44/2015 ΕΦ ΔΩΔ - Συμμετοχή στ’ αποκτήματα. Παραγραφή. Η παραγραφή είναι διετής και αρχίζει από την λύση ή ακύρωση του γάμου, τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης. Νέος ισχυρισμός. Παραδεκτή προβολή με ειδικό λόγο εφέσεως της διετούς παραγραφής εφόσον ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι αποδεικνύεται εγγράφως. Μετά την άσκηση νέας αγωγής πριν την πάροδο εξαμήνου...

Κατάργηση της υποχρέωσης επικυρώσεων αντιγράφων εγγράφων 
44/2015 ΕΦ ΔΩΔ ( 680960)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Συμμετοχή στ’ αποκτήματα. Παραγραφή. Η παραγραφή είναι διετής και αρχίζει από την λύση ή ακύρωση του γάμου, τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης. Νέος ισχυρισμός. Παραδεκτή προβολή με ειδικό λόγο εφέσεως της διετούς παραγραφής...
εφόσον ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι αποδεικνύεται εγγράφως. Μετά την άσκηση νέας αγωγής πριν την πάροδο εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής για τυπικούς λόγους, η παραγραφή θεωρείται διακοπείσα από την άσκηση της πρώτης αγωγής και εφαρμοζομένου του ΑΚ 261 αρχίζει νέα παραγραφή μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης επί της δεύτερης αγωγής. Το επιπλέον της πρώτης αγωγής ποσό στη νέα αγωγή που ασκήθηκε μετά διετία από την αμετάκλητη λύση του γάμου υποκύπτει σε παραγραφή. Λύση του γάμου. Εάν επιδοθεί η απόφαση που απαγγέλλει τη λύση του γάμου, αφού παρέλθει η προθεσμία εφέσεως, οι προθεσμίες αναψηλαφήσεως και αναιρέσεως συντρέχουν. Συμβολή της συζύγου κατά 1/3. Τόκοι. Τόκοι υπερημερίας οφείλονται από την επίδοση της πρώτης αγωγής που απορρίφθηκε ως αόριστη. Διάκριση των διατάξεων ΑΚ 345-346.

   Αριθμός Απόφασης 44/2015

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Σάββα Κυριακίδη, Πρόεδρο Εφετών, Γλυκερία Μουρίκη και Θεώνη Μπούρη (Εισηγήτρια), Εφέτες, και τη Γραμματέα Σταματία Ζανετούλη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Ρόδο την 16η Ιανουαρίου 2015, για να δικάσει την ακόλουθη υπόθεση:

Του Εκκαλούντος: …, κατοίκου Ρόδου, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ελευθερίου Περίδη (αρ. γραμ. 483/2015 Δ.Σ Ρόδου).

Της Εφεσίβλητης: …, κατοίκου Σουηδίας, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κων/νου Κυπραίου (αρ. γραμ. 411/2015 Δ.Σ Ρόδου).

Στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου ασκήθηκαν από την ενάγουσα (εκκαλούσα): α) η από 30.3.2005 και με αριθ. εκθ. κατ. 344/4.4.2005 αγωγή της κατά του εναγομένου (εκκαλούντος). Το Δικαστήριο εκείνο με την 205/2008 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Και β) η από 16.2.2009 και με αριθ. εκθ. κατ. 208/18.2.2009 αγωγή της κατά του εναγομένου (εκκαλούντος). Το Δικαστήριο εκείνο με την 187/2011 οριστική απόφασή του δέχθηκε μερικά την αγωγή, αντιμωλία των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, απευθυνόμενη στο παρόν η ένδικη από 14.9.2012 και με αριθ. εκθ. κατ. 167/14-9-2012 έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντα αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθ. εκθ. κατ. 37/9-4-2013. Για τη συζήτηση δε αυτής, που γράφτηκε νόμιμα με τη σειρά της στο σχετικό πινάκιο, ορίσθηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και αναφέρθηκαν στις γραπτές προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 14.9.2012 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 167/14.9.2012 και αριθμό Εφετείου 37/9.4.2013) έφεση του εν μέρει ηττηθέντος εναγομένου στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 187/2011 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Οπως προκύπτει από την από 17.7.2012 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή … στο προσκομιζόμενο αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως, περί επιδόσεώς της στον εκκαλούντα την 17.7.2012, σε συνδυασμό με το χρόνο καταθέσεως της εφέσεως στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (14.9.2012), συνάγεται ότι η έφεση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα (άρθρο 518 παρ. 1 συνδ. 147 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Επειδή δε έχει ασκηθεί και νομότυπα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 επ. και 511 επ. του ίδιου Κώδικα, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 532 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση.

Με την από 16.2.2009 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 208/18.2.2009) αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι τέλεσε με τον εναγόμενο νόμιμο γάμο, ο οποίος λύθηκε αμετακλήτως, με την υπ` αριθμ. 10/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Οτι η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους με την κτήση των αναφερομένων σ’ αυτή (αγωγή) περιουσιακών στοιχείων. Οτι η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, με τον αναφερόμενο τρόπο, ανέρχεται σε ποσοστό 1/2. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος πρώην σύζυγός της να της καταβάλει το ποσό των 137.760 ευρώ και επικουρικά το ποσό των 97.975 ευρώ, που αφορά στη δική της συμβολή (1/2) στην επαύξηση της περιουσίας του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 30.3.2005 προγενέστερης αγωγής της, που είχε απορριφθεί ως αόριστη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσό των 70.000 ευρώ που αντιστοιχεί στην τεκμαρτή (1/3) συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ήδη ο εναγόμενος με την υπό κρίση έφεση, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1400 §§ 1 και 2 και 1401 εδ. γ` ΑΚ συνάγεται ότι η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία, που έχουν αποκτηθεί από τον άλλο σύζυγο, κατά τη διάρκεια του γάμου (αποκτήματα), γεννιέται όταν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων. Η πρωτοβάθμια απόφαση για τη λύση του γάμου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, καθίσταται αμετάκλητη (ΑΚ 1438, ΚΠολΔ 613): α) με την παραίτηση των διαδίκων από τα ένδικα μέσα μετά την έκδοση αυτής (ΚΠολΔ 606), β) με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως κατ` αυτής των ενδίκων μέσων της εφέσεως, αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως, στην περίπτωση δε επιδόσεως της αποφάσεως προσδιορίζεται σε τριάντα (30) ημέρες η προθεσμία της εφέσεως, προκειμένου για διαδίκους που διαμένουν στην Ελλάδα και σε εξήντα (60) ημέρες για διαδίκους που διαμένουν στο εξωτερικό (ΚΠολΔ 518 παρ. 1) και η προθεσμία της αναψηλαφήσεως σε έξι (6) μήνες, η οποία συντρέχει με εκείνη της αναιρέσεως (ΚΠολΔ 538, 539 παρ. 1 εδ. 1, 605) και, σε περίπτωση μη επιδόσεώς της, από την τριετή προθεσμία της εφέσεως (ΚΠολΔ 518 παρ. 2) και την συντρέχουσα τριετή προθεσμία της αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως (ΚΠολΔ 545 παρ. 5 εδ. 1, 564 παρ. 3) [βλ. ΟλΑΠ 1143/1983, ΑΠ 846/2009, ΑΠ 1502/2009, ΑΠ 358/2008, ΑΠ 1134/2005, ΑΠ 852/2001, ΕφΘεσσαλ 46/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ]. Εξάλλου, η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου. Στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της (ΑΚ 251), δηλαδή από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων. Εφόσον, όμως, υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τη λύση ή την ακύρωση αυτού (ΑΚ 256 αρ. 1, 1381, 1438, βλ. ΑΠ 1372/2000 Δνη 43.390). Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής (ΑΚ 257). Μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και, για να συμπληρωθεί, πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής αποφάσεως (βλ. Σταθόπουλο, στον ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, άρθρα 1400-1402 αρ. 40). Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 261 παρ.1 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20.3.2013) -το οποίο κατά ρητή επιταγή του νόμου (261 παρ. 3 ΑΚ) εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση και συνεπώς εφαρμόζεται και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανεξαρτήτως αν εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση (ΟλΑΠ 7/2011 ΝοΒ 2011/961, OλΑΠ 30/1998 Δνη 1998/1259, ΑΠ 476/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ)- την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής, η παραγραφή δε που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μην διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα ακόλουθα: (1) Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται ότι δεν διακόπηκε και στην περίπτωση της τελεσίδικης απόρριψης της αγωγής αυτής για λόγους μη ουσιαστικούς, δηλαδή μη αναγόμενους στο υποστατό της αξίωσης. Ως απόρριψη αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς νοείται η απόρριψη για λόγους, μη αναγομένους στο υποστατό της αξιώσεως, τουτέστιν δικονομικούς, όπως είναι και η αοριστία. (2) Η νέα αγωγή -εφόσον στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική βάση με την προηγούμενη, δηλαδή την τελεσιδίκως απορριφθείσα για τυπικούς λόγους αγωγή- πρέπει να εγερθεί το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών, η οποία αρχίζει από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αγωγής, χωρίς, όμως, και να θεωρείται ανεπίτρεπτη η άσκηση της νέας αγωγής πριν από την τελεσιδικία (ΑΠ 1048/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 932/2007 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1758/2005 ΝοΒ 2006/679, ΕΑ 2768/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη. Κατ` εξαίρεση μπορεί να προβληθούν τέτοιοι ισχυρισμοί αν, μεταξύ άλλων, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 269 παρ. 2 εδ. γ` του ΚΠολΔ, μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά και μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Eτσι, παραδεκτά προτείνεται το πρώτον κατ` έφεση, με ειδικό λόγο εφέσεως, η ένσταση παραγραφής, αν αυτή αποδεικνύεται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου (ΑΠ 90/2002 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσαλ 46/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 952/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος - εκκαλών, με ειδικό λόγο εφέσεως και δη τον δεύτερο, προτείνει ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την ένσταση της διετούς παραγραφής της επίδικης αξίωσης. Η ένσταση αυτή παραδεκτά προβάλλεται το πρώτον στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 527 και 269 ΚΠολΔ), διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, αποδεικνύεται εγγράφως. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν.

Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με την υπ` αριθμ. 10/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την 23.1.2004 (βλ. την υπ` αριθμ. 2799γ/23.1.2004 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου …) και συνεπώς κατέστη αμετάκλητη την 23.9.2004, με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως κατ` αυτής των ενδίκων μέσων της εφέσεως, αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως [εξήντα (60) ημέρες για την προθεσμία της εφέσεως ως προς την ενάγουσα που διαμένει στο εξωτερικό και έξι (6) μήνες για την προθεσμία της αναψηλαφήσεως που συντρέχει με εκείνη της αναιρέσεως, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη]. Η ενάγουσα, μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο και πριν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, άσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 30.3.2005 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 344/4.4.2005) αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την 7.6.2005 (βλ. την υπ` αριθμ. 4295γ/7.6.2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ..), με τα ίδια πραγματικά περιστατικά και την ίδια βάση με την υπό κρίση αγωγή (συμβολή στα ίδια αποκτήματα, κατά ποσοστό 1/2, με απαίτηση, ποσού 101.375 ευρώ). Με την άσκηση της ως άνω αγωγής, εντός διετίας από την αμετάκλητη λύση του γάμου, διακόπηκε η παραγραφή της επίδικης αξίωσης για το αιτηθέν με αυτή ποσό των 101.375 ευρώ. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη, με την υπ’ αριθμ. 205/26.9.2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία ουδέποτε επιδόθηκε -όπως συνομολογείται- και επομένως κατέστη τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας της εφέσεως (26.9.2011) μετά τριετία από τη δημοσίευσή της (άρθρ. 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η ενάγουσα, πριν την έναρξη της προθεσμίας των έξι (6) μηνών από την τελεσιδικία της αποφάσεως αυτής, με την οποία απορρίφθηκε για την ανωτέρω αιτία η αγωγή, άσκησε την υπό κρίση αγωγή [η οποία κατετέθη την 18.2.2009 και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 26.2.2009 (βλ. την υπ΄αριθμ. 3595Ε/26.2.2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ..)], στηριζόμενη στην ίδια ιστορική και νομική βάση (συμβολή στα ίδια αποκτήματα, κατά ποσοστό 1/2), αλλά με απαίτηση ποσού 137.760 ευρώ, ήτοι υπερβαίνουσα την απαίτηση της προηγούμενης αγωγής κατά ποσό 36.385 (137.760-101.375) ευρώ. Επομένως, η παραγραφή της ένδικης αξίωσης θεωρείται ότι διακόπηκε με την προηγούμενη αγωγή, δηλαδή την τελεσιδίκως απορριφθείσα για τυπικούς λόγους (άρθρ. 263 ΑΚ) και συγκεκριμένα διακόπηκε την 7.6.2005, οπότε επιδόθηκε στον εναγόμενο, κατά τα προεκτεθέντα, μέχρι βέβαια του αιτηθέντος με την αγωγή αυτή ποσού των 101.375 ευρώ, ενώ για το πέραν αυτού αιτηθέν με την υπό κρίση αγωγή ποσό των 36.385 ευρώ, δεν υπήρξε διακοπή της παραγραφής με την πρώτη αγωγή. Μετά ταύτα, η ένδικη αξίωση, ως προς το ποσό των 36.385 ευρώ, εφόσον η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση διετίας από της αμετακλήτου λύσεως του γάμου, υπέκυψε στην προαναφερθείσα διετή παραγραφή. Ομως, η διετής παραγραφή που διακόπηκε με τον παραπάνω τρόπο, ως προς το υπόλοιπο ποσό των 101.375 ευρώ της ένδικης αξίωσης, δεν άρχισε πάλι, αφού έχει ασκηθεί η υπό κρίση έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία συνεπώς δεν έχει καταστεί τελεσίδικη (άρθρ. 261 ΑΚ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013), κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη. Μετά ταύτα, η ένσταση παραγραφής, η οποία, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, παραδεκτά προβάλλεται το πρώτον στο παρόν Δικαστήριο ως λόγος εφέσεως, καθώς αποδεικνύεται από έγγραφα (άρθρα 527 παρ. 3 και 269 παρ. 2 εδ. δ` ΚΠολΔ), κρίνεται βάσιμη ως προς το ποσό των 36.385 ευρώ και ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα ως προς το ποσό των 101.375 ευρώ. Επομένως, κρίνεται εν μέρει βάσιμος ο συναφής (δεύτερος) λόγος της εφέσεως.

Κατά την διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αφότου τελέσθηκε, ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (ΟλΑΠ 28/1996 ΝΟΜΟΣ). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της εγέρσεως της αγωγής (ΑΠ 1029/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 287/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 193/2010 ΝΟΜΟΣ).

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιέχονται στα υπ’ αριθμ. 205/2008 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα διδάγματα κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στην Ιαλυσό Ρόδου την 5.9.1990, χωρίς να επιλέξουν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης και από το γάμο τους απέκτησαν με υιοθεσία την ανήλικη …, που γεννήθηκε την 4.3.1997. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με την υπ` αριθμ. 10/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία κατέστη αμετάκλητη την 23.9.2004, όπως προαναφέρθηκε. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους, η ενάγουσα εστερείτο ακίνητης περιουσίας, ενώ ο εναγόμενος ήταν κύριος τμήματος, εμβαδού 1.735 τμ., ενός οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως 3.470 τμ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας 1735/3470 εξ αδιαιρέτου σε όλο το ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στην Ιαλυσό Ρόδου επί της ............. αρ. ...., με κτηματολογικά στοιχεία, τόμος .... γαιών Τριαντών, φύλλο ....., μερίδα ..... και φάκελος ....... (βλ. το υπ` αριθμ. ....../30.3.1984 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Ρόδου …, νομίμως μεταγεγραμμένο στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου), αξίας τότε 28.963.750 δραχμών (85.000 ευρώ). Κατόπιν της υπ` αριθμ. ...../1984 αδείας της Νομαρχίας Δωδεκανήσου για ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο, ο εναγόμενος είχε ήδη προβεί, πριν την τέλεση του γάμου τους, στην από σκυρόδεμα κατασκευή σκελετού του υπογείου ορόφου, επιφάνειας 217 τμ., αξίας τότε 5.792.750 δραχμών (17.000 ευρώ). Επίσης, ήταν ιδιοκτήτης του υπ` αριθμ. κυκλοφορίας ......... ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας BMW, τύπου 315, το οποίο είχε αγοράσει στην Ολλανδία και εκτελωνίσει το έτος 1989, αξίας τότε 613.350 δραχμών (1.800 ευρώ). Επομένως η αρχική περιουσία του ενάγοντος ήταν συνολικής αξίας 103.800 (85.000 + 17.000 + 1.800) ευρώ. Σημειωτέον ότι τα ανωτέρω ποσά δεν πλήττονται με λόγο εφέσεως. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων (23.9.2004), επήλθε αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, που συνίσταται: α) στην πλήρη αποπεράτωση ενός διαμερίσματος, εμβαδού 52 τμ., β) στην πλήρη αποπεράτωση δύο διαμερισμάτων α` ορόφου, εμβαδού 48 τμ. το καθένα, γ) στην κατασκευή από σκυρόδεμα σκελετού του υπολοίπου ισογείου, εμβαδού 165 τμ. και δ) στην κατασκευή από σκυρόδεμα σκελετού του υπολοίπου α` ορόφου, εμβαδού 121 τμ. Με βάση τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η δαπάνη ανέγερσης και αποπεράτωσης των επιδίκων αποκτημάτων ανήλθε, α) σε 43.000 ευρώ για το διαμέρισμα του ισογείου, εμβαδού 52 τ.μ., β) σε 44.000 ευρώ για τον από σκυρόδεμα σκελετό του υπολοίπου ισογείου, εμβαδού 165 τ.μ., γ) σε 80.000 ευρώ για τα δύο διαμερίσματα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 48 τ.μ. το καθένα και δ) σε 31.000 ευρώ για την κατασκευή του από σκυρόδεμα σκελετού του υπόλοιπου α` ορόφου, εμβαδού 121 τ.μ., ήτοι στο συνολικό ποσό των 198.000 (43.000 + 44.000 + 80.000 + 31.000) ευρώ. Στο ποσό αυτό αποτιμάται η αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (23.9.2004), αλλά και κατά το χρόνο επίδοσης (7.6.2005) της προηγούμενης, απορριφθείσας ως αόριστης από 30.3.2005 αγωγής της ενάγουσας, λόγω της ασήμαντης μεταβολής των οικονομικών μεγεθών κατά τους προαναφερομένους χρόνους. Ωστόσο, από το παραπάνω ποσό των 198.000 ευρώ πρέπει να αφαιρεθούν: α) ποσό 17.942.104 δραχμών (52.654,74 ευρώ), το οποίο ο εναγόμενος κατείχε σε μετρητά μέχρι την 1.1.1991, όπως προκύπτει ιδίως από το προσκομιζόμενο με επίκληση έντυπο Ε6 της από 10.3.1992 δήλωσής του στη Δ.Ο.Υ. Ρόδου, β) ποσό 2.500.000 δραχμών (7.336,76 ευρώ), το οποίο έλαβε ο εναγόμενος ως καταναλωτικό δάνειο, για να βοηθηθεί στην ανέγερση της οικοδομής και γ) ποσό 8.000.000 δραχμών (23.477,62 ευρώ), το οποίο ο εναγόμενος έλαβε ως δάνειο από τον …, προκειμένου να αποπερατώσει την παραπάνω υπό ανέγερση οικοδομή, όπως αποδεικνύεται από το από 25.1.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, σε συνδυασμό με την κατάθεση του ανωτέρω δανειστή ως μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου [Σημειωτέον ότι δεν αφαιρείται το ποσό των 10.000.000 δρχ. (29.477,02 ευρώ), το οποίο φέρεται ότι αντιστοιχεί σε προσημείωση υποθήκης στην υπό ανέγερση οικοδομή προς εξασφάλιση της απαίτησης του ανωτέρω δανειστή, αφού δεν αποδεικνύεται ότι ενεγράφη προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου για το σκοπό αυτό στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου]. Κατά συνέπεια, η αξία της τελικής επαύξησης της περιουσίας του εναγομένου ανήλθε στο ποσό των 114.530,88 (198.000 - 52.654,74 - 7.336,76 - 23.477,62) ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης μέχρι τη διάσπαση αυτής (2001) εργάσθηκε ως εργάτης στην επιχείρηση παραγωγής δομικών υλικών με την επωνυμία «… Α.Ε.» και ως υπάλληλος στην επιχείρηση ενοικίασης αυτοκινήτων «…» του ξενοδοχείου …, που βρίσκεται στην Ιξιά της Ρόδου. Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους εκκαθαριστικά σημειώματα προκύπτει ότι οι ετήσιες αποδοχές του εναγομένου ανέρχονταν κατά τα οικονομικά έτη: 1992 στο ποσό των 969.223 δρχ., 1993 στο ποσό των 964.902 δρχ., 1994 στο ποσό του 1.342.945 δρχ. 1995 στο ποσό του 1.628.758 δρχ., 1996 στο ποσό του 1.810.195 δρχ., (για το έτος 1997 δεν προσκομίζεται εκκαθαριστικό σημείωμα), 1998 στο ποσό των 2.175.997 δρχ., 1999 στο ποσό των 2.153.493 δρχ., 2000 στο ποσό των 2.252.476 δρχ., 2001 στο ποσό των 2.386.559 δρχ. και 2002 στο ποσό των 2.357.380 δρχ. Με το μισθό του ο εναγόμενος συνεισέφερε οικονομικά τόσο στις οικογενειακές ανάγκες, όσο και στην αποπεράτωση της οικοδομής. Η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης μέχρι τη διάσπαση αυτής (2001), εργαζόταν εποχιακά και δη κατά τις τουριστικές περιόδους (από Απρίλιο μέχρι Οκτώβριο κάθε έτους), είτε ως καμαριέρα είτε ως σερβιτόρα. Από τα ίδια ως άνω εκκαθαριστικά σημειώματα προκύπτει ότι τα ετήσια εισοδήματά της ανέρχονταν κατά τα οικονομικά έτη, 1992 στο ποσό των 490.845 δρχ., 1993 στο ποσό των 1.116.828 δρχ., 1994 στο ποσό των 1.086.391 δρχ., 1995 στο ποσό των 1.009,018 δρχ., 1996 στο ποσό των 404.995 δρχ., (για το έτος 1997 δεν προσκομίζεται εκκαθαριστικό σημείωμα), 1998 στο ποσό των 1.504.980 δρχ., 1999 στο ποσό των 1.631.558 δρχ. (το οικονομικό έτος 2000 η ενάγουσα δεν δήλωσε εισοδήματα διότι δεν εργάσθηκε κατά το έτος 1999), 2001 στο ποσό των 1.922.604 δρχ. και 2002 στο ποσό των 2.268.154 δρχ. Κατά την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου -που δεν πλήττεται κατά τούτο- η συμβολή της ενάγουσας για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων με τις προσωπικές της υπηρεσίες για τη συντήρηση και λειτουργία του συζυγικού και οικογενειακού οίκου και για την ανατροφή του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, αποδείχθηκε ότι παρασχέθηκε στα πλαίσια που επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς αυτής στην αντιμετώπιση των ανωτέρω αναγκών και δεν υπερέβη το μέτρο των δυνάμεων της, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αναγκαία η χρηματική αποτίμηση αυτών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην ανέγερση της επίδικης οικοδομής, διαθέτοντας χρηματικά ποσά, που της έστειλαν οι γονείς της από τη Σουηδία. Ειδικότερα, η ενάγουσα, κατά το διάστημα της έγγαμης συμβίωσης, έλαβε τα εξής εμβάσματα κορωνών Σουηδίας: την 18.9.1990, ποσό 3.000 κορωνών, ήτοι 78.504 δρχ. (3.000 Χ 26,168), την 5.12.1990 ποσό 30.000 κορωνών, ήτοι 807.240 δρχ. (30.000 Χ 26,908 δρχ.), την 11.3.1991 ποσό 30.000 κορωνών, ήτοι 852.630 δρχ. (30.000 Χ 28,421), την 17.9.1991 ποσό 25.000 κορωνών, ήτοι 743.450 δρχ. (25.000 Χ 29,738), την 7.10.1992 ποσό 5.500 κορωνών, ήτοι 183.238 δρχ. (5.500 Χ 33,316), την 7.12.1992, ποσό 1.000 κορωνών, ήτοι 29.957 δρχ. (1.000 Χ 29,957), την 21.1.1999, ποσό 7.745,50 κορωνών, ήτοι 276.948 δρχ. (7.745,50 Χ 35,756) και την 11.2.1999, ποσό 51.350 κορωνών, ήτοι 1.833.400 δρχ. (51.350 Χ 35,704), ήτοι συνολικά 4.805.367 δρχ. (78.504 + 807.240+ 852.630 + 743.450+ 183.238 + 29.957 + 276.948 + 1.833.400), ήδη 14.102,32 ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά, η συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους ανέρχεται στο από τη διάταξη του άρθρου 1400 του ΑΚ τεκμαρτώς θεσπιζόμενο ποσοστό του 1/3 της συνολικής επαύξησης και ανέρχεται ειδικότερα στο ποσό των 38.176,96 (114.530,88 Χ 1/3) ευρώ και όχι στο ποσό των 70.000 ευρώ που επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την αιτία αυτή, κατά τους βάσιμους σχετικούς λόγους της εφέσεως. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η συμβολή της υπήρξε μηδενική είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος ισχυρισμός συνιστά και ένσταση, κατά το μέρος που πλήττει την τεκμαιρομένη από το νόμο συμβολή της ενάγουσας στο 1/3 της αύξησης. Επομένως, κρίνεται αβάσιμος ο σχετικός (πέμπτος) περί του αντιθέτου λόγος της εφέσεως. Με βάση τα προαναφερόμενα, έπρεπε η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 38.176,96 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της προηγούμενης από 30.3.2005 αγωγής (ήτοι από 8.6.2005), εφόσον, μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψή της ως αόριστης, με την υπ` αριθμ. 205/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε πριν την έναρξη της προθεσμίας των έξι (6) μηνών από την τελεσιδικία της ως άνω αποφάσεως, κατά τα προεκτεθέντα και δεδομένου ότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδ. α, 221 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, επί ασκήσεως αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως, η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο -ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης- αποτελεί και οιονεί δικαιοπραξία οχλήσεως του δανειστή προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του, με αποτέλεσμα η αγωγή αυτή, ως προς το σημείο τούτο, να θεωρείται μεν ως μη ασκηθείσα ως διαδικαστική πράξη και να μην οφείλονται οι εξ αιτίας αυτής τόκοι εκ του άρθρου 346 ΑΚ, όμως δεν συνεπάγεται και κατάργηση των κατά το άρθρο 345 ΑΚ εννόμων συνεπειών της υπερημερίας του εναγομένου οφειλέτη, η οποία (υπερημερία), μετά την ως άνω όχληση, έχει ήδη επέλθει με την επίδοση της αγωγής και ως εκ τούτου οφείλονται τόκοι υπερημερίας από την επίδοσή της (ΟλΑΠ 23/2004 και 24/2004 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1710/2012 δημ. ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε όμοια, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός (έβδομος) λόγος της έφεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε στην ενάγουσα για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 70.000 ευρώ, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο για ουσιαστική εκδίκαση (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να γίνει η αγωγή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 38.176,96 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 8.6.2005 μέχρι την εξόφληση. Τέλος, η αιτούμενη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθεί εις βάρος του εναγομένου λόγω της ήττας του, αλλά κατά την έκταση αυτής (άρθρ. 178 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση τυπικά και κατ` ουσίαν.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 187/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Διακρατεί την υπόθεση.

Δικάζοντας επί της από 16.2.2009 (υπ’ αριθμ. εκθ.καταθέσεως 208/18.2.2009) αγωγής.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων εκατόν εβδομήντα έξι και ενενήντα έξι (38.176,96) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 8.6.2005 μέχρι την εξόφληση.

Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, εις βάρος του εναγομένου και την προσδιορίζει σε χίλια εξακόσια (1.600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στη Ρόδο την 9.3.2015 σε μυστική διάσκεψη και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στη Ρόδο την 28.4.2015 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με παρούσα τη γραμματέα.

Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

Ε.Φ.

Σχόλια