ΑΡΤΙΟΤΗΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ΠΟΛΕΩΣ - ΥΘΑΙΡΕΤΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ ΕΝΝΟΙΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ - ΑΛΛΑΓΗ ΧΡΗΣΗΣ ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ - ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΕΠΙΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΤΙΜΑ - ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ - ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ - ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ – ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ «Η ΔΙΑΘΕΣΗ» - ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΠΩΛΗΣΗΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥ - ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ - ΑΚΙΝΗΤΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΕΓΕΡΘΕΙ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ 1-8-1955 - ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΔΟΤΗΣΗΣ - ΥΔΡΟΔΟΤΗΣΗΣ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥ – ΕΚΘΕΣΗ ΑΥΤΟΨΙΑΣ – ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗΣ ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΓΙΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ – ΕΝΔΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ - ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ - ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ - ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ - ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚ. ΑΔΕΙΑΣ - ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ – ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

Πρωτοδικείο Μεσολογγίου - Απόφαση 63/2013 (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων, ΑσΜ 482/2012) (Size: 0 bytes) Η ρύθμιση περί διαθεσιμότητας υπαλλήλων του δημοσίου τομέα (βάσει του ν. 4093/2012) κρίνεται αντισυνταγματική λόγω παραβίασης των αρχών της αναλογικότητας, της αξιοκρατίας και της ορθολογικής διάθρωσης των υπηρεσιών του Δημοσίου καθώς και λόγω απουσίας εμπεριστατωμένης μελέτης για τις ανάγκες της υπηρεσίας. Δεκτά τα ασφαλιστικά μέτρα λόγω βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας.
 ΑΡΤΙΟΤΗΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ΠΟΛΕΩΣ
«…Σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 2 του Ν. 1577/1985 (ΓΟΚ (άρθρ. 242 ΚΒΠΝ) «γήπεδο είναι η συνεχόμενη έκταση γης που αποτελεί αυτοτελές και ενιαίο ακίνητο και ανήκει σε ένα ή σε περισσότερους κυρίους εξ αδιαιρέτου». Επειδή, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως αυτοτελές και ενιαίο, και συνεπώς άρτιο και οικοδομήσιμο ...
κατά τις αναφερθείσες διατάξεις του π.δ. 24/1985 (εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις), θεωρείται το γήπεδο το οποίο ή είναι ανεξάρτητο και αυθύπαρκτο εξ αρχής, υπό την έννοια ότι συνιστά συνεχόμενη έκταση γης που δεν διασπάται από μεσολαβούσες ιδιοκτησίες τρίτων ή κοινόχρηστους χώρους και ανήκει σε ένα ή και σε περισσότερους εξ αδιαιρέτου, ή αποκτά την ιδιότητα αυτή της ατομικότητας στη συνέχεια με νόμιμο τρόπο (συνένωση, κατάτμηση με διανομή ή πώληση, δωρεά, με διάνοιξη κοινόχρηστου χώρου κ.λ.π.).

Νόμιμο δε τρόπο αποκτήσεως αυτοτέλειας και ενιαίου ενός τμήματος γηπέδου προερχόμενου από μεγαλύτερο ανεξάρτητο και αυθύπαρκτο δεν συνιστά εν πάση περιπτώσει, υπό την έννοια των κρισίμων εν προκειμένω αναφερθεισών πολεοδομικών διατάξεων για την εκτός σχεδίου δόμηση, η αποτύπωση του μείζονος από συνένωση (βλ. και Απ. Γεωργιάδη ΝοΒ 1986/661 και ΣτΕ 369/2002) γηπέδου σε σχετικό τοπογραφικό σχεδιάγραμμα και η διαίρεσή του με αυτό σε μικρότερα τεμάχια με τη χάραξη (στο σχεδιάγραμμα τούτο) των αντίστοιχων τοπογραφικών στοιχείων και την καταχώρηση των στοιχείων αυτών σε σχετικό συμβόλαιο, συνοδευόμενη με σχετικές δηλώσεις αναγνωρίσεώς τους από τον (ή τους) ιδιοκτήτη (ή ιδιοκτήτες) περί αυτοτέλειας και ενιαίου των μερικότερων αυτών νέων τεμαχίων με τη μεταβίβαση ποσοστού εξ αδιαιρέτου μερικών από αυτά σε τρίτους (πρβλ. Σ.Ε. 28456/1994 και ΕφΑθ. 8211/2002, 7334/2001 και 3482/1991 ΝΒ 92/81)…» (ΔΕφΧαν 59/2005, ΤΝΠ ΔΣΑ)

«…κατά το άρθρο 162 παρ. 1 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν., π.δ. της 14/27.7.1999, Δ' 580), με το οποίο ρυθμίζονται οι γενικοί όροι και περιορισμοί δομήσεως εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, «1. Η δόμηση εκτός των αναφερόμενων στο άρθρο 181 ζωνών υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 160 (δηλαδή σε «έγκριση όρων και περιορισμών δόμησης»), οι οποίοι καθορίζονται με π.δ/τα που εκδίδονται μετά γνώμη του Κ.Σ.Χ.Ο.Π. Οι περιορισμοί αυτοί αποσκοπούν στην παρεμπόδιση δημιουργίας συνοικισμών χωρίς να έχει προηγουμένως εγκριθεί το σχέδιό τους...». Εξειδικεύοντας την ως άνω επιταγή παρεμποδίσεως της δημιουργίας οικισμών χωρίς σχέδιο, ο Κ.Β.Π.Ν. θεσπίζει, στις επόμενες παραγράφους, αποδίδοντας το περιεχόμενο των αντίστοιχων διατάξεων του π.δ/τος της 24/31. 5.1985 «Τροποποίηση των όρων δόμησης ... γηπέδων εκτός ... σχεδίων πόλεων...» (Δ’ 270), τους σχετικούς περιορισμούς.

Ειδικότερα, με την παρ. 2 του ως άνω άρθρου 162 ορίζεται ότι, «2. Οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων που βρίσκονται εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή εκτός των ορίων των νόμιμα υφισταμένων πριν από το έτος 1923 οικισμών που στερούνται ρυμοτομικού σχεδίου ... καθορίζονται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά για κάθε περιοχή από ειδικές διατάξεις, ως εξής: α) ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου τέσσερις χιλιάδες (4.000) τ.μ. ...», με την παρ. 3 ότι, «3. Το μέγιστο ποσοστό κάλυψης των γηπέδων ορίζεται σε δέκα τοις εκατό (10%) της επιφανείας τους», με την παρ. 4 ότι,
«4. Το κτίριο που ανεγείρεται εντός του γηπέδου πρέπει να είναι ενιαίο. Επιτρέπεται η διάσπαση αυτού σε περισσότερα κτίρια μόνο μετά από γνώμη της αρμόδιας Ε.Π.Α.Ε.» και με την παρ. 6 ότι, «6. Ο μέγιστος συντελεστής δόμησης των γηπέδων ορίζεται σε δύο δέκατα (0,2)». Εξ άλλου, ειδικώς για την ανέγερση κατοικιών, ο Κ.Β.Π.Ν., στο άρθρο 167 ορίζει ότι, «1. Για την ανέγερση κατοικιών εφαρμόζονται και οι παρακάτω ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης, επιπλέον των όσων αναφέρονται στο άρθρο 162

α) στα γήπεδα επιτρέπεται η ανέγερση περισσότερων από μία οικοδομών μετά από γνώμη της Ε.Π.Α.Ε.,

β) η μέγιστη επιτρεπόμενη επιφάνεια του κτιρίου καθώς και η συνολική επιφάνεια των ορόφων δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει:

- για γήπεδα εμβαδού μέχρι τεσσάρων χιλιάδων (4.000) τ.μ., τα διακόσια (200) τ.μ.

- για γήπεδα εμβαδού μεγαλύτερου των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) τ.μ. μέχρι και οκτώ χιλιάδες (8.000) τ.μ., για μεν τα πρώτα τέσσερις χιλιάδες (4.000) τ.μ. τα διακόσια (200) τ.μ. για δε τα υπόλοιπα επιφάνεια ίση με το γινόμενο του υπόλοιπου εμβαδού του γηπέδου επί το συντελεστή δόμησης δύο εκατοστά (0,02)...».


Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς του άρθρου 242 του Κ.Β.Π.Ν., που αποδίδει το περιεχόμενο του άρθρου 2 του Γ.Ο.Κ. (ν. 1577/1985, Α" 210), «...13. Οικόπεδο είναι κάθε γήπεδο, που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ή μέσα στα όρια οικισμού χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο», ενώ, κατά τα άρθρα 243 και 245 του Κ.Β.Π.Ν., για να είναι οικοδομήσιμο ένα οικόπεδο πρέπει να έχει πρόσωπο, δηλαδή όριο προς κοινόχρηστο χώρο. Ειδικώς για την δόμηση ευρύτερων, εμβαδού άνω των πενήντα (50) στρεμμάτων, ιδιωτικών εκτάσεων, που ευρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμών, ο νομοθέτης, με το άρθρο 24 του ν. 2508/1997 (Α' 124), παρέχει το μέσον του προηγούμενου καθορισμού τους ως περιοχών ειδικά ρυθμιζόμενης πολεοδόμησης (Π.Ε.Ρ.Π.Ο), μετά τήρηση, βεβαίως, των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η έγκριση πολεοδομικής μελέτης. Από τις ανωτέρω διατάξεις, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται στην προσήκουσα διαμόρφωση, ανάπτυξη, πολεοδόμηση και επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικώς περιοχών, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβιώσεως, συνάγεται ότι ο νομοθέτης, κοινός και συνταγματικός, επιχειρεί, από πλευράς δυνατότητος δομήσεως, μία θεμελιώδη διαφοροποίηση μεταξύ των περιοχών των αναπτυσσομένων με βάση οργανωμένο πολεοδομικό σχέδιο οικισμών και των εκτός σχεδίου περιοχών, οι οποίες δεν έχουν ως προορισμό, κατ' αρχήν, την δόμηση ή την τουριστική εκμετάλλευση, αλλά την γεωργική ή δασοπονική εκμετάλλευση καθώς και την αναψυχή του κοινού (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3135/2002 κ.ά.).

Στην μεν πρώτη κατηγορία περιοχών, που προορίζονται προς δόμηση, αυτή επιτρέπεται με μόνη προϋπόθεση την τήρηση των ορισμών του σχεδίου πόλεως και των όρων και περιορισμών δομήσεως που το συνοδεύουν. Στην δεύτερη, όμως, κατηγορία περιοχών, εν όψει του ότι δεν είναι δυνατόν, από την φύση τους και την έλλειψη πολεοδομικής οργανώσεώς τους, να εξασφαλισθή η τήρηση των κατά τα ανωτέρω συνταγματικών σκοπών, η δόμηση μόνον κατ' εξαίρεση επιτρέπεται, δυναμένη και να απαγορεύεται εν όλω ή εν μέρει ή να επιτρέπεται υπό ιδιαιτέρως αυστηρούς όρους και περιορισμούς, προσαρμοσμένους στην ιδιαίτερη φύση κάθε περιοχής. Οι όροι δε, πάντως, αυτοί δεν επιτρέπεται να είναι ευνοϊκότεροι από τους ισχύοντες για τις εντός
σχεδίου περιοχές ούτε επιτρέπεται να οδηγούν, κατ' αποτέλεσμα, στην δημιουργία οικισμών χωρίς σχέδιο πόλεως. Κατά τις διατάξεις, ειδικότερα, αυτές, η κατ' εξαίρεση επιτρεπομένη σε εκτός σχεδίου περιοχές δόμηση πρέπει να γίνεται, τηρουμένων όλων των λοιπών νομίμων περιορισμών, σε γήπεδα που πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, δηλαδή σε ακίνητα, τα οποία αποτελούν αφ' ενός μεν συνεχόμενες εκτάσεις γης, υπό την έννοια ότι η συνέχειά τους δεν διασπάται από μεσολαβούσες ιδιοκτησίες τρίτων ή χώρους ανήκοντες στην κοινή χρήση, αφ' ετέρου δε ανήκουν στην κυριότητα ενός προσώπου ή πλειόνων προσώπων εξ αδιαιρέτου.

Η κρίση δε της Διοικήσεως περί του ότι ορισμένη εκτός σχεδίου πόλεως έκταση αποτελεί γήπεδο, υπό την εκτεθείσα έννοια, πρέπει να διατυπώνεται βάσει των ανωτέρω δεδομένων, χωρίς να ασκούν επιρροή, από την άποψη τηρήσεως των περί δομήσεως δημοσίου δικαίου διατάξεων, οι κατά το ιδιωτικό δίκαιο δηλώσεις ή η συμπεριφορά των ενδιαφερομένων (πρβλ. ΣτΕ 2845/1994). Δεδομένου δε ότι οι ως άνω περιοριστικές της δομήσεως διατάξεις αποβλέπουν πρωτίστως στην διαφύλαξη του κατά τα εκτεθέντα ιδιαίτερου χαρακτήρα των εκτός σχεδίου περιοχών, καθώς και ότι η κατάτμηση ενιαίου, κατά τα ανωτέρω, γηπέδου σε μικρότερα συνεπάγεται την δυνατότητα δομήσεώς του υπό ευνοϊκότερους για τον δομούντα όρους αλλά και την δυνατότητα δημιουργίας, με τον τρόπο αυτόν, οικισμών χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως, δεν είναι νόμιμη η έκδοση οικοδομικών αδειών για δόμηση σε γήπεδα που έχουν προκύψει από κατάτμηση ενιαίου γηπέδου, ανεξαρτήτως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των δημιουργούμενων με την βούληση του αρχικού ιδιοκτήτη νέων επί μέρους ιδιοκτησιών, όταν με αυτήν καθίσταται δυνατή, κατά τις παρούσες συνθήκες, η άμεση ή έμμεση δημιουργία οικιστικού συνόλου χωρίς προηγούμενη έγκριση σχεδίου οργανωμένης δομήσεως του. Η μορφή αυτή εντατικής οικιστικής εκμεταλλεύσεως εκτός σχεδίου περιοχών σημαντικού εμβαδού επιτρέπεται μόνον μετά από έγκριση, κατά τους όρους του νόμου, σχεδίου πόλεως ή μετά τον καθορισμό της περιοχής ως Π.Ε.Ρ.Π.Ο.

Εξ άλλου, εν πάση περιπτώσει, για την υπό τις ανωτέρω συνθήκες δόμηση εκτός σχεδίου περιοχών σημαντικού εμβαδού απαιτείται και η τήρηση των διατάξεων της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ειδικότερα δε των διατάξεων για την εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον…» (ΣτΕ 2657/2007, ΝΟΜΟΣ).

ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ

ΕΝΝΟΙΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ


«…Κατά το άρθρο 22 του ν. 1577/1985, αυθαίρετο είναι το έργο που κατασκευάζεται είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβασή της, ή με βάση ανακληθείσα τέτοια άδεια. Από την ανωτέρω διάταξη του, ως ισχύει, άρθρου 17 παρ. 8 ν. 1337/83, συνάγεται, ότι δράστης της παραβάσεως του α' εδαφίου αυτής μπορεί να είναι μόνον ο εκ προθέσεως προβαίνων στην κατασκευή αυθαιρέτου έργου, οπότε τιμωρείται με τις στο εδάφιο αυτό απειλούμενες, ως άνω, διαζευκτικές ποινές, ενώ, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, είτε από δόλο είτε από αμέλεια, υπαίτιος καθίσταται εκείνος  που έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτης, εντολέας κλπ)…» (ΑΠ 921/2008 (Ποιν) ΠοινΛόγος 2008/586, ΝΟΜΟΣ).

«…στο άρθρο 22 του προαναφερόμενου νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 του ν. 2831/2000 ορίζεται ότι :1...23. Κάθε κατασκευή που  εκτελείται



α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή

β) καθ' υπέρβαση της άδειας ή

γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή

δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983 όπως ισχύουν.

Αυθαίρετη κατά το προηγούμενο εδάφιο κατασκευή, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά τον χρόνο κατασκευής της, είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί ύστερα από έκδοση ή αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας…» (ΔΕφΛαρ 494/2004, ΝΟΜΟΣ)  (ΔΕφΘεσ 240/2001 ΔΔίκη 2001, τ. 13, σελ. 688, ΝΟΜΟΣ).

«…Κατά την παρ. 8 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 13 του άρθρου 3 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή  εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του  τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δρχ. ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ., κατά δε το άρθρο 22 του ν. 1577/1985, αυθαίρετο είναι το έργο που  κατασκευάζεται είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβασή της ή με βάση ανακληθείσα τέτοια άδεια. Από την ανωτέρω διάταξη του, ως ισχύει, άρθρου 17 παρ. 8 ν. 1337/1983, συνάγεται ότι δράστης της παραβάσεως του α' εδαφίου αυτής μπορεί να είναι μόνον ο εκ προθέσεως προβαίνων στην κατασκευή αυθαιρέτου έργου, οπότε τιμωρείται με τις στο εδάφιο αυτό απειλούμενες, ως άνω, διαζευκτικές ποινές ενώ και στις δύο περιπτώσεις, είτε από δόλο είτε από αμέλεια υπαίτιος καθίσταται εκείνος που έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτης, εντολέας κλπ.).

Περαιτέρω η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 1 ΠΔ 5/12 Ιουλίου 1983 για το χαρακτηρισμό ενός κτίσματος ως αυθαιρέτου αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή των προβλεπομένων διοικητικών κυρώσεων, όχι όμως και για την άσκηση ποινικής δίωξης και την τιμωρία των υπευθύνων και συνεπώς δεν συνιστά εξωτερικό όρο του αξιοποίνου του εγκλήματος της κατασκευής αυθαιρέτου (Ολ.ΑΠ.33/1990)…» (ΑΠ 371/2009, ΤΝΠ ΔΣΑ)

ΑΛΛΑΓΗ ΧΡΗΣΗΣ ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ

«…κατά το άρθρο 5 παρ/φοι 1 και 2 του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), δεν επιτρέπεται να μεταβάλλονται η σύμφωνα με την οικοδομική άδεια χρήση του κτιρίου ή μέρους αυτού και οι διαστάσεις των χώρων κοινής χρήσης χωρίς προηγούμενη σχετική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, εφόσον η μεταβολή αυτή θίγει τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, η παράβαση δε της προηγούμενης παραγράφου συνεπάγεται την εφαρμογή των διατάξεων για τις αυθαίρετες κατασκευές, ενώ, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου, κάθε αλλαγή της χρήσης κτιρίου ή τμήματός του κατά παράβαση του άρθρου 5 είναι αυθαίρετη, στην περίπτωση δε αυτή εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως ισχύει, μόνο ως προς την επιβολή προστίμου, αλλά αν για την αλλαγή της χρήσης έχουν εκτελεστεί δομικές κατασκευές, εκτός από την επιβολή προστίμου διατάσσεται και η κατεδάφισή τους.

Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι, η αλλαγή χρήσης τμήματος κτιρίου, χωρίς την προβλεπόμενη ειδική άδεια, είναι αυθαίρετη, και επιφέρει, σε κάθε περίπτωση, την επιβολή των κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 1337/1983 προστίμων. Από το συνδυασμό όμως των πιο πάνω διατάξεων με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 22 του ν. 1577/1985 συνάγεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί προϋπόθεση, για να κηρυχθούν κατεδαφιστέες δομικές κατασκευές με τις οποίες πραγματοποιήθηκε η αλλαγή χρήσης, η διαπίστωση εκ μέρους της πολεοδομικής αρχής ότι η αλλαγή αυτή αποτελεί παράβαση ουσιαστικής πολεοδομικής διάταξης". Aντιθέτως, αν με την αλλαγή της χρήσης δεν παραβιάζεται πολεοδομική διάταξη ισχύουσα κατά το χρόνο διενέργειας του ελέγχου, η πολεοδομική αρχή οφείλει, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των προβλεπομένων στην παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 1577/1985 να ειδοποιήσει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο για υποβολή των αναγκαίων στοιχείων για την έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης και αν μεν ο ενδιαφερόμενος συμμορφωθεί επιβάλλονται μόνον τα μνημονευθέντα ήδη πρόστιμα, άλλως κινείται η διαδικασία χαρακτηρισμού ως κατεδαφιστέων των κατασκευών, με τις οποίες πραγματοποιήθηκε η αλλαγή χρήσης, με τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης αυτοψίας".

Εν όψει όλων αυτών προκειμένου η πολεοδομική αρχή να χωρήσει νομίμως, επί αλλαγής χρήσης τμήματος κτιρίου, στη σύνταξη της κατά το Π.Δ/γμα της 5/12.7.1983 έκθεσης αυτοψίας, θα πρέπει να περιέχεται στη συντασσόμενη έκθεση αυτοψίας ή στην επί της ενστάσεως εκδιδόμενη απόφαση, ότι με την πιο πάνω αλλαγή χρήσης στοιχειοθετείται παράβαση συγκεκριμένης ουσιαστικής πολεοδομικής διάταξης, είτε να βεβαιώνεται ή να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ότι προηγήθηκε της έκθεσης αυτοψίας έγγραφη ειδοποίηση προς τον ενδιαφερόμενο για υποβολή στοιχείων προς έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης και πάροδος της σχετικής δίμηνης προθεσμίας τέλος, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις συντάσσεται η κατά το Π.Δ/γμα της 5/12.7.1983, έκθεση αυτοψίας και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η διαπιστούμενη αλλαγή χρήσης επήλθε χωρίς την ανέγερση δομικών κατασκευών" στην τελευταία αυτή περίπτωση, η άπρακτη πάροδος της δεκαήμερης προθεσμίας για την άσκηση ένστασης κατά της έκθεσης αυτοψίας ή η απόρριψη της ένστασης από την αρμόδια επιτροπή, συνεπάγονται την υποχρεωτική αποκατάσταση, με το εκάστοτε κατάλληλα μέσο, της προβλεπόμενης στην οικεία οικοδομική άδεια χρήσης (ΣτΕ 1600/1994)…» (ΑΠ 134/2006, ΝΟΜΟΣ).

ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΕΠΙΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΤΙΜΑ

«…επί αυθαίρετης αλλαγής χρήσεως, ο κύκλος των προσώπων στους οποίους δύναται να επιβληθεί το πρόστιμο και ο βαθμός ευθύνης αυτών καθορίζεται από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 (Σ.τ.Ε 4227/1996). Περαιτέρω, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, σε περίπτωση αυθαίρετης αλλαγής της χρήσεως κτιρίου ή τμήματος αυτού, εάν το κτίριο ή το τμήμα αυτού στο οποίο διαπιστώνεται η αυθαίρετη αλλαγή της χρήσεως, έχουν εκμισθωθεί από τον κύριο, το αρμόδιο όργανο δύναται να επιβάλει το πρόστιμο εις βάρος είτε του κυρίου, είτε του μισθωτή – εις βάρος του δευτέρου υπό την ιδιότητά του ως κατόχου – ή και εις βάρος αμφοτέρων, ενώ, σε κάθε περίπτωση, ο κάθε ένας ευθύνεται εις ολόκληρο για την καταβολή του προστίμου (ΣτΕ 3011/2004).

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ

«…Η διαπίστωση παράνομης μεταβολής χρήσεως κτιρίου ή τμήματος του, στην οποία κατά πάσα περίπτωση προβαίνει ύστερα από αυτοψία η αρμόδια κατά τόπο πολεοδομική αρχή, συνεπάγεται αφενός μεν την σφράγισή του, αφετέρου δε το χαρακτηρισμό του ως αυθαίρετου και την εντεύθεν επιβολή των κυρώσεων της παρ. 4 του άρθρου 22 του ΓΟΚ 1985. Περαιτέρω, κατά τις αυτές διατάξεις, αν γνωστοποιηθή στην αρμόδια αρχή ότι έχει επέλθει παράνομη μεταβολή χρήσεως χώρων κτιρίου η Διοίκηση οφείλει να επιληφθή κατά την προβλεπομένη από το νόμο διαδικασία και, αν διαπιστώση παράνομη χρήση, να επιβάλη τις ανωτέρω κυρώσεις. Τούτου έπεται ότι η Διοίκηση παραλείπει νόμιμη οφειλόμενη ενέργεια εάν αδρανήσει μετά την υποβολή σχετικής αιτήσεως καθώς και αν, αφού χαρακτηρίσει κτίριο ή τμήμα του αυθαίρετο, δεν επιβάλει τη σφράγισή του, αλλά περιορισθή στις υπόλοιπες κυρώσεις, δηλαδή εκείνων της παρ. 4 του άρθρου 22 του ΓΟΚ 1985…» (ΣτΕ 2315/2002, ΝΟΜΟΣ).

«…κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διαπίστωση παράνομης κατασκευής κτιρίου ή τμήματός του, στην οποία κατά πάσα περίπτωση προβαίνει ύστερα από αυτοψία η αρμόδια κατά τόπο πολεοδομική αρχή, συνεπάγεται το χαρακτηρισμό του ως αυθαιρέτου και την εντεύθεν επιβολή των αυτόθι προβλεπόμενων κυρώσεων. Περαιτέρω, κατά τις αυτές διατάξεις, αν γνωστοποιηθεί στην αρμόδια αρχή ότι υφίσταται παρανομία σε κατασκευαζόμενη οικοδομή ή σε τμήμα αυτής η Διοίκηση οφείλει να επιληφθεί κατά την προβλεπομένη από το νόμο διαδικασία και, αν διαπιστώσει παράνομη κατασκευή, να επιβάλει τις ανωτέρω κυρώσεις. Τούτου έπεται ότι η Διοίκηση παραλείπει νόμιμη οφειλόμενη ενέργεια εάν αδρανήσει μετά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον ενδιαφερόμενο (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2315/2002)…» (ΔΕφΠειρ 293/2005 ΠειρΝομ 2005, σελ. 300, ΝΟΜΟΣ) (ΣτΕ 3720/2005, ΝΟΜΟΣ) .

ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ

«…στα άρθρα 1 έως 8 του π.δ/τος 267/1998, «Διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαιρέτων κατασκευών, τρόπος εκτίμησης της αξίας και καθορισμός του ύψους των προστίμων αυτών», (Α' 195), ρυθμίζονται θέματα χαρακτηρισμού και κατεδάφισης, άμεσης ή κατόπιν διαδικασίας, των αυθαιρέτων κατασκευών, στο δε άρθρο 9 του ν. 3212/2003 (Α' 308), το οποίο φέρει τον τίτλο «Ρυθμίσεις για την επιβολή προστίμων και τον έλεγχο σε αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές», ορίζεται ότι «1. [...] 8. Αν η αρμοδιότητα για την κατεδάφιση αυθαίρετων κτισμάτων ή την αφαίρεση παράνομων διαφημιστικών πλαισίων, υπαίθριων διαφημίσεων ή επιγραφών και την επιβολή προστίμου γι' αυτά ανήκει στους Ο.Τ.Α. α' ή β' βαθμού, ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Περιφέρειας μπορεί να τάσσει στον αρμόδιο Ο.Τ.Α. προθεσμία μέχρι τριάντα ημέρες, προκειμένου να εκδοθεί ή να εκτελεστεί η διοικητική πράξη για την κατεδάφιση του αυθαιρέτου ή την αφαίρεση της παράνομης διαφήμισης ή της επιγραφής και των πλαισίων τους ή την επιβολή προστίμου ή να ανακληθεί παράνομη πράξη που εκδόθηκε. Μετά την πάροδο της προθεσμίας, η Περιφέρεια καθίσταται αποκλειστικά αρμόδια για την έκδοση της σχετικής πράξης ή την κατεδάφιση ή την αφαίρεση ή την ανάκληση της παράνομης πράξης. [...]». Εξ άλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (Α' 268), όπως αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2721/ 1999 (Α' 112) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2944/2001 (Α' 222), ορίζεται ότι «Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: α) [...], η) το χαρακτηρισμό κτισμάτων ή κατασκευών ως αυθαίρετων και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση, θ) [...]».

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι η εκδίκαση αιτήσεως ακυρώσεως, με την οποία ζητείται η ακύρωση της αρνήσεως της Διοικήσεως, ρητής ή τεκμαιρομένης, να κινήσει τη διαδικασία, την οποία διαγράφουν οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 9 του ν. 3212/2003, προκειμένου να κατεδαφισθεί ορισμένη κατασκευή που έχει κριθεί οριστικώς ως αυθαίρετη και κατεδαφιστέα, υπάγεται στην αρμοδιότητα του κατά τόπον αρμόδιου τριμελούς διοικητικού εφετείου, λόγω του παρακολουθηματικού, κατά το νόμο, χαρακτήρα της διαδικασίας αυτής εν σχέσει προς την διαδικασία χαρακτηρισμού της κατασκευής ως αυθαίρετης και κατεδαφιστέας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 4318/2005, 1235/2005, 88/2004 κ.ά.)…» (ΣτΕ 1163/2007, ΝΟΜΟΣ).

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ – ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ «Η ΔΙΑΘΕΣΗ»

«…Κατά το άρθρο 17 παρ/φοι 1 και 10 του ν. 1337/1983 "επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων κλπ", "τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει που ανεγείρονται μετά την 31 Ιανουαρίου 1983 εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923 καθώς και όσα δεν εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιονδήποτε τρόπο (παρ. 1). Πριν από την κατεδάφιση των κατεδαφιστέων
αυθαιρέτων του άρθρου αυτού δεν επιτρέπεται:

α) η μεταβίβασή τους ή η σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων σ' αυτά ή στο οικόπεδο, πάνω στο οποίο κατασκευάστηκαν. Κάθε μεταβίβαση που γίνεται κατά παράβαση των ανωτέρω θεωρείται αυτοδίκαια και εξαρχής άκυρη,

β) η σύνδεσή τους με τα δίκτυα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, ύδρευσης, αποχέτευσης και τηλεπικοινωνιών (παρ. 10)".

Κατά το άρθρο δε 15 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως το δεύτερο εδάφιό της αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 6 του ν. 1512/1985, "Αναστέλλεται η κατεδάφιση των αυθαίρετων κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί μέχρι 31.1.1983 και που βρίσκονται σε περιοχές εντός ή εκτός σχεδίου πόλης ή εντός οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, αν οι ιδιοκτήτες τους υποβάλουν εμπρόθεσμα τις δηλώσεις που προβλέπονται από τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου αυτού. Για τα εκτός σχεδίου αυθαίρετα η αναστολή από την κατεδάφιση ισχύει μέχρι να ρυθμιστεί η χρήση γης της περιοχής όπου βρίσκεται και κριθεί η οριστική διατήρηση ή όχι κάθε συγκεκριμένου αυθαιρέτου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι η κατά την παρ/φο 10 απαγόρευση της μεταβιβάσεως, πριν από την κατεδάφισή τους, των αυθαίρετων κτισμάτων ή κατασκευών εν γένει ή συστάσεως εμπράγματων δικαιωμάτων επ' αυτών ή επί του οικοπέδου επί του οποίου έχουν κατασκευαστεί, όπως και η, ως κύρωση, για την παράβαση της απαγορεύσεως αυτής, οριζόμενη από την ίδια διάταξη, αυτοδίκαιη και εξαρχής ακυρότητα της οικείας δικαιοπραξίας, αναφέρεται όχι μόνο στα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει, που ανεγείρονται μετά την 31 Ιανουαρίου 1983, αλλά και σε εκείνα που έχουν ανεγερθεί πριν από τη χρονολογία αυτή, για τα οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 15 του αυτού ν. 1337/1983 και κατά τις διατάξεις αυτού δεν εξαιρούνται της κατεδαφίσεως (ΑΠ 304/88). Κατά λογική ακολουθία, δεν ισχύει η απαγόρευση της μεταβιβάσεως και δεν είναι άκυρη η οικεία δικαιοπραξία, όταν πρόκειται για αυθαίρετα κτίσματα, τα οποία έχουν μεν ανεγερθεί εκτός σχεδίου μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1983, αλλ' έχει ανασταλεί η κατεδάφισή τους. Ως αυθαίρετα όμως κτίσματα ή κατασκευές, κατά την έννοια της ανωτέρω απαγορευτικής διατάξεως, προδήλως θεωρούνται τα οικοδομήματα και εν γένει κατασκευές, που έχουν ανεγερθεί κατά παράβαση των οικείων πολεοδομικών διατάξεων, έχουν δε αυτοτελή ύπαρξη και είναι δεκτικά μεταβιβάσεως σε τρίτους ή συστάσεως εμπράγματων επ’ αυτών δικαιωμάτων, κατά τις οικείες διατάξεις του ΑΚ ή το ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" (ΑΠ 304/88).

Επομένως, η κατά τα προεκτιθέμενα απαγόρευση της διαθέσεως ή συστάσεως εμπράγματου δικαιώματος δεν εκτείνεται και στα οικοδομήματα εκείνα, τα οποία έχουν εξαιρεθεί από την κατεδάφιση, αλλά μεταγενεστέρως έγιναν εντός αυτών, για την καλύτερη εξυπηρέτηση του σκοπού τους, για τον οποίο προορίζονταν από κατασκευής τους, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες, χωρίς και πάλιν την απαιτούμενη προς τούτο οικοδομική άδεια, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, το εκ νέου αυθαίρετο περιορίζεται σε μόνη τη χωρίς άδεια διαρρύθμιση ή προσθήκη, η οποία και μόνο υπόκειται πλέον σε αυτοτελή κατεδάφιση, αν δεν ήθελε νομιμοποιηθεί ή δεν συντρέχει περίπτωση νομιμοποιήσεώς της, η οποία (κατεδάφιση) είναι ανεξάρτητη από την τελική τύχη του ήδη εξαιρεθέντος από αυτήν αρχικού κτίσματος (πρβλ. ΑΠ 304/88)…» (ΑΠ 533/2007, ΤΝΠ ΔΣΑ). Καταδίκη του εργολάβου για απάτη κατ’ εξακολούθηση, διότι παραπλάνησε τους υπαλλήλους της αρμόδιας πολεοδομίας προκειμένου να εκδόσουν παράνομη άδεια. «…η οικοδομή είχε επεκταθεί καθ’ ύψος πέραν του επιτρεπόμενου ανωτάτου ορίου και επομένως ήταν παράνομη και κατεδαφιστέα…». Ο εργολάβος απέκρυψε από τους αγοραστές την αλήθεια, την οποία ο ίδιος γνώριζε και την οποία αν οι παραπάνω αγοραστές γνώριζαν, δεν θα προέβαιναν στην αγορά των οριζόντιων αυτών ιδιοκτησιών.

Η μεταβίβαση είναι αυτοδικαίως άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 10 του Ν. 337/1983. Ο εργολάβος εκμεταλλευόμενος το γεγονός, ότι είχε κατορθώσει να λάβει την παράνομη άδεια και ότι είχε κατασκευάσει οικοδομή ακόμη και καθ’ υπέρβαση της παράνομης αυτής άδειας, σε γνώση του και με σκοπό να περιποιήσει ουσιαστικώς στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία των αγοραστών, διαβεβαίωσε αυτούς, ότι, η οικοδομή ήταν νόμιμη και έτσι τους έπεισε να συμφωνήσουν στην αγορά των διαμερισμάτων και να του καταβάλουν το συμφωνηθέν τίμημα. Κατά συνέπεια οι παραπάνω αγοραστές ζημειώθηκαν ο καθένας το ποσό που κατέβαλε για την αγορά ως τίμημα, αφού, λόγω της αυτοδικαίας ακυρότητας από την αρχή των μεταβιβάσεων αυτών, δεν έχουν αποκτήσει την κυριότητα επι των διαμερισμάτων, που έχουν αγοράσει. (ΑΠ 800/2006 (ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα) ΝοΒ 2006, τ. 54, σελ. 1575 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΠΠΑγρ 110/2005 ΧρΙΔ 2007, τ. Ζ, σελ. 44, ΝΟΜΟΣ).

«…η απαγόρευση της διαθέσεως ή συστάσεως εμπραγμάτου δικαιώματος, δεν εκτείνεται και στα οικοδομήματα εκείνα, τα οποία έχουν ανεγερθεί νομίμως, αλλά μεταγενεστέρως έγιναν εντός αυτών, για την καλύτερη εξυπηρέτηση του σκοπού τους, για τον οποίον προορίζονταν από κατασκευής τους, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες, χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο οικοδομική άδεια, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, το αυθαίρετο περιορίζεται σε μόνη την χωρίς άδεια διαρρύθμιση ή προσθήκη, η οποία και μόνο υπόκειται σε κατεδάφιση, αν δεν ήθελε νομιμοποιηθεί ή δεν συντρέχει περίπτωση νομιμοποιήσεώς της…» (ΑΠ 304/1988 ΝοΒ 1990, τ. 38, σελ. 59, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΙωαν 73/2006 ΝοΒ 2007, τ. 55, σελ. 376, Αρμ 2007, τ. ΞΑ, σελ. 227) (ΕφΘεσ 2007/2006, ΕπΔικΠολ 2006, σελ. 278).

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΠΩΛΗΣΗΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥ

«…Η ενάγουσα, επικαλούμενη έννομο συμφέρον της να αναγνωριστεί ότι η μεταβίβαση με το άνω συμβόλαιο στην εναγομένη και της αυθαίρετης κατασκευής είναι άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, ζήτησε να αναγνωριστεί ως άκυρο το άνω πωλητήριο συμβόλαιο, κατά το μέρος που περιλαμβάνει την κατά τα άνω αυθαίρετη κατασκευή. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 70 KΠoλ, 175, 180 ΑΚ και 17 § 10α Ν. 1337/1983, σύμφωνα με το, οποίο (τελευταίο), πριν από την κατεδάφιση των κατεδαφιστέων αυθαιρέτων δεν επιτρέπεται η μεταβίβασή τους ή η σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε αυτά ή στο οικόπεδο πάνω στο οποίο κατασκευάστηκαν, κάθε δε μεταβίβαση που γίνεται κατά παράβαση των ανωτέρω, θεωρείται αυτοδίκαια και εξαρχής άκυρη. Πρέπει να λεχθεί ότι η απαγόρευση διαθέσεως ή συστάσεως εμπραγμάτου δικαιώματος δεν εκτείνεται και στα οικοδομήματα εκείνα τα οποία έχουν ανεγερθεί νομίμως, αλλά μεταγενέστερα έγιναν σε αυτά προσθήκες χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο οικοδομική άδεια, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές το αυθαίρετο περιορίζεται σε μόνη της χωρίς άδεια διαρρύθμιση ή προσθήκη η οποία και μόνο υπόκειται σε κατεδάφιση αν δεν νομιμοποιηθεί ή δεν συντρέχει περίπτωση νομιμοποιήσεώς της (ΑΠ 304/1988 ΝοΒ 38. 59)…» (ΕφΑθ 2902/2001 ΕλλΔνη 2002, τ. 43, σελ. 190, ΝΟΜΟΣ).

ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ

«…η απαγόρευση της μεταβιβάσεως των αυθαιρέτων κτισμάτων, που θεσπίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 17 ν. 1337/1983, δεν αναφέρεται στις περιπτώσεις μεταβιβάσεως αυτών κατ’ ακολουθίαν αναγκαστικής επί αυτών εκτελέσεως…» (ΑΠ 265/2004, ΝΟΜΟΣ).

«…Όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών (άρθρο 17 παρ. 1 και 10 του Ν. 1337/1983) και το σκοπό που επιδιώχθηκε με αυτές, ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή της αυθαίρετης δόμησης από τους κυρίους ακινήτων, αφορά τις περιπτώσεις της εκούσιας εκποιήσεως αυτών υπό τούτων και όχι αυτές που γίνονται με άλλον τρόπο, όπως η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή η αναγκαστική εκτέλεση από πιστωτές του οφειλέτη κυρίου τους, αφού, υπό την αντίθετη εκδοχή, στην περίπτωση της αναγκαστικής εκτελέσεως, οι κύριοι αυτών θα μπορούσαν, με παράνομες ενέργειές τους, και δη με την ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος ή άλλης κατασκευής επί οικοπέδου ή γενικώς γηπέδου, να καταστήσουν αυτό αναπολλοτρίωτο, προς βλάβη των συμφερόντων των πιστωτών τους, πράγμα το οποίο προφανώς δεν ήθελε ο νομοθέτης…» (ΕφΑθ 8798/2002 ΕλλΔνη 2004, τ. 45, σελ. 213, ΝΟΜΟΣ).

«…Η μεταβίβαση, όμως, που επέρχεται, λόγω του αναγκαστικού πλειστηριασμού, δεν νομιμοποιεί το αυθαίρετο, αυτός δε που αποκτά την κυριότητά του με τον τρόπο αυτό υπόκειται στις δεσμεύσεις και τους περιορισμούς που προαναφέρθηκαν ως προς την περαιτέρω εκποίησή του…» (ΑΠ 265/2004 ΝοΒ 2005, τ. 53, σελ. 428, ΝΟΜΟΣ).

«…

α) Τα αυθαίρετα κτίσματα που αναγέρθηκαν μετά την 31.1.1983 μπορούν να μεταβιβαστούν με αναγκαστικό πλειστηριασμό, τον οποίο επισπεύδει το Δημόσιο, λόγω μη καταβολής των βεβαιωθέντων προστίμων από τον αυθαιρετούντα.

β) το ήδη βεβαιωθέν πρόστιμο διατήρησης, το οποίο αναπροσδιορίζεται κατ' έτος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 1337/83, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 7 εδ. α' του Ν. 2052/92), που αφορά το χρονικό διάστημα μέχρι την κατακύρωση του αναγκαστικού πλειστηριασμού, υπόχρεος να το καταβάλει είναι ο μέχρι τότε κύριος του αυθαιρέτου καθού επισπεύστηκε ο πλειστηριασμός, δύναται δε να επιδιωχθεί η είσπραξή του και από το πλειστηρίασμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΚΕΔΕ και του Κ.Πολ.Δ. Για το πρόστιμο όμως διατήρησης που αφορά το μεταγενέστερο της κατακύρωσης του πλειστηριασμού χρονικό διάστημα και μέχρι την κατεδάφιση ή την τυχόν νομιμοποίηση του αυθαιρέτου, υπόχρεος είναι ο υπερθεματιστής στον οποίο κατακυρώθηκε το ακίνητο επί του οποίου βρίσκεται το αυθαίρετο και του οποίου έγινε κύριος.

γ) Τα αυθαίρετα κτίσματα που αναγέρθηκαν μετά την 31.1.1983 μεταβιβάζονται με κληρονομική διαδοχή.

δ) Οι κληρονόμοι, ως καθολικοί διάδοχοι του διαθέτη, είναι υπόχρεοι για την καταβολή των προστίμων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Ν. 1337/83 μέχρι την κατεδάφιση ή την τυχόν νομιμοποίηση του αυθαιρέτου…

» (Γνμ ΝΣΚ 633/1997, ΝΟΜΟΣ).

ΑΚΙΝΗΤΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΕΓΕΡΘΕΙ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ 1-8-1955

«…Σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 15 του νόμου 1337/1983 "επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις", "Οι παραπάνω δηλώσεις" (εννοεί η διάταξη τις υπεύθυνες δηλώσεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου αυτού, τις οποίες οφείλει να υποβάλει τόσο ο κύριος ή συγκύριος αυθαίρετης κατασκευής στην αρμόδια Πολεοδομική Αρχή για αναστολή κατεδαφίσεως αυθαιρέτου και περαιτέρω νομιμοποίηση αυτού, όσο και ο αρμόδιος τεχνικός (συμπληρωματική υπεύθυνη δήλωση) ο οποίος έχει δικαίωμα υπογραφής ανάλογης μελέτης), δεν απαιτούνται για τα αυθαίρετα κτίσματα που ήδη έχουν δηλωθεί κατά τις διατάξεις του Α.Ν 410/1988 "περί αυθαιρέτων οικοδομικών κατασκευών" ή του Ν. 720/1977 "περί εξαιρέσεως
από της κατεδαφίσεως αυθαιρέτων κτισμάτων, επιβολής ειδικών τελών επί οικοδομικών εργασιών εκτελουμένων κατά τις διατάξεις του άρθρου 102 του ΝΔ
Β/1973 και του άρθρου 1 του ΑΝ 395/1968 και ρυθμίσεις ετέρων πολεοδομικών θεμάτων", ή έχουν ανεγερθεί πριν από την ισχύ του ΒΔ από 1.8.1955 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους".

Για τις επιπλέον προσθήκες στα παραπάνω ακίνητα εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου αυτού. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι μεταξύ των κτισμάτων, των οποίων αναστέλλεται η κατεδάφιση και συνακόλουθα νομιμοποιούνται και μάλιστα χωρίς κάποια διαδικασία, είναι και εκείνα, τα οποία ήδη είχαν ανεγερθεί προ της 1.8.1955. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του ως άνω άρθρου 15 μ. αυτές των άρθρων 18 και 20 του ιδίου νόμου
1337/1983 προκύπτει ότι για τα αυθαίρετα κτίσματα της κατηγορίας αυτής και για τη νομιμοποίησή τους δεν οφείλεται ειδική εισφορά αυθαιρέτου, η οποία προβλέπεται από το πιο πάνω άρθρο 18…» (ΕφΠειρ 97/2005 ΠειρΝομ 2005, τ. 27, σελ. 151, ΝΟΜΟΣ).

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΔΟΤΗΣΗΣ - ΥΔΡΟΔΟΤΗΣΗΣ

«…Στην παρ. 12 του άρθρου 9 του ν. 1512/1985 (Α1 4), όπως η παρ. αυτή προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 3212/2003 (Α’ 308), ορίζονται τα εξής: «Κατ' εξαίρεση της παραγράφου 1 επιτρέπεται η σύνδεση με τα δίκτυα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και ύδρευσης των αυθαιρέτων κτισμάτων εφόσον δεν βρίσκονται μέσα σε κοινόχρηστους χώρους, ρέματα, αρχαιολογικούς χώρους, στον αιγιαλό ή την παραλία, σε δάση, δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις ή σε ζώνες απολύτου προστασίας προστατευόμενης περιοχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1650/1986, υπό τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης ή εντός ορίων οικισμού προϋφισταμένου του έτους 1923 ή εντός συγκεκριμένων ορίων οικισμού κάτω των 2000 κατοίκων, ή εντός εγκεκριμένου γενικού πολεοδομικού σχεδίου, ή εντός ζώνης οικιστικού ελέγχου και σε περιοχή που προορίζεται για οικιστική ανάπτυξη ή

β) βρίσκονται εκτός των ορίων των σχεδίων και των ζωνών που αναφέρονται στην προηγούμενη περίπτωση, αποτελούν την κύρια κατοικία του ιδιοκτήτη τους και έχουν εμβαδόν μέχρι 120 τ.μ., το οποίο προσαυξάνεται κατά 30 τ.μ. για κάθε μέλος της οικογένειας πέραν των τεσσάρων.

Η σύνδεση των κτισμάτων της παραγράφου αυτής γίνεται πάντοτε για τρία (3) έτη ύστερα από σχετικό έγγραφο του οικείου Ο.Τ.Α. α' βαθμού και η παροχή διακόπτεται κατά τη λήξη της τριετίας με ευθύνη του οργανισμού ή της εταιρείας παροχής, εκτός αν εγκριθεί παράταση για ίσο πάντοτε χρονικό διάστημα με πράξη της πολεοδομικής υπηρεσίας. Η παράταση εγκρίνεται αν διαπιστωθεί ότι δεν έχουν διενεργηθεί νέες αυθαίρετες κατασκευές στο ακίνητο».

Εξάλλου, στο άρθρο 2 της υπ’ αριθμ. πρωτ. 1208/ 13-1-2004 απόφασης της Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003 ορίζονται τα εξής: «1. Για τα αυθαίρετα κτίσματα που συνδέονται με τα δίκτυα γίνεται υποχρεωτικός έλεγχος από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία για να ελεγχθεί η ακρίβεια των στοιχείων που δηλώθηκαν, μέσα σε μια τριετία, από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων. Σε περίπτωση που διαπιστώνεται ασυμφωνία στα δηλωθέντα στοιχεία ή προκύπτουν αντίθετα στοιχεία από τα αρχεία της Πολεοδομικής Υπηρεσίας, ειδοποιούνται οι υπηρεσίες ΔΕΗ και Ύδρευσης για τη διακοπή της σύνδεσης με τα δίκτυα και επιβάλλονται οι νόμιμες κυρώσεις σύμφωνα με τις περί αυθαιρέτων διατάξεις. 2... 3... 4...» … κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων για την τυχόν ασυμφωνία που θα προκύψει κατά τον έλεγχο των δηλωθέντων στοιχείων από τους ενδιαφερόμενους με τα υφιστάμενα στοιχεία στις Πολεοδομικές Υπηρεσίες, η κίνηση της διαδικασίας για διακοπή της σύνδεσης με τα δίκτυα γίνεται από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία και όχι από τις υπηρεσίες του Δήμου…» (ΔΕφΑθ 27/2008, ΝΟΜΟΣ). (ΔΕφΑθ 111/2008, ΝΟΜΟΣ, ΔΕφΑθ 123/2007, ΝΟΜΟΣ).

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥ – ΕΚΘΕΣΗ ΑΥΤΟΨΙΑΣ – ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗΣ

ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΓΙΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ – ΕΝΔΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ


…Στο άρθρο 1 του Π.Δ. 267/1998 (ΦΕΚ 195 Α') ορίζεται ότι:

«

1. Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 5 του παρόντος, γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση. Η έκθεση αυτή αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του. Τα ονόματα των πιο πάνω προσώπων μπορεί ενδεικτικά και μόνο να αναφέρονται στην έκθεση. Η μη αναφορά τους ή η εσφαλμένη αναφορά τους δεν ασκεί επιρροή στην πρόοδο της διαδικασίας.

2. Στην έκθεση αναφέρεται η θέση του αυθαιρέτου με οδοιπορικό σκαρίφημα, όπου απαιτείται, συνοπτική περιγραφή με σκαρίφημα, οι διαστάσεις του καθώς και οι πολεοδομικές διατάξεις που παραβιάσθηκαν. Η ίδια έκθεση περιλαμβάνει υπολογισμό της αξίας του αυθαιρέτου και επιβολή των προστίμων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Ν. 1337/83 όπως ισχύει. Περιλαμβάνεται επίσης σημείωση άτι κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία (30) ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης, να υποβάλλει ένσταση ή αίτηση και δήλωση ότι αποδέχεται ανεπιφύλακτα την έκθεση και τις τυχόν διορθώσεις που θα επιφέρει η υπηρεσία στον υπολογισμό του ύψους των προστίμων ... στην κατά τόπο αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Αναφέρεται επίσης η ημερομηνία αυτοψίας και η ειδοποίηση ότι αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, το αυθαίρετο θα κατεδαφισθεί, τα δε επιβληθέντα πρόστιμα θα καταστούν οριστικά και θα βεβαιωθούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος των υπόχρεων, κατά την έννοια του
άρθρου 17 παρ. 4 του Ν. 1337/83 όπως ισχύει.

3. Η πιο πάνω έκθεση, που υπογράφεται από τον υπάλληλο που διενεργεί την αυτοψία, τοιχοκολλείται την ίδια μέρα στο αυθαίρετο. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πράξη κάτω από το πρωτότυπο της έκθεσης, σημειώνεται η ημερομηνία και υπογράφεται από τον υπάλληλο που έκανε την αυτοψία και από παριστάμενο τυχόν αστυνομικό όργανο ή δεύτερο υπάλληλο της πολεοδομικής υπηρεσίας. Αντίγραφο της έκθεσης αποστέλλεται με αποδεικτικό αμέσως στον οικείο δήμο ή κοινότητα και την αρμόδια Αστυνομική Αρχή. Η Αστυνομική Αρχή διακόπτει αμέσως χωρίς άλλη ειδοποίηση τις οικοδομικές εργασίες και παρακολουθεί την τήρηση της διακοπής. Ο Δήμος ή Κοινότητα υποχρεώνεται να τοιχοκολλήσει την ίδια ημέρα την έκθεση στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα και να τη διατηρήσει για (30) ημέρες. Η μη τοιχοκόλληση από το δήμο ή την κοινότητα της έκθεσης, δεν εμποδίζει την πρόοδο της περαιτέρω διαδικασίας. Ο δήμος ή η κοινότητα υποχρεώνεται επίσης να ερευνήσει και να ενημερώσει εντός των τριάντα ημερών (30) την πολεοδομική υπηρεσία για την ορθότητα των στοιχείων των αναφερομένων στην έκθεση αυτοψίας υπόχρεων

».

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Π.Δ. 267/1998 (ΦΕΚ 195 Α')

«

1. Κατά της έκθεσης αυτοψίας μπορεί να κάνει ένσταση κάθε ενδιαφερόμενος.

2. Η ένσταση, που ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την τοιχοκόλληση της έκθεσης στο αυθαίρετο, κατατίθεται στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Μαζί με την ένσταση πρέπει να κατατεθούν και αντίγραφα των στοιχείων που αποδεικνύουν τις απόψεις, που υποστηρίζει αυτός που υποβάλλει την ένσταση, και αφορούν την νομιμότητα του κτίσματος ή την εξαίρεσή του από την κατεδάφιση. Επιπλέον δύνανται να εκτίθενται απόψεις και στοιχεία που αμφισβητούν την ορθότητα της εκτίμησης της αξίας του αυθαιρέτου και υπολογισμού των προστίμων, που αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας.

3. ...

4. Η ένσταση εξετάζεται από τετραμελή επιτροπή που αποτελείται από τρεις (3) υπαλλήλους της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας και έναν (1) εκπρόσωπο της τοπικής ένωσης δήμων και κοινοτήτων με τους αναπληρωτές τους...

»

… κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η προβλεπόμενη από το άρθρο 1 παρ. 1 του Π.Δ. 267/1998 έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής συνιστά διοικητική πράξη κατ' εξοχήν πραγματοπαγή (πρβλ. ΣτΕ 1915/1995 επταμ.), αφού αυτή, κατά τη ρητή διατύπωση της εν λόγω διάταξης, αφορά την αυθαίρετη κατασκευή και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή της. Ενόψει του πραγματοπαγούς χαρακτήρα της έκθεσης αυτοψίας η προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου διατάγματος τοιχοκόλλησή της στο αυθαίρετο συνιστά πρόσφορο τρόπο γνωστοποίησης του περιεχομένου της προς οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο, προκειμένου αυτός να ασκήσει την κατ' άρθρο 4 παρ. 2 ένσταση ενώπιον της επιτροπής του ίδιου άρθρου 4 παρ. 4, η οποία, κατά τα παγίως κριθέντα (βλ. ΣτΕ 3867/2007, 251/2007, 2068/2003), συνιστά ενδικοφανή προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 2 του Π.Δ. 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α’).

Συνεπώς νομίμως ορίζεται ως αφετηρία της τριακονθήμερης προθεσμίας για την άσκηση της ένστασης η τοιχοκόλληση της έκθεσης αυτοψίας στην αυθαίρετη κατασκευή, η ρύθμιση δε αυτή εναρμονίζεται με τον πραγματοπαγή χαρακτήρα της έκθεσης αυτοψίας και αποβλέπει στην αποτελεσματική προστασία και την ταχεία αποκατάσταση του οικιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπού γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, τασσομένου από το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 2127/2006).

Ενόψει αυτών, η ως άνω ρύθμιση δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ. 53/1974 (ΦΕΚ 256 Α') και εγγυάται το δικαίωμα κάθε προσώπου σε δίκαιη δίκη, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι η εν λόγω τριακονθήμερη προθεσμία μπορεί, κατά τις γενικές αρχές του δικαίου, είτε να μην κινηθεί είτε, εφόσον έχει κινηθεί, να ανασταλεί σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας.

Ενόψει των ανωτέρω, η Διοίκηση δεν υποχρεούται να κοινοποιεί την έκθεση αυτοψίας στους εκάστοτε ιδιοκτήτες, νομείς, κατόχους και εργολάβους, καθώς και στους, τυχόν, συνιδιοκτήτες και συννομείς, πρόσωπα, δηλαδή, πολυάριθμα, των οποίων ο εντοπισμός καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής, και των οποίων, άλλωστε, η τυχόν αναγραφή στην έκθεση αυτοψίας έχει, κατά το ρητό γράμμα της σχετικής διάταξης, ενδεικτικό και μόνο χαρακτήρα. (μειοψηφία: … το τεκμήριο αυτό κάμπτεται όχι μόνο σε περίπτωση ανωτέρας βίας, αλλά και σε περίπτωση κατά την οποία ο ιδιοκτήτης, νομέας, κάτοχος ή εργολάβος της αυθαίρετης οικοδομής προβάλλει αιτιολογημένα και αποδεικνύει ότι ο ίδιος δεν έλαβε πλήρη γνώση του περιεχομένου της έκθεσης αυτοψίας λόγω των συντρεχουσών συνθηκών, οι οποίες δεν συγκροτούσαν μεν κατάσταση ανωτέρας βίας, καθιστούσαν, όμως, αδύνατη την εκ μέρους του πλήρη γνώση του περιεχομένου της έκθεσης, η οποία είχε τοιχοκολληθεί στην αυθαίρετη οικοδομή.

Περαιτέρω, κατά την ίδια γνώμη, προκειμένου το Δικαστήριο να εκφέρει κρίση ως προς το κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος ανατρέπει το ως άνω τεκμήριο, συνεκτιμά τον διαδραμόντα χρόνο από την τοιχοκόλληση της εκθέσεως μέχρι την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής σε σχέση με τις συνθήκες της υπόθεσης, όπως η τυχόν, κατοικία ή διαμονή του σε απομακρυσμένη ή δυσπρόσιτη περιοχή, ειδικές υποκειμενικές καταστάσεις (στράτευση, νοσηλεία κ.λπ.), οι οποίες εκτιμώνται κατά περίπτωση (πρβλ. ΣτΕ 2/2001)…κάμψη του ανωτέρω τεκμηρίου είναι δυνατή μόνον όταν η κατασκευή, στην οποία γίνεται η τοιχοκόλληση, δεν συνιστά κατοικία ή επαγγελματική εγκατάσταση του ιδιοκτήτη, νομέα, κατόχου ή εργολάβου της εν λόγω κατασκευής (ΣτΕ 1244/2008, ΝΟΜΟΣ).

«…στην ένσταση που κατατίθεται, σημειώνεται αμέσως η ημερομηνία και ώρα της εκδίκασής της. Για την περίπτωση αυτή λαμβάνει γνώση ο ενδιαφερόμενος ο οποίος υπογράφει αμέσως και αν αρνηθεί να υπογράψει γίνεται σχετική μνεία στην ένσταση και υπογράφεται από τον αρμόδιο υπάλληλο....Η ένσταση εξετάζεται από τετραμελή επιτροπή που αποτελείται από τρεις (3) υπαλλήλους της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας και έναν (1) εκπρόσωπο της τοπικής ένωσης δήμων και κοινοτήτων με τους αναπληρωτές τους. Η επιτροπή έχει απαρτία όταν παρευρίσκονται τα τρία τουλάχιστον από τα μέλη της και αποφασίζει κατά πλειοψηφία μέσα σε προθεσμία 10 ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης της ένστασης. Η προθεσμία αυτή δεν είναι αποκλειστική. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.

Κατά τη συζήτηση της ένστασης μπορεί να παρίσταται για να εκθέσει τις απόψεις του ο υποβολών την ένσταση ή πληρεξούσιός του. Η επιτροπή μπορεί να αναβάλει μόνο μια φορά τη λήψη της απόφασης, ανακοινώνει δε κατά τη συζήτηση αυτή τη νέα ημερομηνία συζήτησις, η οποία δεν μπορεί να γίνει αργότερα από εξήντα (60) ημέρες. Η επιτροπή, αφού εξετάσει τις απόψεις του ενδιαφερομένου, αποφαίνεται οριστικά επί της ένστασης, με αιτιολογημένη απόφαση, η οποία αναγράφεται πάνω στην ένσταση και υπογράφεται από τα μέλη και τον γραμματέα αυτής. Της απόφασης λαμβάνει γνώση ο ενδιαφερόμενος, υπογράφοντας αμέσως. Αν αρνηθεί να υπογράψει ή δεν είναι παρών, γίνεται σχετική ενυπόγραφη σημείωση από τον γραμματέα της επιτροπής. Άλλη ειδοποίηση στον ενδιαφερόμενο δεν απαιτείται. Η απόφαση της επιτροπής είναι οριστική ...

Τα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης των αυθαιρέτων καταβάλλονται από τον υπόχρεο σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη μέσα στο επόμενο μήνα από τη βεβαίωση του προστίμου στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία...». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά της έκθεσης αυτοψίας, με την οποία χαρακτηρίζονται κατασκευές αυθαίρετες και κατεδαφιστέες και επιβάλλονται σε βάρος του υπόχρεου πρόστιμο ανέγερσης και πρόστιμο κατεδάφισης, μπορεί να ασκηθεί ένσταση, στο σώμα της οποίας αναγράφεται η ημερομηνία εκδίκασής της, ότι κατά την εκδίκαση της ένστασης ο υποβάλων αυτή ή πληρεξούσιός του μπορεί να παρίσταται για να εκθέσει τις απόψεις του και ότι η επιτροπή, αφού εξετάσει τις απόψεις του ενδιαφερομένου, αποφαίνεται οριστικά επί της ένστασης, με αιτιολογημένη απόφαση, η οποία αναγράφεται πάνω στην ένσταση και της οποίας ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει γνώση, υπογράφοντας αμέσως, ενώ άλλη ειδοποίηση στον ενδιαφερόμενο δεν απαιτείται.

Οι διατάξεις αυτές είναι ειδικές και αποβλέπουν, αφενός μεν στην εξασφάλιση του δικαιώματος του ενδιαφερομένου να εκφράσει τις απόψεις του στην Επιτροπή Κρίσεως Ενστάσεων Αυθαιρέτων, αφετέρου δε στην ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων που αφορούν αυθαίρετες κατασκευές και την οριστικοποίηση των σχετικών αποφάσεων, προκειμένου στη συνέχεια να κατεδαφιστούν, εφόσον τούτο επιβάλλεται, οι αυθαίρετες κατασκευές, η ανέγερση των οποίων αντίκειται στον επιβαλλόμενο από το άρθρο 24 του Συντάγματος ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό, που αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος και συνάπτεται με το δημόσιο συμφέρον. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις αυτές, η παράσταση του ενδιαφερόμενου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον της Επιτροπής Κρίσεως Ενστάσεων Αυθαιρέτων και η υπογραφή αυτού στο σώμα της απόφασης, που λαμβάνεται και αναγράφεται αμέσως στο σώμα της ένστασης, αποτελεί τεκμήριο πλήρους γνώσης της απόφασης αυτής, η οποία κινεί την εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακύρωσης κατ’ αυτής, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης, όπως ρητά αναφέρεται στις παραπάνω διατάξεις…» (ΔΕφΑθ 1151/2007, ΝΟΜΟΣ). (ΔΕφΑθ 1151/2007, ΝΟΜΟΣ).

«…στο άρθρο 17 του ν. 1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" (Φ.Ε.Κ. Α 33), υπό τον τίτλο "Νέα αυθαίρετα", ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

1. Τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει που ανεγείρονται μετά την 31.1.1983 εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923 καθώς και όσα δεν εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιοδήποτε τρόπο.

2. Εκτός από την κατεδάφιση επιβάλλεται:

α) πρόστιμο ανέγερσης αυθαιρέτου,

β) πρόστιμο διατήρησης αυθαιρέτου ...

3 ...

4. (όπως η διάταξη συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 του ν. 1512/1985, Φ.Ε.Κ. Α 4). Υπόχρεοι για την καταβολή των προστίμων είναι οι κύριοι ή συγκύριοι του αυθαιρέτου που ευθύνονται ο καθένας για την καταβολή ολόκληρου του προστίμου. Σε περίπτωση εκτέλεσης εργασιών με το σύστημα της οικοδόμησης "επί αντιπαροχή" τα πρόστιμα επιβάλλονται σε βάρος των "επί αντιπαροχή" κατασκευαστών που ευθύνεται ο καθένας για την καταβολή ολόκληρου του προστίμου. Σε περίπτωση εκτέλεσης εργασιών από νομέα, κάτοχο, ή επικαρπωτή τα πρόστιμα επιβάλλονται σε όλους και ο καθένας είναι υπεύθυνος για την καταβολή ολόκληρου του προστίμου.

5. Η αρμόδια πολεοδομική αρχή μπορεί και αυτεπάγγελτα να προβαίνει στην κατεδάφιση του αυθαιρέτου. Στην περίπτωση αυτή τα έξοδα κατεδάφισης που μπορεί να προσδιορίζονται και κατ’ αποκοπή, με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, καταλογίζονται σε βάρος των κατά την προηγούμενη παράγραφο υπόχρεων.

6. Με τα Π. Διατάγματα της παραγρ. 8 του άρθρου 18 του παρόντος νόμου ορίζονται: ο τρόπος και η διαδικασία εκτίμησης της αξίας του αυθαιρέτου, το ύψος του προστίμου, ο τρόπος βεβαίωσης τους για κάθε χρόνο που μπορεί να γίνεται σε δόσεις και μηχανογραφικά, η είσπραξή τους, η απόδοσή τους στο Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ., τα θέματα αναπροσαρμογής της αξίας και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

7. Με Π.Δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία διαπίστωσης και ο χαρακτηρισμός του αυθαιρέτου, ο τρόπος κατεδάφισης, η διαδικασία εκκένωσης του αυθαιρέτου, η τύχη των υλικών, των παραρτημάτων, των κινητών πραγμάτων που υπάρχουν μέσα στο αυθαίρετο, για τα οποία δεν δημιουργείται καμία ευθύνη του Δημοσίου, των οργάνων ή των οπωσδήποτε προστηθέντων προσώπων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού".

Κατ’ επίκληση της τελευταίας αυτής εξουσιοδοτικής διατάξεως εξεδόθη το π.δ/μα της 5/12.7.1983 (Φ.Ε.Κ. Δ 291), με το οποίο ορίσθηκε ότι η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου γίνεται κατόπιν αυτοψίας υπαλλήλου της κατά τόπον αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, ο οποίος συντάσσει επιτόπου σχετική έκθεση, υπογραφομένη από τον διενεργήσαντα την αυτοψία. Η έκθεση τοιχοκολλείται αυθημερόν στο αυθαίρετο κτίσμα, κατ’ αυτής δε προβλέπεται η άσκηση ενστάσεως από κάθε ενδιαφερόμενο, εντός 10ημέρου προθεσμίας από την τοιχοκόλληση, ενώπιον επιτροπής, της οποίας η απόφαση είναι οριστική (άρθρα 1 και 2 του π.δ/τοςτης 5/12.7.1983) …

Άρθρο 4 "Διαδικασία επιβολής και βεβαίωσης  προστίμων".

1. Τα πρόστιμα του προηγούμενου άρθρ. 3 του παρόντος Δ/τος επιβάλλονται με απόφαση του προϊσταμένου της πολεοδομικής υπηρεσίας ή του εξουσιοδοτούμενου από αυτόν Τμηματάρχη της, που εκδίδεται αμέσως μετά τον οριστικό χαρακτηρισμό του αυθαιρέτου ή την οριστική κρίση του ως εξαιρετέου ή μη από την κατεδάφιση.

2 . . .

3. Η πιο πάνω απόφαση κοινοποιείται διά του αρμοδίου Αστυνομικού Τμήματος στον υπόχρεο ο οποίο δικαιούται να υποβάλει ένσταση κατά της απόφασης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 10 ημερών από την κοινοποίηση της σ’ αυτόν. ... Η υποβολή ένστασης αναστέλλει την εκτέλεση της κοινοποιηθείσης απόφασης. Επί της ένστασης αποφαίνεται οριστικά με αιτιολογημένη απόφαση του το αρμόδιο Συμβούλιο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος ... Η επί της ένστασης απόφαση . . . κοινοποιείται σε αντίγραφο στον υποβάλλοντα την ένσταση ... Η απόφαση επιβολής του προστίμου γίνεται οριστική είτε μετά την έκδοση και κοινοποίηση της τυχόν απορριπτικής απόφασης του αρμοδίου Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος επί τυχόν υποβληθείσης ένστασης είτε μετά την άπρακτη παρέλευση της κατά τα παραπάνω τασσομένης προθεσμίας για υποβολή ένστασης.

4. Μετά την οριστική επιβολή του προστίμου αυτό βεβαιώνεται στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο, εισπράττεται ως Δημόσιο έσοδο και αποδίδεται ολόκληρο στο Ειδικό Ταμείο Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων (Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ.). . .".

Εξ άλλου, στο μεν άρθρο 2 παρ. 2 του ν.δ/τος 356/1974 "περί Κωδικός Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (Φ.Ε.Κ. Α 90) (Κ.Ε.Δ.Ε.), ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: "Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κείμενους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ην οφείλεται", στο δε άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, μεταξύ άλλων, ότι: Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου, ο Διευθυντής … υποχρεούται ... να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν …περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτον, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις" …

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, επιβληθέντος προστίμου για την ανέγερση και διατήρηση αυθαιρέτων κατασκευών εις βάρος ορισμένου προσώπου, εφ’ όσον δεν μεσολαβήσει γεγονός που συνεπάγεται κατά το νόμο την διαδοχή άλλου προσώπου στην σχετική υποχρέωση, η βεβαίωση της σχετικής οφειλής ως δημοσίου εσόδου ενεργείται επ’ ονόματι του φερομένου ως υπόχρεου στην πράξη επιβολής του προστίμου, προς τον οποίο, περαιτέρω, κοινοποιείται και η σχετική ατομική ειδοποίηση. Επομένως, πράξη ταμειακής βεβαιώσεως προστίμου ανεγέρσεως και διατηρήσεως αυθαιρέτων κτισμάτων εκδοθείσα εις βάρος προσώπου διαφορετικού από το πρόσωπο που αναγράφεται ως υπόχρεο στην πράξη επιβολής του προστίμου, χωρίς η μεταβολή αυτή στο πρόσωπο του υπόχρεου να στηρίζεται σε διαδοχή στην οφειλή, είναι άκυρη.

Λόγω δε του χαρακτήρα της ακυρότητας, αφορώσης στην ταυτότητα του υπόχρεου, ήτοι σε ουσιώδες στοιχείο της πράξεως ταμειακής βεβαιώσεως, καθώς και του γεγονότος ότι αυτή προκύπτει από την ίδια την προσβαλλομένη πράξη, τα διοικητικά δικαστήρια οφείλουν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53 και 54 του π.δ/τος 341/1978 (Φ.Ε.Κ. Α 71), εφαρμοζόμενες αναλόγως και επί ανακοπής, σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 4 του ν. 1406/1983 (Φ.Ε.Κ. Α 182), (βλ. Σ.τ.Ε. 1847/1993 κ.α.), να ελέγχουν και αυτεπαγγέλτως από της απόψεως αυτής το έγκυρο της πράξεως ταμειακής βεβαιώσεως, εφ’ όσον δε διαπιστώσουν την ύπαρξη της ανωτέρω νομικής πλημμελείας, οφείλουν να ακυρώσουν την πράξη ταμειακής βεβαιώσεως, ώστε η υπόθεση να καταστεί εκ νέου εκκρεμής ενώπιον του αρμοδίου για την ταμειακή βεβαίωση οργάνου, το οποίο οφείλει να άρει την ασάφεια ως προς το πρόσωπο του οφειλέτη, που, ως ουσιώδες κατά τα ανωτέρω στοιχείο της πράξεως ταμειακής βεβαιώσεως, δεν έχει, κατά τον νόμο, την εξουσία να συμπληρώσει το επιλαμβανόμενο της ανακοπής διοικητικό δικαστήριο (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3925/1986, 3942/1989, 1808/1991, 252/1992, 1106/1997 κ.α.)…» (ΣτΕ 286/2000, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1288/2006, ΝΟΜΟΣ) (ΣτΕ 969/2007 ΔΔικη 2008, τ. 20, σελ. 1217, ΝΟΜΟΣ, ΤρΔιοικΠρΘεσ 2802/2007 Αρμ 2008, τ. ΞΒ, σελ. 1102).

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ

«…Από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2944/2001 (Α’ 222), ορίζονται τα εξής: Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών διοικητικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν:

α) …

β) …

η) το χαρακτηρισμό κτισμάτων ή κατασκευών ως αυθαιρέτων και την εξαίρεσή τους από την κατεφάφιση …

θ) ….

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών, που αφορούν τον χαρακτηρισμό κτισμάτων ή κατασκευών ως αυθαιρέτων, υπάγεται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου, στις πράξεις δε αυτές περιλαμβάνονται, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, και εκείνες, με τις οποίες επιβάλλεται πρόστιμο για την ανέγερση και διατήρηση αυθαίρετης κατασκευής, λόγω του, κατά το νόμο (άρθρο 382 παρ. 2 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, Π.Δ της 14/27.7.1999, Δ’ 580), αμιγώς παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους εν σχέσει προς την πράξη χαρακτηρισμού της κατασκευής ως αυθαίρετης (πρβλ. ΣτΕ 2222/2006, βλ. ΣτΕ 877/2004)…» (ΣτΕ 250/2007, ΝΟΜΟΣ) (ΣτΕ 2222/2006, ΝΟΜΟΣ).

ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

«…Εν όψει, όμως, της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία οι διοικητικές πράξεις, και όταν χαρακτηρίζονται από τον νόμο ως οριστικές, μπορεί να ανακαλούνται από το όργανο που τις εξέδωσε, για λόγους νομιμότητος, είναι επιτρεπτή, παρά την θέσπιση της ειδικής διοικητικής διαδικασίας και τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της αποφάσεως ως οριστικής, η επάνοδος της Διοικήσεως, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, σε θέμα χαρακτηρισμού ή μη κατασκευής ως αυθαίρετης και κατεδαφιστέας, και, περαιτέρω, η ανάκληση για λόγους νομιμότητος της αποφάσεως της Επιτροπής κατά τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου ή κατά τις γενικές διατάξεις που διέπουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων (βλ. ΣτΕ 880, 1654/1998, 2692, 3033/1999 κ.ά.).

Εφ' όσον, πάντως, κατά τα ήδη εκτεθέντα, η Διοίκηση απλώς ευχέρεια επανόδου έχει και όχι υποχρέωση, είναι νόμιμη η, χωρίς κατ' ουσία επανεξέταση της υποθέσεως και χωρίς την εκτίμηση νεωτέρων πραγματικών στοιχείων, εμμονή στην αρχική κρίση της, κατ' επίκληση του γεγονότος της διοικητικής τελεσιδικίας της υποθέσεως, η πράξη δε με την οποία εκδηλώνεται η εμμονή αυτή δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη…» (ΣτΕ 314, ΝΟΜΟΣ).

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ

«…με την 9732/2004 ΥΑ (Β 468), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του αρθρ. 9 παρ 1, 2 και 7 του ν. 3212/31.12.2003 (Α' 308), ορίζονται τα ακόλουθα:

Άρθρο 1. Οι αυθαίρετες κατασκευές, όπως προσδιορίζονται σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 22 του ΓΟΚ '85, κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: α. Πολεοδομικά αυθαίρετο: είναι το κτίριο ή τμήμα αυτού, και κάθε κατασκευή ή εγκατάσταση, που κατασκευάζεται χωρίς οικοδομική άδεια ή κατά παράβαση ή καθ' υπέρβαση άδειας, και ταυτόχρονα παραβιάζει τους γενικούς και ειδικούς όρους δόμησης της περιοχής...

Άρθρο 2. Εκτίμηση της αξίας αυθαίρετου κτίσματος, κατασκευής ή εγκατάστασης κατά κατηγορίες κύριας ή βοηθητικής χρήσης. 1. Ο υπολογισμός της συμβατικής αξίας των αυθαιρέτων κτισμάτων, κατασκευών ή εγκαταστάσεων, που ανεγείρονται μετά την δημοσίευση της απόφασης αυτής, για τον εν συνεχεία υπολογισμό των προστίμων της παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/83, γίνεται με βάση την επιφάνεια του αυθαιρέτου επί την τιμή ζώνης που ισχύει σε κάθε περιοχή, σύμφωνα με το αντικειμενικό σύστημα του Υπουργείου Οικονομικών, ως εξής: α. για επιφάνειες κύριας χρήσης ο υπολογισμός της συμβατικής αξίας γίνεται με βάση το σύνολο της επιφάνειας του αυθαιρέτου, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η επιφάνεια κλιμακοστασίων, διαδρόμων και εισόδων, β. για επιφάνειες βοηθητικών χώρων και κατασκευών, όπως υπογείων, κλειστών χώρων στάθμευσης, ελεύθερων χώρων PILOTIS, ημιυπαίθριων χώρων και εξωστών, απολήξεων κλιμακοστασίων και στεγών, ο υπολογισμός της συμβατικής αξίας γίνεται με βάση το ένα τρίτο της επιφάνειας του αυθαιρέτου...

Άρθρο 3. Ύψος των προστίμων ανέγερσης και διατήρησης κατά κατηγορία αυθαιρέτων 1. Το ύψος του προστίμου ανέγερσης αυθαιρέτου υπολογίζεται με βάση τη συμβατική αξία του, όπως προσδιορίζεται κατά περίπτωση στο άρθρο 4, και ανάλογα με το χαρακτηρισμό του κατά κατηγορία αυθαιρέτου, σύμφωνα με το άρθρο 3, ως εξής: α. για το πολεοδομικά αυθαίρετο, ίσο με την συμβατική αξία του αυθαιρέτου... 3. Το ύψος του προστίμου διατήρησης το οποίο επιβάλλεται για κάθε έτος διατήρησης του αυθαιρέτου μέχρι την κατεδάφιση, ορίζεται ίσο με το πενήντα τοις εκατό (50%) του προστίμου ανέγερσης του αυθαιρέτου όπως προσδιορίζεται στις προηγούμενες παραγράφους 1 και 2. …» (ΔΕφΘεσ 360/2008, ΝΟΜΟΣ).

«…σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του π.δ/τος της 5/12.7.1983 (ΦΕΚ 291 Δ'), όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 του π.δ/τος της 13/28.1.1986 (ΦΕΚ 10 Δ'), η κατά της εκθέσεως αυτοψίας, με την οποία κατασκευή χαρακτηρίζεται αυθαίρετη και κατεδαφιστέα, ένσταση του ενδιαφερομένου, εξετάζεται από τετραμελή Επιτροπή που αποτελείται από τρεις υπαλλήλους της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας και ένα εκπρόσωπο της Τοπικής Ενώσεως Δήμων και Κοινοτήτων και η οποία έχει απαρτία όταν στη συνεδρίαση παρευρίσκονται τρία τουλάχιστον μέλη της.

Εξάλλου, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, για τη νόμιμη σύνθεση συλλογικού οργάνου της Διοικήσεως δεν αρκεί η παρουσία, στη συγκεκριμένη συνεδρίαση, των μελών που αποτελούν τη νόμιμη απαρτία, αλλά απαιτείται να εξασφαλίζεται η δυνατότητα συμμετοχής όλων των τακτικών μελών, αλλά και των αναπληρωματικών, για την περίπτωση κωλύματος των πρώτων, με την έγκαιρη και έγγραφη πρόσκλησή τους, που αποδεικνύεται με αποδεικτικά επιδόσεως ή με άλλα έγγραφα προγενέστερα της συνεδριάσεως.

Η τήρηση του τύπου αυτού δεν απαιτείται μόνο όταν υπάρχει αντικειμενική αδυναμία προσελεύσεως ενός μέλους στη συνεδρίαση ή όταν το μέλος δήλωσε εγγράφως πριν από τη συνεδρίαση κώλυμα συμμετοχής του σ' αυτή, καθώς επίσης όταν οι συνεδριάσεις γίνονται σε τακτές και εκ των προτέρων καθορισμένες ημερομηνίες, οι οποίες πρέπει να είναι αποδεδειγμένα γνωστές σε όλα τα μέλη του συλλογικού οργάνου (Σ.τ.Ε. 1411/90, 3877/89, 1362/88 κ.ά.). Περαιτέρω, ο Ν. 1599/86 (ΦΕΚ 75 Α'), στην παρ. 5 του άρθρου 19, που θεσπίζει κανόνες λειτουργίας των συλλογικών οργάνων, ορίζει τα εξής: "Κλήτευση των μελών (τακτικών ή αναπληρωματικών) συλλογικού οργάνου δεν απαιτείται όταν έχουν προκαθορισθεί τακτές ημέρες συνεδριάσεων, όταν το μέλος έχει δηλώσει από πριν ότι κωλύεται να συμμετάσχει ή όταν υπάρχει αντικειμενική αδυναμία συμμετοχής του. Η κλήτευση, όπου απαιτείται, γίνεται από τον πρόεδρο ή το γραμματέα του οργάνου. Η κλήτευση, μπορεί να γίνει και με τηλεφώνημα ή τηλεγράφημα, στις περιπτώσεις δε αυτές αποδεικνύεται από σχετική σημείωση σε ειδικό βιβλίο, η οποία πρέπει να φέρει χρονολογία και υπογραφή του προσώπου που έκανε την κλήτευση”…» (ΣτΕ 1340/1996 ΔΔίκη 1998, τ. 10, σελ. 366, ΝΟΜΟΣ).

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚ. ΑΔΕΙΑΣ

«…Από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 1577/1985, προκύπτει ότι κατασκευή που έχει ανεγερθεί χωρίς οικοδομική άδεια (η οποία κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, απαιτείται για οποιοδήποτε δομικό έργο) ή καθ’ υπέρβαση τέτοιας άδειας, χαρακτηρίζεται ως αυθαίρετη, είναι δε και κατεδαφιστέα αν με την ανέγερσή της παραβιάζεται ουσιαστική πολεοδομική διάταξη. Αν όμως η κατασκευή που έχει ανεγερθεί χωρίς άδεια ή καθ' υπέρβαση οικοδομικής άδειας δεν αντίκειται στις ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις που ισχύουν κατά τον χρόνο διενέργειας του ελέγχου, η πολεοδομική αρχή, προτού κηρύξει την πιο πάνω κατασκευή ως κατεδαφιστέα, οφείλει να ειδοποιήσει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο για υποβολή των αναγκαίων στοιχείων για την έκδοση ή αναθεώρηση οικοδομικής άδειας μέσα στην προβλεπόμενη στην πιο πάνω διάταξη δίμηνη προθεσμία. Και αν μεν ο ενδιαφερόμενος συμμορφωθεί, επιβάλλονται μόνον τα κατ' άρθρ. 17 παρ. 2 του ν. 1337/1983 πρόστιμα. Αν όμως παρέλθει άπρακτη η δίμηνη αυτή προθεσμία, κινείται η διαδικασία κήρυξης της κατασκευής ως κατεδαφιστέας με τη σύνταξη της κατ' άρθρ. 1 του π.δ/τος της 5/12.7.1983 έκθεσης αυτοψίας (Σ.τ.Ε. 1132/1998, 4649/1997, 874/1997, 4475/1995, 1966/1993)…» (ΣτΕ 2648/2007 ΔΔίκη 2008, τ. 20, σελ. 1239, ΝΟΜΟΣ) (ΣτΕ 958/2000, ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 733/2000, ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 1132/1998, ΝΟΜΟΣ, ΔΕφΑθ 1193/2007, ΝΟΜΟΣ).

«…εκ της διατάξεως του άρθρου 22 ΓΟΚ συνάγεται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ότι η εκ των υστέρων νομιμοποίηση αυθαιρέτου κτίσματος δια της εκδόσεως ή αναθεωρήσεως οικοδομικής άδειας δεν ανατρέχει στον χρόνο κατασκευής του αυθαιρέτου αλλά ισχύει για το μέλλον και, ως εκ τούτου, η τυχόν εν τω μεταξύ εκδοθείσα πράξη επιβολής προστίμου δεν καθίσταται επιγενομένης παράνομη αλλά εξακολουθεί να επιφέρει τις έννομες συνέπειές της…» (ΣτΕ 2491/2008 ΝΟΜΟΣ).

ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ – ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

«…Αυθαίρετη κατασκευή, η οποία όμως δεν παραβιάζει ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής της είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί ύστερα από έκδοση ή αναθεώρηση οικοδομικής άδειας. Μετά την έκδοση ή αναθεώρηση της παραπάνω οικοδομικής άδειας η κατασκευή παύει να είναι κατεδαφιστέα και επιβάλλονται μόνο τα πρόστιμα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως ισχύει. Το πρόστιμο διατήρησης επιβάλλεται για το διάστημα από τότε που κατά την κρίση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας άρχισε η ανέγερση της κατασκευής έως την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Δεν επιβάλλονται τα παραπάνω πρόστιμα σε περίπτωση αναθεώρησης οικοδομικής άδειας, που βρίσκεται σε ισχύ, εφ' όσον τηρείται το περίγραμμα της οικοδομής, ο συντελεστής δόμησης και ο συντελεστής όγκου.

Στην περίπτωση αυτήν η αναθεώρηση πρέπει να εκδοθεί εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη σχετική έγγραφη ειδοποίηση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας ή από την υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών από τον υπόχρεο … 4. Δεν απαιτείται αναθεώρηση της άδειας, στις παρακάτω περιπτώσεις:

α) Για μικρής σημασίας τροποποιήσεις της Αρχιτεκτονικής Μελέτης (που δεν αλλάζουν τη χρήση) και τοπικής σημασίας μεταβολές του φέροντος οργανισμού του κτιρίου, ως και των λοιπών μελετών, μετά από κρίση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας ή ενός ή περισσοτέρων εξουσιοδοτημένων από τον Προϊστάμενο υπαλλήλων,

β) Για μεταβολές των διαστάσεων του κτιρίου και του οικοπέδου, εφόσον με τις αποκλίσεις αυτές δεν παραβιάζονται ο συντελεστής δόμησης που χρησιμοποιήθηκε κατά την έκδοση της άδειας και οι υποχρεωτικές αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του οικοπέδου. Οι αποκλίσεις αυτές δεν επιτρέπονται να είναι μεγαλύτερες του 2% των μηκών των πλευρών του οικοπέδου με μέγιστο 20 εκ. και 2% με μέγιστο 10 εκ. των διαστάσεων του κτιρίου,

γ) Στις παραπάνω περιπτώσεις α’ και β’ υποχρεούται ο ενδιαφερόμενος να ενημερώσει το φάκελο της οικοδομικής άδειας πριν από τη θεώρηση της άδειας για ηλεκτροδότηση - υδροδότηση [...]

» …

σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του Γ.Ο.Κ. επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας εκ των υστέρων προκειμένου να νομιμοποιηθεί κατασκευή ανεγερθείσα μεν χωρίς άδεια ή καθ' υπέρβαση χορηγηθείσας σχετικής άδειας, ήτοι χωρίς να προβλέπεται από άδεια της πολεοδομικής αρχής, εφ' όσον όμως δεν παραβιάζονται, κατά τα λοιπά, οι ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά το χρόνο ανέγερσης της κατασκευής. Αντιθέτως, σε περίπτωση, κατά την οποία η καθ' υπέρβαση της αδείας ανεγερθείσα κατασκευή αντίκειται στις ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις και, επομένως, δεν είναι δυνατή η νομιμοποίησή της με αναθεώρηση της άδειας, επιβάλλεται η άμεση εφαρμογή των περί αυθαιρέτων κατασκευών διατάξεων του ν. 1337/1983 και του π.δ/τος 267/1998.

Εξ άλλου, αν, μετά ταύτα, εκδοθεί οριστική πράξη περί χαρακτηρισμού ορισμένης κατασκευής ως αυθαίρετης και κατεδαφιστέας για τον ανωτέρω λόγο, δεν χωρεί, αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας με σκοπό τη νομιμοποίησή της, έστω και αν μετά τον ανωτέρω χαρακτηρισμό κατεδαφίστηκαν άλλα, νομίμως ανεγερθέντα, τμήματα της οικοδομής με σκοπό να αρθεί η πολεοδομική παράβαση που διαπιστώθηκε με την πράξη κατεδάφισης διότι από τις αναφερθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις δεν παρέχεται αρμοδιότητα αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας μετά την οριστική κρίση κατασκευής ως κατεδαφιστέας για τον προαναφερθέντα λόγο, αλλ' αντιθέτως με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ. 267/1998 ορίζεται δεκαήμερη προθεσμία από την έκδοση της απόφασης της οικείας επιτροπής για την κατεδάφιση κτίσματος που κρίθηκε με την απόφαση αυτή αυθαίρετο, δεδομένου, επιπροσθέτως, και ότι τυχόν αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας στην περίπτωση αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα αφ' ενός τη ματαίωση της εφαρμογής των διατάξεων του Γ.Ο.Κ και των περί αυθαιρέτων διατάξεων του ν. 1337/1983 και αφ' ετέρου την ανατροπή διοικητικών πράξεων εξοπλισμένων κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου με το τεκμήριο της νομιμότητας αλλά και δικαστικών αποφάσεων που τυχόν έκριναν τη νομιμότητά τους…» (ΣτΕ 2127/2006, ΝΟΜΟΣ).

«…στο άρθρο 22 του ν. 1577/1985 «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός» (210 Α), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι
«

1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας...

2. ...

3. Κάθε κατασκευή που εκτελείται

α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή

β) καθ' υπέρβαση της άδειας ή

γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή

δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων,

είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983 όπως ισχύουν. Σε περίπτωση αυθαίρετης, κατά το προηγούμενο εδάφιο, κατασκευής, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο του ελέγχου της από την πολεοδομική υπηρεσία, ειδοποιούνται εγγράφως οι υπόχρεοι για την καταβολή του προστίμου που αναφέρεται στην παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985, να μεριμνήσουν ώστε να υποβληθούν τα απαραίτητα στοιχεία και δικαιολογητικά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για να εκδοθεί ή αναθεωρηθεί τυχόν υφιστάμενη οικοδομική άδεια, μέσα σε δύο μήνες από τη λήψη της ειδοποίησης. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η κατασκευή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως ισχύει

».

Εξάλλου, στο άρθρο 6 του από 3/8.9.1983 π.δ. «Τρόπος έκδοσης οικοδομικών εργασιών και έλεγχος των ανεγειρόμενων οικοδομών» (394 Δ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι

«

1. Οι άδειες που εκδίδονται σύμφωνα με τα προηγούμενα ισχύουν για 3 χρόνια εφ' όσον δεν ανακληθούν ή ακυρωθούν...

2. Μετά την παρέλευση της 3ετίας... η άδεια αναθεωρείται υποχρεωτικά, μετά από αυτοψία, στην περίπτωση που έχουν αρχίσει οι οικοδομικές εργασίες και κάτω από τις επόμενες προϋποθέσεις: ...

3. Αναθεώρηση μέσα στο χρονικό διάστημα που ισχύει η άδεια απαιτείται και επιβάλλεται στις πιο κάτω α, β, γ, περιπτώσεις και γίνεται για το υπολειπόμενο από την τριετία χρονικό διάστημα:

...».

Κατά τη ρητή διατύπωση των διατάξεων αυτών, η αναθεώρηση οικοδομικής αδείας προϋποθέτει πάντως υφιστάμενη άδεια. Συνεπώς, αν οικοδομική άδεια ακυρωθεί με δικαστική απόφαση, δεν μπορεί, μετά την ακύρωσή της, να αναθεωρηθεί, αφού, λόγω του αναδρομικού αποτελέσματος της δικαστικής αποφάσεως, η άδεια αυτή θεωρείται ότι ουδέποτε εκδόθηκε (βλ. ΣτΕ 1418/1961 κ.ά.)…» (ΣτΕ 302/2002, ΝΟΜΟΣ).

«…εφόσον υποβληθεί από τον ενδιαφερόμενο αίτηση για αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας που έχει εκδοθεί στο όνομά του, η αρμόδια πολεοδομική αρχή οφείλει να επιληφθεί του αιτήματος αυτού και να απαντήσει θετικά ή αρνητικά, αφού εξετάσει αν συντρέχουν ή όχι οι νόμιμες προϋποθέσεις. Και τούτο διότι, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, η αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας είναι υποχρεωτική και αποτελεί ενάσκηση δέσμιας αρμοδιότητος για τη Διοίκηση, δεν απόκειται δε στη διακριτική της ευχέρεια. Τούτου έπεται ότι η Διοίκηση παραλείπει νόμιμη οφειλόμενη ενέργεια εάν αδρανήσει μετά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον ενδιαφερόμενο (πρβλ.ΣτΕ 1401/2001, 4865/1995, 1965/1993, 780, 3456/1992)…» (ΔΕφΠειρ 14/2005 ΠειρΝομ 2005, τ. 27, σελ. 482, ΝΟΜΟΣ).

πηγή: www.gadamopoulos.gr

Σχόλια