
Υπολογισμός προθεσμίας άσκησης προσθέτων λόγων αίτησης αναίρεσης - Έκδοση προσωρινής διαταγής
ΑΠ
Έτος: 2017
Νούμερο: 292
Άκυρη η μεταβίβαση ακινήτων μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής - Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση....
Νούμερο: 292
Άκυρη η μεταβίβαση ακινήτων μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής - Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση....
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Β. Ε. Χ., κατοίκου ... (...), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ...
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ι. Χ., κατοίκου ... (...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του .......
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 284/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-12-2014 αίτησή τους και τους από 10-9-2016 προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 21-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η από 22-12- 2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 284/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και οι από 10-9-2016, με αυτοτελές δικόγραφο ασκηθέντες, πρόσθετοι λόγοι αυτής, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας(αρθρ.246ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569παρ.2ΚΠολΔ,οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, αντίγραφο δε του δικογράφου αυτού επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων προ της άνω προθεσμίας ή στην περίπτωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης η παράλειψη της επίδοσης του δικογράφου αυτών προ της αυτής προθεσμίας ,επάγεται το απαράδεκτο αυτών για έλλειψη προδικασίας και εντεύθεν την απόρριψή τους και αυτεπαγγέλτως κατ’ άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1984). Εξάλλου με το άρθρο 1 παρ. 1 της από 29-12- 1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με τον Ν. 1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της που λήγει τη 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας. Όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, πράγμα το οποίο ισχύει και επί της 30ήμερης προθεσμίας που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ (ΟλομΑΠ 33/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας η Πρόεδρος του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου όρισε αρχική δικάσιμο για τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στις 31-10-2016. Οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν στην γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 10-9-2016 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης στις 28-9-2016,όπως προκύπτει τούτο από την 84/2016 πράξη κατάθεσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου και το επέδωσαν στον αναιρεσίβλητο στις 29-9-2016, όπως προκύπτει από την ...29-9-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, Κ. Δ..
Συνεπώς η προθεσμία του άρθρου 569 παρ.2 εδ.α Κ.Πολ.Δ, η οποία άρχισε να τρέχει την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ήτοι στις 30-9-2016, συμπληρώθηκε στις 29-10-2016 (ημέρα Σάββατο), παρατάθηκε δε αντιστοίχως και έληξε την 7η μ.μ. ώρα της επομένης εργασίμου ημέρας (31- 10-2016), δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η οποία είχε ορισθεί για την 9.30 π.μ. ώρα της ημέρας αυτής κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ. για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ104/2014). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης στην προκειμένη περίπτωση, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.10ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι, κρίνοντας επί της από 18-2-2011 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου περί αναγνώρισης της ακυρότητας του καταρτισθέντος μεταξύ των αναιρεσειόντων, .../25-1-2011 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σητείας Ε. Γ., δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να διατάξει απόδειξη περί αυτών, όσον αφορά την γνώση τους για την έκδοση της προσωρινής διαταγής που απαγόρευε τη νομική μεταβολή των επίδικων ακινήτων ,είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο με παρεμπίπτουσα απόφαση να διατάξει αποδείξεις, αλλά αποφαινόταν αμέσως με εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας (ΟΛΑΠ 12/1991). Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι και αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, την ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκα και προσκόμισαν νόμιμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολΑΠ 7/2006). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 70 ΚΠολΔ όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη προκύπτει, ότι μπορεί να αναγνωρισθεί κατόπιν αγωγής η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο (ή πράγμα) που ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο και συνεπάγεται ή έχει ως περιεχόμενο της ένα τουλάχιστον δικαίωμα ή μία υποχρέωση είτε δέσμη δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, που επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και αποτελεί ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της, μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό και εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Θεωρείται υφιστάμενο, στην περίπτωση που η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από αυτά τα πράγματα, όταν από την συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ορισμένης έννομης σχέσης του ενάγοντος, η οποία (αβεβαιότητα) προκαλεί, άμεσα ή έμμεσα, κινδύνους για τα συμφέροντα του, για την αποτροπή των οποίων η επιδιωκόμενη αναγνωριστική απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο. (ΑΠ 856/2010). Η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη του εννόμου συμφέροντος ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 18-2-2011 αγωγής του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταρτισθείσας με το προαναφερόμενο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σητείας Ε. Γ. σύμβασης αγοραπωλησίας των οριζοντίων ιδιοκτησιών που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, για το λόγο ότι τις ιδιοκτησίες αυτές είχε ήδη με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προσυμφωνήσει με τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων να τις μεταβιβάσει στον ίδιο ή σε τρίτον που θα του υποδείξει, ενώ εκκρεμούσε ήδη ασκηθείσα αγωγή καταδίκης του σε σχετική δήλωση βούλησης, είχε δε εκδοθεί και σχετική προσωρινή διαταγή που του απαγόρευε κάθε διάθεσή τους, ενώ η επίμαχη αγοραπωλησία ήταν αντίθετη και στα χρηστά ήθη. Με βάση το περιεχόμενο της αγωγής, το Εφετείο ,με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος είχε άμεσο έννομο συμφέρον να επιδιώξει την αιτούμενη με αυτή δικαστική προστασία, διότι "δημιουργείται αβεβαιότητα για το επίδικο πιο πάνω δικαίωμα του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), για την αποτροπή της οποίας πρόσφορο μέσο αποτελεί η επιδιωκόμενη απόφαση, καθόσον με την παραδοχή ή απόρριψη της υπο κρίση αγωγής στην ουσία της, επιλύεται η έριδα μεταξύ των διαδίκων, όσον αφορά το δικαίωμα της ακυρότητος του προαναφερόμενου συμβολαίου, λόγω της απαγορεύσεως διαθέσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αναφέρονται σ’ αυτό, που είχε διατάξει δικαστική απόφαση". Έτσι που έκρινε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68,70 και 73 ΚΠολΔ και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησής του επικαλούμενος σχετική αναιρετική πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ.είναι αβάσιμα.
Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Με το υπ αρ. .../3-4-2009 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Σητείας Λασιθίου, Μαρίας Γιαννακάκη, ο πρώτος εναγόμενος Ε. Σ. (ήδη πρώτος αναιρεσείων), υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει στον ενάγοντα ήδη εκκαλούντα- εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο) ή σε "οποιοδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή εταιρεία συμφερόντων του άνω αγοραστή, θα υποδείξει αυτός (ο αγοραστής) στον πωλητή", τις αναφερόμενες σ’ αυτό πέντε οριζόντιες ιδιοκτησίες, που βρίσκονται σε οικοδομή κτισμένη σε οικόπεδο......Ως τίμημα για την πώληση των ιδιοκτησιών αυτών συμφωνήθηκε το ποσό των 680.000,00 ευρώ, έναντι του οποίου ο αιτών κατέβαλε 25.000,00 ευρώ πριν την υπογραφή του προσυμφώνου και το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να το καταβάλλει σε δόσεις ως εξής: α)....β)....γ)....δ)..... Με το εν λόγω προσύμφωνο συμφωνήθηκαν κατά λέξη και τα ακόλουθα : "Το οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο θα υπογράφει ενώπιον μου και σε περίπτωση κωλύματος μου, ενώπιον του νομίμου αναπληρωτή μου και στο γραφείο μου, έως τις 3-4-2010 και αφού προηγούμενα τακτοποιηθούν όλα όσα προβλέπονται από το νόμο και όσα είναι απαραίτητα για την έγκυρη κατάρτιση του...". Σύμφωνα δε με τον 13° όρο του άνω προσυμφώνου, ο πρώτος εναγόμενος εκ προσυμφώνου πωλητής, υποσχέθηκε να παραδώσει μέχρι τις 30-4-2009 στον ενάγοντα εκ προσυμφώνου αγοραστή τη νομή και κατοχή του προσυμφωνηθέντος ακινήτου. Πράγματι τούτο έγινε στις 19-5-2009, οπότε οι συμβαλλόμενοι υπέγραψαν τα με την αυτή ημερομηνία συμφωνητικά, ένα ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, το οποίο ήταν εικονικό και έγινε προς εξυπηρέτηση του ενάγοντος, ώστε να μπορέσει αυτός να υποβάλλει δήλωση για έναρξη επαγγέλματος, και ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο βεβαίωσαν την εικονικότητα του πρώτου συμφωνητικού. Έκτοτε ο ενάγων άρχισε να χρησιμοποιεί το προσυμφωνηθέν κατάστημα ως καφετέρια. Στις 3-4-2010, που ...., σύμφωνα με το προσύμφωνο, ήταν η τελική ημερομηνία προκειμένου να καταρτισθεί η οριστική σύμβαση, η οποία τελικά δεν καταρτίσθηκε, καθόσον ο ενάγων, μη μπορώντας να δανειοδοτηθεί από Τράπεζα και άρα δεν θα ήταν σε θέση να εξοφλήσει το υπόλοιπο του τιμήματος _(480.000 ευρώ) εντός τριών μηνών από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου της πώλησης, ενημέρωσε τον πρώτο εναγόμενο πωλητή και ζήτησε προφορικά παράταση για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου....Ακολούθως, ο εναγόμενος - πωλητής στις 5-5-2010 παρέδωσε στον ενάγοντα, "επιστολή-προειδοποίηση", με την οποία τον καλούσε εντός 10 ημερών, να τον ενημερώσει για τις προθέσεις του (σχετικά με την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου), διαφορετικά επρόκειτο να προβεί στις προβλεπόμενες νόμιμες ενέργειες. Αρχές δε του μηνός Δεκεμβρίου του 2010, ο ενάγων, αδυνατώντας να εξεύρει τα χρήματα που απαιτούνταν για το υπόλοιπο του τιμήματος, υπέδειξε στον Ε. Σ., όπως άλλωστε είχε δικαίωμα από το προσύμφωνο..., τον Γ. Β., ως τρίτο πρόσωπο που ενδιαφέρεται να αγοράσει το προσυμφωνηθέν ακίνητο. Μάλιστα, ο ίδιος ο Β. τηλεφώνησε στον πρώτο εναγόμενο Σ. και του επιβεβαίωσε την πρόσθεσή του να αγοράσει το ακίνητο και να καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο μέρος του τιμήματος, όμως ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι ήδη το διαπραγματευόταν με τον δεύτερο (Χ. Β.) (ήδη δεύτερο των αναιρεσειόντων), με τον οποίο ήλθαν σε οριστική συμφωνία λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Στη συνέχεια, με την με ημερομηνία 14-12- 2010 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωσή του, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 17-12-2010, ο πρώτος εναγόμενος ζήτησε από τον τελευταίο, να του αποδώσει το κατάστημα του ισογείου των επίδικων ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών. Ο δε ενάγων, με την από 15-1-2011 εξώδικη δήλωση- πρόσκλησή του, που επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 17-1-2011, κάλεσε αυτόν να του απαντήσει μέχρι τις 18-1-2011 εάν είναι έτοιμος να εκτελέσει το ως άνω προσύμφωνο, προσερχόμενος στις 28-2-2011 προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και μεταβίβαση του προσυμφωνηθέντος ακινήτου στον ως άνω Β. Γ.. Σε απάντηση, ο πρώτος, εναγόμενος κοινοποίησε, στον ενάγοντα την από 24-1-2011 εξώδικη απάντησή του, που επιδόθηκε στον τελευταίο στις 26-1-2011, με την οποία, επικαλούμενος υπαιτιότητα του (ενάγοντος) για την μη υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, του δήλωσε ότι λόγω των πιεστικών οικονομικών υποχρεώσεων του θα αναγκαστεί να πωλήσει το ακίνητο εφόσον βρεθεί αγοραστής. Περαιτέρω... στις 25-1-2011 ο ενάγων και επειδή ο εναγόμενος πωλητής δεν του είχε απαντήσει μέχρι την 18-1-2011, εάν ήταν έτοιμος να εκτελέσει το ως άνω προσύμφωνο, κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου την από 24-1-2011 αγωγή του.......με την οποία (έχων την ιδιότητα του δέκτη της υπόσχεσης) ζητούσε να καταδικαστεί ο πρώτος εναγόμενος (Ε. Σ.) σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως στον (τρίτο) Γ. Β. του ως άνω ακινήτου...και να υποχρεωθεί να παραδώσει την κυριότητα, νομή και κατοχή αυτού.... Παράλληλα, την 25-1-2011 ο ενάγων άσκησε κατά του εδώ πρώτου εναγόμενου και την από 6-4-2011 και με αρ. καταθ. 58/2011 αίτηση του, για λήψη ασφαλιστικών μέρων, ζητώντας ταυτόχρονα να εκδοθεί προσωρινή διαταγή, που να απαγορευθεί προσωρινώς στον πρώτο εναγόμενο την διάθεση των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών. Το αίτημα της προσωρινής αυτής διαταγής συζητήθηκε αυθημερόν (25-1-2011) και, αφού ακούσθηκαν, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος (αιτούντος την προσωρινή διαταγή) και ο δικηγόρος Κ. Λ. για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου (καθού η αίτηση περί προσωρινής διαταγής), εκδόθηκε προσωρινή διαταγή, με την οποία απαγορεύθηκε στον πρώτο εναγόμενο κάθε διάθεση των προσυμφωνηθέντων οριζοντίων ιδιοκτησιών μέχρι την συζήτηση της προαναφερόμενης αίτησης και υπό τον όρο συζητήσεως αυτής στις 16- 2-2011. Ωστόσο, το απόγευμα της ίδιας ημέρας (25-1-2011) οι εναγόμενοι, προχώρησαν στην κατάρτιση του υπ αρ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σητείας Ε. Γ., δια του οποίου ο πρώτος εναγόμενος πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα τις παραπάνω πέντε οριζόντιες ιδιοκτησίες στον δεύτερο εξ αυτών, ο οποίος συνεβλήθη στο συμβόλαιο αυτό, αντιπροσωπευόμενος από τον αδελφό του Α. Χ., κάτοικο ..., καθόσον ο ίδιος (αγοραστής) διέμενε στην Γαλλία. Κατ’ ακολουθίαν .... εφόσον η απαγόρευση με προσωρινή διαταγή της νομικής μεταβολής ακινήτου ή εμπράγματου δικαιώματος σ’ αυτό, ισχύει έναντι των τρίτων, με την προϋπόθεση ότι σημειώθηκε προηγουμένως η προσωρινή διαταγή στα αντίστοιχα δημόσια βιβλία, κρίσιμο καθίσταται εν προκειμένω το γεγονός αν οι εναγόμενοι γνώριζαν την απαγόρευση, με την ως άνω προσωρινή διαταγή, της νομικής μεταβολής του ακινήτου, του Προέδρου Πρωτοδικών Λασιθίου και παρόλα αυτά προχώρησαν στην σύνταξη του ένδικου συμβολαίου αγοραπωλησίας, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 178 ΑΚ, ήτοι κατά παράβαση των χρηστών ηθών. Κατόπιν τούτου και σε συνέχεια των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και σχετικά με το κρίσιμο αυτό γεγονός της γνώσης της προσωρινής διαταγής, του Προέδρου Πρωτοδικών Λασιθίου για απαγόρευση της νομικής μεταβολής του ενδίκου ακινήτου από τους εναγόμενους, αποδείχτηκε περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι, οι τελευταίοι, αν και ο ενάγων- εκκαλών, με την από 15-1-2011 εξώδικη δήλωση- πρόσκλησή του, που επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 17-1-2011, κάλεσε αυτόν να του απαντήσει μέχρι τις 18-1-2011 εάν είναι έτοιμος να εκτελέσει το ως άνω προσύμφωνο, προσερχόμενος τις 28-2-2011 προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και μεταβίβαση του προσυμφωνηθέντος ακινήτου στον ως άνω Β. Γ., εσπευσμένα έτρεξαν να καταρτίσουν την ένδικη αγοραπωλησία, αφού συγκέντρωσαν όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά (βεβαίωση ΤΑΠ, ασφαλιστική ενημερότητα κλπ), λίγο πριν από την κατάρτιση του άνω συμβολαίου, τα οποία αμέσως ο πρώτος εναγόμενος - πωλητής παρέδωσε στον επιμελούμενο την εν λόγω αγοραπωλησία πληρεξούσιο δικηγόρο του Κ. Λ.. Ο τελευταίος αν και το πρωί της 25-1- 2011, έλαβε γνώση ως δικηγόρος του πρώτου εναγόμενου ότι συζητείται το παραπάνω αίτημα του ενάγοντος, για έκδοση προσωρινής διαταγής, που αφορά τις υπό κρίση πωλούμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες και εξέθεσε στον Πρόεδρο Πρωτοδικών Λασιθίου, που δίκαζε το ως άνω αίτημα, τις απόψεις του εντολέως του (πρώτου εναγομένου) επί του αιτήματος αυτού, σε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ τους, το απόγευμα της ίδιας ημέρας (25-1-2011), οι εναγόμενοι προχώρησαν στην κατάρτιση του ένδικου υπ αρ. ... συμβολαίου, το οποίο και μεταγράφηκε την επόμενη ημέρα (26-1-2011) στο υποθηκοφυλακείο Σητείας , στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής ..., ενώ την ίδια ημέρα, καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία του ιδίου υποθηκοφυλακείου και η προαναφερόμενη από 25-1-2011 προσωρινή διαταγή του Προέδρου Πρωτοδικών Λασιθίου, όπως τούτο προκύπτει από το με αρ. πρωτ. ...22-3-2011 πιστοποιητικό της υποθηκοφύλακος Σητείας, όπου το μεν συμβόλαιο καταχωρήθηκε πρώτο, λαμβάνοντας τον αριθμό ... του βιβλίου γενικών εκθέσεων, ενώ η προσωρινή διαταγή, η οποία είχε επιδοθεί στον καθού ( πρώτο εναγόμενο) στις 25-1-2011 και ώρα 18.30 ( βλ. με αρ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λασιθίου Ν. Κ.), καταχωρήθηκε δεύτερη σε σειρά, λαμβάνοντας τον αριθμό ... του βιβλίου γενικών εκθέσεων του υποθηκοφυλακείου. Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι, επιδόθηκαν σε αγώνα, ώστε να καταρτιστεί η συμφωνηθείσα μεταξύ τους αγοραπωλησία πριν την ημερομηνία της 28ης-2-2011, που είχε τάξει ο ενάγων ως καταλυτική ημερομηνία προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και μεταβίβαση του προσυμφωνηθέντος ακινήτου στον ως άνω Β. Γ., καθόσον αμφότεροι οι εναγόμενοι, υπό τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις και με βάση τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, γνώριζαν κατά τον χρόνο υπογραφής του ενδίκου υπ αρ. .../2011 συμβολαίου, ότι είχε εκδοθεί προσωρινή διαταγή, που απαγόρευε κάθε διάθεση του ακινήτου εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου πωλητή, ενήργησαν δε κατά τα προεκτεθέντα με σκοπό να ματαιώσουν την εκτέλεση του προσυμφώνου και την πώληση του ακινήτου στο διατιθέμενο αγοραστή Β.. Άλλωστε και. λαμβανομένου υπόψη ότι, οι διατάξεις των άρθρων 691 παρ 2 και 700 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. καθιερώνουν τη δεσμευτικότητα των προσωρινών διαταγών, με την έννοια ότι αρνούνται να προσδώσουν έννομες συνέπειες σε πράξεις, που αντίκεινται στο περιεχόμενο τους και επιβάλλουν σιωπηρώς την ακυρότητα, ως κύρωση παραβάσεως τους, η στοιχειώδης εντιμότητα που πηγάζει από τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών, επέβαλλε σε αυτούς να μην προχωρήσουν στην κατάρτιση της παραπάνω αγοραπωλησίας, αλλά να περιμένουν να λάβουν γνώση επισήμως της έκδοσης της απόφασης της προσωρινής διάταξης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εν λόγω προσωρινή διαταγή δεν είχε ακόμη καταχωρισθεί στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σητείας. Αντιθέτως, οι εναγόμενοι χωρίς τη μέση ηθική κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα και χωρίς την συνέπεια και την εντιμότητα που επιβάλλεται στις συναλλαγές, αν και είναι απολύτως βέβαιο ότι γνώριζαν τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής, αφού ακούστηκε ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος, Κ.Λ., που παραστάθηκε για λογαριασμό των εναγόμενων κατά τη σύνταξη του επίδικου συμβολαίου, αντί να αναμένουν και την επίσημη ως άνω κοινοποίηση της διαταγής, αυτοί επέλεξαν να προχωρήσουν άμεσα στην κατάρτιση της εν λόγω αγοραπωλησίας και κατέβαλαν ιδιαίτερη προσπάθεια να ολοκληρώσουν την κατάρτιση και μεταγραφή της, πριν την καταχώρηση της προσωρινής διαταγής στα ως άνω βιβλία, πράγμα που πέτυχαν, με σκοπό να "ακυρώσουν" ουσιαστικά το περιεχόμενο και την κατ’ άρθρο 176 ΑΚ ενέργεια της τελευταίας όχι όμως και το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 178 ΑΚ, αφού οι ενέργειες τους αυτές είναι, όπως απεδείχθη, αντίθετες στα χρηστά ήθη, ως άνω". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού παραθέτει αναλυτικά τα αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της γνώσης εκ μέρους αμφοτέρων των εναγομένων(ήδη αναιρεσειόντων) της απαγόρευσης, με την προσωρινή διαταγή του Προέδρου Πρωτοδικών Λασιθίου, κάθε νομικής μεταβολής των επίδικων ακινήτων, καταλήγει δεχόμενο, ότι, "Η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και στην ουσία της, ως προς την επικουρική της βάση, κατ’ άρθρο 178 ΑΚ.....". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της επίμαχης καταρτισθείσας μεταξύ των αναιρεσειόντων δικαιοπραξίας, λόγω της αντίθεσής της στα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ χρηστά ήθη. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με ειδικότερη αιτίαση του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου του ως άνω αναιρετικού λόγου, λόγω αοριστίας εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η επικαλούμενη παραβίαση ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτής, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν αυτή οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Αντιθέτως, οι αναιρεσείοντες, προς στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου της αναίρεσής τους, επικαλούνται εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 176, 177, 288, 335 και 382 ΑΚ, στις οποίες όμως δεν στήριξε την κρίση του το Εφετείο και των οποίων η σχετική επίκληση είναι αλυσιτελής.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (αρθρ.176,183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2014 αίτηση και τους από 10 Σεπτεμβρίου 2016 πρόσθετους λόγους των Ε. Σ. και Β. Χ. για αναίρεση της 284/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Α.Π. 292/2017
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου