ΕφΛαρ 183/2004 Διεκδικητική αγωγή - Στοιχεία ορισμένου αγωγής - Κτηματολόγιο - Ομοδικία απλή -. Για το ορισμένο διεκδικητικής αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου, ούτε ο προσανατολισμός αυτού. Προσκόμιση κτηματογραφικού αποσπάσματος για τη συζήτηση εμπράγματης αγωγής. Αν το επίδικο ακίνητο κατέχουν πολλοί, η αγωγή ασκείται νόμιμα και εναντίον μερικών μόνον από αυτούς, αφού η ομοδικία πολλών εναγομένων στη διεκδικητική αγωγή είναι απλή

Πρωτοδικείο Μεσολογγίου - Απόφαση 63/2013 (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων, ΑσΜ 482/2012) (Size: 0 bytes) Η ρύθμιση περί διαθεσιμότητας υπαλλήλων του δημοσίου τομέα (βάσει του ν. 4093/2012) κρίνεται αντισυνταγματική λόγω παραβίασης των αρχών της αναλογικότητας, της αξιοκρατίας και της ορθολογικής διάθρωσης των υπηρεσιών του Δημοσίου καθώς και λόγω απουσίας εμπεριστατωμένης μελέτης για τις ανάγκες της υπηρεσίας. Δεκτά τα ασφαλιστικά μέτρα λόγω βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας.
ΕφΛαρ 183/2004
Διεκδικητική αγωγή - Στοιχεία ορισμένου αγωγής - Κτηματολόγιο - Ομοδικία απλή -.
Για το ορισμένο διεκδικητικής αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου, ούτε ο προσανατολισμός αυτού. Προσκόμιση κτηματογραφικού αποσπάσματος για τη συζήτηση εμπράγματης αγωγής. Αν το επίδικο ακίνητο κατέχουν πολλοί, η αγωγή ασκείται νόμιμα και εναντίον μερικών μόνον από αυτούς, αφού η ομοδικία πολλών εναγομένων στη διεκδικητική αγωγή είναι απλή.




ΚΕΙΜΕΝΟ
 Η κρινόμενη έφεση της εναγομένης κατά της 18/2002 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία (ΚΠολΔ 233 επ.), έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα πριν από κάθε επίδοση (ΚΠολΔ 495 επ., 516 και 518 παρ. 1). Είναι επομένως τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατά την ίδια διαδικασία (ΚΠολΔ 524 παρ. 1 και 533) ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.-

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του, ζήτησε να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς του στο περιγραφόμενο σ’ αυτή ακίνητο και υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα να του το αποδώσει. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, την έκαμε δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση η εναγομένη για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να απορριφθεί η αγωγή.-

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Εξάλλου κατά το άρθρο 1094 του ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι: α) η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου, β) η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής και γ) το αίτημα αποδοχής του διεκδικουμένου πράγματος στον ενάγοντα, στο οποίο εμπεριέχεται και το αίτημα περί αναγνώρισης της κυριότητά του επ’ αυτού. Για την ακριβή περιγραφή του επιδίκου αρκεί ο ενάγων να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής με λεπτομέρεια τη θέση, την έκταση, την ιδιότητα αυτού (π.χ. οικόπεδο, αγρός κ.λ.π.) και τα όρια, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Δεν προσαπαιτείται για το ορισμένο της άνω αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου ούτε ο προσανατολισμός αυτού (βλ. ΑΠ 230/1993 ΝοΒ 42.658 - 1438/1999 Ελλ.Δνη 41.682 - Εφ.Αθ. 1372/1999 Ελλ.Δνη 40.1104 - 860/2002 Ελλ.Δνη 44.796 - Εφ.Πειρ. 1189/1995 Ελλ.Δνη 38.864 - 239/1998 Ελλ.Δνη 39.887 - Κ. Παπαδόπουλου «Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου» 1989 παρ. 103 αριθ. β' σελ. 240, Τούση «Εμπράγματο Δίκαιο» παρ. 129 σελ. 460).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ο εφεσίβλητος εκθέτει σ’ αυτήν ότι είναι κύριος ενός αγροκτήματος, εμβαδού 238,01 τ.μ. κατά ακριβή καταμέτρηση, που βρίσκεται στη θέση «Ά. Δ.» της κτηματικής περιφέρειας Αλοννήσου και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Χ. Ρ., δυτικά με ιδιοκτησία εκκαλούσης, βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Χ. και νότια με θάλασσα. Αφού στη συνέχεια, εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο έγινε κύριος αυτού (παράγωγο) αναφέρει ότι η εκκαλούσα κατά το Νοέμβριο 1992 έφραξε όλο το ακίνητο και τον απέβαλε οριστικά, ενώνοντάς το με το δικό της ακίνητο. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του επιδίκου ακινήτου και να υποχρεωθεί η εκκαλούσα να το αποδώσει σ’ αυτόν. Ενόψει των προεκτεθέντων η ένδικη αγωγή, που έχει το άνω περιεχόμενο και αίτημα, είναι πλήρως ορισμένη και ως εκ περισσού αναφέρονται σ' αυτήν οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου, το οποίο κατέλαβε η εκκαλούσα. Επομένως τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο του εφετηρίου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.-

Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 2308/1995 κατά τη διάρκεια ισχύος της κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγόρευσης δεν επιτρέπεται, χωρίς προσκόμιση του προβλεπόμενου στην παράγραφο 1 κτηματογραφικού αποσπάσματος, η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου υπόθεσης που έχει ως αντικείμενο εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο δικαίωμα σε ακίνητα της περιοχής, την οποία αφορούν τα αναρτώμενα στοιχεία. Με τον τέταρτο λόγο του εφετηρίου παραπονείται η εκκαλούσα για το λόγο ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω μη προσκόμισης του κτηματογραφικού αποσπάσματος από το οικείο κτηματολογικό γραφείο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το 7493/20-7-2001 έγγραφο του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας ο εφεσίβλητος προσκόμισε στο πρωτόδικο δικαστήριο το απαιτούμενο από την ως άνω διάταξη κτηματογραφικό απόσπασμα, το οποίο και επικαλέστηκε ως προσκομιζόμενο έγγραφο στις προτάσεις του που κατέθεσε στην έδρα (βλ. φωτοαντίγραφο πρωτόδικων προτάσεών του).-

Από το άρθρο 1094 του ΑΚ προκύπτει ότι εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή είναι ο νομέας ή κάτοχος κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής και δεν είναι ανάγκη να νέμεται για τον εαυτό του, ούτε να αφαιρέσει τη νομή του διεκδικουμένου από τον ίδιο τον ενάγοντα. Για τη νομιμοποίηση δηλαδή του εναγομένου στην πιο πάνω αγωγή αρκεί ότι αυτός νέμεται ή κατέχει το πράγμα κατά το χρόνο της έγερσής της (βλ. ΑΠ 902/2002 Ελλ.Δνη 44.1272 - Εφ.Αθ. 1372/1999 Ελλ.Δνη 40.1104 - 9156/1999 Ελλ.Δνη 1671 - 4662/1999 Ελλ.Δνη 42.166 - Κ. Παπαδόπουλου ό.π. παρ. 110 αριθ. 2 σελ. 255). Αν το επίδικο ακίνητο κατέχουν πολλοί, η αγωγή ασκείται νόμιμα και εναντίον μερικών μόνο από αυτούς, αφού η ομοδικία που υπάρχει μεταξύ πολλών εναγομένων στη διεκδικητική αγωγή δεν είναι αναγκαστική, αλλά απλή (βλ. ΑΠ 343/1971 ΝοΒ 19.980 - 767/1976 ΝοΒ 25.166 - ΑΠ 12/1996 Ελλ.Δνη 37.1321 - Εφ.Αθ. 4608/2001 Ελλ.Δνη 43.234 - Κ. Παπαδόπουλου ό.π. παρ. 110 αριθ. 2δ' σελ. 257 - Βαθρακοκοίλη «Αναγκαστική Ερμηνεία - Νομολογία ΑΚ» άρθρο 1094 σελ. 1548 Τούση ό.π. παρ. 129 σελ. 457). Κατόπιν τούτων ο ισχυρισμός της εναγομένης, περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης, διότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα αυτής και της θυγατέρας της κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και ότι αυτό κατέχεται και από αυτή (θυγατέρα της), που προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αποτελεί σχετικό λόγο της έφεσης (5ος), δεν είναι νόμιμος, διότι επί διεκδικητικής αγωγής, αν το επίδικο κατέχεται από πολλούς, αυτή (αγωγή) ασκείται νόμιμα και εναντίον μόνο μερικών από αυτούς.-

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, ενός από κάθε πλευρά, που περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι ίδιοι επικαλούνται και προσκομίζουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο είναι αγρόκτημα, το οποίο βρίσκεται στη θέση «Άγιος Δημήτριος» της Κτηματικής περιφέρειας του δήμου Αλοννήσου. Αρχικά είχε έκταση 324 τ.μ. Μετά την αφαίρεση το έτος 1998 στην ανατολική του πλευρά εδαφικής λωρίδας πλάτους 1 μ. για τη διάνοιξη κοινοτικού μονοπατιού πλάτους 2,50 μ., η έκταση που απέμεινε κατά νεότερη καταμέτρηση είναι 238,01 τ.μ. Ανατολικά σε πλευρά μήκους 20,66 μ., συνορεύει με ιδιοκτησία Χ Ρ. δυτικά σε πλευρά μήκους 20,32 μ., συνορεύει με ιδιοκτησία εκκαλούσης. βόρεια σε πλευρά μήκους 7,99 μ., συνορεύει με ιδιοκτησία Κ. Χ. και νότια σε πλευρά μήκους 15,68 μ., με θάλασσα. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα του πατέρα του εφεσιβλήτου, Δ. Φ., δυνάμει του 4.960/25-5-1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Β Π, που μεταγράφηκε νομότυπα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σκοπέλου στον τόμο … και με αριθμό …, με αγορά από τον πατέρα της εκκαλούσης, Α. Α. Ο πατέρας του εφεσιβλήτου απεβίωσε στις 21-6-1990, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Κληρονομήθηκε δε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. και τα τρία τέκνα του, ήτοι τον εφεσίβλητο, τον Ε. Φ. και τη Γ. Φ. και σε ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου από τον καθένα. Οι τελευταίοι μάλιστα αποδέχθηκαν την κληρονομία του με τη 13.849/21-4-2000 πράξη του συμβολαιογράφου Δ. Τ., την οποία μετέγραψαν νομότυπα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σκοπέλου στον τόμο …και με αριθμό … Με το ταυτόχρονο 13.850/21-4-2000 δωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομότυπα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο … και με αριθμό …, οι συγκληρονόμοι του εφεσιβλήτου παραχώρησαν χωρίς ανταλλάγματα ποσοστά τους επί του επιδίκου ακινήτου στον τελευταίο, ο οποίος και αποδέχθηκε τη δωρεά αυτή. Έτσι ο εφεσίβλητος, κατέστη κύριος του όλου επιδίκου ακινήτου. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά προκύπτουν από τα σχετικά έγγραφα που προαναφέρθηκαν και δεν αποκρούονται από κανένα άλλο στοιχείο ούτε και από την κατάθεση του μάρτυρος της εκκαλούσης. Αντίθετα ενισχύονται από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρος του εφεσιβλήτου, ο οποίος, ως συγγενής, αυτού καταθέτει με λόγο πλήρους γνώσης.

Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι συγκύριες του επιδίκου και επί πλέον έκτασης 271,85 τ.μ., είναι αυτή και η θυγατέρα της Μ. Σ. και κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου η καθεμιά τους. Και ότι τέτοιες έγιναν με το 6.844/13-11-1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Τ., που μεταγράφηκε νομότυπα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σ. στον τόμο … και με αριθμό …, με αγορά από τον αδελφό της Δ. Α., σε συνδυασμό με τη 14.581/16-3-2001 διορθωτική πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε στο περιθώριο της ως άνω μεταγραφής. Στον δε αδελφό της ότι είχε περιέλθει η νομή του ακινήτου κατόπιν άτυπης δωρεάς του πατέρα τους Α. Α. το έτος 1950. Και αληθής υποτιθέμενος ο ανωτέρω ισχυρισμός της εκκαλούσης, ότι δηλαδή έλαβε χώρα άτυπη δωρεά της νομής του επιδίκου στον αδελφό της, ο τελευταίος δεν κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον το έτος 1964, ήτοι πριν τη συμπλήρωση στο πρόσωπό του του απαιτούμενου χρόνου, ο πατέρας του και απώτερος δικαιοπάροχος του εφεσιβλήτου μεταβίβασε, όπως προεκτέθηκε, ως αληθής κύριος την κυριότητα του επιδίκου στον πατέρα του εφεσιβλήτου. Αλλά και μετά το έτος 1964 και μέχρι το έτος 1992, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, δεν αποδείχθηκε ότι ο αδελφός της εκκαλούσας ασκούσε στο επίδικο ακίνητο διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου. Ας σημειωθεί ότι ο μάρτυράς της καταθέτει ότι «δεν γνωρίζω απόλυτα τα κτήματα… δεν γνωρίζω σε ποιανού τόπο ήταν (εκκαλούσα) …».

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι πράξεις νομής επί του επιδίκου ασκούσε όσο ζούσε ο πατέρας του εφεσιβλήτου και κατόπιν ο τελευταίος έως το Νοέμβριο του έτους 1992. Πράγματι καθ’ όλο αυτό το διάστημα τόσο ο πατέρας του εφεσιβλήτου, όσο και ο ίδιος ασκούσαν στο επίδικο όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του, όπως καλλιέργεια, κατασκευή παράγκας, τοποθέτηση πασσάλων και επιτήρηση (βλ. κατάθεση του μάρτυρα του εφεσιβλήτου). Κατά συνέπεια ο αδελφός της εκκαλούσης ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Οι δε εκκαλούσα και η θυγατέρα της δεν απέκτησαν κι αυτές την κυριότητα επ’ αυτού με τον προαναφερόμενο και επικαλούμενο παράγωγο τρόπο (αγορά), αφού προϋπόθεση κτήσης της κυριότητας με παράγωγο τρόπο είναι η κυριότητα του δικαιοπαρόχου τους επί του ακινήτου (βλ. ΑΠ 888/1977 ΝοΒ 26.703 - Κ. Παπαδόπουλου ό.π. παρ. 9 σελ. 52 - Γεωργιάδη Εις Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ 1033 αριθ. 2 - Βαθρακοκοίλη ό.π. άρθρο 1033 σελ. 1475).

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα το Νοέμβριο του έτους 1992 ενεργώντας αυθαίρετα, παράνομα και εκμεταλλευόμενη την απουσία του εφεσιβλήτου ως ναυτικού, τη μεγάλη ηλικία της μητέρας του και της κληρονομικές διαφορές των αδελφών του, κατέλαβε το επίδικο ακίνητο, το περιέφραξε και το ενσωμάτωσε στο δικό της ακίνητο, το οποίο βρίσκεται δυτικά του επιδίκου, αποβάλλοντας έτσι αυτούς από τη νομή. Εξακολουθεί δε να το κατέχει και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (4-5-2000), αποβάλλοντας έτσι πλέον τον ενάγοντα από τη νομή του. Από τα ίδια τέλος αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος με την αδράνειά του δημιούργησε στην εκκαλούσα την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα διεκδίκησης του επιδίκου, με αποτέλεσμα η άσκηση αυτού να επιφέρει δυσβάστακτες συνέπειες, καθόσον έχει ανοικοδομήσει εντός του επιδίκου ακίνητο, το οποίο το λειτουργεί ως κατάστημα-κυλικείο. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος αμέσως μετά την περίφραξη του επιδίκου ακινήτου από την εκκαλούσα, ήτοι το έτος 1992 προέβη στην αποξήλωση και καταστροφή της, δηλώνοντας ταυτόχρονα στην εκκαλούσα ότι ενεργεί ως κύριος, πράξη για την οποία τιμωρήθηκε σε ποινή φυλάκισης τριάντα (30) ημερών με τη …/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Συνεπώς από την ανωτέρω χρονολογία ο εφεσίβλητος είχε ασκήσει τόσο προφορικά όσο και έμπρακτα τα δικαίωμά του με ενέργειες που έτειναν στην προστασία του. Κατά δε τη μακρόχρονη διαμάχη που επακολούθησε δεν έπαψε να διατείνεται ότι είναι κύριος του επιδίκου. Εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς της εκκαλούσης περί ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εφεσιβλήτου, δέχθηκε την αγωγή του τελευταίου ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό που προσκομίστηκε και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.-

Μετά τις σκέψεις αυτές η έφεση, που δεν περιλαμβάνει άλλο λόγο, πρέπει να απορριφθεί και καταδικαστεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού (ΚΠολΔ 176 και 183).-

Σχόλια