Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Α.Π. 45/2017 - Πότε είναι ορισμένη η αναγνωριστική αγωγή-το αντικείμενο αυτής - Στην περίπτωση που η αναγνωριστική αγωγή έχει ως αντικείμενο ν' αναγνωρισθεί: α) το δικαίωμα του ενάγοντος προς ένταξη στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης στην ανάλογη κατηγορία και στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και β) η υποχρέωση της εναγομένης για την καταβολή των μισθολογικών διαφορών που εντεύθεν προκύπτουν από την ορθή κατά τ' ανωτέρω ένταξη, για να είναι ορισμένη αρκεί να περιέχονται σ' αυτή τα παραγωγικά του εν λόγω δικαιώματος περιστατικά και το παραπάνω αίτημα, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το ύψος των αιτουμένων μισθολογικών διαφορών με αριθμητική ανάλυση και συγκεκριμένο ποσόν.

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Πότε είναι ορισμένη η αναγνωριστική αγωγή-το αντικείμενο αυτής
ΑΠ
Έτος: 2017
Νούμερο: 45
Στην περίπτωση που η αναγνωριστική αγωγή έχει ως αντικείμενο ν' αναγνωρισθεί: α) το δικαίωμα του ενάγοντος προς ένταξη στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης στην ανάλογη κατηγορία και στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και β) η υποχρέωση της εναγομένης για την καταβολή των μισθολογικών διαφορών που εντεύθεν προκύπτουν από την ορθή κατά τ' ανωτέρω ένταξη, για να είναι ορισμένη αρκεί να περιέχονται σ' αυτή τα παραγωγικά του εν λόγω δικαιώματος περιστατικά και το παραπάνω αίτημα, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το ύψος των αιτουμένων μισθολογικών διαφορών με αριθμητική ανάλυση και συγκεκριμένο ποσόν...


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρησης Ηλεκτρισμού Α.Ε." (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος ..., ο οποίος δήλωσε ότι στη θέση της ως άνω αναφερόμενης εταιρίας υπεισήλθε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος αυτής. Εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2018/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 3002/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/4/2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 30/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρ. 216 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ η αγωγή ως εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, πρέπει να περιέχει και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, δηλαδή ιστορική βάση με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία προς θεμελίωση του αξιουμένου δικαιώματος, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΚΠολΔ αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να είναι η διάγνωση της ύπαρξης ή μη κάποιας έννομης σχέσης, δηλαδή βιοτικής σχέσης που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία συμπίπτει με δικαίωμα ή μπορεί να καταλήξει σε δικαίωμα. Στην περίπτωση που η αναγνωριστική αγωγή έχει ως αντικείμενο ν' αναγνωρισθεί: α) το δικαίωμα του ενάγοντος προς ένταξη στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης στην ανάλογη κατηγορία και στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και β) η υποχρέωση της εναγομένης για την καταβολή των μισθολογικών διαφορών που εντεύθεν προκύπτουν από την ορθή κατά τ' ανωτέρω ένταξη, για να είναι ορισμένη αρκεί να περιέχονται σ' αυτή τα παραγωγικά του εν λόγω δικαιώματος περιστατικά και το παραπάνω αίτημα, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το ύψος των αιτουμένων μισθολογικών διαφορών με αριθμητική ανάλυση και συγκεκριμένο ποσόν. Και τούτο γιατί στην περίπτωση αυτή η οφειλή της εναγομένης, που είναι το αντικείμενο της διαφοράς, είναι συγκεκριμένη και οριστή, απλώς δε απομένει να προσδιορισθεί, με μαθηματικό (λογιστικό) υπολογισμό το ακριβές ύψος της (ΑΠ 421/2007, 819/2006).

Εξ άλλου κατά το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής, ως αόριστο. Στην προκείμενη περίπτωση στην ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την 14.9.1993, ως διοικητικοοικονομική υπάλληλος στην κατηγορία Δ02 - Λοιποί Διοικητικοοικονομικοί στο 10 μισθολογικό κλιμάκιο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία ανανεώθηκε κατ' επανάληψη, ενώ κατόπιν της από 14.2.1997 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης ως ημερομηνία πρόσληψής της έχει αναγνωριστεί η 17.8.1992. Ότι είναι κάτοχος πτυχίου της Ανώτερης Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας (τμήματος τουριστικών επιχειρήσεων), το οποίο γνωστοποίησε στην εναγομένη κατά την πρόσληψή της. Ότι αν και είχε όλα τα απαιτούμενα από τον Κανονισμό Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ-ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 4.10.1973 Ε.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974, όπως ισχύει μετά την δημοσίευση της από 23.3.1990 Σ.Σ.Ε. Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β' 227/1990) και έχει ισχύ νόμου, τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και η εναγομένη από την πρόσληψή της της χορηγούσε επίδομα σπουδών ανώτερης στάθμης, κατά την ένταξή της την 1.8.1997, στο τακτικό προσωπικό της, ενεργώντας κατά παράβαση του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της, των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών αρχών και κατά κατάχρηση δικαιώματος την κατέταξε στην κατηγορία Δ02 του κλάδου διοικητικοοικονομικού και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10, αντί να την κατατάξει, όπως όφειλε, στην κατηγορία Δ03 του άνω κλάδου, στο 8° μ.κ., ενόψει και ανακλιμάκωσης της μισθολογικής εξέλιξης που προβλέπεται με την από 28.2.1990 Ε.Σ.Σ.Ε. Ότι η εναγομένη, ενώ τους μισθωτούς κοινωνικούς λειτουργούς, πτυχιούχους ανωτέρων σχολών, τους μετέταξε στην κατηγορία Δ03 και ενέκρινε την ένταξή τους σε μισθολογικό κλιμάκιο κατά 2 ανώτερο του κατεχομένου, την ίδια, κατά παράβαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης, ενέταξε στην κατηγορία Δ02 και στο παραπάνω αναφερόμενο μισθολογικό κλιμάκιο. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ζήτησε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και τις αρχές της καλής πίστης, επικουρικά δε κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης: α) να την κατατάξει από την πρόσληψή της στις 17.8.1992 στην κατηγορία Δ03 και στο 8 μ.κ., β) να την κατατάξει από την ένταξή της στο τακτικό προσωπικό στην προαναφερόμενη κατηγορία Δ03 και 8 μισθολογικό κλιμάκιο και να την ανακατατάξει συνέχεια, κατ' άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, γ) να την προαγάγει μετά την πάροδο της πρώτης τριετίας στο 6 μ.κ. και μετά την πάροδο της δεύτερης τριετίας στο μ.κ. 5 και δ) να της καταβάλει τις προκύπτουσες οικονομικές διαφορές, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση έγινε ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή κρίθηκε από το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως αόριστη κατά το υπό στοιχείο δ' αίτημά της και απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε κρίνει όμοια. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής, κατά το άνω κεφάλαιο, το οποίο περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα γεγονότα που το θεμελιώνουν. Και τούτο γιατί στο αγωγικό δικόγραφο περιέχονται τα παραγωγικά του εν λόγω δικαιώματος της ενάγουσας περιστατικά, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται με συγκεκριμένο αριθμητικό ποσό το ύψος των δικαιουμένων και αιτουμένων μισθολογικών διαφορών από την ένταξη της ενάγουσας στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης. Επομένως ο από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξη απαράδεκτης, ως αόριστης, της αγωγής, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω αναφερόμενο κεφάλαιο, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 3002/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 45/2017

Δεν υπάρχουν σχόλια: