
Ασφαλιστικά μέτρα και η προθεσμία για την άσκηση κύριας αγωγής
Το άρθρο 693 του ΚΠολΔ, όπως έχει πολλάκις τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 105 παρ. 3 του Ν. 4172/2013 (ΦΕΚ Α΄ 167/23.7.2013), τάσσει καταρχήν 30νθήμερη προθεσμία για την άσκηση αγωγής για την κύρια υπόθεση από τη δημοσίευση της απόφασης που χορηγεί το ασφαλιστικό μέτρο.
Το άρθρο 693 του ΚΠολΔ, όπως έχει πολλάκις τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 105 παρ. 3 του Ν. 4172/2013 (ΦΕΚ Α΄ 167/23.7.2013), τάσσει καταρχήν 30νθήμερη προθεσμία για την άσκηση αγωγής για την κύρια υπόθεση από τη δημοσίευση της απόφασης που χορηγεί το ασφαλιστικό μέτρο.
Συγκεκριμένα το 693 ΚΠολΔ σήμερα ορίζει: «1. Αν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, ο αιτών οφείλει μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, να ασκήσει τη σχετική αγωγή, εκτός αν το δικαστήριο ορίσει επιπλέον προθεσμία μέχρι είκοσι (20) ημερών. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις υποθέσεις που διατάχθηκε ως ασφαλιστικό μέτρο προσημείωση υποθήκης, κατόπιν ομολογίας ή αποδοχής της αίτησης από τον καθ” ου η αίτηση, και στις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής. Ειδικώς επί διαφορών για άκυρη απόλυση εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αν η αγωγή δεν έχει ασκηθεί μέχρι τη συζήτηση της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη. 2. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που έχει οριστεί κατά την παράγραφο 1, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών, μέσα στην προθεσμία αυτή, πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής. Υποβολή νέας αίτησης δεν αποκλείεται».
Συνεπώς, καταρχήν επιβάλλεται εκ του νόμου η άσκηση τακτικής αγωγής εντός της ως άνω προθεσμίας, αλλιώς παύει η ισχύς της απόφασης που το διέταξε αυτοδικαίως, με μόνη δηλαδή την πάροδο των τριάντα ημερών ή της επιπλέον ορισθείσας προθεσμίας από το Δικαστήριο και το διατασσόμενο ασφαλιστικό μέτρο ή προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης παύει να ισχύει και συνακόλουθα παύει να υποχρεώνεται και ο καθ” ου σε συμμόρφωσή του με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων.
Πριν την ως άνω τροποποίηση με το Ν.4172/2013, το άρθρο 693ΚΠολΔ όριζε τα εξής, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 49 του Ν.3994/2011 (ΦΕΚ Α΄ 165/25-7-2011): «1. Αν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, ο δικαστής που το διατάσσει μπορεί να ορίσει, κατά την κρίση του, προθεσμία για την άσκηση της, όχι όμως μικρότερη από τριάντα (30) ημέρες. 2. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που έχει οριστεί κατά την παράγραφο 1, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών, μέσα στην προθεσμία αυτή, πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής. Υποβολή νέας αίτησης δεν αποκλείεται». Με τη διάταξη αυτή θεσπιζόταν από τις 25-07-2011 δυνητική πρόβλεψη από τον δικαστή προθεσμίας άσκησης της τακτικής αγωγής, κατόπιν αιτήματος του αιτούντος διαδίκου. Αν όμως, δεν υπήρχε πρόβλεψη στην δικαστική απόφαση περί ασκήσεως της κύριας αγωγής, η γραμματική ερμηνεία της διάταξης επέβαλε την μη αυτοδίκαιη άρση του ασφαλιστικού μέτρου, ακόμη και αν δεν ασκείτο η αγωγή για την κύρια υπόθεση και τα διάδικα μέρη συνέχιζαν επ” αόριστον στην πράξη να εφαρμόζουν την απόφαση των ασφαλιστικών.
Πριν όμως και από την τροποποίηση αυτή του Ν. 3994/2011 το άρθρο 693ΚΠολΔ όριζε, όπως ίσχυε μετά το άρθρο 4ε παρ.1 του Ν.3388/2005 (ΦΕΚ Α΄ 225/12-9-2005): «1. Αν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, ο αιτών οφείλει, μέσα σε τριάντα ημέρες από την έκδοση της απόφασης η οποία διατάσσει το ασφαλιστικό μέτρο, να ασκήσει αγωγής την κύρια υπόθεση, εκτός αν το δικαστήριο όρισε κατά την κρίση του μεγαλύτερη προθεσμία γα την άσκηση της αγωγής. 2. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 1 αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών μέσα στην προθεσμία αυτή πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής. 3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται αν πρόκειται γα τα Ασφαλιστικά μέτρα τα οποία έχουν διαταχθεί με κοινή συναίνεση όλων των διαδίκων».
Αντιθέτως, πριν από το 2005 το άρθρο 693 ΚΠολΔ όριζε: «1. Αν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, εκείνος που το διατάζει μπορεί να ορίσει, κατά την κρίση του, προθεσμία για την άσκησή της όχι όμως μικρότερη από τριάντα ημέρες. 2. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία που έχει οριστεί κατά την παρ. 1 αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών, μέσα στην προθεσμία αυτή, πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής».
Την τροποποίηση αυτή με το Ν.3388/2005 σχολιάζει εύστοχα ο κ. Κ. Ε. Μπέης κυρίως ως προς το εναρκτήριο χρονικό σημείο της προθεσμίας για την άσκηση της τακτικής αγωγής: «…Ο νομοθέτης δεν δεσμεύεται και δεν εμποδίζεται από κανέναν υπερνομοθετικό κανόνα δικαίου, να επιλέξει την υποχρεωτική άσκηση τακτικής αγωγής, μέσα σε σύντομη προθεσμία, μετά την έκδοση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων. Αυτή άλλωστε ήταν και η αρχική επιλογή του, όπως αυτή είχε καταστρωθεί στο αρχικό κείμενο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τον είχαν επεξεργαστεί η Συντακτική και η Αναθεωρητική Επιτροπή, επί τριάντα περίπου χρόνια. Όριζε δηλαδή το άρθρο 737 § 1 ΚΠολΔ/1968 όριζε ότι «εάν το ασφαλιστικόν μέτρον διετάχθη πρό της ασκήσεως της αγωγής δια την κυρίαν υπόθεσιν, ο αιτών υποχρεούται να ασκήση αυτήν εντός τριάκοντα ημερών από της εκδόσεως της διατασσούσης αυτό αποφάσεως ή να επιτύχη εντός της αυτής προθεσμίας την έκδοσιν διαταγής πληρωμής». Ήταν έκτοτε λάθος του ιστορικού νομοθέτη να θέσει ως αφετηρία της μηνιαίας προθεσμίας την έκδοση, και όχι την εκ μέρους του αντιδίκου επίδοση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων. Έτσι μπορούσε να καλλιεργηθεί κλίμα ανασφάλειας και κατ” αποτέλεσμα υποκλοπής της δικαστικής δικαίωσης. Αυτήν την αδυναμία έχει και η ήδη ισχύουσα ρύθμιση, που επανέφερε την αρχική διατύπωση του άρθρου 737 § 1 ΚΠολΔ/1968. Και τότε μεν ο ιστορικός νομοθέτης δεν είχε κανένα εμπόδιο να θεσπίσει ό,τι ήθελε. Ήδη όμως τον εμποδίζει το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ, που υποχρεώνει τον εθνικό νομοθέτη να σέβεται τη θεμελιακή αρχή της δίκαιης δίκης. Και όντως δεν γίνεται σεβαστή αυτή η θεμελιακή αρχή, αν η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων αποδυναμώνεται αυτοδικαίως προτού ακόμη να γνωστοποιηθεί στον διάδικο, υπέρ του οποίου εκδόθηκε και σε βάρος του οποίους έπαψε να ισχύει εν αγνοία του![…] 2. Με τις επιφυλάξεις που σημειώθηκαν αμέσως πιο πάνω, κατά τα λοιπά ο νομοθέτης είναι ελεύθερος να πειθαναγκάζει τους διαδίκους να μην αρκούνται σε αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων. Αρκεί να μην παραβιάζονται οι δικαιικές αρχές των άρθρων 6 § 1 ΕΣΔΑ για τη δίκαιη δίκη, και 25 § 1 Σ για την αναλογικότητα των βλαπτικών μέτρων που νομοθετούνται…» (βλ. http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=4&mid=1479&mnu=3&id=23887).
Δηλαδή το 2005 (και συγκεκριμένα από τις 12-09-2005) το άρθρο 693ΚΠολΔ, όριζε ό,τι και σήμερα ισχύει σχετικά με την υποχρεωτική άσκηση της τακτικής αγωγής για την κύρια υπόθεση με αυτοδίκαιη ανάκληση του ασφαλιστικού μέτρου στην περίπτωση μη συμμόρφωσης στην υποχρέωση αυτή. Παρατηρούμε λοιπόν αυτή τη συνεχόμενη και ταυτόσημη νομοθετική παλινωδία ως προς το ζήτημα της άσκησης της κύριας αγωγής σε σχέση με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, που φανερώνει όχι μόνο την αναποφασιστικότητα για ριζικές τομές, αλλά και την συγκυριακή αντιμετώπιση του ζητήματος. Μέχρι νεωτέρας λοιπόν, εάν δεν έχει ασκηθεί η τακτική αγωγή πριν την έκδοση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων (εκτός των υποθέσεων που ρητά εξαιρούνται στο εν λόγω άρθρο), πρέπει να ασκηθεί αγωγή εντός 30 ημερών (καταρχήν) από τη δημοσίευση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, αλλιώς η ισχύς του διαταχθέντος ασφαλιστικού μέτρου αίρεται με μόνη την πάροδο της προθεσμίας (δικονομικώς ορθώς κατά την άποψη της γράφουσας ως προς το αποτέλεσμα, εσφαλμένα όμως ως προς το χρονικό σημείο εκκίνησης της προθεσμίας, αφού δικαιότερον θα ήταν να εκκινεί από το χρόνο επίδοσης της απόφασης στον αντίδικο).http://efotopoulou.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου