
Χρησικτησία - Αντιφατικές Διατάξεις ως λόγος αναίρεσης
ΑΠ
ΑΠ
Έτος: 2017
Νούμερο: 12
Ιδρύεται όταν υπάρχει αντίφαση των διατάξεων στο διατακτικό της απόφασης και προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο....
Νούμερο: 12
Ιδρύεται όταν υπάρχει αντίφαση των διατάξεων στο διατακτικό της απόφασης και προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο....
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεοχάρη Αγγελίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Μ. του Ι., 2) Ι. Μ. του Μ., 3) Μ. Μ. του Μ. και 4) Φ. συζ. Γ. Φ. το γένος Κ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2010 αγωγή των αναιρεσίβλητων και την από 28-3-2011 ανταγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 986/2015 Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-102015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 21-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή, κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδονται τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της αυτή, κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην προκειμένη περίπτωση από τις .../22-7-2016, .../21-7-2016, .../21-7-2016 και ...2-7-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α. Λ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επισπεύτηκε με την φροντίδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος προς το σκοπό αυτό, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της, στη γραμματεία του δευτεροβάθμιο Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της ενώπιον αυτού του Τμήματος του Αρείου Πάγου με αριθμό …την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο της 2-11-2016, κατά την οποίο οι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν να παραστούν (ΚΠολΔικ 122 παρ. 1, 123, 130 παρ. 1, 230 παρ. 2, 498 παρ. 1). Κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, γι` αυτό πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔικ 576 παρ.2 ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 986/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 24/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Με την τελευταία απόφαση, αφού συνεκδικάστηκαν α) η από 15-1-2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του ακινήτου, που περιγράφεται και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να τους το αποδώσει και β) η 28-3-2011 ανταγωγή του τελευταίου, με την οποία, επικαλούμενος ότι αυτός είναι κύριος του περιγραφόμενου τμήματος του ίδιου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ζητούσε να αναγνωριστεί ότι είναι κύριος αυτού, έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και απορρίφθηκε η ανταγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Κατά το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔικ βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία, για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο, που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, ως προς τους ισχυρισμούς, τους οποίους ο αναιρεσείων [εκκαλών, εναγόμενος-αντενάγων] πρόβαλε, αμυνόμενος, α) στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία, οι τελευταίοι επικαλούμενοι πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας του περιγραφόμενου ακινήτου, ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να τους το αποδώσει, την ένσταση ίδιας αυτού κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και β) στην ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί διακοπής της χρησικτησίας, ότι αποβλήθηκε από τη νομή όχι πραγματικά αλλά πλασματικά και έτσι ουδέποτε διακόπηκε η νομή του στο επίδικο και σε κάθε περίπτωση επανέκτησε αμέσως τη νομή του και πάντως σε χρόνο πολύ μικρότερο του έτους. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο αφενός μεν έκρινε ότι οι επίμαχοι ισχυρισμοί συνιστούν η μεν πρώτη ένταση η δε δεύτερη επαντένσταση, αφετέρου δε τους έκρινε αναπόδεικτους, για τους λόγους που σε αυτή [απόφαση] αναφέρονται. ‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο επικύρωσε, μετά συμπλήρωση των οικείων αιτιολογιών (ΚΠολΔικ 534), την πρωτόδικη απόφαση, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης του επικαλουμένου γεγονότος της νομής του επίδικου ακινήτου χωρίς διακοπή και σε κάθε περίπτωση της εντός έτους επανάκτησης της νομής του, τις έφερε ο ενιστάμενος αναιρεσείων και όχι οι αναιρεσίβλητοι. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν, υπό την επίκληση της ως άνω διάταξης, πλήττεται η εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔικ 561 παρ. 1).
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 190/2016, ΑΠ 145/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο και τον πέμπτο από τους λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της ...2003 έκθεσης αποβολής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Έδεσσας Δ. Ζ., με το να δεχθεί ότι με την έκθεση αυτή έγινε πραγματική αποβολή από τη νομή του στο επίδικο ακίνητο, αν και σε αυτή αναφέρεται περί πλασματικής αποβολής και β) του εντύπου Ε-9, το οποίο υπέβαλε με τη φορολογική δήλωση του έτους 2005, με το να δεχθεί ότι δεν άσκησε πράξεις νομής το έτος 2004, δηλαδή εντός έτους από την αποβολή του, ενώ αυτό [έντυπο] αφορά στο έτος 2004 και στα ακίνητα, που κατείχε το έτος 2004, με συνέπεια να απορριφθεί η ένστασή του περί ίδιας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο. Οι λόγοι αυτοί, όπως προβάλλονται, είναι απαράδεκτοι, διότι τα εν λόγω έγγραφα εκτιμήθηκαν από το Εφετείο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία τους σε σχέση με το αποδεικτικό του πόρισμα, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων [ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 138/2015, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 8/2015].
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων , με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμό 8 ΚΠολΔικ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και με συναφή λόγο έφεσης και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι « οι αντίδικοι καμία πράξη νομής και υλικής κατοχής δεν επικαλέστηκαν και φυσικά δεν απέδειξαν πλην της πλασματικής αποβολής μου....επί του αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού μου, της έλλειψης δηλαδή οποιωνδήποτε διακατοχικών πράξεων από πλευράς των αντιδίκων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί, άλλως να τον λάβει υπόψη....». Ο ισχυρισμός όμως αυτός, με τον οποίο ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, αρνείται την ένδικη αγωγή και την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί διακοπής της έκτακτης χρησικτησίας, δεν αποτελεί «πράγματα», με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά άρνηση των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων, που αναφέρονται στην κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους και διαφορετική, από μέρους του αναιρεσείοντος, προσέγγιση και εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων ενώ πλήττεται με τις ίδιες ως άνω αιτιάσεις και η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου [ΚΠολΔικ 561 ]. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις ολικά ή μερικά, εντοπίζεται δε η αντίφαση των διατάξεων στο διατακτικό της απόφασης και δημιουργεί τον προκείμενο λόγο αναίρεσης, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο. Δεν ιδρύεται αντίθετα ο λόγος, αν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού, ούτε μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού, οπότε, αν η αντίφαση εντοπίζεται με τη μορφή της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [ΑΠ 1176/2014, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 53/2014].
Επομένως, ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η, από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις « διότι ενώ δέχεται μεν ορθώς ότι εγώ είχα στη νομή το επίδικο από το 1989 έως το 2003, που πλασματικώς αποβλήθηκα και ότι εν συνεχεία πάλι επενέκτησα τη νομή, χωρίς βεβαίως να αποδέχεται την επανάκτησή της από πλευράς μου εντός έτους αλλά αργότερα, εντούτοις δεν μνημονεύει καμία πράξη κατοχής από πλευράς των αντιδίκων στο ενδιάμεσο διάστημα της πλασματικής αποβολής μου έως το χρόνο της επανάκτησης της νομής μου, γεγονός που θα απέκλειε κατ’ ακολουθία τη δική μου φυσική εξουσίαση του επιδίκου. Επίσης δεν λαμβάνει υπόψη και απορρίπτει σιγή τον προτεινόμενο ισχυρισμό μου ότι η οικία μου εφάπτεται στο επίδικο οικόπεδο το οποίο χρησιμοποιώ ως ενιαίο λειτουργικά με το υπόλοιπο ακίνητό μου. Ότι δεν υπάρχει άλλη είσοδος-έξοδος από και προς την οικία μου......», είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες ως άνω ως αντιφατικές διατάξεις προδήλον είναι ότι δεν αφορούν στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το οποίο είναι σαφές και ορισμένο, αλλά αιτιολογίες αυτής (απόφασης) από τις οποίες καμία δεν επέχει θέση διατακτικού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, δηλαδή, μόνον το ό,τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Με τον ίδιο ως άνω τέταρτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων επικαλούμενος τις ίδιες κατά λέξη ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αποδίδει σε αυτή την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια ότι, δηλαδή, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, διέλαβε τις ως άνω ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτό είναι απαράδεκτος, γιατί υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης αυτού πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία [εκτίμηση] καθ’ εαυτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 986/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης..
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Α.Π. 12/2017
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου