ΕΙΡΗΝ.ΕΛΕΥΣ 44/2013 - Εξαίρεση εκποίησης κατοικίας Εξαίρεση εκποίησης κατοικίας- Προϋποθέσεις υπαγωγής στο νόμο φυσικών προσώπων που ασκούσαν στο παρελθόν εμπορική δραστηριότητα και τα χρέη τους προέρχονται από αυτήν την δραστηριότητα.


ΑΠ 28/2015 - Παραίτηση δικογράφου στον Άρειο Πάγο Παραίτηση δικογράφου στον Άρειο Πάγο σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας

Εξαίρεση εκποίησης κατοικίας
Έτος:2013
Νούμερο:44
Ειρηνοδικείο Ελευσίνας 
Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Πηνελόπη Αϊβαλή, Δόκιμη Ειρηνοδίκη Ελευσίνας και τη Γραμματέα Κωνσταντίνα..
Νέου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15.05.2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αιτούσας: ............ κατοίκου ............. που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Αναστασόπουλου.

Των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, οι οποίες κατέστησαν διάδικοι μετά την νόμιμη κλήτευση τους (άρθρα 5 ν. 3869/2010 και 748 παρ. 3 ΚΠολΔ) και παρίστανται ως εξής:

1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία .............., που εδρεύει ................ και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως η επωνυμία της τροποποιήθηκε με την οπό 29.06.2012 Γενική Συνέλευση των μετόχων της, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αρ. Κ2-
5558/02.08.2012 απόφαση της Διεύθυνσης ΑΕ και Πίστεως της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ ΑΕ-ΕΓΤΕ και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΜΗΤΡΩΟΥ 8195/03.08.2012, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της ..........

2) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ............., που εδρεύει ............... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ..................

Η αιτούσα με την από 05.03.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 52/06.03.2012 αίτησή της, που απευθύνεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ζήτησε να γίνει δεκτή για όσους λόγους επικαλείται σ' αυτή.

Κατά την δικάσιμο που ορίστηκε και αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η υπόθεση αυτή εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Το Δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παρόντων διαδίκων, οι οποίοι ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

Ακολούθησε η συζήτηση όπως αναφέρεται στα πρακτικά.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ TΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 05.03.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 52/06.03.2012 αίτησή της, η αιτούσα, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις πιστώτριες, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση κατάσταση, ζητά τη ρύθμιση των χρεών της με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπόψη η οικονομική και οικογενειακή της κατάσταση, που εκθέτει αναλυτικά, και κυρίως το γεγονός ότι έχει μηδενικά εισοδήματα, με σκοπό την πλήρη απαλλαγή της από αυτά με μηδενικές καταβολές.

Με το παραπάνω περιεχόμενο η αίτηση παραδεκτά και αρμόδια φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρ. 741 επ. ΚΙΙολΔ (άρθρο 3 ν. 3869/2010), εφόσον για το παραδεκτό της τηρήθηκε: α) η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού (άρθρ. 2 παρ. 2 ν. 3869/2010 - βλ. με την από 02.02.2012 βεβαίωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της αιτούσας, Δημητρίου Αναστασόπουλου), β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών της στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ' άρθρο 13 παρ. 2 ν. 3869/2010. Παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχουσών πιστωτριών, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 ν. 3869/2010 (βλ. αντίστοιχα τις με αριθμό 9800/07.03.2012 και 9813/07.03.2012 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..................., β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του άρθρου 4 παρ. 2 ν. 3869/2010 (βεβαίωσης αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνης δήλωσης για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων, που προβλέπονται στις περιπτώσεις α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 και για τις μεταβιβάσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη η αιτούσα την τελευταία τριετία) και γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τις μετέχουσες πιστώτριες (βλ. αντίστοιχα τις έγγραφες από 02.05.2012 και από 27.04.2012 παρατηρήσεις των μετεχουσών πιστωτριών). Περαιτέρω, η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του ν. 3869/2010, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη της δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Η πρώτη καθ' ης-μετέχουσα τραπεζική εταιρεία, προφορικά, αλλά και με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της, αρνείται την ένδικη αίτηση ως αβάσιμη, προς απόκρουσή της δε προτείνει τις ακόλουθες ενστάσεις: 1) Ένσταση αοριστίας της ένδικης αίτησης, διότι η αιτούσα δεν αναφέρει οι αυτήν τα περιουσιακά στοιχεία του συζύγου της, η οποία είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 στ. α' ν. 3869/2010, η αίτηση πρέπει να περιγράφει αναλυτικά κάθε περιουσιακό στοιχείο της οφειλέτριας και τα πάσης φύσεως εισοδήματα της ίδιας και του συζύγου της και επομένως η ρύθμιση δεν επεκτείνεται και στα περιουσιακά στοιχεία του συζύγου της, καθώς η οφειλέτρια ευθύνεται απέναντι στους πιστωτές της μόνο με την περιουσία της. Εξάλλου, η υποχρέωση της αιτούσας περί αναφοράς των πάσης φύσεως εισοδημάτων του συζύγου της επιβάλλεται, προ κειμένου να καθορισθεί η συνεισφορά αυτού στις οικογενειακές δαπάνες και να εκτιμηθεί με τον τρόπο αυτό το ποσό, το οποίο μπορεί να διαθέσει η οφειλέτρια για την αποπληρωμή των χρεών της (βλ. Αθ. Κρητικού, ό.π., σε)» 91-92• I. Βενιέρη - θ. Κατσά, ό.π., σελ 121). 2) Ένσταση απαραδέκτου, διότι η αιτούσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της υπό κρίση αίτησης, καθώς διατηρούσε ατομική επιχείρηση πρατηρίου ψωμιού και άλλων ειδών αρτοποιίας. Επί της ένστασης αυτής, λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του νόμου αυτού υπάγονται φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους. Από τη ρύθμιση του νόμου αποκλείονται τα φυσικά πρόσωπα, που έχουν πτωχευτική ικανότητα, την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 35887007), έχουν οι έμποροι, δηλαδή, όσοι ασκούν κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις (άρθρο 1 ΕμπΝ).

Για τους χαρακτηριζόμενους ως εμπόρους, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο, ισχύουν οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα και όχι του ν. 3869/2010. Επομένως, κρίσιμο ζήτημα για την εφαρμογή ή μη του ν. 3869/2010 αποτελεί η ιδιότητα του αιτούντος ως εμπόρου ή μη, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Έτσι, στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι αλλά έπαψαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρο 2 παρ. 3 ΠτΚ• βλ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδοση 2012, άρθρο 1, σελ. 46-50). Ένα φυσικό πρόσωπο, το οποίο είχε κατά το παρελθόν την εμπορική ιδιότητα, υπάγεται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, ακόμα και εάν μετά την παύση της εμπορικής του ιδιότητας εξακολουθεί να οφείλει εμπορικά χρέη, τα οποία είχαν γεννηθεί όσο ο οφειλέτης είχε την εμπορική ιδιότητα, υπό την προϋπόθεση ότι μέχρι την παύση της εμπορικής του δραστηριότητας και συνακόλουθα ιδιότητας εξυπηρετούσε τα χρέη του (ΜΠρΑΘ 8340/2010, ΧρηΔικ 2010. 383• ΕιρΧαν 101/2013, ΝΟΜΟΣ• ΕιρΑΘ 29/2011, αδημ• Ειρθεσσ 6759/2011 αβημ.• ΕιρΑΘ 142/2011, αδημ.• ΕιρΑΘ 17/2011, ΝΟΜΟΣ• ΕιρΑΘ 127/2011, αδημ.• βλ. 1. Βενιέρη - Θ. Κατσά, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, σελ. 56 επ.).

Επομένως, η ως άνω ένσταση προβάλλεται παραδεκτά και θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Στη συνέχεια, η πρώτη των καθ' ων προτείνει μεν με τις προτάσεις της, αλλά όχι και προφορικά στο ακροατήριο τις ενστάσεις της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και της δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Από τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 2 και 3,238 και 237 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 741 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, καθώς δεν είναι αντίθετες προς ειδικές διατάζεις και προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή, προκύπτει ότι στον πρώτο βαθμό, καθώς και στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική• ενώπιον του Ειρηνοδικείου οι διάδικοι έχουν δικαίωμα και όχι υποχρέωση να υποβάλλουν προτάσεις. Όταν η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική, οι διάδικο» οφείλουν να προτείνουν όλους τους πραγματικούς τους ισχυρισμούς, προφορικά στο ακροατήριο και να καταχωρηθούν οτα πρακτικά και δεν αρκεί η αναφορά τους στις έγγραφες προτάσεις (ΑΠ 1239/2007, ΧρΙΔ 2008, 238• Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τ. I, έκδοση 2012, άρθρο 215, αρ. 2-4, σελ. 225-226). Περαιτέρω, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά κατά τη συζήτηση, με καταχώρισή τους στα πρακτικά, ούτως ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στον καθ' ου η ένσταση να αμυνθεί κατά τη διεξαγωγή της δίκης (AΠ 1253/2004, ΕλλΔνη 2005, 119). Μάλιστα, ακόμα και εάν έχουν κατατεθεί προτάσεις, στις οποίες περιέχονται αυτοτελείς ισχυρισμοί, απαιτείται προφορική πρόταση αυτών, η οποία σημειώνεται στα πρακτικά, η δε σημείωση αυτών πρέπει να προκύπτει ευθέως από τα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης των ισχυρισμών αυτών από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΝοΒ 2005, 1052• ΑΠ 1275/2009, ΝοΒ 2010, 893• Μαργαρίτη, ό.π., άρθρο 238, αρ. 7, σελ. 448). Επομένως, οι ως άνω ισχυρισμοί της πρώτης των καθ' αν προβάλλονται απαραδέκτως με τις κατατεθείσες προτάσεις της, καθώς δεν τους πρότεινε και προφορικά στο ακροατήριο, με αποτέλεσμα να μην καταχωρηθούν στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά.

Στη συνέχεια, η δεύτερη καθ'ης-μετέχουσα πιστώτρια, προφορικά αλλά και μβ τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της, αρνείται, επίσης, την υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη, προς απόκρουσή της δε προβάλλει τις ακόλουθες ενστάσεις:

1) Ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αίτησης, διότι αφενός μεν η αιτούσα δεν έχει «περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, καθώς είναι προσωρινά άνεργη και αφετέρου με το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της προτείνει την πλήρη απαλλαγή της από αυτές. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό της δεύτερης των καθ' ων ότι η αιτούσα δεν έχει περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, στην πραγματικότητα αποτελεί άρνηση και όχι ένσταση και επομένως, θα αποτελέσει αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας, ενώ περαιτέρω η ως άνω ένσταση καταχρηστικότητας κατά το δεύτερο σκέλος της είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθώς σβ κάθε περίπτωση το σχέδιο διευθέτησης οφειλών διαμορφώνεται κατά την ελεύθερη κρίση του οφειλέτη και σε περίπτωση, που το Δικαστήριο κρίνει αυτό ως μη εύλογο και αποδεκτό, επεμβαίνει και διαμορφώνει τις πληρωμές του οφειλέτη προς τους πιστωτές, αποκλίνοντας οπό όσα ζητά ο οφειλέτης (βλ. Αθ. Κρητικού, ό.π., σελ. 97 I. Βενιέρη-Θ. Κατσά, ό.π., σελ 133-136).

2) Ένσταση απαραδέκτου, διότι η κατατεθείσα οπό την αιτούσα υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 4 παρ. 2 ν. 3869/2010 δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου, καθώς α) φέρει ημερομηνία 0S.03.2012, ενώ η υπό κρίση αίτηση κατατέθηκε στις 06.03.2012 και συνεπώς αυτή δεν καλύπτει το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, β) στο κείμενο της ως άνω υπεύθυνης δήλωσης γίνεται αναφορά στην με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 52/05.03.2012 αίτηση, ενώ η υπό κρίση αίτηση φέρει αριθμό έκθεσης κατάθεσης 52/06.03.2012 και γ) η δήλωση δεν φέρει ημερομηνία κατάθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και δεν προκύπτει αν αυτή κατατέθηκε εμπρόθεσμα ή όχι. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι απαράδεκτη και για το λόγο ότι η βεβαίωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού δεν φέρει ημερομηνία κατάθεσης στο Δικαστήριο τούτο και συνεπώς δεν προκύπτει αν κατατέθηκε εμπρόθεσμα, εντός μηνός από την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης. Όπως προκύπτει από την ένδικη αίτηση, αυτή φέρει ημερομηνία 05.03.2012 και κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 06.03.2012 με αριθμό έκθεσης κατάθεση; 52/06.03.2012. Η ημερομηνία της υπεύθυνης δήλωσης ταυτίζεται με αυτήν της επίδικης αίτησης, στο δε κείμενο της ως άνω υπεύθυνης δήλωσης η αιτούσα αναφέρει σαφώς ότι οι καταστάσεις του άρθρου 4 παρ. 1 στ. α και β ν. 3869/2010 «που περιέχονται στην από 05.03.2012 με αριθμό κατάθεσης 52/2012 αίτησή της είναι ορθές και πλήρεις». Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι η ημερομηνία της υπεύθυνης δήλωσης τέθηκε εκ προφανούς παραδρομής, λόγω και του ότι η αίτησή της έφερε την ημερομηνία 05.03.2012, καθώς δεν ήταν δυνατό η αιτούσα ήδη από τις 05.03.2012 να γνωρίζει τον αριθμό έκθεσης κατάθεσης, που θα ελάμβανε η υπό κρίση αίτησή της την επόμενη ημέρα. Περαιτέρω, από την ως άνω υπεύθυνη δήλωση και τη βεβαίωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού δεν προκύπτει ότι αυτές κατατέθηκαν εμπρόθεσμα, αλλά ούτε και το αντίθετο, ότι δηλαδή κατατέθηκαν εκπρόθεσμα. Εξάλλου, η προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 2 ν. 3869/2010 προθεσμία είναι ενδεικτική για τον οφειλέτη και δεν επιφέρει απώλεια κάποιου δικαιώματός του, οε περίπτωση εκπρόθεσμης κατάθεσης των απαραίτητων εγγράφων (ΕιρΠειρ 80/2011, ΝΟΜΟΣ• ΕιρΠειρ 92/2010, αδημ). Ο νόμος θέτει τη σχετική προθεσμία του ενός μηνός, προκειμένου να είναι σε θέση οι πιστωτές να εκθέσουν πς απόψεις τους και ως εκ τούτου η εκπρόθεσμη κατάθεση των ως άνω εγγράφων έχει ως μόνη κύρωση, ότι δεν τίθεται σε κίνηση την προθεσμία, από την παρέλευση της οποίας τεκμαίρεται ότι οι πιστωτές συμφωνούν με το σχέδιο ρύθμισης του οφειλέτη (I. Βενιέρη - θ. Κατσά, ό.π., σελ 154-156). Επομένως, η ως άνω ένσταση της δεύτερης καθ' ης είναι απορριπτέα κατά το πρώτο σκέλος της ως αβάσιμη kui κατά το δεύτερο σκέλος ως μη νόμιμη.

3) Ένσταση απαραδέκτου, διότι η αιτούσα διατηρούσε ατομική επιχείρηση πρατηρίου άρτου, φέρει την εμπορική ιδιότητα και μάλιστα το μεγαλύτερο ποσοστό των οφειλών της αφορά σε εμπορικά χρέη, ισχυρίζεται δε η δεύτερη των καθ' ων ότι η αιτούσα κατέστη υπερήμερη έναντί της ήδη από τις 10.08.2010, ήτοι σε χρόνο που αυτή διατηρούσε την εμπορική της επιχείρηση. Η ένσταση αυτή, κατά το σκέλος που αφορά το εάν η αιτούσα φέρει την εμπορική ιδιότητά ή όχι, καθώς και το εάν ήταν έμπορος, όταν έπαυσε τις πληρωμές της προς αυτήν, προβάλλεται παραδεκτά και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των χρηματικών οφειλών της αιτούσας προς τις μετέχουσες-πιστώτριες αφορά σε εμπορικά χρέη, δεν αρκεί για να καταστήσει την υπό κρίση αίτηση απαράδεκτη, ούτε και αποδεικνύει αυτό μόνο, ότι η αιτούσα φέρει και σήμερα την ιδιότητα του εμπόρου. Εξάλλου, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το φυσικό πρόσωπο, το οποίο είχε κατά το παρελθόν την εμπορική ιδιότητα, υπάγεται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, ακόμα και εάν μετά την παύση της εμπορικής του ιδιότητας εξακολουθεί να οφείλει εμπορικά χρέη, τα οποία είχαν γεννηθεί όσο ο οφειλέτης είχε την εμπορική ιδιότητα, υπό την προϋπόθεση ότι μέχρι την παύση της εμπορικής του δραστηριότητας και ιδιότητας εξυπηρετούσε το χρέη του (ΜΠρΑΘ 8340/2010, ΧρηΔικ 2010. 383• ΕιρΑΘ 29/2011, αδημ.• Ειρθεσσ 6759/2011, αδημ.• ΕιρΑΘ 142/2011, αδημ.• ΕιρΑΘ 17/2011, ΝΟΜΟΣ• ΕιρΑΘ 127/2011, αδημ* βλ I. Βενιέρη - Θ. Κατσά, ό.π, σελ. 56 επ.).

4) Ένσταση αοριστίας, διότι η αιτούσα δεν προσδιορίζει στην ένδικη αίτηση τις επί μέρους βιοτικές δαπάνες της, αλλά αρκείται σε αναφορά του συνολικού κόστους διαβίωσής της, δεν προσδιορίζει την κινητή και ακίνητη περιουσία της ίδιας και του συζύγου της, την αξιόλογη οικοσκευή της, τα κάθε φύσης εισοδήματα της ίδιας και του συζύγου της, το εάν έχουν μεταβληθεί τα εισοδήματά της σε σχέση με το χρόνο λήψης των δανείων από τις μετέχουσες πιστώτριες, αλλά και τους λόγους για τους οποίους περιήλθε αυτή σε αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών της. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα κυρίως ως α βάσιμη, καθώς στην αίτηση, πέραν των στοιχείων που αναφέρονται στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών από τον οφειλέτη - φυσικό πρόσωπο, πρέπει να περιέχεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 ν. 3869/2010 και: α) κατάσταση της περιουσίας του αιτούντα και των εισοδημάτων του συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, στοιχεία που περιέχονται σε αυτήν (βλ Αθ. Κρητικού, ό.π.. σελ. 106 και Ε. Κιουπτσίδου, Αρμεν 64, Ανάτυπο, σελ 1477) και ουδέν άλλο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα του ορισμένου της και από αυτήν την άποψη, η ένδικη αίτηση κρίνεται από το Δικαστήριο ως επαρκώς ορισμένη. Επομένως, στην αίτηση της οφειλέτριας δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύονται οι λόγοι για τους οποίους αυτή περιήλθε σε οικονομική αδυναμία, ούτε καν να αναφέρονται επακριβώς τα επιμέρους στοιχεία του κόστους κάλυψης των βιοτικών της αναγκών, ούτε ποια ήταν τα εισοδήματά της, όταν έλαβε το δάνειο από τον πιστωτή (ΕιρΘεσ 5105/2011 και 5106/2011, ΝΟΜΟΣ• Αθ. Κρητικού, ό.π., σελ. 93 και 107• I. Βενιέρη-Θ. Κατσά, ό.π., σελ 126 και 137).

Περαιτέρω δε η ως άνω ένσταση κατά το σκέλος, που αφορά τα περιουσιακά στοιχεία του συζύγου της αιτούσας είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 στ. α' ν. 3869/2010 και όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, ότι δηλαδή η αίτηση πρέπει να περιγράφει αναλυτικά κάθε περιουσιακό στοιχείο της οφειλέτριας και τα πάσης φύσεως εισοδήματα της ίδιας και του συζύγου της και επομένως η ρύθμιση δεν επεκτείνεται και στα περιουσιακά στοιχεία του συζύγου της, καθώς η οφειλέτρια ευθύνεται απέναντι στους πιστωτές της μόνο με την περιουσία της.

Από την ανομωτί εξέταση της αιτούσας, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συζητήσεως της υποθέσεως και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από τις ομολογίες των διαδίκων, αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα εξής: Η αιτούσα είναι 44 ετών, έγγαμη και έχει δυο τέκνα, ένα ενήλικο, ηλικίας 24 ετών, το οποίο είναι άνεργο και εργάζεται περιστασιακά ως σερβιτόρος και ένα ανήλικο, ηλικίας 16 ετών, το οποία φοιτά στην β' τάξη του λυκείου (βλ υπ' αρ. πρωτ. 16653/13.09.2011 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του ...........)• Παλαιότερα εργαζόταν ως βοηθός λογιστή σε εταιρείες και στη συνέχεια ξεκίνησε να έχει εμπορική δραστηριότητα, λειτουργώντας αρχικά κατάστημα με την επωνυμία ................ και αργότερα, από τον Ιανουάριο του έτους 2010 ατομική επιχείρηση πρατηρίου ψωμιού και άλλων ειδών αρτοποιίας.

Στις 07.05.2011 προέβη σε παύση εργασιών της ως άνω ατομικής της επιχείρησης, χωρίς ωστόσο να έχει προβεί και σε παύση πληρωμών, καθώς συνέχισε να αποπληρώνει χρέη της προς τις μετέχουσες πιστώτριες μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2011 (βλ από 18.01.2012 επανεκτύπωση βεβαίωσης διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου επιτήδευματος, καθώς και τις από 18.01.2012 τις από 18.01.2012 εκτυπώσεις κινήσεων των υπ' αρ. λογαριασμών της δεύτερης των καθ' ων). Ως εκ τούτου, όταν υπέβαλε την υπό κρίση αίτησή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου είχε παύσει η εμπορική της ιδιότητα, ενώ η παύση πληρωμών από εκείνη επήλθε μετά το γεγονός αυτό και επομένως είναι απορριπτέες οι σχετικές ενστάσεις των καθ' ων, ότι η αιτούσα απαραδέκτως άσκησε την ένδικη αίτησή της, λόγω εμπορικής της ιδιότητας. Από το Μάιο του 2011, η αιτούσα είναι άνεργη και δεν επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ (βλ. την με αριθμό κάρτα ανεργίας της αιτούσας, η οποία φέρει ανανεώσεις, που καλύπτουν χρονικό διάστημα από το έτος 2011 έως και τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας). Περαιτέρω, ο σύζυγός της, ο οποίος είναι 45 ετών, ήταν άνεργος, όταν κατετέθη η υπό κρίση αίτηση, στη συνέχεια όμως και συγκεκριμένα το Δεκέμβριο του έτους 2012 βρήκε εργασία ως ιδιωτικός υπάλληλος στην εταιρεία ........ από την οποία λαμβάνει μηνιαίως, το ποσό των 350 ευρώ. Παράλληλα, εργάζεται περιστασιακά, όποιε αυτό είναι δυνατό. παίζοντας μουσική σε εκδηλώσεις γάμων και βαπτίσεων, προκειμένου να συμπληρώσει το οικογενειακό εισόδημα.

Το ποσό που είναι αναγκαίο να δαπανάται από την αιτούσα κάθε μήνα για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ίδιας και της οικογενείας της, λαμβανομένων υπόψη και των αντικειμενικών συνθηκών διαβίωσης μιας μέσης οικογένειας κατά τις παρούσες χρονικές συνθήκες, ανέρχεται στο ποσό των 1.030,00 ευρώ μηνιαίως, που αναλύονται ως εξής: ποσό 350,00 ευρώ για ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ και τηλεφωνία, ποσό 400,00 ευρώ για διατροφή, ποσό 80,00 ευρώ για δαπάνη θέρμανσης, ποσό 50,00 ευρώ για στοιχειώδη έξοδα ένδυσης-υπόδησης, ποσό 50,00 ευρώ για έξοδα μετακίνησης και ποσό 100 ευρώ για λοιπά έξοδα στα οποία περιλαμβάνονται ιατρικά έξοδα, αλλά και έκτακτα έξοδα κλπ.. Ωστόσο, το ποσό, το οποίο λαμβάνει από την εργασία του ο σύζυγός της, αλλά και ο ενήλικος γιος της, ο οποίος εργάζεται περιστασιακά, δεν επαρκεί για την κάλυψη των ανωτέρω αναγκών τους, με αποτέλεσμα πολλές φορές να μην είναι σε θέση να αντεπεξέλθει στις καθημερινές βιοτικές ανάγκες της και ως εκ τούτου, λόγω της ένδειας στην οποία έχει περιέλθει, λαμβάνει δυο φορές το μήνα τρόφιμα από το Δήμο. Ακόμα, καταβάλλει συνεχείς προσπάθειες ανεύρεσης εργασίας, καθώς, πέραν του ότι είναι εγγεγραμμένη στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, έχει εγγράφει και στους καταλόγους ανέργων των όπου και απευθύνεται συχνά τους αρμόδιους υπαλλήλους, προκειμένου να ανεύρει εργασία.

Η αιτούσα, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, τα οποία ήδη με την κοινοποίηση της αίτησης θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010, ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποιήσεως της αίτησης (Αθ. Κρητικού, ό.π., σελ. 144-145), είναι δε τα εξής:

Από την πρώτη μετέχουσα πιστώτρια ........... της έχουν χορηγηθεί:

1) το με αριθμό σύμβασης .............. επαγγελματικό δάνειο, από το οποίο η συνολική απαίτηση ανερχόταν στις 14.09.2011 στο ποσό των 66.089,65 ευρώ (και ειδικότερα κεφάλαιο 64.713,89 ευρώ, τόκοι 1.365,26 ευρώ και έξοδα 10,50 ευρώ), το οποίο είναι εξασφαλισμένο με α΄ προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία της αιτούσας και 2) το με αριθμό σύμβασης επαγγελματικό δάνειο, από το οποίο η συνολική απαίτηση ανερχόταν στις 14.09.2011 στο ποσό των 26.953,15 ευρώ (και ειδικότερα κεφάλαιο 26.387,73 ευρώ, τόκοι 551,92 ευρώ και έξοδα 13,50 ευρώ), το οποίο είναι επίσης εξασφαλισμένο με α΄ προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία της αιτούσας. Η συνολική οφειλή της προς την παραπάνω πιστώτρια ανέρχεται στο ποσό των 93.042,80 ευρώ.

Από τη  δεύτερη μετέχουσα πιστώτρια ........... της έχουν χορηγηθεί: 

1) η με αριθμ. ................ σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την οποία η συνολική απαίτηση ανερχόταν στις 20.09.2011 στο ποσό των 9.353,89 ευρώ (και ειδικότερα κεφάλαιο 9.313,04 ευρώ, τόκοι 40,85 ευρώ και έξοδα 0,00 ευρώ), η οποία είναι εξασφαλισμένη με β' προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία της αιτούσας και 2) η με αριθμό σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την οποία η συνολική απαίτηση ανερχόταν στις 20.09.2011 στο ποσό των 30.888,97 ευρώ (και ειδικότερα κεφάλαιο 30.401,86 ευρώ, τόκοι 289,00 ευρώ και έξοδα 198,11 ευρώ), η οποία είναι επίσης εξασφαλισμένη με β' προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία της αιτούσας. Η συνολική οφειλή της αιτούσας προς την παραπάνω πιστώτρια ανέρχεται στο ποσό των 40.242,86 ευρώ.

Πλέον, η αιτούσα έχει περιέλθει σε τέτοια κατάσταση, ώστε το οικογενειακό εισόδημα της ίδιας και του συζύγου της να μην επαρκεί για την αξιοπρεπή διαβίωση της οικογενείας τους, επομένως, έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τις ανωτέρω οφειλές της, κατάσταση στην οποία περιήλθαν μετά τη λήψη των ανωτέρω δανείων. Στα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας περιλαμβάνεται κατά πλήρη κυριότητα μια ισόγεια μονοκατοικία, έτους κατασκευής 1990, επιφανείας 108 τ.μ, που βρίσκεται εντός οικοπέδου ευρισκόμενου στη ............. εντός του εγκεκριμένου σχεδίου, στη θέση .................. εντός του ................ Οικοδομικού Τετραγώνου, το οποίο (οικόπεδο) έχει επιφάνεια 334 τ.μ.. Το οικόπεδο αυτό περιήλθε στην πλήρη κυριότητά της, δυνάμει της υπ' αρ. ............. συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής του συμβολαιογράφου το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα και εν συνεχεία η αιτούσα έκτισε σε αυτό την ως άνω ισόγεια μονοκατοικία, δυνάμει των οικοδομικών αδειών της ................... Η εμπορική αξία της ως άνω μονοκατοικίας εκτιμάται σε 80.000 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της παλαιότητάς της, της περιοχής στην οποία βρίσκεται, του εμβαδού της και των συνθηκών, που επικρατούν σήμερα στην αγορά ακινήτων λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας. Το ακίνητο αυτό αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και η αξία του δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης αποκτήσεως πρώτης κατοικίας, τo οποί για έγγαμο φορολογούμενο ανέρχεται σε 250.000 ευρώ, προσαυξημένο κατά 50% και προσαυξάνεται, περαιτέρω κατά 25.000 ευρώ για κάθε ένα από τα δυο πρώτα τέκνα της αιτούσας.

Με βάση τα προλεχθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 παρ, 2 και 5 και 9 παρ. 2. Συγκεκριμένα, στο πρόσωπο της αιτούσας συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις και δη χρόνια ανεργία, καθώς είναι άνεργη επί δυο έτη και ανεπάρκεια εισοδήματος για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών της. Γι' αυτό θα πρέπει, εφόσον διατυπώνεται και σχετικό αίτημα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 5 ν. 3869/2010 να οριστούν μηδενικές καταβολές, συγχρόνως δε να οριστεί νέα δικάσιμος η 21.05.2014, προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της περιουσιακής της κατάστασης και των εισοδημάτων της και να προσδιοριστούν ενδεχομένως μηνιαίες καταβολές επί τετραετία (ΕιρΚορ 233/2013, ΝΟΜΟΣ• ΕιρΠατρ 16/2012, ΝΟΜΟΣ• ΕιρΚαβ 161/2012, ΝΟΜΟΣ- ΕιρΛαρ 106/2011, ΤΝΠ ΔΣΑ). Η επανεξέταση της υπόθεσης αφορά τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 ν. 3869/2010 για καταβολές επί τετραετία, η οποία είναι ανεξάρτητη της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 ρύθμισης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, που είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο εφόσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα, όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Κρητικό, ό.π. σελ. 215). Έτσι, θα πρέπει να ορισθούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει στις πιστώτριές της ποσό μέχρι το 85% της εμπορικής της αξίας, δηλαδή μέχρι το ποσό των 68.000 ευρώ (80.000 x 85%), πρέπει δε στη συγκεκριμένη περίπτωση να οριστεί στο ποσό των 50.000 ευρώ, αφού ληφθούν υπόψη η ηλικία της αιτούσας, η χρόνια ανεργία της, οι εξαιρετικά μειωμένες οικονομικές δυνατότητες αυτής, που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα της ρύθμισης και η μη προοπτική βελτίωσης της οικονομικής της κατάστασης (βλ. ΕιρΑχαρν 12/2013, ΝΟΜΟΣ• ΕιρΑΘ 18/2011, ΝΟΜΟΣ• ΕιρΘεσσ 5105/2011, ΝΟΜΟΣ• ΕιρΑΘ 12/2011, ΧρηΔικ 2011, 287 ΑΘ. Κρητικό, ό.π., σελ. 217 επ. και 222 I. Βενιέρη - Θ. Κατσά, ό.π., σελ. 302). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου, με το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Θα ξεκινήσει τέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ο δε χρόνος εξόφλησής του πρέπει να οριστεί σε 20 χρόνια. Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθούν προνομιακά οι απαιτήσεις των καθ' ων, οι οποίες είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα η διάθεση των κεφαλαίων στους εμπραγμάτως εξασφαλισμένους πιστωτές κατά το άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 θα γίνει σύμφωνα με την αρχή της χρονικής προτεραιότητας, κατά τα άρθρα 1250, 1272 και 1300 ΑΚ.

Συνεπώς, από τις απαιτήσεις των καθ' ων, θα ικανοποιηθούν προνομιακά οι απαιτήσεις της πρώτης των καθ' ων, Τράπεζας ................, από τα επαγγελματικά δάνεια με αριθμούς σύμβασης ........ από τα οποία η συνολική οφειλή της αιτούσας προς την παραπάνω πιστώτρια ανέρχεται στο ποσό των 93.042,80 ευρώ και είναι εξασφαλισμένη με α προσημείωση υποθήκης. Η προνομιακή ικανοποίηση της πιστώτριας αυτής για τις ως άνω εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις της θα γίνει μέχρι το ποσό των
50.000 ευρώ, απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών της αιτούσας με την τήρηση και αυτής της ρύθμισης με καταβολές επί 20 χρόνια, που θα αρχίσουν μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος, δηλαδή αυτή της τετραετίας από τη δημοσίευση της απόφασης, ποσού 208,33 ευρώ το μήνα x 240 μήνες. Ως προς το υπόλοιπο των απαιτήσεων της ανωτέρω πρώτης πιστώτριας, αλλά και της δεύτερης πιστώτριας κατά το μέρος που δεν θα καλυφθούν, αφενός από τις ήδη ορισθείσες μηδενικές καταβολές και αφετέρου από τις τυχόν ορισθεισόμενες κατά τη νέα δικάσιμο για τον υπολειπόμενο της τετραετίας χρόνο καταβολές, μετά την εξάντληση του ποσού των 50.000 ευρώ για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν και απαλλάσσεται. Σημειωτέον, ότι η αναφερόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 δυνατότητα του Δικαστηρίου να ρυθμίσει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό, που ανέρχεται σε ποσοστό 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, δεν σημαίνει ότι η ρύθμιση θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να ανέρχεται στο 85% της εμπορικής της αξίας, όταν οι υπάρχουσες απαιτήσεις ξεπερνούν την αξία αυτή (του 85%), διότι σε περιπτώσεις, όπως η ένδικη, αν επιβληθούν στην αιτούσα βάρη μεγαλύτερα των δυνατοτήτων της, τούτο θα οδηγήσει ευθέως στην μη βιωσιμότητα της ρυθμίσεως, αναιρώντας τις παραδοχές της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα οδηγούνταν η οφειλέτρια από την ίδια την απόφαση, που ρυθμίζει τις οφειλές της, στην αδυναμία καταβολής των δόσεων και τελικώς στην ανατροπή της ρυθμίσεως και την ακύρωση των σκοπών της επανένταξης του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή, που υπηρετεί ο ν. 3869/2010.

Κατά συνέπεια των παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να ρυθμιστούν τα χρέη της αιτούσας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό με τον καθορισμό μηδενικών καταβολών, να οριστεί νέα δικάσιμος, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 8 ν. 3869/2010, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων δόσεων (βλ. και Αθ. Κρητικό, ό.π., σελ. 197-199), με σκοπό την απαλλαγή της με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 § 6 του ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Καθορίζει ως μηδενικές τις μηνιαίες επί μία τετραετία καταβολές της αιτούσας προς τις πιστώτριές.

Εξαιρεί από την εκποίηση την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήτοι μια ισόγεια μονοκατοικία, έτους κατασκευής 1990, επιφανείας 108 τ.μ., που βρίσκεται εντός οικοπέδου ευρισκόμενου στη ............. εντός του εγκεκριμένου σχεδίου, στη θέση εντός του υπ' αρ. ............... Οικοδομικού Τετραγώνου.

Καθορίζει το καταβλητέο από την αιτούσα για την αμέσως παραπάνω αιτία συνολικό ποσό σε 50.000,00 ευρώ, που θα πληρωθεί με μηνιαίες καταβολές ύψους 208,33 ευρώ για διάστημα 20 ετών. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει την πρώτη μέρα του πρώτου μήνα τέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου, με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Ορίζει νέα δικάσιμο, την 21η Μαΐου 2014, για την εκ νέου συζήτηση της υπό κρίση αίτησης, για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Ελευσίνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 14.06.2013, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.

Η Ειρηνοδίκης
Πηνελόπη Αϊβαλή

Η Γραμματέας
Κωνσταντίνα Νέου

Σχόλια