ΑΠ 85/2015 - Έκτακτη Χρησικτησία Αγωγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί δικαιούχος δουλείας και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να άρουν την προσβολή αυτής και να παραλείψουν κάθε μελλοντική της διατάραξη


ΑΠ 89/2015 - Δωρεά ακινήτου

Έκτακτη Χρησικτησία
Έτος:2015
Νούμερο:85
 Ετικέτες: νομολογία δικηγόροι χρησικτησία
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο ...
Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Η. Χ., το γένος Β. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κριθαρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., και 2) Μ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδημητροπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/9/2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 24/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία) ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (άρθρο 976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιοπάροχος του νομέα κατέστη κύριος, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπό του, του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, ο ειδικός διάδοχος αυτού στη νομή μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κατά τρίτων κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση της κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, εφαρμοζομένου αναλόγως και του άρθρου 1051 ΑΚ, έτσι ώστε εκείνος που επικαλείται κτήση πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία μπορεί να συνυπολογίσει το χρόνο της οιονεί νομής του στο χρόνο της οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου του. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 ΑΚ, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, κτήση μεν κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μια ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος, που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ακόμα ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας στο δουλεύον ακίνητο, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου και συνεπώς αν ασκεί χρησικτησία και επί του ακινήτου αυτού, ή έναρξη της χρησικτησίας για την απόκτηση της πραγματικής δουλείας, δεν μπορεί να γίνει πριν από τη συμπλήρωση στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος εικοσαετούς με διάνοια κυρίου νομής αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, τα οποία ο Άρειος Πάγος εκτιμά κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της, ομολογήσεως πραγματικής δουλείας οδού, που άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου, ισχυρίσθηκε, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, ότι απέκτησε την κυριότητα του δεσπόζοντος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθ' όσον νέμεται τούτο με διάνοια κυρίας από το 1975, με τις διακατοχικές πράξεις που ειδικότερα εκθέτει συνέχεια μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής (2006), μετά την άτυπη παραχώρηση της νομής του, κατά τον παραπάνω χρόνο, από τον πατέρα της, ο οποίος είχε καταστεί κύριος του ίδιου ακινήτου κατά το χρόνο μεταβίβασης της νομής σ' αυτήν, με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς τούτο από το 1947 με τις ίδιες διακατοχικές πράξεις, προσμετρώντας στη νομή της και το χρόνο της δικής του νομής. Ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα πραγματικής δουλείας οδού επί εδαφικής λωρίδας, διερχομένης από το δουλεύον ακίνητο των εναγομένων, με έκτακτη χρησικτησία, καθ' όσον χρησιμοποιεί την εδαφική αυτή λωρίδα για να επικοινωνεί με το περίκλειστο δεσπόζον παραπάνω ακίνητό της με διάνοια δικαιούχου συνέχεια μέχρι και το 2005, οπότε οι εναγόμενοι απέκλεισαν τη διέλευσή της, με την προσμέτρηση στη δική της οιονεί νομή, της ίδιας νομής του δικαιοπαρόχου της, που άρχισε το 1947. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της προαναφερομένης δουλείας και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να άρουν την προσβολή αυτής και να παραλείψουν κάθε μελλοντική της διατάραξη. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ήταν νόμιμη στηριζόμενη τόσον για την απόκτηση της κυριότητας του δεσπόζοντος ακινήτου, όσον και του δικαιώματος της πραγματικής δουλείας οδού στην έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, από τις οποίες προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί εικοσαετία, για την κτήση δε δικαιώματος πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία άσκηση οιονεί νομής επί εικοσαετία, που αρχίζει στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας του δεσπόζοντος με έκτακτη χρησικτησία μετά τη συμπλήρωση του χρόνου αυτής, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής ή οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου του, ανεξαρτήτως του αν ο τελευταίος έχει καταστεί κύριος του ακινήτου, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπό του, του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, Επομένως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο και έκρινε με την προσβαλλομένη απόφαση νομικά αβάσιμη την αγωγή, δεχόμενο ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν η ενάγουσα, δεν απέκτησε το ένδικο δικαίωμα δουλείας, καθόσον από την έναρξη του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας προς απόκτηση αυτής, που αρχίζει το 1995, δηλαδή μετά την απόκτηση της κυριότητας του δεσπόζοντος ακινήτου και μέχρι το χρόνο προσβολής της δουλείας το 2005, δε συμπληρώθηκε εικοσαετής οιονεί νομή και ότι δεν μπορεί να συνυπολογίσει η τελευταία στο χρόνο της δικής της νομής το χρόνο της ίδιας νομής του δικαιοπαρόχου της, προς συμπλήρωση του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας για την απόκτηση της κυριότητας του δεσπόζοντος ακινήτου επειδή αυτός είχε συμπληρώσει κατά το χρόνο της μεταβίβασης της νομής, δηλαδή το 1975, εικοσαετή νομή με διάνοια κυρίου και έτσι είχε καταστεί κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία από το 1967, οπότε έκτοτε και μέχρι το 1975 δε χρησιδέσποζε τούτο με συνέπεια να μην εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ, στην προκειμένη περίπτωση, αφού ο χρόνος που διανύθηκε μετά την απόκτηση της κυριότητας και μέχρι τη μεταβίβαση της νομής του επιδίκου ακινήτου δεν αποτελεί χρόνο χρησικτησίας παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού προσέδωσε σ' αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 166/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια