Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Α.Π. 494/2017 - Δικαστική απόφαση για να δοθεί όνομα στο τέκνο λόγω διαφωνίας των γονέων του - Περιεχόμενο της γονικής μέριμνας και όχι της επιμέλειας αποτελεί η ονοματοδοσία του ανηλίκου, περί της οποίας οι γονείς αποφασίζουν από κοινού, σε περίπτωση, δε που αυτοί διαφωνούν και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Δικαστική απόφαση για να δοθεί όνομα στο τέκνο λόγω διαφωνίας των γονέων του
ΑΠ
Έτος: 2017
Νούμερο: 494
Περιεχόμενο της γονικής μέριμνας και όχι της επιμέλειας αποτελεί η ονοματοδοσία του ανηλίκου, περί της οποίας οι γονείς αποφασίζουν από κοινού, σε περίπτωση, δε που αυτοί διαφωνούν και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο.....
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κουτσουλέλου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Θ., ατομικά και ως ασκούσας προσωρινά την επιμέλεια του ανηλίκου και αβάπτιστου άρρενος τέκνου της, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ελένης Γκλεγκλέ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 11/2/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1223/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6875/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/2/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 23/10/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3/2/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6875/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 6875/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Β ΚΠολΔ. Το δικαστήριο αυτό, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 21-1-2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 1223/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε συνεκδικάσει την από 14-12-2011 αγωγή αυτού και την από 11-2-2012 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με τις οποίες ζητούσαν αντιστοίχως να δοθεί, λόγω διαφωνίας τους, στο ανήλικο τέκνο τους ο μεν πρώτος το όνομα του πατέρα του, Β., η δε δεύτερη το όνομα του πατέρα της, Θ. και είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος, ενώ είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ‘ του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Η γενική βεβαίωση της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας ότι έχουν ληφθεί υπόψη, εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί, χωρίς να υπάρχει ανάγκη διάκρισης αν πρόκειται περί δημοσίων ή ιδιωτικών, ειδικής μνείας και αξιολόγησης καθενός καθώς και αναφοράς από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, ούτε ποιά η αποδεικτική βαρύτητα του κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ1413/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις προσκομισθείσες με επίκληση υπ’ αυτού υπ’ αριθ. 3169/2012 και 3605/2013 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, που έχουν εκδοθεί μεταξύ των διαδίκων για επιδίκαση διατροφής και επικοινωνίας αυτού με το ανήλικο τέκνο του, την από 2-10-2012 εξώδικη δήλωση του προς την αναιρεσίβλητη, το από 20-7-2012 e-mail του προς τη δικηγόρο της αναιρεσίβλητης για συναινετική επίλυση των διαφορών τους, την από 21-2-2013 βεβαίωση της ψυχολόγου-παιδοψυχολόγου Μ. Τ., σχεδίασμα φωτογραφιών του με το ανήλικο τέκνο του, κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας τους, μηνύματα κινητού τηλεφώνου απευθυνόμενα προς την αναιρεσίβλητη και αποδείξεις για αγορά διαφόρων αγαθών για το ανήλικο τέκνο του, από τα οποία προκύπτει ότι το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου του επιβάλλει να δοθεί σ’ αυτό το όνομα του πατέρα του Β.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων... τις .../2012 και .../2012 ένορκες βεβαιώσεις...καθώς επίσης και όλα τα νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία συνεκτιμώνται και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό, ως υπαγόμενο στα έγγραφα για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση για το καθένα, καθώς και αναφορά για την αποδεικτική βαρύτητα αυτών.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 περ. α’ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Ο λόγος αυτός δημιουργείται και όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός, που συνιστά κατά τη διάταξη αυτή "πράγμα" και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, δεν είχε επαναφερθεί κατά τρόπο παραδεκτό σε αυτό. Για τη νόμιμη επαναφορά του αρκεί, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, η επανυποβολή του με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τον περιέχουν, καθώς και η προσκόμιση επικυρωμένου αντιγράφου των προτάσεων αυτών, δεν θεωρείται όμως νόμιμη επαναφορά του η ενσωμάτωση στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, με τις οποίες είχε προβληθεί ο ισχυρισμός πρωτοδίκως και η γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις με παραπομπή στους ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί με αυτές. Για το ορισμένο όμως του άνω λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτόν τα "πράγματα", δηλαδή οι ισχυρισμοί τους οποίους το Εφετείο έλαβε υπόψη παρά το ότι δεν είχαν επαναφερθεί ενώπιον του κατά παραδεκτό τρόπο, καθώς και ποια επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 253/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Για να είναι, επομένως, νόμιμη στην κατ’ έφεση δίκη η επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, δεν αρκεί γενική μόνο αναφορά στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, αλλά πρέπει στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου να γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης (Ολ ΑΠ 23/2008, 14/2005, 9/2000). Για το ορισμένο όμως του άνω λόγου αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προσκομισθούν με επίκληση, καθώς και ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 811/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας έφεση του κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή του και είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της τελευταίας καθώς και τα έγγραφα που προσκόμισε, παρόλον ότι με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου δεν επανέφερε τους ισχυρισμούς της και δεν επικαλέστηκε τα έγγραφά της παραδεκτώς ενώπιον του, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων της, αλλά απλώς επικαλέστηκε και προσκόμισε κεκυρωμένο αντίγραφο τους και ανέφερε ότι "...κατά τα λοιπά αναφέρομαι...στις πρωτόδικες προτάσεις μου...", Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι από τον αριθ. 8 περ.α και 11 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης αφενός οι αποτελούντες "πράγματα" υπό την άνω έννοια ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, που παρά το νόμο έλαβε υπόψη το Εφετείο, καθώς και ποια επίδραση είχαν στην έκβαση της δίκης και αφετέρου ποια έγγραφα λήφθηκαν υπόψη χωρίς να γίνει νόμιμη επίκλησή τους για την απόδειξη των ισχυρισμών της.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ ιδρύονται λόγοι αναίρεσης, αντιστοίχως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δε έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1510-1512 ΑΚ σαφώς προκύπτει: α) ότι η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο (γονική μέριμνα) αποτελεί καθήκον και δικαίωμα των γονέων του και ότι κάθε απόφαση αυτών σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου και β) ότι περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αποτελεί και η ονοματοδοσία του ανηλίκου, περί της οποίας οι γονείς αποφασίζουν από κοινού, σε περίπτωση, δε που αυτοί διαφωνούν και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο. (ΑΠ 945/2009). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι συνήψαν στις 31-7-2010 νόμιμο γάμο στην πόλη των Αθηνών. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν υπήρξε αρμονική και διεσπάσθη οριστικώς στις 25-5-2011, ότε η εφεσίβλητη απεχώρησε από τη συζυγική οικία και εγκατεστάθη στην οικία των γονέων της. Από το γάμο τους, οι διάδικοι απέκτησαν στις 21-12-2010 ένα άρρεν τέκνο περί του μικρού ονόματος του οποίου διαφωνούν. Συγκεκριμένως, εκ των διαδίκων ο εκκαλών επιθυμών να τιμήσει τον πατέρα του και πάππο του τέκνου προκρίνει το μικρό όνομα " Β.", όπερ όμως ουδόλως στέργει η εκκαλούσα, η οποία ασκεί την επί του τέκνου επιμέλεια δυνάμει της 3169/2012 αποφάσεως (ασφαλιστικών μέτρων) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ετέρωθεν, το τέκνο των διαδίκων από της διακοπής της εγγάμου συμβιώσεώς τους ότε ήτο ηλικίας 5 μηνών, διαμένει μετά της εφεσιβλήτου και πράγματι προσφωνείται δια του μικρού ονόματος "Θ." στο περιβάλλον όπου διαβιώνει μέχρι σήμερον και αναπτύσσεται η προσωπικότητά του. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο τούτο άγεται στην κρίση ότι το αληθές συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να φέρει το μικρό όνομα "Θ.", καθόσον η χρήση οποιουδήποτε άλλου ονόματος θα αποβεί σε βάρος της ψυχικής υγείας του και θα επιδράσει αρνητικώς στην ανέλιξη της προσωπικότητας αυτού". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντα, με την οποία ζητούσε να δοθεί στο ανήλικο τέκνο του το όνομα Β.. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511 και 1512 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, σχετικώς με την λύση που προέκρινε ως την πλέον συμφέρουσα στο ζήτημα της ονοματοδοσίας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, στο οποίο αυτοί δεν συμφωνούσαν, δεχόμενο ότι το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να δοθεί σ’ αυτό το όνομα "Θ.", διότι η χρήση οποιουδήποτε άλλου ονόματος θα αποβεί σε βάρος της ψυχικής υγείας και θα επιδράσει αρνητικώς στην ανέλιξη της προσωπικότητας του, δεδομένου ότι από την ηλικία των πέντε μηνών, οπότε επήλθε η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των γονέων του, διαμένει με τη μητέρα του και στο περιβάλλον του προσφωνείται με το άνω όνομα. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ. τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1662/2010). Με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 εδ. β’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι έπρεπε, σύμφωνα με το συμφέρον του ανηλίκου, να δοθεί σ’ αυτό το όνομα Θ., όπως ζητούσε η αναιρεσίβλητη και όχι το όνομα του πατέρα του Β., όπως ζητούσε εκείνος με την αγωγή του, παραβιάζοντας έτσι τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, διότι: α) η δόση στο μοναδικό υπάρχον τέκνο ονόματος ανήκοντος στον πρόγονό του από την πατρική ή μητρική γραμμή θεμελιώνει ένα ισχυρό συναισθηματικό δεσμό μεταξύ του τέκνου και της αντίστοιχης πατρικής ή μητρικής οικογένειας, β) για κάθε ανήλικο τέκνο το οποίο μεγαλώνει και αναπτύσσει την προσωπικότητά του στο πλαίσιο μιας μητριαρχικής μονογονεϊκής οικογένειας ελλοχεύει ο κίνδυνος της πλήρους συναισθηματικής και ψυχικής απομάκρυνσής του από τον πατέρα και την πατρική οικογένεια, γ) η δόση σε ένα ανήλικο τέκνο, το οποίο μεγαλώνει στο μητρικό περιβάλλον, κύριου ονόματος προερχομένου από την πατρική οικογένεια αποτελεί ισχυρό συνεκτικό στοιχείο μεταξύ του τέκνου και της πατρικής πλευράς, λειτουργώντας εξισορροπητικά στην ψυχοσύνθεση και την ομαλή πνευματική και ψυχική του ανάπτυξη, δ) σε κάθε περίπτωση, η δόση διπλού ονόματος στο μοναδικό τέκνο μεταξύ των εν διαστάσει συζύγων εξασφαλίζει στο τέκνο την εύνοια και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο της πατρικής όσο και της μητρικής οικογένειας και ε) η διπλή ονομασία του τέκνου αποτελεί συνήθη πρακτική στη σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα, καθώς έτσι τιμώνται οι πρόγονοι του τέκνου από αμφότερες τις γραμμές καταγωγής του, χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων ως προς την επιλογή του ονόματος του ανηλίκου, ενόψει της διαφωνίας των διαδίκων και όχι στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφάρμοσε ή την υπαγωγή σ’ αυτούς πραγματικών γεγονότων. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-2-2015 αίτηση του Α. Β. Α. για την αναίρεση της υπ’ αριθ. 6875/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 494/2017

Δεν υπάρχουν σχόλια: