Παρασκευή 14 Αυγούστου 2020

ΑΠ 1514/2019 [Ανθρωποκτονία από αμέλεια διά παραλείψεως - Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση - Νόμος επιεικέστερος - Έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης] Απόφαση 1514 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

 

 ΑΠ 1514/2019 [Ανθρωποκτονία από αμέλεια διά παραλείψεως - Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση - Νόμος επιεικέστερος - Έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης]
Απόφαση 1514 / 2019    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)...



Αριθμός 1514/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωροκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 10 Απριλίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο ......., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 470/2018 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ι. Ν. του Π., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Το Α' Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2019 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18 Φεβρουαρίου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 2198/18.02.2019, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 410/2019.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετo κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι, οι οποίοι αποβλέπουν στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Ποινικού Κώδικα, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου τέλεσης της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, αφού και με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 302 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) για την ίδια πράξη προβλέπεται η ίδια ποινή, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφετέρου δε, ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ενέργεια ή την παράλειψή του. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (ΟλΑΠ 4/2010). Στην περίπτωση αυτή πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή της υποχρέωσης αυτής, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, αν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, η επικινδυνότητα του επαγγέλματος ή της εργασίας του οποίου επιβάλλει, ως εκ της φύσεώς της, τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του αξιόποινου αποτελέσματος, δεν είναι αναγκαία η αναφορά επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο να πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του αποτελέσματος αυτού. Περαιτέρω, η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν για την πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (λ.χ. αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Τούτο δε, γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, που, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, τότε με μεγάλη πιθανότητα (η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόσθηκαν. Ακόμη, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη την οποία εφάρμοσε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του 470/2018, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "....ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατοικεί στην ... ήταν ιδιοκτήτης ενός αεροσυμπιεστή με αεροφυλάκιο, χωρητικότητας 500 λίτρων. Ο πιεσοστάτης (ηλεκτρικός διακόπτης της συσκευής που ανιχνεύει την πίεση στο αεροφυλάκιο και ρυθμίζει ανάλογα την εκκίνηση ή παύση του κινητήρα) παρουσίαζε διαρροή και για τα λόγο αυτό έπρεπε να αλλαχθεί με καινούριο και στη συνέχεια να γίνει δοκιμή του μηχανήματος. Ο τύπος αυτός του αεροφυλακίου σε καινουργή κατάσταση, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του, άντεχε πίεση έως 12 bar (βλ. κατάθεση μάρτυρος Κ. Π. και απολογία κατηγορουμένου). Ο κατηγορούμενος την 2-4-2012 ζήτησε για την επιδιόρθωση του μηχανήματος τη βοήθεια του φίλου του Γ. Τ., ο οποίος ήταν στρατιωτικός ΕΠΟΠ με την ειδικότητα του τεχνίτη τροχοφόρων μηχανημάτων και όταν ήταν εκτός υπηρεσίας προέβαινε και στην επιδιόρθωση οχημάτων ώστε να συμπληρώσει το εισόδημά του για να συντηρήσει την εξαμελή οικογένειά του. Ο τελευταίος, λόγω της στενής φιλικής σχέσης του με τον κατηγορούμενο, χρησιμοποιούσε τον ανωτέρω αεροσυμπιεστή όταν χρειαζόταν να εκτελέσει κάποιες εργασίες αναφορικά με την ανωτέρω δραστηριότητα του και για το λόγο αυτό δέχθηκε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο στην επιδιόρθωση του μηχανήματος. Ο κατηγορούμενος από κοινού με τον Γ. Τ. έθεσαν σε λειτουργία τον αεροσυμπιεστή. 'Όταν η ένδειξη της πίεσης ανήλθε στα 12 bar το ιεροφυλάκιο διερράγη, και προκλήθηκε ισχυρή έκρηξη, με αποτέλεσμα ο Γ. Τ. να υποστεί βαριά κοιλιακή κάκωση δεξιά, βαριά οπισθοπεριτοναϊκή κάκωση δεξιά, με βαριές συνθλιπτικές ρηκτικές ιστικές κακώσεις και κακώσεις ενδοκοιλιακών σπλάγχνων, ρήξεις ύπατος, εντερικών ελίκων, δεξιού νεφρού, δεξιού επινεφρίδιου, κατάγματα του δεξιού πλευρικού τόξου και του δεξιού λαγονίου οστού και που ως μόνη ενεργός αιτία επέφεραν το θάνατο αυτού την 2-4-2012. Αυτό σημαίνει ότι η αντοχή του αεροφυλακίου ήταν μικρότερη της αναμενόμενης.
Συνεπώς η ανωτέρω έκρηξη που επέφερε τον θανάσιμο τραυματισμό του Γ. Τ. οφείλεται στην κακή κατάσταση του αεροσυμπιεστή. Ειδικότερα το ανωτέρω μηχάνημα ήταν σε χρήση τουλάχιστον επί δέκα έτη, χωρίς όμως να γίνεται η σωστή συντήρηση αυτού. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο χρήσης (σελ 3) θα έπρεπε κάθε εβδομάδα να ανοίγεται η βαλβίδα στραγγισμού στη βάση του αεροσυμπιεστή ώστε να αποστραγγίζεται το αεροφυλάκιο από τα συσσωρευμένα εντός αυτού ύδατα, τα οποία παράγοντα) κατά την χρήση του μηχανήματος, καθώς η υγρασία του ατμοσφαιρικού αέρα κατά την ψύξη αυτού εντός του αεροφυλακίου συμπυκνώνεται σε νερό, το οποίο μπορεί να προκαλέσει οξείδωση και διάβρωση του μετάλλου του δοχείου. Το συγκεκριμένο μηχάνημα έφερε έντονη οξείδωση και διάβρωση ακόμη και στην εξωτερική επιφάνεια αυτού, ενώ εσωτερικά υπήρχε διάβρωση σε ζώνες πλάτους 120 και 150 χιλιοστών κατά μήκος εκατέρωθεν του σημείου συρραφής του κυλίνδρου του αεροφυλακίου, οφειλόμενη στο συγκεντρωμένο νερό στον πυθμένα του αεροφυλακίου, όπως χαρακτηριστικά παρατηρείται στις συνημμένες φωτογραφίες στην πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε στα πλαίσια της προανάκρισης ο μηχανολόγος μηχανικός Ν. Μ.. Η διάβρωση του μετάλλου στα σημεία συγκόλλησης μείωσε την αντοχή των ραφών με αποτέλεσμα υπό συνθήκες πίεσης 12 bar να δημιουργηθεί ρωγμή σε κάποιο σημείο, η οποία ταχύτατα επεκτάθηκε κατά μήκος των ραφών συγκόλλησης του αεροφυλακίου, στη συνέχεια 6ε προκλήθηκε η θραύση τους με επακόλουθο την έκρηξη και τον θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ουδέποτε είχε πραγματοποιηθεί ενδελεχής συντήρηση του μηχανήματος από ειδικευμένο τεχνίτη, παρότι επρόκειτο για παλαιό μηχάνημα με συχνή επαγγελματική χρήση. Την υποχρέωση συντήρησης του μηχανήματος είχε ο ιδιοκτήτης αυτού κατηγορούμενος, ο οποίος με την ανωτέρω συμπεριφορά του, δηλαδή την κακή συντήρηση του μηχανήματος δημιούργησε τις πρόσφορες συνθήκες για την επέλευση του ανωτέρω βλαπτικού αποτελέσματος. Με τις πράξεις του δε αυτές ανέλαβε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την ασφάλεια του οποιουδήποτε χρήστη του μηχανήματος, και, ειδικότερα, την υποχρέωση να τον ενημερώσει επισταμένως για την παλαιότητα του μηχανήματος, για την ύπαρξη τεχνικών ελαττωμάτων ή διαβρώσεων του και για την αντοχή του και μάλιστα κατά την αλλαγή πιεσοστάτη, αφού η επέμβαση στη ρύθμιση του πιεσοστάτη πρέπει να εκτελείται μόνο από ειδικευμένο τεχνικό (βλ. γενικές πληροφορίες για τη λειτουργία μηχανήματος). Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο θάνατος του Γ. Τ., γεννηθέντος το έτος 1975 προκλήθηκε από αμέλεια του κατηγορουμένου, ήτοι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει επειδή δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του. Η αμέλειά του αυτή όπως προεκτέθηκε, συνιστά ένα σύνολο συμπεριφοράς, η οποία επέφερε το αξιόποινο αποτέλεσμα δια παραλείψεως η μη αποτροπή δε τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αφού ο κατηγορούμενος είχε, ως ιδιοκτήτης του μηχανήματος την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να εμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση ότι έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια, για την οποία (πράξη) του επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στη ..., στις 2-4-2012, από αμέλεια του, δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και επέφερε το θάνατο άλλου, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ήταν ιδιοκτήτης ενός αεροσυμπιεστή με αεροφυλάκιο, χωρητικότητας 500 λίτρων, ο πιεζοστάτης του οποίου παρουσίαζε διαρροή και, για το λόγο αυτό, κάλεσε τον Γ. Τ., στρατιωτικό, με την ειδικότητα του τεχνίτη τροχοφόρων μηχανημάτων, για να αποκαταστήσει τη βλάβη στο ανωτέρω μηχάνημα. Ανέλαβε, συνεπώς, με την πράξη του αυτή, την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την ασφάλεια του Γ. Τ., και, ειδικότερα, να τον ενημερώσει επισταμένως για την παλαιότητα του μηχανήματος, για την ύπαρξη τεχνικών ελαττωμάτων ή διαβρώσεων του και για την αντοχή του, με δεδομένο ότι το μηχάνημα έφερε αεροφυλάκιο που περιείχε πεπιεσμένο αέρα, ωστόσο, ο κατηγορούμενος, αν και γνώριζε ότι ο αεροσυμπιεστής ήταν παλαιός και είχε τεχνικά ελαττώματα, με αποτέλεσμα να είχε μειωθεί η αντοχή των συγκολλήσεων των μερών του λόγω διάβρωσης και ότι, συνεπώς, δεν θα ήταν ανθεκτικός σε αυξημένη πίεση αέρα, δεν φρόνησε να ενημερώσει τον Γ. Τ., αλλά αντίθετα, τον κάλεσε και του ανέθεσε να επισκευάσει τον αεροσυμπιεστή, με αποτέλεσμα αυτής της παραλείψεως του, ο Γ. Τ., αφού αντικατέστησε, τον πιεζοστάτη που παρουσίαζε τη διαρροή, επανεκκίνησε την αντλία, προκειμένου να ξαναγεμίσει το αεροφυλάκιο με πεπιεσμένο αέρα και αναμένοντας να φτάσει η πίεση στην επιθυμητή τιμή για να ρυθμίσει τον πιεζοστάτη που διακόπτει τη λειτουργία της αντλίας, το αεροφυλάκιο, εξαιτίας της πίεσης που είχε φτάσει στα 12 bar, διερράγη, υπό μορφή ισχυρής έκρηξης, με αποτέλεσμα ο Γ. Τ. να υποστεί βαριά κοιλιακή κάκωση δεξιά, βαριά οπισθοπεριτοναΐκη κάκωση δεξιά, με βαριές συνθλιπτικές ρηκτικές ιστικές κακώσεις και κακώσεις ενδοκοιλιακών σπλάγχνων, ρήξεις ύπατος, εντερικών ελίκων, δεξιού νεφρού, δεξιού επινεφριδίου, κατάγματα του δεξιού πλευρικού τόξου και του δεξιού λαγονίου οστού και που ως μόνη ενεργός αιτία επέφεραν το θάνατο αυτού την 2-4-2012". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα οποία, ως ενιαίο σύνολο, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δεν διέλαβε σ' αυτή την απαιτούμενη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του επίδικου εγκλήματος, καθόσον στο αιτιολογικό της υπάρχει αντίφαση ως προς τη συνδρομή της αιτιώδους συμβολής του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος στην επέλευση του ως άνω εγκληματικού αποτελέσματος, δηλαδή του θανάτου του Γ. Τ., ως στοιχείου της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Συγκεκριμένα, ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται δεκτό ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι ο τελευταίος, ο οποίος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ανέθεσε στο Γ. Τ., την επισκευή ενός μηχανήματος (αεροσυμπιεστή με αεροφυλάκιο), παρέλειψε να ενημερώσει αυτόν για την παλαιότητα του μηχανήματος και για την ύπαρξη σ' αυτό τεχνικών ελαττωμάτων, καθώς και διαβρώσεων, που είχαν μειώσει την αντοχή των συγκολλήσεων, γίνεται δεκτό παράλληλα, ότι λόγω της στενής φιλικής σχέσης που τους συνέδεε, ο Γ. Τ., που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήταν στρατιωτικός ΕΠΟΠ με την ειδικότητα του τεχνίτη τροχοφόρων μηχανημάτων και προέβαινε, όταν ήταν εκτός υπηρεσίας, στην επιδιόρθωση μηχανημάτων για τη συμπλήρωση του εισοδήματός του, χρησιμοποιούσε το εν λόγω μηχάνημα για να εκτελεί κάποιες από τις επί πλέον αυτές εργασίες, τις οποίες εκτελούσε όταν ήταν εκτός υπηρεσίας, από τη συλλογιστική δε του σκεπτικού, το οποίο μαζί με το διατακτικό συνθέτουν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αναμφίβολα προκύπτει ότι γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση των τεχνικών αυτών ελαττωμάτων και της γενικότερης κατάστασης του μηχανήματος. Τη γνώση, άλλωστε, αυτή συνεπάγεται και η ίδια η επισημαινόμενη στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης χρήση του εν λόγω μηχανήματος από το Γ. Τ. για την εκτέλεση των προαναφερόμενων εργασιών. Επομένως, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αντιφατική, ως προς το προαναφερόμενο στοιχείο της επίδικης αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον, εξαιτίας της ως άνω αντίφασης στην αιτιολογία της, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής, επί του προκειμένου, της προπαρατεθείσας ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 302 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Ποινικού Κώδικα, η οποία έτσι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου. Επομένως, είναι βάσιμος ο λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αυτές. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών αιτιάσεων που περιέχονται στο αναιρετήριο, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση, με αριθμό 470/2018, του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: