Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

ΜΠρ Θεσσ 11637/2012 – Δεν είναι νόμιμη η σώρευση διεκδικητικής αγωγής με αρνητική αγωγή λόγω αντίφασης μεταξύ τους

Πρωτοδικείο Μεσολογγίου - Απόφαση 63/2013 (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων, ΑσΜ 482/2012) (Size: 0 bytes) Η ρύθμιση περί διαθεσιμότητας υπαλλήλων του δημοσίου τομέα (βάσει του ν. 4093/2012) κρίνεται αντισυνταγματική λόγω παραβίασης των αρχών της αναλογικότητας, της αξιοκρατίας και της ορθολογικής διάθρωσης των υπηρεσιών του Δημοσίου καθώς και λόγω απουσίας εμπεριστατωμένης μελέτης για τις ανάγκες της υπηρεσίας. Δεκτά τα ασφαλιστικά μέτρα λόγω βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας.
Περίληψη: Διεκδικητική αγωγή – Σώρευση αγωγών – Σώρευση διεκδικητικής-αρνητικής αγωγής -. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον κληρονομούμενο δεν είναι στοιχείο της διεκδικητικής αγωγής. Δεν είναι επιτρεπτή η αντικειμενική..
σώρευση της διεκδικητικής και της αρνητικής αγωγής λόγω αντίφασης μεταξύ τους, αφού η πρώτη προϋποθέτει καθολική προσβολή της κυριότητας με στέρηση της νομής ή κατοχής, ενώ η δεύτερη προϋποθέτει μερική προσβολή, που δεν φθάνει μέχρι την ολική απώλεια της νομής. Αν, με το αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκληση ολικής παράνομης κατακράτησης του ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου και σωρεύεται η διεκδικητική της κυριότητας αγωγή με την αρνητική, που αφορά το ίδιο ακίνητο, η τελευταία τυγχάνει μη νόμιμη. Επί διεκδικητικής αγωγής το αίτημα περί απαγόρευσης κάθε μελλοντικής διατάραξης είναι μη νόμιμο, διότι προσήκει στην αρνητική αγωγή. Η έννοια του «προφανώς αβάσιμου» της αγωγής προκειμένου να γίνει διαγραφή της από τα βιβλία διεκδικήσεων, είναι ότι αυτή κρίνεται ως αβάσιμη χωρίς τη διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας. Στον όρο αυτόν εμπίπτει η απαράδεκτη αγωγή, η νόμω αβάσιμη αγωγή ή και η ουσία αβάσιμη αγωγή, για την οποία το δικαστήριο σχηματίζει πεποίθηση μόνο από την εκτίμηση του δικογράφου της, χωρίς να έχει υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις ή να ερευνήσει άλλα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο να εκτιμήσει και τα άλλα έγγραφα, που επικλήθηκαν και προσκομίστηκαν, για να κρίνει αν η αγωγή, που είναι νομικά βάσιμη, είναι προφανώς αβάσιμη κατ’ ουσία.
ΑΠΟΦΑΣΗ 11637/2012
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Κωνσταντίνο Βελιάνη, Πάρεδρο (λόγω κωλύματος των τακτικών δικαστών), ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Ευαγγελία Τσολακίδου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2012, για να δικάσει τη με αριθμό κατάθεσης 41434/25-10-2011 αίτηση με αντικείμενο τη διαγραφή αγωγής από τα βιβλία διεκδικήσεων.
ΑΙΤΟΥΝΤΕΣ: 1) … και 3) …, κάτοικοι Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους ..., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: …, κάτοικος Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου ....., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και στις έγγραφες προτάσεις τους.
AΦOY MEΛETHΣE TH ΔIKOΓPAΦIA
ΣKEΦTHKE ΣYMΦΩNA ME TO NOMO
Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1193, 1195, 1198 και 1199, 1710 § 1, 1846 ΑΚ και 216 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η διεκδικητική αγωγή, που στηρίζεται ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του διεκδικούμενου με αυτή ακινήτου σε κληρονομική διαδοχή, είναι ορισμένη όταν στο δικόγραφο της αναφέρονται α) η κυριότητα του κληρονομουμένου στο επίδικο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας από τον ενάγοντα και η μεταγραφή της περί αποδοχής αυτής δήλωσης, β) η αφαίρεση ή κατακράτηση της νομής ή κατοχής του επίδικου ακινήτου από τον εναγόμενο και γ) η ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, ώστε να μην γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον κληρονομούμενο δεν είναι στοιχείο της διεκδικητικής αγωγής (ΑΠ 215/2008 αδημ). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1108 AΚ και του άρθρου 218 ΚΠολΔ, δεν είναι επιτρεπτή η αντικειμενική σώρευση της διεκδικητικής και της αρνητικής αγωγής λόγω αντίφασης μεταξύ τους, αφού η πρώτη προϋποθέτει καθολική προσβολή της κυριότητας με στέρηση της νομής ή κατοχής, ενώ η δεύτερη προϋποθέτει μερική προσβολή, που δεν φθάνει μέχρι την ολική απώλεια της νομής. Αν, λοιπόν, με το αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκληση ολικής παράνομης κατακράτησης του ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου και σωρεύεται η διεκδικητική της κυριότητας αγωγή με την αρνητική τοιαύτη, που αφορά το ίδιο ακίνητο, η τελευταία τυγχάνει μη νόμιμη (ΑΠ 1347/2010 ΝοΒ 2011.391, ΕφΑθ 3223/2008 Α΄ δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 1004/2003 ΑχΝομ 2004.140). Κατά συνέπεια, επί διεκδικητικής αγωγής το αίτημα περί απαγόρευσης κάθε μελλοντικής διατάραξης είναι μη νόμιμο, διότι προσήκει στην αρνητική αγωγή (ΕφΑθ 5663/1997 Αρμ 2000.1085). Επιπλέον, κατά το άρθρο 943 § 1 ΚΠολΔ, αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ακίνητο, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν περιλήφθηκε σ’ αυτήν διάταξη όμοια προς εκείνη του άρθρου 880 § 3 της προϊσχύσασας Πολιτικής Δικονομίας, κατά την οποία με την ίδια απόφαση διατασσόταν και προσωπική κράτηση, καθώς και χρηματική ποινή, κατά του υπόχρεου, αν ήθελε αρνηθεί την απόδοση ή για κάθε διατάραξη. Εξάλλου, προς απαγγελία των ίδιων ποινών για κάθε διατάραξη στο μέλλον δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να τύχει εφαρμογής ή διάταξη του άρθρου 947 § 1 ΚΠολΔ, με την οποία προβλέπεται απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, διότι η τελευταία διάταξη προϋποθέτει αίτηση περί παράλειψης ή ανοχής πράξης, στηριζομένη στο ουσιαστικό δίκαιο, ενώ επί διεκδικητικής αγωγής κατά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ ζητείται η αναγνώριση της κυριότητας και η απόδοση του πράγματος, όχι δε και η παράλειψη της διατάραξης, όπως στις περιπτώσεις των άρθρων 989 και 1108 ΑΚ επί αγωγής περί προστασίας της νομής επί διατάραξης και επί αρνητικής αγωγής (ΑΠ 491/1995 ΕλλΔνη 1996.331, ΜονΠρωτΘεσ 11308/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜονΠρωτΘεσ 12455/ 2009 ΤΝΠ ΔΣΑ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 220 § 2 ΚΠολΔ, αν οι αγωγές που εγγράφηκαν στα βιβλία διεκδικήσεων είναι φανερά αβάσιμες, διατάσσεται η διαγραφή τους κατά τη διαδικασία των άρθρων 740 επ. ΚΠολΔ. Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η αποδέσμευση των ακινήτων αυτών από εκβιαστικές εγγραφές διεκδικήσεων και ο τερματισμός δημιουργίας εντυπώσεων ότι το ακίνητο βρίσκεται υπό διεκδίκηση ή αμφισβήτηση της κυριότητας, όταν η αγωγή είναι προδήλως αβάσιμη. Η έννοια του «προφανώς αβάσιμου» της αγωγής είναι ότι αυτή κρίνεται ως αβάσιμη χωρίς τη διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας. Στον όρο αυτόν εμπίπτει η απαράδεκτη αγωγή, η νόμω αβάσιμη αγωγή ή και η ουσία αβάσιμη αγωγή, για την οποία το δικαστήριο σχηματίζει πεποίθηση μόνο από την εκτίμηση του δικογράφου της, χωρίς να έχει υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις ή να ερευνήσει άλλα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 1364/2010 ΕΠολΔ 2011.119, ΑΠ 100/2003 Α΄ δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 11/2003 Α΄ δημ. ΝΟΜΟΣ). Δεν αποκλείεται, όμως, η δυνατότητα του δικαστηρίου να εκτιμήσει και τα άλλα έγγραφα, επικληθέντα και προσκομισθέντα, για να κρίνει αν η αγωγή, που είναι νομικά βάσιμη, είναι προφανώς αβάσιμη κατ’ ουσία (ΑΠ 11/2003 ο.π.). Στην προκείμενη περίπτωση οι αιτούντες, επικαλούμενοι άμεσο έννομο συμφέρον, ζητούν με την υπό κρίση αίτησής τους να διαγραφεί η υπ’ αριθμ. κατάθεσης 1816/1973 διεκδικητική της κυριότητας αγωγής των δικαιοπαρόχων του καθ’ ου, που εγγράφηκε νόμιμα στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 92 με αριθμό 154 ως προδήλως αβάσιμη, για τους αναφερόμενους ειδικότερα στην αίτηση λόγους. Με αυτό το ιστορικό και αιτήματα, η αίτηση αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο, εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 220 § 2, 739 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την ομολογία του καθ’ ου η αίτηση, που περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του, η οποία, όμως, δε δεσμεύει το Δικαστήριο, αλλά εκτιμάται ελεύθερα, καθώς στην εκούσια δικαιοδοσία δε δεσμεύουν οι κανόνες που ρυθμίζουν τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1260/2002 ΝοΒ 2003.1020), καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν, και τα οποία εκτιμώνται από το Δικαστήριο είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι δικαιοπάροχοι του καθ’ ου η αίτηση, … και …, σύζυγος …, άσκησαν κατά του άμεσου δικαιοπαρόχου του πρώτου αιτούντος και απώτερου των λοιπών, …, την υπ’ αριθμ. κατάθεσης 1816/14-8-1973 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ΅ε την οποία επικαλούμενες δικαίωμα κυριότητας τους, που στηρίζεται σε κληρονομική διαδοχή, ζητούν να αναγνωριστούν συγκύριες, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου η καθεμία, ενός τμήματος ακινήτου, συνολικού εμβαδού 143,20 τ.΅, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους αποδώσει το εν λόγω ακίνητο, να διαταχθεί η βίαιη αποβολή του και η εγκατάστασή τους, να απαγορευθεί σ’ αυτόν κάθε μελλοντική διατάραξη και να απαγγελθεί κατ’ αυτού χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση. Την εν λόγω αγωγή οι ενάγουσες ενέγραψαν στις 4-9-1973 στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 92 ΅ε αριθμό 154. Από την επισκόπηση του δικογράφου της παραπάνω εγγραφείσας αγωγής προκύπτει ότι αυτή φέρει το χαρακτήρα διεκδικητικής αγωγής. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω στη νομική σκέψη, τα αιτήματα περί βίαιης αποβολής του εναγομένου και εγκατάστασης των εναγουσών, της απαγόρευσης κάθε μελλοντικής διατάραξης και της απειλής κατ’ αυτού χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης τυγχάνουν μη νόμιμα. Αναλυτικότερα, το αίτημα περί παύσης κάθε μελλοντικής διατάραξης είναι μη νόμιμο, καθώς τέτοιο αίτημα προσιδιάζει στη φύση της αρνητικής αγωγής του άρθρου 1108 ΑΚ, η οποία δεν μπορεί να σωρευθεί με τη διεκδικητική αγωγή, καθώς αντιφάσκει με αυτήν. Επιπλέον, το αίτημα περί βίαιης αποβολής του εναγομένου από το επίδικο τμήμα ακινήτου και εγκατάστασης των εναγουσών σε αυτό είναι μη νόμιμο, καθόσον η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης, που διατάσσει την απόδοση ακινήτου, συντελείται ευθέως, κατ’ άρθρο 943 § 1 ΚΠολΔ, με την αποβολή του καθ’ ου από το ακίνητο και την εγκατάσταση σ’ αυτό του υπέρ ου η εκτέλεση από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή (ο οποίος έχει τις εξουσίες του άρθρου 929 ΚΠολΔ), κατόπιν εντολής του πληρεξούσιου δικηγόρου του υπέρ ου η εκτέλεση, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης, χωρίς να απαιτείται διαταγή του δικαστηρίου. Εξάλλου, μη νόμιμα είναι και τα παρεπόμενα αιτήματα περί απειλής χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης σε βάρος των εναγομένων τόσο κατά το μέρος που συνδέονται με το κύριο αίτημα της απόδοσης, καθώς, κατά το άρθρο 947 §1 ΚΠολΔ, προβλέπονται ως μέσα έμμεσης εκτέλεσης, η οποία προϋποθέτει αίτημα για παράλειψη ή ανοχή πράξης στηριζόμενο στο ουσιαστικό δίκαιο, τέτοιο, όμως, δεν προβλέπεται στην ουσιαστικού περιεχομένου διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ στην περίπτωση της διεκδικητικής αγωγής, όσο και κατά το μέρος που συνδέονται με την παύση μελλοντικής διατάραξης, καθώς το τελευταίο ως κύριο αίτημα είναι μη νόμιμο. Αλλά και ως διεκδικητική η παραπάνω αγωγή είναι αόριστη, καθώς οι ενάγουσες ως στηρίζουσες το δικαίωμα κυριότητάς τους σε κληρονομική εκ διαθήκης διαδοχή, αναφέρουν απλώς ότι έχουν αποδεχθεί την επαχθείσα σε αυτές εκ διαθήκης κληρονομία της μητέρας τους και κυρίας του διεκδικούμενου ακινήτου, χωρίς, ωστόσο, να διαλαμβάνεται στην αγωγή η περί αποδοχής δήλωση τους και, πολύ περισσότερο, η μεταγραφή αυτής. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η παραπάνω αγωγή, μόνο εκ της επισκόπησης του δικογράφου αυτής και πριν τον έλεγχο της όποιας ουσιαστικής της αβασιμότητας, είναι το μεν αόριστη, το δε νομικά αβάσιμη και, ως εκ τούτου είναι προφανώς αβάσιμη, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 220 § 2 ΚΠολΔ. Κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να διαταχθεί η διαγραφή της υπ’ αριθμ. κατάθεσης 1816/14-8-1973 αγωγής, που εγγράφηκε στις 4-9-1973 στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 92 ΅ε αριθμό 154, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, διάταξη περί δικαστικών εξόδων δε θα διαληφθεί, καθώς οι αιτούντες με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους ζητούν να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα, αίτημα που κατά την κρίση του Δικαστηρίου συνιστά νόμιμη παραίτηση από το στην υπό κρίση αίτησή τους περιεχόμενο αίτημα περί καταδίκης του καθ’ ου σε αυτά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ με την παρουσία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διαγραφή από τα βιβλία διεκδικήσεων της υπ’ αριθμ. κατάθεσης 1816/14-8-1973 αγωγής, που εγγράφηκε στις 4-9-1973 στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 92 ΅ε αριθμό 154.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις … Μαΐου 2012.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: