, ο.π. σελ. 68-71. Βλ. επίσης ΑΠ 1021/1972 ο.π., ΕφΑθ 12637/1987 ο.π., Φίλιος, ο.π., § σ. 111).

Παρ' όλες τις παραπάνω διαφορές της αιτιώδους από την αφηρημένη υπόσχεση χρέους ενίοτε είναι δυσχερής η μεταξύ τους οριοθέτηση. Δυσχερής είναι επίσης και η διαπίστωση της προθέσεως των συμβαλλομένων για τη δημιουργία αποδεικτικού μόνον στοιχείου. Η παραδοχή, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ότι πρόκειται είτε για αφηρημένη είτε για αιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους είτε για μη δικαιοπρακτική αναγνώριση που έχει αποδεικτική μόνον αξία εξαρτάται από το περιεχόμενο της σχετικής δηλώσεως, το σκοπό της συμφωνίας, την κατάσταση συμφερόντων των μερών και άλλα διαγνωστικά περιστατικά. Είναι ζήτημα ερμηνείας της θελήσεως των μερών. Προς την κατεύθυνση αυτή επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη και εκτός του εγγράφου περιστατικά, όπως είναι οι διαπραγματεύσεις και η αφορμή για την αναγνώριση ή υπόσχεση του χρέους. Κρίσιμο (αλλά όχι δεσμευτικό) στοιχείο για την παραδοχή αφηρημένης υποσχέσεως ή αναγνωρίσεως χρέους είναι η μη αναφορά της αιτίας στο έγγραφο της αναγνωρίσεως ή της υποσχέσεως. Εξάλλου ακριβής αναφορά του λόγου της οφειλής οδηγεί, κατά κανόνα, στην παραδοχή μιας αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους. Αντίθετα, δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως, γιατί λείπει η δικαιοπρακτική βούληση, όταν πιστοποιούνται ή ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό στοιχείο (συνήθως εξώδικη ομολογία) (ΑΠ 276/1983 ΕλλΔνη 24 (1983) σελ. 957, ΑΠ 879/1974 ΝοΒ 23 σελ. 489, ΑΠ 493/1967 ΝοΒ 16 σελ. 77, ΑΠ 305/1966 ΝοΒ 15 σελ. 19 επ. ΕφΑθ 2251/1996 Δελτ. Συνδ. ΑΕ&ΕΠΕ, 4 (1998) σελ. 496, ΕφΑθ 1531/1988 ΕλλΔνη 1990 σελ. 143, ΕφΠειρ 993/1993 ΕλλΔνη 1994 σελ. 1734 = Επ.Ναυτ.Δικ. 20 (1992) σελ. 365).

Εν προκειμένω, από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Η καθής η αίτηση είναι τεχνική κοινοπραξία και με σύμβαση που κατάρτισε νόμιμα με την αιτούσα δημοτική επιχείρηση (ν.π.ι.δ.) στις 9.12.1998 ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει για λογαριασμό της τελευταίας έργο που αφορούσε δημιουργία " νέου αντλιοστασίου υδρεύσεως πόλεως Τρικάλων" αντί της εργολαβικής αμοιβής που συμφώνησαν. Το έργο κατασκευάσθηκε εν μέρει, διότι η εργολάβος διέκοψε την εκτέλεσή του, όπως από τη σύμβαση είχε δικαίωμα, επικαλούμενη ότι η εργοδότιδα είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την καταβολή μέρους από την εργολαβική αμοιβή που αντιστοιχούσε στο μέχρι τότε εκτελεσθέν έργο. Συγκεκριμένα, καθυστερούσε την πληρωμή των υπ' αριθ. 6/18.1.2000, 7/6.3.2000, 8/17.4.2000, 9/18.5.2000 και 10/7.9.2000 εντολών πληρωμής συνολικού ύψους 67.081.000 δρχ που οι υπηρεσίες της εξέδωσαν. Μετά ταύτα η εργολάβος κοινοπραξία υπέβαλε προς το δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου Τρικάλων αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής για το παραπάνω χρέος, θεμελιώνοντας την απαίτησή της όχι στη σύμβαση έργου, αλλά σε νέα αυτοτελή ενοχή που κατά τους ισχυρισμούς της θεμελίωνε η αναγνώριση του χρέους από την εργοδότιδα. Τόσο στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, όσο και στη διαταγή δε διευκρινίζεται αν η αναγνώριση αυτή ήταν αναιτιώδης ή αιτιώδης, όπως η διάκριση και η νομική θεμελίωση κάθε μίας απ' αυτές αναλύεται στις προαναφερόμενες νομικές αιτιολογίες. Επίσης, δεν διευκρινίζεται ποιο ακριβές είναι το έγγραφο που περιέχει την αναγνώριση του χρέους. Μνημονεύονται δύο έγγραφα: αφ' αφενός οι 6η έως 10η εντολές πληρωμής της εργοδότιδας και αφ' ετέρου μια βεβαίωση (αριθ. πρωτ. 4684/28.9.2001) του γενικού διευθυντή της. Η ανακόπτουσα (εργοδότιδα) με την ανακοπή της, όπως εκτιμήθηκε συνολικά μαζί με τους πρόσθετους λόγους της, ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα αυτά δεν συνιστούν δικαιοπρακτική δήλωση της βουλήσεώς της να αναγνωρίσει το χρέος και να δημιουργήσει μία νέα ενοχή της, ανεξάρτητη από εκείνη της συμβάσεως του έργου, διότι οι μεν εντολές πληρωμής εκδόθηκαν χάριν τηρήσεως της νόμιμης διαδικασίας για την πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής της εργολάβου, η δε βεβαίωση εκδόθηκε χάριν αποδείξεως, ενώ σε κάθε περίπτωση (αν δηλαδή ήθελε γίνει δεκτό ότι εμπεριέχει αναγνώριση του χρέους) εκδόθηκε από όργανο που δεν είχε εξουσία εκπροσωπήσεως και συνεπώς μία τέτοια αναγνώριση δεν τη δεσμεύει.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής που είναι νόμιμος πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη. Ειδικότερα: Τόσο στις εντολές πληρωμής, όσο και στη βεβαίωση δεν διατυπώνεται ευθέως δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως της εργοδότιδας ότι θέλει να ιδρύσει μία νέα ενοχή της, ανεξάρτητη και αυτοτελή από εκείνη που πηγάζει από τη σύμβαση έργου, αναγνωρίζοντας είτε μαζί με την αιτία είτε ανεξάρτητα από αυτήν το χρέος της. Ούτε από το συνδυασμό όλων των εγγράφων μπορεί να συναχθεί μία τέτοια δήλωση βουλήσεως. Ανακύπτει λοιπόν, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ανάγκη να ερμηνευθούν όσα στα έγγραφα αυτά η εργοδότιδα δηλώνει προς την εργολάβο με βάση τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ώστε να αναζητηθεί η αλήθεια χωρίς προσήλωση στις λέξεις, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Μάλιστα ερμηνεία επιτρέπεται ακόμη και όταν το έγγραφο είναι συστατικό και όχι μόνο αποδεικτικό, όπως στην αφηρημένη αναγνώριση χρέους (ΑΠ 27/1999 ΝοΒ 46 (1998) σελ. 763). Επίσης, το δικαστήριο έχει δυνατότητα ερμηνείας έστω και αν τα έγγραφα αυτά χρησίμευσαν για την απόδειξη της απαιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής, διότι, ναι μεν κατά το άρθρο 623 ΚΠολΔ για την έκδοση διαταγής πληρωμή απαιτείται η απαίτηση και το οφειλόμενο χρηματικό ποσό ν' αποδεικνύεται η απαίτηση και το οφειλόμενο χρηματικό ποσό ν' αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, πλην όμως η προϋπόθεση αυτή δεν αποκλείεται, όταν στην εγγράφων καταρτισθείσα σύμβαση, από την οποία πηγάζει η απαίτηση, υπάρχει ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των μερών που μπορεί να αρθεί με ερμηνεία, βάσει στοιχείων που αποδεικνύονται από άλλα συνυποβαλλόμενα για την έκδοση της διαταγής έγγραφα (ΑΠ 495/1997 ΕλλΔνη 39 (1998) σελ. 97). Ωστόσο στην προκείμενη περίπτωση πιθανολογείται ότι τα έγγραφα αυτά έχουν αποδεικτική μόνον αξία και δεν περιέχουν δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως της εργοδότιδας να αναγνωρίσει χρέος και να ιδρύσει νέα, αυτοτελή και ανεξάρτητη από εκείνη της συμβάσεως έργου ενοχή. Η γραμματική τους διατύπωση δεν συνηγορεί καθόλου σε μία τέτοια ερμηνευτική εκδοχή. Δεν περιέχουν ούτε το ρήμα "αναγνωρίζω", " αναλαμβάνω να πληρώσω" ή ανάλογη ρηματική έκφραση. Οι εντολές πληρωμής είναι συντεταγμένες κατά τον υπηρεσιακό τύπο του παραστατικού (εντάλματος), αναγκαίου ως διαδικαστικού υπηρεσιακού εγγράφου για την πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής και απευθύνονται όχι στην εργολάβο, αλλά στις οικονομικές υπηρεσίες της εργοδότιδας που άλλωστε το εξέδωσε. Εκδόθηκαν δηλαδή, όπως συνήθως, χάριν της λογιστικής-ταμειακής της τακτοποιήσεως. Αυτός είναι ο κατά φύση προορισμός τους και τίποτε δεν προδίδει ότι η εργοδότιδα που τις εξέδωσε θέλησε να τις προσδώσει και κάποιο άλλο νόημα, σκοπό ή περιεχόμενο. Η δε από 28.9. 2001 βεβαίωση που εξέδωσε ο γενικός διευθυντής και ο προϊστάμενος των οικονομικών υπηρεσιών της περιορίζεται σε απλή διαπίστωση ότι "από τα τηρούμενα στοιχεία της επιχείρησης η Δ.Ε.Υ.Α.Τ. οφείλει στην Κοινοπραξία "Τ.-Ε. ΕΠΕ" … Σύνολο 67.081.000 δρχ". Η βεβαίωση ζητήθηκε προφανώς από την εργολάβο για να της χρησιμεύσει ως αποδεικτικό στοιχείο για έκδοση διαταγής πληρωμής ή για απόδειξη αγωγής με βάση την σύμβαση έργου. Σ' αυτό εξαντλείται ο προορισμός της. Επομένως και αυτή η βεβαίωση έχει μόνον αποδεικτικό χαρακτήρα. Δεν περιέχει δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως της εργοδότιδας για τη δημιουργία νέας ενοχής με αναιτιώδη ή αιτιώδη αναγνώριση χρέους. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι δεν την εξέδωσε το όργανο που διοικεί την εργοδότιδα και συνεπώς έχει εξουσία κατά νόμο να εκδηλώνει τη δικαιοπρακτική της βούληση ως νομικού προσώπου, αλλά από ένα υπαλληλικό όργανο που στερούνταν τέτοια εξουσία. Σύμφωνα με τα άρθρα 277, 278 § 1 Δημοτικού Κώδικα (π.δ. 410/1995), σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του Οργανισμού της Δ.Ε.Υ.Α.Τ. που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 4153/2000 απόφαση του γενικού γραμματέα περιφέρειας Θεσσαλίας (ΦΕΚ 559/Β/12.4.2000), η ΔΕΥΑΤ διοικείται από το διοικητικό της συμβούλιο που έχει εξουσία να την εκπροσωπεί (πρβλ ΕφΑθ 5599/1994 ΝοΒ 44 (1996) σελ. 435). Ο γενικός διευθυντής δεν μπορεί να αναλάβει υποχρεώσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 6 § 5 γ του Οργανισμού αναλαμβάνει υποχρεώσεις έναντι τρίτων (μέχρι ορισμένο ποσό) μόνον μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου. Άρα και αν θεωρηθεί ότι ανέλαβε τέτοια υποχρέωση (αναγνώρισης χρέους), η δήλωση είναι άκυρη για τους εξής λόγους: Εάν το πρόσωπο που συνέπραξε στην κατάρτιση της συμβάσεως ως αντιπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν είχε εξουσία αντιπροσωπεύσεως, το νομικό πρόσωπο δεν δεσμεύεται από την ενέργειά του παρά μόνο αν ακολουθήσει ρητή ή σιωπηρή έγκρισή του, η οποία ενεργεί αναδρομικά και θεραπεύει την ακυρότητα της σύμβασης (ΑΠ 989/1973 ΝοΒ 22 σελ. 356). Τέτοια έγκριση όμως δεν πιθανολογήθηκε ότι έλαβε χώρα. Συνεπώς, εφόσον τα έγγραφα που η καθής η αίτηση επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστή δεν αποτελούσαν (αιτιώδη ή αναιτιώδη) αναγνώριση χρέους εκ μέρους της οφειλέτιδας, η διαταγή εκδόθηκε παρά το νόμο και πιθανολογείται ότι θα ακυρωθεί.

3. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να ανασταλεί η εκτέλεση της διαταγής, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τα δικαστικά έξοδα της καθής η αίτηση βαρύνουν την αιτούσα σύμφωνα με το άρθρο 178 § 3 του Κώδικα Δικηγόρων.

Παρατηρήσεις

Η σχολιαζόμενη απόφαση ασχολήθηκε με τη σημασία του καθορισμού της απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, καθώς και με τη θεωρητική και πρακτική διάκριση των εννοιών της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και της μη δικαιοπρακτικής αναγνώρισης χρέους και τη σημασία της διάκρισης αυτής ως προς την έκδοση διαταγής πληρωμής.

1
Μνεία και απόδειξη της απαίτησης

Το άρθρο 623 ΠολΔ προβλέπει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή για να εκδοθεί διαταγή πληρωμής θα πρέπει να πρόκειται για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, καθώς επίσης και να αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό. Επίσης, το άρθρο 626 § 2 που αναφέρεται στην υποβολή και τα απαιτούμενα στοιχεία της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής, ορίζει ότι η αίτηση αυτή πρέπει να περιέχει και την απαίτηση (§ 2 γ) καθώς και ότι στην αίτηση αυτή πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (§ 3). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει στη σχετική αίτηση να αναφέρεται η απαίτηση για την οποία αυτή ζητείται, καθώς και να προσκομίζονται και όλα τα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα από τα οποία προκύπτει και αποδεικνύεται τόσο η απαίτηση αυτή, όσο και το ποσό της. Απαιτείται επομένως η αναφορά της έννομης σχέσης από την οποία απορρέει η απαίτηση και η έκθεση των πραγματικών εκείνων περιστατικών τα οποία εξατομικεύουν την έννομη σχέση αυτή, ενώ δεν αρκεί η απλή παραπομπή στα επισυναπτόμενα έγγραφα[1].

Σύμφωνα με την ερμηνεία που γίνεται γενικώς δεκτή[2], για τον προσδιορισμό της απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται η λεπτομερής έκθεση όλων των γενεσιουργών της συστατικών, ούτε είναι αναγκαίος ο νομικός χαρακτηρισμός της απαιτήσεως, ο οποίος αποτελεί συμπέρασμα νομικής υπαγωγής. Αρκεί η έκθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση και ειδικότερα, το αντικείμενό της το είδος και τον τρόπο γενέσεώς της, και που υπαγόμενα από το δικαστή σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, δικαιολογούν το συμπέρασμα για την ύπαρξή της συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής έναντι του αιτούντος[3].

Βέβαια, η διάταξη του άρθρου 626 § 2 γ' ΠολΔ διαφοροποιείται από τη διάταξη της § 1 του άρθρου 216 ΠολΔ που αναφέρεται στα στοιχεία του περιεχομένου της αγωγής κατά το ότι δεν απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής, αλλά απλά αρκείται στην εξατομίκευση της αξιώσεως. Σχετικές με την ανάγκη εξατομικεύσεως της απαίτησης είναι οι προβλέψεις για υποχρεωτική επισύναψη όλων των εγγράφων από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (626 § 3 ΠολΔ), καθώς και για το παρεχόμενο στο δικαστή δικαίωμα να ζητήσει από τον αιτούντα διασαφήσεις σχετικά με την αίτηση καθώς και να του υποδείξει αναγκαίες συμπληρώσεις ή διορθώσεις της αίτησης.

2
Μορφές αναγνώρισης χρέους

Κατά τις παραδοχές της σχολιαζόμενης απόφασης η αναγνώριση χρέους μπορεί να προσλάβει τρεις μορφές που διαφοροποιούνται ως προς τον τύπο, τον επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά και την ενέργεια. Έτσι, η αναγνώριση χρέους μπορεί να είναι αναιτιώδης, αιτιώδης ή μη δικαιοπρακτική.

Η αναιτιώδης, ή, αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους που προβλέπεται στο άρθρο 873 ΑΚ αποτελεί ετεροβαρή σύμβαση που υπόκειται στους κοινούς κανόνες περί καταρτίσεως συμβάσεων. Με τη σύμβαση αυτή ο οφειλέτης υπόσχεται στο δανειστή παροχή ανεξάρτητη από την αιτία της ή αναγνωρίζει ως υφιστάμενο κάποιο χρέος, δημιουργώντας αυτοτελή υποχρέωση ανεξάρτητη από την αιτία της. Σκοπός της σύστασης της συμβάσεως αυτής όπως δέχθηκε και η σχολιαζόμενη απόφαση είναι η διευκόλυνση του δανειστή στην επιδίωξη των δικαιωμάτων του, η αποσαφήνιση των αμφιβόλων απαιτήσεων και η ασφάλεια των συναλλαγών[4].

Διαφορετική είναι η αιτιώδης αναγνώριση χρέους. Η σύμβαση αυτή ερείδεται στο άρθρο 361 ΑΚ[5] και εξυπηρετεί άλλο χρέος, δηλαδή τη βασική σχέση. Σχετικά με το ζήτημα αν με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους γεννάται ή όχι νέα ανεξάρτητη ενοχή από τη βασική σχέση έχουν υποστηριχθεί τρεις απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη από αυτές[6], από την αιτιώδη αναγνώριση χρέους δε γεννάται νέα ανεξάρτητη ενοχή και κατά το σημείο τούτο διαφοροποιείται και από τη σχετική αναιτιώδη σύμβαση του άρθρου 873 ΑΚ. Ωστόσο, σύμφωνα με την άποψη που ακολουθεί η νομολογία και δέχθηκε και η σχολιαζόμενη απόφαση, η αιτιώδης αναγνώριση χρέους γεννά νέα αυτοτελή αξίωση[7]. Έχει τέλος διατυπωθεί και η άποψη[8], σύμφωνα με την οποία το αν γεννάται ή όχι νέα ανεξάρτητη ενοχή αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης. Όπως γίνεται γενικά δεκτό γενικά, η αιτιώδης αναγνώριση χρέους αποσκοπεί στην επιβεβαίωση της αναγνωριζόμενης ενοχής και εκφράζει τη βούληση του οφειλέτη να παραιτηθεί από τις ενστάσεις που μπορούν ν' αντληθούν από το αρχικό χρέος[9]. Η σύμβαση αυτή είναι κατ' αρχήν άτυπη και δεν έχει εφαρμογή σ' αυτή το άρθρο 873 ΑΚ.

Τέλος, μια τρίτη μορφή αναγνώρισης χρέους είναι η μη δικαιοπρακτική αναγνώριση. Πρόκειται για μια δήλωση (εξώδικη ομολογία του άρθρου 352 § 2 ΠολΔ) η οποία δεν αποβλέπει σε δημιουργία νέας ενοχής αιτιώδους ή αναιτιώδους ως προς τη βασική σχέση, αλλά αποσκοπεί στην παροχή απλού αποδεικτικού μέσου στο δανειστή[10].

Η διάκριση των παραπάνω μορφών αναγνώρισης χρέους στην πράξη καθίσταται πολλές φορές δυσχερής. Τα δικαστήρια έχουν πολλές φορές κληθεί να κρίνουν αν πρόκειται για τη μια ή την άλλη μορφή αναγνώρισης χρέους. Προκειμένου να καταλήξουν σε κάποια ασφαλή κρίση καταφεύγουν πάντοτε στην ερμηνεία της θελήσεως των μερών, την οποία επιχειρούν λαμβάνοντας υπόψη τόσο το περιεχόμενο του κρίσιμου εγγράφου, όσο και περιστατικά εκτός εγγράφου, όπως είναι οι διαπραγματεύσεις και η αφορμή για την αναγνώριση ή υπόσχεση του χρέους. Έτσι, έχει κριθεί ότι αν στη δήλωση για την αναγνώριση μνημονεύεται η αιτία για την οποία έγινε η δήλωση αυτή, τότε πρόκειται κατ' αρχήν για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, εκτός αν παρά τη δήλωση γίνεται με αγωγή επίκληση ότι με τη σύμβαση αυτή τα μέρη απέβλεψαν στη δημιουργία νέας αυτοτελούς ενοχής ανεξάρτητης από την αιτία του αρχικού χρέους, οπότε πρόκειται για την αναγνώριση χρέους του άρθρου 873 ΑΚ[11]. Αντίστοιχα, αρκεί η πρόθεση των μερών για τη δημιουργία ενοχής ανεξάρτητης από την αιτία, η οποία μπορεί να προκύπτει τόσο από το έγγραφο όσο και από εξωτερικά στοιχεία[12].

Κατά τον ίδιο τρόπο, δηλαδή με καταφυγή στην ερμηνεία της θέλησης των μερών γίνεται και η διάκριση μεταξύ αναιτιώδους και μη δικαιοπρακτικής αναγνώρισης χρέους. Η διάκριση ανάμεσα στις δύο έννοιες παρουσιάζει δυσχέρειες στην πράξη όταν η μη δικαιοπρακτική αναγνώριση είναι έγγραφη. Πραγματικά, μια έγγραφη αναγνώριση χρέους στην οποία δε μνημονεύεται η αιτία του, μπορεί να είναι είτε εξώδικη ομολογία είτε αναιτιώδης αναγνώριση χρέους. Μια τέτοια περίπτωση αντιμετώπισε και η σχολιαζόμενη απόφαση, η οποία ερμηνεύοντας τη βούληση των μερών όπως αυτή διαφάνηκε τόσο από τα έγγραφα, όσο και από τις άλλες συνθήκες κατέληξε πειστικά στο συμπέρασμα, ότι από τα συγκεκριμένα εντάλματα δημοτικής επιχείρησης υδρεύσεως για την πληρωμή εργολαβικής αμοιβής και από την υπηρεσιακή βεβαίωση για το ύψος της αμοιβής δεν προκύπτει η βούληση των μερών για αναιτιώδη αναγνώριση χρέους του άρθρου 873 ΑΚ, αλλά πρόκειται για έγγραφα που εκδόθηκαν χάριν λογιστικής τακτοποιήσεως από το αρχικό χρέος και συνιστούν μόνο αποδεικτικά στοιχεία. Από τα έγγραφα αυτά δεν προκύπτει η βούληση του οφειλέτη να αναγνωρίσει το χρέος και να ιδρύσει νέα, αυτοτελή και ανεξάρτητη ενοχή από εκείνη της αρχικής συμβάσεως έργου. Συνεπώς, πειστικά δέχθηκε η σχολιαζόμενη απόφαση ότι δεν μπορεί να εκδοθεί με βάση τα έγγραφα αυτά διαταγή πληρωμής, όταν ο αιτών θεμελιώνει την απαίτησή του όχι στην αρχική σύμβαση έργου, αλλά σε νέα αυτοτελή ενοχή που προκύπτει από την αναγνώριση χρέους από τον οφειλέτη.

713/2012 ΑΠ: Υποχρέωση χαρτοσήμανσης ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους αναλόγως της υποκείμενης αιτίας της οφειλής

Με το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Εξ άλλου, η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος υποχρέωση που έχει από ορισμένη αιτία, δεν προβλέπεται ρητώς από τον Αστικό Κώδικα, ισχύει όμως, με βάση το άρθρο 361 ΑΚ, που καθιερώνει την ελευθερία των συμβάσεων η σύμβαση αυτή διαφέρει από τη σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, που ρυθμίζεται από το άρθρο 873 ΑΚ, ιδρύει δε νέα αυτοτελή και ανεξάρτητη από την αιτία βάση υποχρέωσης, με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την, από ορισμένη αιτία, οφειλή του, να μην μπορεί πλέον να προτείνει ενστάσεις από την κύρια αιτία (ΑΠ 595/1999, ΑΠ 1224/2010). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 623 και 624 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο αν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατά το άρθρο 628 Κ.Πολ.Δ., να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, στην περίπτωση δε, που παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτου, κατά τα άρθρα 632 και 633 Κ.Πολ.Δ η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτόν απαγγέλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη δυνατότητας να αποδειχθεί η απαίτηση από άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 665/2006, 1378/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, τα ακόλουθα: "Με την από 10-2-1999 σύμβαση παραγγελίας, που καταρτίστηκε έγγραφα μεταξύ της καθής εταιρείας με την επωνυμία "......................." αφενός και της ανακόπτουσας εταιρείας με την επωνυμία "........................" αφετέρου, συμφωνήθηκε, όπως η δεύτερη παραγγελιοδόχος, πωλεί για λογαριασμό της πρώτης πετρελαιοειδή προϊόντα σε διάφορα πρατήρια, έναντι προμήθειας. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε από 10-2-1999 έως 10-2-2003, η λειτουργία της, όμως, συνεχίστηκε και μετά τη λήξη του ορισμένου χρόνου της και, συγκεκριμένα μέχρι το τέλος του έτους 2003. Με την από 15-3-1999 τροποποιητική σύμβαση παραγγελίας, η παραπάνω σύμβαση τροποποιήθηκε ως προς τον τρόπο εξόφλησης των καυσίμων με προσωπικές επιταγές του ανακόπτοντα Σ. Κ., ο οποίος είχε συμβληθεί με την ιδιότητα του εγγυητή, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος, για την πληρωμή των οφειλών της παραγγελιοδόχου προς την καθής. Με την από 15-4-2003 έγγραφη "Σύμβαση Αναγνώρισης και Αναδοχής Χρέους", που καταρτίστηκε μεταξύ της καθής εταιρείας αφενός και αφετέρου της παραπάνω παραγγελιοδόχου εταιρείας, του Σ. Κ., καθώς και της ανακόπτουσας (με την πρώτη ανακοπή) εταιρείας με την επωνυμία ".............." που εκπροσωπήθηκε από την διαχειρίστρια της Π. Κ. σύμφωνα με την από 15-4-2003 απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, συμφωνήθηκαν τα εξής : α) ότι η παραγγελιοδόχος εταιρεία δικαιούται να λάβει από τους πιο πάνω αντισυμβαλλομένους της, συνοφειλέτες, από την, μέχρι τότε, εμπορική συνεργασία στον τομέα πετρελαιοειδών, με βάση τα από 10-2-99 και 15-3-99 συμφωνητικά, το συνολικό ποσό των 3.551.736,10 ευρώ, κατά κεφάλαιο, β)ότι το χρέος αυτό είναι εκκαθαρισμένο και απαιτητό, όπως απεικονίζεται, αναλυτικά, στη συνημμένη σχετική καρτέλα πελάτη και το πινάκιο επιταγών και ότι ρητά και ανεπιφύλακτα το αναγνωρίζουν και συνομολογούν οι συνοφειλέτες και γ)η τρίτου συμβαλλόμενη παραπάνω ΕΠΕ δηλώνει ανεπιφύλακτα, ότι αναδέχεται, σωρρευτικά, το πιο πάνω χρέος και παρέχει προ της καθής και υπέρ των συνοφειλετών την ανεπιφύλακτη εγγύηση της μέχρι του ποσού των 3.551.736,10 ευρώ. Συμφώνησε δε να εγγραφεί και ναυτική υποθήκη σε ένα σκάφος ιδιοκτησίας της για ποσό 1.500.000 ευρώ και εγγυήθηκε μέχρι του ποσού αυτού την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου των συνοφειλετών της προς την καθής. Στη συνέχεια, η καθής με την από 17-6-2005 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση σε καταβολή, που επέδωσε στους ανακόπτοντες στις 17-6-2005, τους γνωστοποίησε, ότι το χρεωστικό υπόλοιπο προς αυτήν από την σύμβαση παραγγελίας της 10-2- 1999 και την από 15-4-2003 σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, στις 10-6-2005 ανερχόταν στο ποσό των 978.999,49 ευρώ και τους προσκάλεσε να το εξοφλήσουν εντός τριών (3) ημερών, οφειλή που όμως δεν εκπλήρωσαν οι ανακόπτοντες, παρότι τους συγκοινοποιήθηκε η καρτέλα κινήσεων πελατών. Ακολούθως, η καθής - δανείστρια, υπέβαλε προς το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 7-7-2005 αίτηση της κατά των ήδη ανακοπτόντων, για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Στην αίτηση της αυτή εξέθεσε το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, τα οποία και προσκόμισε, δηλαδή την από 10-2-1999 σύμβαση παραγγελίας, την από 15-3-1999 τροποποίησή της, την από 15-4-2003 σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους και την από 17-6-2005 εξώδικη δήλωση πρόσκλησή της. Επίσης προσκόμισε την από 5-7-2005 βεβαίωση της εταιρείας ορκωτών ελεγκτών - λογιστών "..................................", στην οποία αναφέρεται, ότι αποδόθηκε εμπρόθεσμα ο ΦΠΑ που αφορά, συνολικά, την συναλλαγή της αιτούσας. Για το λόγο αυτό ο δικαστής δεν απαίτησε την καταβολή αναλογικού τέλους χαρτοσήμου, προκειμένου να εκδόσει τη διαταγή πληρωμής. Με βάση τα παραπάνω έγγραφα, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου δέχθηκε ως αποδεδειγμένη την απαίτηση της αιτούσας, ήδη καθής, και εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 7648/25-7-2005 διαταγή πληρωμής, με την οποία οι καθών η αίτηση, και ήδη ανακόπτοντες, διατάχθηκαν να καταβάλουν στη αιτούσα, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό κεφαλαίου των 978.999,49 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 24-6-2005 και 33.905 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Το κύρος αυτής της διαταγής πληρωμής αμφισβητούν, ήδη, οι ανακόπτοντες με τους λόγους των ανακοπών τους, για την βασιμότητα των οποίων πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Όπως γίνεται φανερό από το περιεχόμενο της από 15-4-2003 σύμβασης αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων αιτιώδης αναγνώριση χρέους, κατά την προαναφερθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια του άρθρου 361 ΑΚ, η οποία αποτελεί, κατά τη σαφή βούλησή τους, αυτοτελή βάση ενοχής. Το αιτιώδες εξάγεται από την αναφορά της αιτίας δηλαδή την από 10-2- 1999 σύμβαση παραγγελίας και την επισύναψη της καρτέλλας πελάτη και του πινακίου επιταγών. Η βούληση των συμβαλλομένων, η σύμβαση δηλαδή αυτή να μην αποτελεί απλώς επιβεβαίωση προϋπάρχουσας ενοχής ή εξώδικη ομολογία οφειλής, αλλά να ιδρυθεί νέα ενοχική σχέση, συνάγεται, αναμφίβολα, από το περιεχόμενο της σύμβασης, η διαμόρφωση του οποίου δεν θα ήταν απαραίτητη σε διαφορετική περίπτωση. Ακόμη, από το γεγονός, ότι η εκ τρίτου συμβαλλόμενη παραπάνω Ε.Π.Ε. αναδέχτηκε σωρευτικά (ΑΚ 7) συγκεκριμένο χρέος που προέκυψε από τη δήλωση αναγνώρισης του από τους λοιπούς συνοφειλέτες και για το οποίο παρέσχε τίτλο για την γραφή ναυτικής υποθήκης.

 

Συνεπώς, δεν εξετάζεται, πλέον, η παλαιά περιοχή, από την οποία οι ανακόπτοντες δεν μπορούν να προβάλλουν ενστάσεις, όπως προαναφέρθηκε. Ετσι, μόνο ελαττωματικότητα της δήλωσης βούλησης τους κατά την κατάρτιση της από 15-4-2003 σύμβασης μπορούσαν να προτείνουν, δηλαδή, ότι η δήλωση τους είναι προϊόν πλάνης, απάτης, ή απειλής (άρθρα 140, 147, 150 ΑΚ), αιτιάσεις, όμως, που δεν διατυπώνουν στις ανακοπές τους. Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος της ανακοπής της ανακόπτουσας ΕΠΕ, ότι δηλαδή ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν τοπικά αναρμόδιος να εκδώσει την επίδικη διαταγή πληρωμής, αλλά αρμόδιος ήταν ο δικαστής του Πρωτοδικείου Πειραιά, είναι προφανώς αβάσιμος και απορριπτέος. Δεν πρόκειται για ναυτική διαφορά, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 51 του Ν. 2172/1993, που μνημονεύει ως τέτοιες διαφορές και εκείνες που έχουν ως αιτία υποθήκη πάνω σε πλοίο. Ούτε την καθιστά ναυτική διαφορά το επικαλούμενο από την ανακόπτουσα γεγονός, ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθής στην από 18-7-2005 αίτηση προτίμησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ανέφερε, ότι πρόκειται να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση με την διαταγή πληρωμής στη θαλαμηγό που αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο των ανακοπτόντων. Με το δεύτερο λόγο της ιδίας, με αριθμό κατάθεσης 6981/2005 ανακοπής (εφεξής "πρώτη ανακοπή"), καθώς και με τον πρώτο, πανομοιότυπο, λόγο της με αριθμό κατάθεσης 6983/2005 ανακοπής (εφεξής "δεύτερη ανακοπή") οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, όπως ορθά μπορούν να εκτιμηθούν τα δικόγραφα τους, ότι η από 7-7-2005 αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν είναι ορισμένη και ότι η απαίτηση της αιτούσας (ήδη καθής) δεν αποδεικνύεται αμέσως με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και ακόμη ότι η διαταγή πληρωμής δεν περιέχει τα νόμιμα στοιχεία. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι η αίτηση περιέχει με την δέουσα πληρότητα και σαφήνεια τα στοιχεία του άρθρου 626 παρ. 2 ΚΠολΔ, τα οποία προαναφέρθηκαν και εξατομικεύουν από άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσης την απαίτηση της καθής. Επίσης, από τα παραπάνω ιδιωτικά έγγραφα που επισυνάφτηκαν στην αίτηση, αποδεικνύεται η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό. Ακόμη ο ισχυρισμός τους, ότι δηλαδή η διαταγή πληρωμής έχει γραφεί καθ' ολοκληρίαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της καθής, άλλως με βάση σχέδιο που ο ίδιος παράδωσε στο δικαστή, προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού η διαταγή πληρωμής φέρει την υπογραφή του αρμοδίου δικαστή (άρθρο 630 εδ. ζ ΚΠολΔ), η οποία δεν προσβάλλεται ως πλαστή.

 

Εξάλλου, η διαταγή πληρωμής περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 630 ΚΠολΔ. Το γεγονός ότι δεν αναγράφονται νομικές διατάξεις για τη βασιμότητα της αίτησης, αλλά αναφέρεται απλά, ότι αυτή είναι νόμιμη, δεν επιδρά στο κύρος της, αφού τέτοια κύρωση δεν επιβάλλει ο νόμος. Άλλωστε, δεν είναι δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια, αλλά πράξη του δικαστή (οιονεί απόφαση) και δεν απαιτεί πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία....Τέλος, οι ίδιοι λόγοι ανακοπής ως προς το σκέλος τους με το οποίο οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η από 5-7-2005 βεβαίωση της εταιρείας ορκωτών ελεγκτών -λογιστών, που κάνει λόγο για απόδοση του ΦΠΑ συνολικά της συναλλαγής της αιτούσας, δεν αναφέρει απαλλαγή της από το αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, όπως αναγράφει η διαταγή πληρωμής και επομένως αυτή είναι άκυρη, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

 

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 του Ν. 1642/1986 "Για την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας και άλλες διατάξεις", όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 1676/1986 και τώρα ισχύει μετά από κωδικοποίηση των διατάξεων με το Ν. 2859/2000, αντικείμενο του φόρου είναι : α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στην ελληνική επικράτεια, από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα β) η εισαγωγή αγαθών στην ελληνική επικράτεια. Κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 57 παρ.1 εδ.β' του ίδιου νόμου (ήδη άρθρο 63 Ν. 2859/2000), από την έναρξη ισχύος του καταργούνται οι διατάξεις "για την επιβολή τελών χαρτοσήμου στις πράξεις για τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και στα παρεπόμενα του σύμφωνα ......".

 

Στην προκειμένη περίπτωση, αφού οι συναλλαγές της καθής με την ανακόπτουσα παραγγελιοδόχο (αγοραπωλησίες πετρελαϊκών προϊόντων) υπόκεινται σε ΦΠΑ, ο οποίος, μάλιστα, καταβλήθηκε εμπρόθεσμα, κατά τη συνομολογούμενη βεβαίωση των ορκωτών ελεγκτών - λογιστών, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 49 και 62 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου και η καθής δεν είχε υποχρέωση να χαρτοσημάνει την από 15-4-2003 σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, διότι, τότε, θα υπόκειτο σε διπλή φορολόγηση. Η σύμβαση αυτή είναι παρεπόμενο σύμφωνο των πράξεων (συναλλαγών) από την σύμβαση παραγγελιοδοχίας της 10-2-1999, με την έννοια, ότι η τελευταία αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία της. Μετά από αυτά οι παραπάνω λόγοι των ανακοπών πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Με τον πέμπτο λόγο της πρώτης ανακοπής και με τον δεύτερο, πανομοιότυπο, λόγο της δεύτερης ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, ότι η καθής δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της εξαπάτησε το δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, διότι δόλια του απέκρυψε, ότι στην από 17-6-2005 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της καθής η ανακόπτουσα εταιρεία (της πρώτης ανακοπής) απάντησε με το από 29.6.2005 εξώδικο της, ισχυριζόμενη, ότι δεν είχε ληφθεί σχετική απόφαση των εταίρων της για την σωρευτική αναδοχή χρέους και την εγγύηση της 15.4.2003 και αμφισβήτησε το χρεωστικό υπόλοιπο, ως μη προκύπτον από καρτέλα κίνησης μηδενικής βάσης. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι η καθής, δεν υπείχε υποχρέωση να προσκομίσει, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, την εξώδικη απάντηση της παραπάνω ανακόπτουσας παρά μόνο τα αποδεικτικά της απαίτησής της έγγραφα. Η εξώδικη απάντηση ουδεμία μπορούσε να ασκήσει έννομη επιρροή στην έκδοση της διαταγής πληρωμής και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εξαπάτηση του δικαστή που την εξέδωσε. Παραπέρα, με τον τρίτο λόγο της πρώτης ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται, ότι η διαχειρίστρια της και νόμιμη εκπρόσωπος της Π. Κ. που συμβλήθηκε εκ τρίτου στην από 15.4.2003 σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, ως ειδικά εξουσιοδοτηθείσα για την υπογραφή της με βάση την από 15.4.2003 απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, δεν είχε τέτοια ειδική εντολή από τη συνέλευση και, έτσι, η αναδοχή χρέους και η εγγύηση που ανέλαβε η παραπάνω διαχειρίστρια, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για την ανακόπτουσα εταιρεία.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Ν. 3190/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το Π.Δ. 419/1986, το οποίο ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την κοινοτική οδηγία με αριθμό 68/151 ΕΟΚ, "οι διαχειριστές εκπροσωπούν την εταιρεία και ενεργούν στο όνομα της κάθε πράξη που καλύπτεται από το σκοπό της εταιρείας. Πράξεις των διαχειριστών, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρεία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν η εταιρεία αποδείξει ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει. Δε συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό ή τις τροποποιήσεις του. Περιορισμοί της εξουσίας των διαχειριστών της εταιρείας που προκύπτουν από το καταστατικό ή από απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, δεν αντιτάσσονται στους τρίτους, ακόμη και αν έχουν υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 8". Στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα επικαλείται υπέρβαση της εξουσίας εκπροσώπησης της διαχειρίστριας της, η οποία, κατά τα παραπάνω, δεν αντιτάσσεται κατά τρίτων και ο λόγος της ανακοπής, είναι νομικά αβάσιμος και απορριπτέος. Αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος της ίδιας ανακοπής, ότι, δηλαδή, η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ήταν αόριστη, διότι δεν ανέφερε τα στοιχεία για την ύπαρξη της κύριας οφειλής της παραγγελιοδόχου εταιρείας, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, τέτοια έλλειψη δεν υπήρχε στο δικόγραφο της αίτησης. Τέλος, με τον έκτο και έβδομο λόγους της πρώτης ανακοπής και με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της δεύτερης ανακοπής, πανομοιότυπους, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, ότι η απαίτηση της καθής δεν είναι εκκαθαρισμένη διότι προκύπτει από καρτέλες πελατών κατασκευασμένες δόλια από την καθής, ενώ από τη με ημερομηνία 27.7.2005 έκθεση του αρμόδιου δικαστικού πραγματογνώμονα .................. απορρέει πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ της παραγγελιοδόχου εταιρείας ύψους 88.078,76 ευρώ. Οι λόγοι αυτοί των ανακοπών προτείνονται μη νόμιμα, διότι αποτελούν ενστάσεις από την παλαιά ενοχή ενώ η διαταγή πληρωμής βασίστηκε στην από 15.4.2003 σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύθηκε νέα ενοχική σχέση απαλλαγμένη των ελαττωμάτων της παλαιάς. Ετσι, αφού οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν χρέος ύψους 3.551.736,10 ευρώ για ανεξόφλητο υπόλοιπο του οποίου ύψους 978.999,49 ευρώ εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και το οποίο οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται κατά τρόπο ορισμένο, ούτε αποδεικνύουν, ότι είχαν εξοφλήσεί, όταν ζητήθηκε η έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής, συνέτρεχαν οι λόγοι έκδοσής της και οι παραπάνω λόγοι ανακοπής πρέπει να απορριφθούν ως βάσιμοι. Μετά από αυτά αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι ανακοπής για εξέταση, πρέπει οι ανακοπές να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμες και να επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής" Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο αιτιολόγησε ανεπαρκώς ουσιώδες ζήτημα της υποθέσεως. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχεται ότι, το ποσό των 978.999 ευρώ, που υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, αποτελεί "αναξόφλητο υπόλοιπο" του ποσού των 3.551.736 ευρώ της "από 15-4-2003 σύμβασης αναγνώρισης και αναδοχής χρέους", ενώ συγχρόνως αναφέρει, ότι η "λειτουργία" της αρχικής "από 10-2-1999 σύμβασης παραγγελίας συνεχίσθηκε και μετά τη λήξη του ορισμένου χρόνου της και συγκεκριμένα μέχρι το τέλος του έτους 2003", χωρίς να διευκρινίζει οτιδήποτε σχετικό με τις συναλλαγές που ακολούθησαν την (γενομένη εγγράφως) αναγνώριση και αναδοχή του χρέους και, κυρίως, για τις χρεώσεις και πιστώσεις του μεταξύ των συμβληθέντων λογαριασμού (ως προς τις οποίες πάντως, είναι ασαφές σε ποια έγγραφα αμέσου αποδείξεως στηρίχθηκε η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής). Ετσι, καθίσταται αβέβαιο, αν όντως το ποσό της διαταγής πληρωμής αποτελεί μέρος του ποσού που (εγγράφως) αναγνωρίσθηκε οφειλόμενο ή φέρεται ως τελικό υπόλοιπο (και) συναλλαγών που ακολούθησαν την αναγνώριση. Ενόψει τούτων, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός (δεύτερος) αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην απόφαση η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια (του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (αρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Αναιρεί την υπ' αριθ. 5483/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

 

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

 

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2012.

 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2012.

 

 

Ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών

·          

·         ΑΙΤΗΣΗ

(Για την έκδοση Διαταγής προς πληρωμή)

………….. ………….. κατοίκου Αθηνών, οδός ……., αρ. …….

·          

·         ΚΑΤΑ

………….. ………….. κατοίκου Αθηνών, οδός ……., αρ. …….

 

 

     Έχω νόμιμη άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του εκπαιδευτή οδηγών αυτοκινήτων και διατηρώ σχετικό γραφείο επί της οδού ………………… αρ. ……

     Από 1.2.2000 μέχρι 25.4.2000 παρέδωσα στον καθού είκοσι (20) μαθήματα οδηγήσεως για την απόκτηση ερασιτεχνικής άδειας οδηγήσεως. Για τις υπηρεσίες μου αυτές ο καθού μου όφειλε να μου καταβάλει συνολικά διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές, ήτοι δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές ανά μάθημα κατά την μεταξύ μας σχετική συμφωνία.

     Ο καθού μου κατέβαλε προκαταβολικώς το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών και αναγνώρισε ότι μου οφείλει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) δραχμών με την από 25.4.2000 έγγραφη δήλωσή του, που απευθύνεται προς εμένα και αναφέρει ότι μου οφείλει το ποσό αυτό ως υπόλοιπο αμοιβής μου για την παράδοση σε αυτόν μαθημάτων οδηγήσεως και ότι υπόσχεται να το καταβάλει μετά πάροδο μηνός από την ημέρα της υπογραφής της δηλώσεως, ήτοι την 25.5.2000.

     Επειδή, παρά το ότι παρήλθε η προσδιορισθείσα δήλη ημερομηνία προς καταβολή ο καθού δεν πλήρωσε το χρέος του και κατά συνέπεια η αξίωσή μου είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και νομιμοποιούμαι να ζητήσω την καταβολή του χρέους και με διαταγή πληρωμής.

     Επειδή η παραπάνω απαίτησή μου αποδεικνύεται από την προσαγόμενη και νόμιμα χαρτοσημασμένη δήλωση του καθού.

     Επειδή καταβλήθηκε το νόμιμο τέλος του δικαστικού ενσήμου.

     Επειδή η αίτησή μου είναι νόμιμη και βάσιμη.

·          

·         ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΛΟΓΟΥΣ

ΖΗΤΩ

 

     Να γίνει δεκτή η αίτησή μου. Να εκδοθεί σε βάρος του καθού διαταγή πληρωμής.

     Να υποχρεωθεί να καταβάλει σε μένα το ποσό των δραχμών εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας καταβολής (26.5.2000), άλλως από την επίδοση της εκδηθησομένης αποφάσεως.

     Να καταδικασθεί ο καθού στην δικαστική μου δαπάνη.

 

 

                              Αθήνα, …./…../……

                              Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

 

 

 

Στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου

 

ΑΙΤΗΣΗ

(για την έκδοση διαταγής πληρωμής)

 

..... του ....., κατοίκου .....

ΚΑΤΑ

1.  της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ............  με έδρα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται

2.  ..... του ....., κατοίκου .....

 

Στις 15.4.2009 η 1η καθ΄ ης η αίτηση αναγνώρισε οτι οφείλει στον αιτούντα και υποσχέθηκε να του καταβάλει στις 30 Απριλίου 2009 το ποσό των ευρώ δύο εκατομμυρίων (2.000.000), το οποίο του όφειλε ως υπόλοιπο σύμβασης πώλησης εργοστασιακών μηχανημάτων. Η σχετική αναγνώριση και υπόσχεση καταβολής τού χρέους έγινε εγγράφως και μάλιστα υπό μορφή οπισθογραφήσεως της υπ΄αριθ. ..... επιταγής της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..... ΑΕ προς την πληρώτρια ΤΡΑΠΕΖΑ ....., δυνάμει της οποίας η ΤΡΑΠΕΖΑ επιτασσόταν να καταβάλει στην ..... ΑΕ με χρέωση του υπ΄αριθ. ..... λογαριασμού της εκδότριας το ποσό των ευρώ =2.000.000=. Την επιταγή αυτή λοιπόν, που είχε λάβει εξ οπισθογραφήσεως από την .....ΑΕ και κόμιζε νομίμως, στη συνέχεια η 1η καθ΄ ης η αίτηση την οπισθογράφησε προς τον αιτούντα, αναγνωρίζοντας έτσι εγγράφως την προς αυτόν οφειλή τών ευρώ 2.000.000 και υποσχόμενος την απόδοση τού εν λόγω ποσού στις 30.4.2009.

 

΄Ομως λόγω ελλείψεως υπολοίπου στο λογαριασμό της ..... Α.Ε., που είχε εκδώσει την επιταγή, η επιταγή δεν πληρώθηκε. Ανεξαρτήτως αυτού όμως και οι καθ΄ ων η αίτηση, παρά τις έντονες και επανειλημμένες οχλήσεις του αιτούντος, παραλείπουν να εξοφλήσουν την προς τον αιτούντα ανειλημμένη υποχρέωσή τους (η 1η ευθέως από τη σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους και ο 2ος ως ομόρρυθμος εταίρος της 1ης) κι εξακολουθούν να του οφείλουν το ποσό τών ευρώ 2.000.000, που είχε αναγνωρίσει η 1η καθ΄ ης η αίτηση οτι του οφείλει και είχε υποσχεθεί να καταβάλει στις ......

 

Προς απόδειξη των παραπάνω ισχυρισμών προσκομίζονται:

 

το σώμα τής επιταγής, από την οπισθογράφηση της οποίας αποδεικνύεται η έγγραφη αναγνώριση και υπόσχεση χρέους της 1ης καθ΄ ης η αίτηση προς τον αιτούντα,

 

Αντίγραφα των υπ΄ αριθ. ...../ .....1998 και ...../ .....1998 εταιρικών και του υπ΄ αριθ. .................................................. πιστοποιητικού του κ. Γραμματέα Πρωτοδικείου .....  , από τα οποία αποδεικνύεται ότι ο 2ος καθών είναι ομόρρυθμος εταίρος της 1ης καθής Ο.Ε.

 

ΙΙΙ.    Με αυτά τα δεδομένα υποβάλλεται το αίτημα να διαταχθούν οι καθ΄ ων η αίτηση (ο 2ος ως ομόρρυθμος εταίρος τής 1ης) να καταβάλουν στον αιτούντα ο καθένας ολόκληρο το ποσό τών ευρώ δύο εκατομμυρίων (2.000.000), έντοκα από 1-5-2009 , καθώς και τα δικαστικά έξοδα.

....., .....-2009

Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος

 

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΥΡΟΥ

ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

Αριθμός ____/2009

 

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

 

___ δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου Πρωτοδίκης _____________________________ (τ_ν οποί__ όρισε η Πρόεδρος),

        Λαμβάνοντας υπόψη:

1) Την από 24/5/2009 Αίτηση του ##### του #####, συνταξιούχου, κατ. Ερμούπολης (#####),

Κ  α  τ ά

του ##### ##### του ##### και της #####, εμπόρου, κατ.  Πάρου,

που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη-Ιάκωβο Γ. Παραδείση και με την οποία ζητεί την έκδοση διαταγής πληρωμής, σύμφωνα  με τις διατάξεις των  άρθρων  623-634 ΚΠολΔ.

        2) Το από 27-10-2008 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Σύναψης δανείου ευρώ 8.000.000, το οποίο φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του καθού η αίτηση,  και από το οποίο προκύπτει η καταληκτική ημερομηνία εξοφλήσεως του δανείου (27-11-2008), του οποίου εγγράφου ο αιτών είναι νόμιμος κομιστής του.

        Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη και στηρίζεται στα άρθρα 806, 807,808, 341, 345 ΑΚ και 623 – 634 Κ.Πολ.Δικ., και αποδεικνύεται από το προσαγόμενο Ιδιωτικό Συμφωνητικό Σύναψης δανείου που έχει συνταχθεί νόμιμα, και πρέπει να γίνει δεκτή, εφόσον  ο αιτών κατέβαλε τα  νόμιμα τέλη δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ τού Ταμείου Νομικών και τού ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.,  (βλ. υπ' αριθμ. ___________ διπλότυπο είσπραξης ΔΟΥ Σύρου).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ   ΑΥΤΟΥΣ

        Δέχεται την  αίτηση ως νόμιμη και βάσιμη.

        Διατάζει τον καθού η αίτηση να πληρώσει στον αιτούντα ποσόν ευρώ 8.000.000 με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από 28-11-2008 και μέχρι την πλήρη εξόφληση,  καθώς και ποσόν  _________________________  για δικαστικά έξοδα.

        Ο καθού έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της  διαταγής πληρωμής αυτής μέσα σε δέκα πέντε (15) εργάσιμες ημέρες, από τότε που θα του κοινοποιηθεί.

        Δημοσιεύθηκε στην Ερμούπολη Σύρου  στις  _________

       

        ___ ΔΙΚΑΣΤΗΣ                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΠΑΝΤΟΣ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

ΚΑΤΑΣΧΕΤΗΡΙΟ

(Εις χείρας τρίτου)

 

της ###############, κατ. Ερμούπολης

ΚΑΤΑ

του ############### κατ. Ερμούπολης

(οδός ###############), ιδ. υπαλλήλου,

ΑΦΜ: ###############, ΑΔΤ: Σ0000000

 

Εις χείρας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «############### ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και από το Υποκατάστημά της στην Ερμούπολη - Σύρου Κυκλάδων

 

 

        Δυνάμει της με αριθμό 77777ΑΜ/2005 απόφασης περί λήψης Ασφαλιστικών Μέτρων του Πρωτοδικείου Σύρου, ακριβές αντίγραφο της οποίας κοινοποιήθηκε προς τον καθού ###############, με την με αριθμό 9598/9-12-2005 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σύρου και κατοίκου Ερμούπολης κ. ###############, επιτάχθηκε αυτός να μου καταβάλλει το ποσό των 6.393,26€ όπως αναλυτικά φαίνεται στην επιταγή που του κοινοποιήθηκε με την παραπάνω έκθεση επίδοσης, το περιεχόμενο της οποίας (επιταγής) έχει ακριβώς έτσι:

Αρμόδιος Δικαστικός Επιμελητής ας επιδώσει νόμιμα το παρόν επικυρωμένο αντίγραφο της με αρ. 777777ΑΜ/2005 απόφασης περί λήψης Ασφαλιστικών Μέτρων του Πρωτοδικείου Σύρου προς τον καθού ############### επιτασσόμενο να μου πληρώσει νομίμως και προσηκόντως ως προσωρινή διατροφή μου:

(Ι) ΓΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ:

Για διατροφή Μαΐου 2005 ποσόν 630€ , συν ποσόν 550€ , μείον ποσόν 398,50€ που κατέβαλλε τον ίδιο μήνα, δηλαδή σύνολο 781,50€ (εφόσον 630€+550€-398,50€=781,50€).

Για διατροφή Ιουνίου 2005 ποσόν 630€ , συν ποσόν 550€ , μείον ποσόν 398,50€ που κατέβαλλε τον ίδιο μήνα, δηλαδή σύνολο 781,50€ (εφόσον 630€+550€-398,50€=781,50€).

Για διατροφή Ιουλίου 2005 ποσόν 450€ , συν ποσόν 550€ , μείον ποσόν 398,50€ που κατέβαλλε τον ίδιο μήνα, δηλαδή σύνολο 601,50€ (εφόσον 450€+550€-398,50€=601,50€).

Για διατροφή Αυγούστου 2005 ποσόν 450€ , συν ποσόν 550€ , μείον ποσόν 400€ που κατέβαλλε τον ίδιο μήνα, δηλαδή σύνολο 600€ (εφόσον 450€+550€-400€=600€).

Για διατροφή Σεπτεμβρίου 2005 ποσόν 450€ , συν ποσόν 550€ , μείον ποσόν 400€ που κατέβαλλε τον ίδιο μήνα, δηλαδή σύνολο 600€ (εφόσον 450€+550€-400€=600€).

Για διατροφή Οκτωβρίου 2005 ποσόν 450€ , συν ποσόν 550€ , μείον ποσόν 400€ που κατέβαλλε τον ίδιο μήνα, δηλαδή σύνολο 600€ (εφόσον 450€+550€-400€=600€).

Για διατροφή Νοεμβρίου 2005 ποσόν 450€ , συν ποσόν 550€ , δηλαδή σύνολο 1.000€ (εφόσον 450€+550€=1.000€).

Για διατροφή Δεκεμβρίου 2005 ποσόν 450€ , συν ποσόν 550€ , δηλαδή σύνολο 1.000€ (εφόσον 450€+550€=1.000€).

ΔΗΛΑΔΗ σύνολο κεφαλαίου υπό στοιχ. 1 έως και 8 ποσόν:     5.964,50€

(ΙΙ) ΓΙΑ ΝΟΜΙΜΟΥΣ ΤΟΚΟΥΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ:

        Α) Για νόμιμους τόκους επί κεφαλαίου 781,50€ από 7/05/2005 έως και 9/12/05 ποσόν 46,25€.

        Β) Για νόμιμους τόκους επί κεφαλαίου 781,50€ από 6/06/2005 έως και 9/12/05 ποσόν 39,82€.

        Γ) Για νόμιμους τόκους επί κεφαλαίου 601,50€ από 6/07/2005 έως και 9/12/05 ποσόν 25,71€.

        Δ) Για νόμιμους τόκους επί κεφαλαίου 600€ από 6/8/2005 έως και 9/12/05 ποσόν 20,55€.

        Ε) Για νόμιμους τόκους επί κεφαλαίου 600€ από 6/9/2005 έως και 9/12/05 ποσόν 15,45€.

ΣΤ) Για νόμιμους τόκους επί κεφαλαίου 600€ από 6/10/2005 έως και 9/12/05 ποσόν 10,52€.

Ζ) Για νόμιμους τόκους επί κεφαλαίου 1.000€ από 6/11/2005 έως και 9/12/05 ποσόν 9,04€.

Η) Για νόμιμους τόκους επί κεφαλαίου 1.000€ από 6/12/2005 έως και 9/12/05 ποσόν 0,82€.

        Δηλαδή σύνολο για νόμιμους τόκους υπό στοιχ. Α έως Η συνολικό ποσόν 168,16€

(ΙΙΙ) ΓΙΑ ΕΠΙΔΙΚΑΣΘΕΝΤΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΞΟΔΑ

Για επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα με βάση την παραπάνω απόφαση, ποσόν 150€.

V) ΓΙΑ ΕΞΟΔΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ:

        Για έξοδα έκδοσης αντιγράφου αποφάσεως 1,40€, έξοδα επιδόσεως 19,20€, αμοιβή σύνταξης παρούσας επιταγής 90€, δηλαδή συνολικό ποσόν εκατόν δέκα ευρώ και εξήντα λεπτών (110,60€).

ΔΗΛΑΔΗ σύνολο κεφαλαίου, τόκων και εξόδων υπό στοιχ. Ι έως και ΙV 6.393,26€ (εφόσον 5.964,50€  +  168,16€ + 150€ + 110,60€ = 6.393,26€). ΚΑΙ ΔΗΛΑΔΗ ΕΠΙΤΑΣΣΟΜΕΝΟ ΝΑ ΜΟΥ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΝΟΜΙΜΑ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ ΕΞΙ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΤΡΙΑΚΟΣΙΩΝ ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΤΡΙΩΝ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΙΚΟΣΙ ΕΞΙ ΛΕΠΤΩΝ (6.393,26€) και όλο το ποσόν αυτό νομιμότοκα από επιδόσεως της παρούσας μέχρι εξοφλήσεως, πλην του κονδυλίου των τόκων, άλλως θα εξαναγκαστεί η πληρωμή του και θα ακολουθήσει αναγκαστική εκτέλεση.

Σε περίπτωση δε εκτελέσεως της παρούσας και ευρώ 30€ για την προς εκτέλεση εντολή.

Αντίκλητο και δεκτικό καταβολής μου διορίζω στη Σύρο τον πληρεξούσιο μου δικηγόρο Ιωάννη-Ιάκωβο Παραδείση (οδός Μήλου 6 – Ερμούπολη, τηλ: 2281088055 - 6938615069), και επίσης τον πληρεξούσιό μου δικηγόρο Γεώργιο Παραδείση (οδός Μήλου 6 – Ερμούπολη, τηλ: 2281088055 - 6972325534)                   [Επικολλήθηκε Ένσημο Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Σύρου 1€ ]

Σύρος, 9 Δεκεμβρίου 2005

Ο της επιτασσούσης πληρεξούσιος Δικηγόρος

Για το παραπάνω από τον καθού οφειλόμενο ποσό συνολικού ύψους 6.393,26€ είναι νόμιμο να επιβληθεί κατάσχεση επί των πάσης φύσεως χρηματικών ποσών σε οποιοδήποτε νόμισμα από κάθε είδους λογαριασμό του (καταθέσεων, όψεως, ταμιευτηρίου, τρεχούμενου ή οποιουδήποτε άλλου) που ενδέχεται να διατηρεί στην Τράπεζά σας, από οποιονδήποτε λόγο ή κάθε ποσού που δικαιούται να εισπράξει από την Τράπεζά σας και για οποιονδήποτε λόγο, περιλαμβανομένων τόσο των τυχόν υφισταμένων ποσών όσο και των μελλοντικών, καθώς και οποιουδήποτε άλλου ποσού από οποιαδήποτε άλλη αιτία.

Επιτάσσεται δε η παραπάνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «############### ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και από το Υποκατάστημά της στην Ερμούπολη - Σύρου Κυκλάδων, ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ στον παραπάνω καθού οποιοδήποτε ποσό μέχρι το ποσό για το οποίο γίνεται η κατάσχεση {δηλαδή ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ ΕΞΙ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΤΡΙΑΚΟΣΙΩΝ ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΤΡΙΩΝ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΙΚΟΣΙ ΕΞΙ ΛΕΠΤΩΝ (6.393,26€)και όλο το ποσόν αυτό νομιμότοκα} και στα όρια του νομίμου και κατασχετού των απαιτήσεων κατά του καθού η εκτέλεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., αλλά να το κρατήσει και να μου το αποδώσει νόμιμα. Αντίκλητους και δεκτικούς καταβολής μου διορίζω εκτός από εμέ την ίδια, τον πληρεξούσιο μου δικηγόρο Ιωάννη-Ιάκωβο Παραδείση (οδός Μήλου 6 – Ερμούπολη, τηλ: 2281088055 - 6938615069), και επίσης τον πληρεξούσιό μου δικηγόρο Γεώργιο Παραδείση (οδός Μήλου 6 – Ερμούπολη, τηλ: 2281088055 – 6972325534).

Αρμόδιος Δικαστικός Επιμελητής να επιδώσει νόμιμα το παρόν προς: 1. Τον διευθυντή του υποκαταστήματος Ερμούπολης-Σύρου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «############### ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Ερμούπολη-Σύρου, 2. Τον καθού ###############, για να λάβουν γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες, αντιγράφοντας ολόκληρο το περιεχόμενό του στην έκθεσή του επίδοσης.

Σύρος 15 Δεκεμβρίου 2005

Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος

 

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΝΥΑΔΕΛΦΟ ΠΑΡΑΔΙΕΣΗ ΣΤΗΝ ΣΥΡΟ...

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: