ΑΠ 80/2015 - Έκτακτη Χρησικτησία Περιπτώσεις εφαρμογής του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών.


ΑΠ 85/2015 - Έκτακτη Χρησικτησία Αγωγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί δικαιούχος δουλείας και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να άρουν την προσβολή αυτής και να παραλείψουν κάθε μελλοντική της διατάραξη

Έκτακτη Χρησικτησία
Έτος:2015
Νούμερο:80
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη ..
Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. χας Σ. Κ. το γένος Σ. Μ., 2) Χ. Κ. του Σ. κατοίκων ..., 3) Ν. Μ. του Ξ., κατοίκου ..., 4) Β. Π. του Α., 5) Μ. Π. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βάννα Τσιορβά.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Νικόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2004 αγωγή των 3ου, 4ου, 5ου των ήδη αναιρεσειόντων και του αποβιώσαντος Σ. Κ. του Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14223/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 2322/2008 μη οριστική και 181/2012 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-7-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης, ανέγνωσε την από 20-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης επί των γαιών αυτών, διατηρήθηκαν σε ισχύ, με το άρθρο 2 του ν. 147/1914, στις νέες χώρες, που ήσαν προηγουμένως υπό την κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, δημόσιες γαίες είναι οι αγροί, οι λειμώνες, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, τα δάση και οι παρόμοιοι με αυτούς τόποι, η δε κυριότητα επ'αυτών ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο, το οποίο μετά την απελευθέρωση των ανωτέρω χωρών, διαδέχθηκε σ'αυτή το Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 9, 19, 30, 68 και 71 του ίδιου πιο πάνω Οθωμανικού νόμου, επί των δημόσιων γαιών μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούν να αποκτήσουν οι ιδιώτες, με την έκδοση έγγραφου τίτλου, ταπίου, που φέρει την αυτοκρατορική σφραγίδα ή μονόγραμμα και στο οποίο ρητά αναφέρεται το είδος των παραχωρούμενων γαιών. 'Οπως δε προκύπτει από τα άρθρα 36 και 37 του ίδιου νόμου περί γαιών, το πιο πάνω δικαίωμα μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται η έκδοση "ταπίου" στο όνομά του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος "τεσσαρούφ". Προυπόθεση, όμως, για την κτήση του άνω δικαιώματος δινηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από το σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1248 και 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, στην πρώτη από την οποία προβλέπονται οι τρόπο κτήσης κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία, και στη δεύτερη που προβλέπει τη δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει, ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία από το κράτος του Οθωμανικού δικαίου, με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από εκείνον που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία, κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών ΓΑΠ 1817/2011 ΕλλΔνη 54.1013,1014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ'αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικοί δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "To επίδικο, όπως συνομολογείται και από τον εκκαλούντα-εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) είναι ένα ακίνητο εκτάσεως 1.399 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου ακινήτου εκτάσεως 5.595 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "ΛΙΣΚΑ" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Χορτιάτη Νομού Θεσσαλονίκης, το οποίο (τμήμα των 1.399 τ.μ.) συνορεύει βορείως με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ., νοτίως με ιδιοκτησία Α. Ρ., ανατολικά με δρόμο και ιδιοκτησία Β. Κ., και δυτικά με υπόλοιπο του μείζονος ακινήτου. Αρχικά, όπως συνομολογείται και από τον εναγόμενο, το όλο ακίνητο των 5.595 τμ, το οποίο σήμερα συνορεύει βόρεια με Κ., νότια με Ι. Κ. και Α. Ρ. ανατολικά με αγροτικό δρόμο και περαιτέρω με Β. Κ., και τέλος δυτικά με Κ. Τ., αποτελούνταν από δύο επιμέρους όμορα ακίνητα, ήτοι ενός καλλιεργήσιμου τόπου, εμβαδού ενός παλαιού στρέμματος και μίας αμπέλου εμβαδού τριών παλαιών στρεμμάτων και δυο αυλακιών, εξουσιάζετο από το Δ. Κ. του Κ., ο οποίος τα καλλιεργούσε ως αμπέλια, επ' ονόματι του οποίου και είχαν καταχωρηθεί σχετικές φορολογικές εγγραφές με αύξοντες αριθμούς (α/α) 1767 και 1768 αντίστοιχα, στο Β' Πρόχειρο Φορολογικό Βιβλίο (Μουσφετέ) χωρίου Ασβεστοχωρίου του τουρκικού έτους 1323 (χριστιανικού 1907) που διαφυλάσσεται στην Υπηρεσία του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας. Οι εν λόγω φορολογικές εγγραφές προσκομίζονται σε νόμιμα φωτοαντίγραφα, καθώς και νόμιμη μετάφραση αυτών και από τις δύο διάδικες πλευρές. Ο ως άνω Δ. Κ. του Κ. εξουσίαζε τα δύο ακίνητα, κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, και μέχρι το θάνατό του, ο οποίος και δεν αποδείχθηκε πότε ακριβώς επήλθε. Όπως επίσης συνομολογείται από τον εναγόμενο, με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και με το δικόγραφο της έφεσής του, ο παραπάνω αρχικός εξουσιαστής Δ. Κ. του Κ. είναι ένα και το αυτό πρόσωπο με το Δ. Κ. του Κ. ή Π.. Η εν λόγω δικαστική ομολογία του εναγομένου αποτελεί πλήρη απόδειξη για την επικαλούμενη με την αγωγή ως άνω ταυτοπροσωπία του αρχικού ως άνω εξουσιαστή, που δεσμεύει το Δικαστήριο, καθόσον πρόκειται για σύνθετη ομολογία (άρθρο 353 ΚΠολΔ), αφού στη συνέχεια ο εναγόμενος με βάση αυτή (ομολογία) προβάλλει και ωφέλιμο γι' αυτόν αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) ιδίας κυριότητας στηριζόμενη τόσο στον παράγωγο (κληρονομική διαδοχή) με απώτερο δικαιοπάροχο τον αδελφό του αρχικού εξουσιαστή, όσο και στον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), με αποτέλεσμα το ομολογούμενο επιζήμιο γεγονός, της ταυτοπροσωπίας, δηλαδή του αρχικού εξουσιαστή, αποχωριζόμενο, να θεωρείται πλήρως αποδεδειγμένο, με την απόδειξη δε του επωφελούς, δηλαδή της ένστασης ιδίας κυριότητας, βαρύνεται ο εκκαλών-εναγόμενος που ομολογεί.

Συνεπώς το Δικαστήριο, δεσμευόμενο από την ως άνω ομολογία του εναγομένου, δεν μπορεί να κρίνει διαφορετικά όσον αφορά το εν λόγω ζήτημα, ότι δηλαδή ο παραπάνω αρχικός εξουσιαστής Δ. Κ. του Κ. δεν ταυτίζεται με το Δ. Κ. του Κ. ή Π.. Το ευρύτερο ακίνητο, που αναφέρεται στις προαναφερθείσες φορολογικές εγγραφές, ανήκε στις καλλιεργήσιμες γαίες και ως εκ τούτου ήταν δεκτικό εξουσιάσεως κατά τις διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου, κατά δε τις σχετικές διατάξεις το δικαίωμα αυτό εξουσιάσεως με τη δεκαετή κατοχή και καλλιέργεια αναγνωρίσθηκε από το διάταγμα 2468 της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης (άρθρο 2) που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917 και το ν. 2052/1920 (άρθρο 50), εφόσον η δεκαετία είχε συμπληρωθεί μέχρι 20-5-1917 και περαιτέρω με το άρθρο 49 του τελευταίου νόμου ορίσθηκε ότι όποιος έχει δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητος κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, το δε δημόσιο συγκυριότητος και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, το οποίο όμως δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει των άρθρων 101-104 του Διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14, 18 και 19 του ν. 1540/1938, περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στους, κατά την έναρξη της ισχύος αυτού του διατάγματος, συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5 και έκτοτε συνεπώς ήταν δεκτικό χρησικτησίας. Το εν λόγω ευρύτερο ακίνητο, όπως με την αγωγή και τις προτάσεις τους συνομολογούν οι εφεσίβλητοι- ενάγοντες (και ήδη αναιρεσείοντες), κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής είχε συνολική έκταση 6.425 τ.μ. και ήταν χωρισμένο σε τέσσερα τμήματα και κατέχεται το μεν ανατολικό τμήμα του, εκτάσεως 1399 τ.μ., από τον Α. Κ. ήδη εκκαλούντα (και ήδη αναιρεσίβλητο), έτερο συνεχόμενο τμήμα ίδιας έκτασης κατ' ισομοιρία από τους Θ. Κ., Χ. Κ. και Λ. συζ. Κ. Α. το γένος Π. Χ., έτερο τμήμα ίδιας έκτασης από τη Ζ. Σ.-Κ. και το υπόλοιπο τμήμα, έκτασης 2.228 τ.μ., από τον Χ. Χ.. Όπως προαναφέρθηκε, αντικείμενο της ένδικης αγωγής είναι το διαιρετό τμήμα, που κατέχεται από τον ήδη εκκαλούντα - εναγόμενο (και ήδη αναιρεσίβλητο) Α. Κ.. Σχετικά με τη κτήση συγκυριότητας από τον πρώτο αρχικά ενάγοντα Σ. Κ. με κληρονομική διαδοχή ποσοστού 40/64 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, οι ενάγοντες, με την αγωγή τους, όπως με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της εκτέθηκε στην υπ' αριθμ. 2322/2008 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, επικαλούνται αλλεπάλληλες κληρονομικές διαδοχές και συγκεκριμένα ότι το ως άνω ακίνητο μετά το θάνατο του παραπάνω αρχικού εξουσιαστή περιήλθε στο γιο του Ν. Κ. ή Κ., που το νεμόταν καλόπιστα με διάνοια κυρίου και το κατείχε μέχρι του θανάτου του το έτος 1919, και στη συνέχεια κατόπιν άτυπης διανομής περιήλθε στο γιο του Χ. Κ. ο οποίος το νεμόταν μέχρι το έτος 1956, και μετά το θάνατο και του τελευταίου στα τέκνα του Σ. και Κ. Κ.. Δηλαδή, κρίσιμο εν προκειμένω γεγονός είναι, η επικαλούμενη συγγενική σχέση του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Ν. με τον αρχικό εξουσιαστή, αφού στην επικαλούμενη κληρονομική διαδοχή από το Ν. στηρίζεται το δικαίωμα της κυριότητας του πρώτου αρχικά ενάγοντος επί του επιδίκου κατά παράγωγο τρόπο. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο Ν. ήταν γιος του Δ. Κ. ή Κ. του Κ. ή Π...... Συνακόλουθα oι ενάγοντες, που φέρουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν απέδειξαν τη συγγενική σχέση του Ν. με τον αρχικό εξουσιαστή του ευρύτερου ακινήτου Δ. Κ. ή Κ. του Κ. ή Π., και δη ότι ο Ν. ήταν γιος του τελευταίου, από τον οποίο (Ν.) ισχυρίζονται ότι έλκουν τα δικαιώματά τους στο επίδικο ακίνητο με αλλεπάλληλες κληρονομικές διαδοχές και ως εκ τούτου ο παράγωγος τρόπος με κληρονομική διαδοχή του πρώτου αρχικού ενάγοντος για το ποσοστό 40/64 εξ αδιαιρέτου, για τον οποίο και μόνο είχε κριθεί νόμιμη η αγωγή κατά τη βάση της περί κτήσεως κυριότητας με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), δεν αποδείχθηκε, ενώ ως προς τους λοιπούς ενάγοντες η δια παραγώγου τρόπου σχετική βάση της είχε απορριφθεί με την εκκαλούμενη απόφαση ως αόριστη και κατά το μέρος αυτό δεν ασκήθηκε έφεση από τους ενάγοντες και συνεπώς κατά το μέρος αυτό δεν μεταβιβάσθηκε η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο.

Συνεπώς, η βάση της εν λόγω διεκδικητικής αγωγής περί κτήσεως κυριότητας, που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και μόνο όσον αφορά τον πρώτο αρχικό ενάγοντα και κατά το ποσοστό 40/64 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε και τα ακόλουθα περιστατικά: "Όπως παραπάνω εκτέθηκε το ευρύτερο ακίνητο έχει έκταση 5.595 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο τμήμα των 1.399 τ.μ., που κατέχεται' από τον εναγόμενο, αποτελούνταν από δύο επιμέρους όμορα ακίνητα, ήτοι ενός καλλιεργήσιμου τόπου, εμβαδού ενός παλαιού στρέμματος και μίας αμπέλου εμβαδού τριών παλαιών στρεμμάτων και δυο αυλακιών και εξουσιάζετο από τον Δ. Κ. του Κ., επ' ονόματι του οποίου και είχαν καταχωρηθεί οι προαναφερθείσες φορολογικές εγγραφές, ο δε παραπάνω εξουσιαστής είναι ένα και το αυτό πρόσωπο με τον Δ. Κ. του Κ. (ή Π.), όπως παραπάνω αποδείχθηκε, ενόψει της ομολογίας του εναγομένου. Όπως επίσης προεκτέθηκε δεν αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω αγρός περιήλθε στον Χ. Κ. από κληρονομιά του πατέρα του Ν., αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος ήταν γιος του αρχικού εξουσιαστή. Αλλά επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο Χ. Κ. νεμόταν με διάνοια κυρίου τον επίδικο αγρό από το χρόνο εισαγωγής του ΑΚ (1946) μέχρι το θάνατο του το έτος 1956 και ακολούθως οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, δηλαδή τα τέκνα του Σ. (αρχικός πρώτος ενάγων) και Κ. (απώτερος δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων) και η δεύτερη σύζυγος του Μ. Σ. (μητέρα του αρχικού πρώτου ενάγοντος). Ειδικότερα, είναι γεγονός ότι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο από το έτος 1945 μέχρι και το 1968 καλλιεργεί το ως αγρός, χωρίς όμως και να αποδεικνύεται ποιος από τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων πλευρών καλλιεργούσε τον αγρό αυτό, ενώ μεταξύ των ετών 1968 μέχρι το 1993 αυτό δεν καλλιεργείται, όπως ρητά αναφέρει στο συμπέρασμά της η διορισθείσα πραγματογνώμονας από τη σχετική μελέτη των αεροφωτογραφιών. Το μόνο στοιχείο που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες είναι οι με αριθμούς 335/14-6-1980 και 360/28-6-1982 αποδείξεις του Α. Χ. -εμπόριο σιδηρικών- για αγορά υλικών περίφραξης από τον αρχικά πρώτο ενάγοντα Σ. Κ. για ακίνητο στην περιοχή του επιδίκου, χωρίς όμως και να προκύπτει ότι τα εν λόγω υλικά τοποθετήθηκαν στο εν λόγω ακίνητο, ενόψει του ότι η πραγματογνώμονας στη σχετική έκθεσή της ρητά αναφέρει ότι στις αεροφωτογραφίες της περιοχής του επιδίκου, λήψεως 1945, 1960, 1978, 1979, 1980 και 1988 το ευρύτερο ακίνητο οριοθετείται εξωτερικά από φυσική βλάστηση, της οποίας μάλιστα στις αεροφωτογραφίες λήψεως 1988 κατά μήκος της Βόρειας και Νότιας πλευράς το πλάτος της περιμετρικής ζώνης αυξάνεται για το λόγο ότι με την πάροδο των ετών η βλάστηση πυκνώνει και αποκτά δενδρώδη μορφή και ουδέν αναφέρει για την ύπαρξη τεχνικής περίφραξης στις αεροφωτογραφίες των ετών μετά το 1980, η δε αναφορά για περίφραξη γίνεται το πρώτον κατά τη μελέτη των αεροφωτογραφιών 1993 και 1998 και του ορθοφωτοχάρτη έτους 1996, δηλαδή για το χρόνο που το ευρύτερο ακίνητο ήδη έχει χωρισθεί σε τέσσερα τμήματα και κατέχεται (κατά τμήματα) από τον εναγόμενο και τους προαναφερθέντες τρίτους και μη διαδίκους στην παρούσα δίκη. Επίσης, η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Α. Ζ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και του παρόντος ότι το ευρύτερο ακίνητο το περιέφραξε ο αρχικός πρώτος ενάγων Σ. Κ. το 1986-1987 δεν κρίνεται πειστική, καθόσον και ανεξάρτητα του ότι ο μάρτυρας προσδιορίζει διαφορετικό χρόνο κατασκευής της περίφραξης από τον επικαλούμενο από τους ενάγοντες, αντικρούεται η εν λόγω κατάθεσή του πλήρως από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αφού ουδόλως σ' αυτή αναφέρεται η ύπαρξη τεχνικής περίφραξης για το χρόνο πριν το έτος 1993, ούτε τούτο διαπιστώθηκε κατά την αυτοψία που διενήργησε η ως άνω πραγματογνώμονας. Αλλά και η σχετική για το θέμα της περίφραξης κατάθεση του μάρτυρα Χ. Σ. στην 4336/2007 ένορκη βεβαίωση ότι ο Σ. Κ. κατασκεύασε περίφραξη με σιδηροπασσάλους και σύρμα δεν κρίνεται πειστική, αφού αντικρούεται από την προαναφερθείσα πραγματογνωμοσύνη. Επίσης και σε κάθε περίπτωση και αν ακόμα θεωρηθεί ότι τα υλικά περίφραξης, που αναφέρονται στις παραπάνω αποδείξεις, τοποθετήθηκαν στο ίδιο ευρύτερο ακίνητο, πρόκειται για μεμονωμένη πράξη νομής στο χρόνο εκείνο, χωρίς έκτοτε να αποδειχθεί ότι οι Σ. και Κ. (τέκνα του Χ.) ή και οι κληρονόμοι του τελευταίου, μετά το θάνατο του (δικαιοπάροχοι των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των εναγόντων), άσκησαν στο επίδικο άλλες εμφανείς πράξεις νομής, μέχρι το έτος 1992, που ισχυρίζονται ότι καταλήφθηκε το επίδικο τμήμα από τον εναγόμενο. Εξάλλου μόνη η αναφορά στο υπ' αριθμ. 234/30-4-1934 συμβόλαιο αγοράς του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Δεστούνη, που αφορά το όμορο προς Νότο γεωτεμάχιο ως Βόρειου συνορίτη του Χ. Κ. (και όχι Κ.) και η ίδια αναφορά στην 489/2001 δήλωση αποδοχής κληρονομίας των κληρονόμων Ι. Κ. (σημερινών ιδιοκτητών), καθώς και η όμοια αναφορά στην επικαλούμενη από τους εφεσlβλητους-ενάγοντες από 17-4-1968 ιδιόχειρη κατάσταση καταγραφής ακινήτων εντός του δάσους (που ποτέ δεν έλαβε επίσημο χαρακτήρα), που επαναλαμβάνουν τα όρια της παραπάνω ιδιοκτησίας με βάση το ίδιο ως άνω συμβόλαιο του 1934, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση περί άσκησης πράξεων νομής από το δικαιοπάροχο των εναγόντων Χ. Κ., αφού και ανεξάρτητα από τη μη ταυτότητα των επωνύμων αυτό δεν ενισχύεται από κανένα άλλο πειστικό αποδεικτικό στοιχείο, μόνη δε η αναφορά του ως ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου, δεν αποτελεί εμφανή υλική πράξη νομής, που οδηγεί στη κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Επίσης, αν το ευρύτερο ακίνητο ανήκε στον πατέρα του Χ. Ν., όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες και ο Ν. απεβίωσε το έτος 1940, όπως επίσης αυτοί κατά την παρούσα δευτεροβάθμια δίκη ισχυρίζονται, ο τελευταίος θα έπρεπε να αναφέρεται ως βόρειος συνορίτης του προς Νότο γεωτεμαχίου, αφού το ευρύτερο ακίνητο κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς περιήλθε στο γιο του Χ., μετά από άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας μεταξύ των τέκνων του Ν., δηλαδή μετά το έτος 1940, με βάση το διαφορετικό από την αγωγή χρόνο θανάτου του Ν., που οι ίδιοι αποδέχονται. Βέβαια όλοι οι μάρτυρες από τη πλευρά των εφεσιβλήτων - εναγόντων καταθέτουν ότι τον εν λόγω αγρό καλλιεργούσε ο Χ. και ειδικότερα ο Κ. Μ., στην με αριθμό .../2005 ένορκη βεβαίωση, ότι ο παραπάνω, λόγω της φυλλοξήρας που ενέσκηψε πριν το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο (1940), ένωσε τα δύο ακίνητα σε ένα και τα καλλιεργούσε με σιτάρι, σίκαλη, ενώ σε ένα μέρος του είχε φυτέψει δρυς, "για να βόσκουν τα βόδια του ή για να βρίσκουν δροσιά", ότι ο ίδιος (Χ.) κατασκεύασε ξερολιθιά, μέρος της οποίας σώζεται μέχρι σήμερα, στο μεγαλύτερο μέρος του κτήματος, ότι αυτός ένωσε τα δύο και στη συνέχεια οι κληρονόμοι του, δηλαδή τα τέκνα του Σ. (αρχικός ενάγων) και Κ. (απώτερος δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων) και η σύζυγος του νέμονταν το ευρύτερο ακίνητο, δεν κρίνονται πειστικές, αφού δεν ενισχύονται από κάποιο άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αντίθετα αντικρούονται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο παρόν Δικαστήριο, ο οποίος ρητά καταθέτει ότι ο παραπάνω δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ. Κ. διατηρούσε ψιλικατζίδικο στο Ασβεστοχώρι και δεν ασχολιόταν με αγροτικές εργασίες.

Αλλά και από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο υπ' αριθμ. .../1998 δημόσια διαθήκη του Κ. Κ., σαφώς προκύπτει ότι σ' αυτή ουδεμία αναφορά γίνεται από το διαθέτη στο επίδικο ακίνητο, αφού σ' αυτή το μόνο περιουσιακό στοιχείο του διαθέτη που αναφέρεται και διατέθηκε, είναι ένα διαμέρισμα, γεγονός που ενισχύει την παραπάνω κρίση, ότι ο παραπάνω διαθέτης, όπως και ο αδελφός του Σ., δεν ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο ευρύτερο ακίνητο. Όπως δε αποδείχθηκε το επίδικο τμήμα του ευρύτερου ως άνω ακινήτου, εμβαδού 1399 τ.μ., όπως αυτό (τμήμα) εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Χ., που είναι συνημμένο στην αγωγή, με τα στοιχεία Β'-Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Β' και συνορεύει βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. σε πλευρά Β1-Α μήκους 25,75 γ.μ., νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Ρ. σε πλευρά Ε-Ζ-Η- θ-Ι συνολικού μήκους 33,15 γ.μ., ανατολικά με δρόμο και με ακίνητο ιδιοκτησίας Β. Κ. σε πλευρά Α-Β-Γ-Δ-Ε μήκους 41,73 γ.μ. και δυτικά με υπόλοιπο ακίνητο σε πλευρά Ι-Β μήκους 48,71 γ.μ., στο νότιο τμήμα του οποίου, όπως συνομολογείται υπήρχε παλαιά καλύβα, η οποία δεν αποδείχθηκε από τη διαδικασία ποιος την είχε κτίσει, κατέχεται τουλάχιστον από το έτος 1985 από τον εναγόμενο". Ακολούθως, όμως, δέχτηκε - το Εφετείο - ότι ο εναγόμενος δεν έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο ή με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και απέρριψε την ένστασή του ιδίας κυριότητας από τις αιτίες αυτές, ενώ "σχετικά με τους αγωγικούς ισχυρισμούς για κτήση κυριότητας με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δέχτηκε και τα ακόλουθα: Ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης, ότι δηλαδή οι κληρονόμοι του Χ. Κ. και συγκεκριμένα τα τέκνα του Σ. και Κ., δεν ασκούσαν εμφανείς πράξεις νομής στο ευρύτερο ακίνητο, είναι και το γεγονός ότι παρά την κατάληψη του επίδικου τμήματος του ακινήτου από τον εναγόμενο, τουλάχιστον από το έτος 1985, του δε υπολοίπου μεταγενέστερα από τους προαναφερθέντες, ουδόλως αντέδρασαν και δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε εξώδικη ή δικαστική ενέργεια κατά του εναγομένου, παρότι ο τελευταίος ήδη από το έτος 1990 είχε ανεγείρει και οικία επ' αυτού. Αντίθετα, μόνο μετά την έναρξη των διαδικασιών του Κτηματολογίου στην περιοχή του επιδίκου ο πρώτος αρχικός ενάγων και οι λοιποί ενάγοντες προέβησαν στη σύνταξη των προαναφερόμενων δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς και των διορθωτικών και με βάση αυτές και τη μεταβίβαση ακολούθως του ιδανικού μεριδίου από το Ν. Κ. στο δεύτερο ενάγοντα ζήτησαν την εγγραφή επ' ονόματι τους ολόκληρου του ευρύτερου ακινήτου. Έτσι, ενώ κατά τις αρχικές εγγραφές το επίδικο τμήμα ανεγράφη επ' ονόματι των εναγόντων, ακολούθως έγινε δεκτή η υπ' αριθμ. 17689 σχετική ένσταση του εκκαλούντος-εναγομένου και το επίδικο τμήμα, με σχετική απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Ενστάσεων του ΟΚΧΕ, ενεγράφη επ' ονόματι του τελευταίου. Όμοια δε κρίθηκαν από τον ΟΚΧΕ και οι σχετικές ενστάσεις της Ζ. Σ.-Κ. για το έτερο ίσης έκτασης τμήμα του ευρύτερου ακινήτου......

Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων-εναγόντων, που περιέχεται στην αγωγή τους, ότι ο εκκαλών-εναγόμενος προέβη στην κατά των συγγενικών σχέσεων του πρώτου αρχικά ενάγοντος με τον αδελφό του Κ., καθώς και τη μακρά απουσία του τελευταίου από το Ασβεστοχώρι λόγω ασθένειας, τον οποίο επιβεβαιώνουν και οι μάρτυρες Κ. Μ. και Χ. Σ. στις προσκομιζόμενες από τους εφεσιβλήτους ένορκες βεβαιώσεις, προκειμένου να δικαιολογήσουν την αδράνεια των εναγόντων, δεν δικαιολογεί την επί τόσα έτη, μετά την κατά το έτος 1985 κατάληψη του ακινήτου από τον εναγόμενο, έλλειψη οποιασδήποτε διαμαρτυρίας, εξώδικης η δικαστικής, για την κατάληψη αυτή, καθόσον αν οι παραπάνω κληρονόμοι του Χ. Κ. είχαν πράγματι οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας στο ευρύτερο ακίνητο, όπως αυτοί ισχυρίζονται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και ανεξάρτητα της επικαλούμενης διάρρηξης των μεταξύ τους σχέσεων, θα αντιδρούσαν σε εύλογο χρόνο στην κατάληψή του και στην άσκηση των προαναφερθέντων εμφανών σε όλους πράξεων νομής επί του επιδίκου από τον εκκαλούντα- εναγόμενο. Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι η επικαλούμενη από τους εφεσιβλήτους-ενάγοντες υποβολή των από 18-10-2002 αντιρρήσεων του αρχικά πρώτου ενάγοντος Σ. Κ. κατά της υπ' αριθμ. 4550/16-8-2002 πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία χαρακτηρίστηκαν τμήματα του ευρύτερου ακινήτου των 5.595 τ.μ. ως δασική έκταση, δεν διαφοροποιεί την παραπάνω κρίση, ότι, δηλαδή, οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους, πριν την κατάληψη του ακινήτου από τον εναγόμενο, δεν ασκούσαν εμφανείς πράξεις νομής στο ευρύτερο ακίνητο και στο επίδικο τμήμα αυτού, καθόσον αφ' ενός μεν πρόκειται για πράξη χωρίς σωματική στο ακίνητο επενέργεια και όχι πράξη άσκησης νομής, αλλά μόνο προπαρασκευή της τελευταίας, αφ' ετέρου δε διενεργήθηκε σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο από την κατά το έτος 1985 κατάληψη του ακινήτου από τον εναγόμενο. Από τα προαναφερθέντα αποδεικνύεται, όπως και παραπάνω εκτέθηκε, ότι μέχρι το έτος 1985 κανένας από τους δικαιοπαρόχους των ήδη διαδίκων ή οι ίδιοι, ασκούσαν εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο τμήμα, αλλά και στο ευρύτερο ακίνητο των 5.595 τ.μ., καθόσον αυτό, πού εξουσιαζόταν κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας από το Δ. Κ. του Κ., επ' ονόματι του οποίου υπάρχουν οι δύο φορολογικές εγγραφές και ο οποίος ταυτίζεται με το Δ. Κ. του Π. ή Κ., όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες και ομολογεί ο εναγόμενος, τον οποίο και οι δύο διάδικες πλευρές φέρουν ως απώτατο δικαιοπάροχο τους, μετά το θάνατο του παραπάνω αρχικού εξουσιαστή (ο οποίος και δεν προέκυψε πότε συνέβη), δεν αποδείχθηκε ότι βρισκόταν στη νομή κάποιου των δικαιοπαρόχων των διαδίκων, αλλά αυτό, όντας εγκαταλελειμμένο και ακαλλιέργητο, καταλήφθηκε εν μέρει κατά τρία ισομεγέθη τμήματα των 1.399 τ.μ. έκαστο, από τους κληρονόμους των Γ., Ι. και Σ. (τέκνα του Α. Κ.) και συγκεκριμένα το ήδη επίδικο ανατολικό τμήμα αρχικά από τον Α. Κ., ήδη εναγόμενο - εκκαλούντα (τέκνο του Γ.) κατά το έτος 1985, ακολούθως κατά το έτος 1993 το συνεχόμενο έτερο τμήμα από τους Ν., Χ. και Σ. Κ. (τέκνα του Ι.) και το συνεχόμενο τμήμα επίσης κατά το έτος 1993 από τη Ζ. Κ. χήρα Χ. Σ. και τον αδελφό της Ι. (τέκνα του Σ.), ενώ το υπόλοιπο μεγαλύτερο τμήμα κατέχεται από τον Χ. Χ. και δεν προηγήθηκε αποβολή των κληρονόμων του Χ. Κ., δηλαδή του πρώτου αρχικού ενάγοντος Σ. Κ. και του αδελφού του Κ., αφού οι τελευταίοι δεν αποδείχθηκε ότι σε προγενέστερο της κατάληψης χρόνο είχαν εγκατασταθεί στη νομή του, είτε ως κληρονόμοι, είτε ως αυθαίρετοι κάτοχοι. Δηλαδή, από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της ένδικης υπόθεσης είναι φανερό ότι τόσο ο αρχικός πρώτος ενάγων και οι κληρονόμοι του αδελφού του Κ. και δικαιοπάροχοι των λοιπών εναγόντων, όσο και ο εναγόμενος έχοντας όλοι το επώνυμο Κ., όπως και οι προαναφερθέντες Θ., Χ. και Σ. Κ. τέκνα του Ι., κάτοχοι άλλου τμήματος του ευρύτερου ακινήτου, αλλά και οι κληρονόμοι του Σ. (Ζ. Κ.-Σ. και ο αδελφός της Ι.) επιχείρησαν με τις προαναφερθείσες ενέργειές τους (αποδοχές κληρονομιάς, κατοχή από τον εναγόμενο του επιδίκου τμήματος και από τους λοιπούς, μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, των υπολοίπων τμημάτων κλπ.) να αποκτήσουν εμπράγματα δικαιώματα επί του ακινήτου, που αναφέρεται στις παραπάνω φορολογικές εγγραφές επ' ονόματι Δ. γιου Κ. Κ.. και ταυτίζεται με το ήδη ευρύτερο ακίνητο, που ήταν εγκαταλελειμμένο. Σημειώνεται ότι και κατά των προαναφερθέντων κατόχων των λοιπών τμημάτων οι ενάγοντες έχουν ασκήσει σχετικές αγωγές ομοίου περιεχομένου. Επομένως, οι ενάγοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από την εισαγωγή του ΑΚ και εφεξής, με προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο νομής του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, αφού δεν αποδείχθηκε εικοσαετής νομή στα επίδικα των ιδίων και των άνω δικαιοπαρόχων τους, δηλαδή πράξεις νομής ικανές να τους προσπορίσουν το επικαλούμενο απ' αυτούς δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, αλλά ούτε και ο αρχικός πρώτος ενάγων κατέστη συγκύριος αυτού κατά ποσοστό 40/64 εξ αδιαιρέτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι του μεταβιβάσθηκε η νομή του κατά το θάνατο της μητέρας του κατά το έτος 1989, καθόσον η τελευταία δεν ήταν νομέας αυτού και δεν επικαλείται την ύπαρξη νόμιμου τίτλου στο πρόσωπο της πιο πάνω δικαιοπαρόχου του ώστε να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ για προσμέτρηση του χρόνου νομής αυτής .... δεδομένου μάλιστα ότι δική του αποκλειστική νομή από το χρόνο μεταγραφής της υπ' αριθμ. .../14-1-2002 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθηνάς Νικολαΐδου δεν αποδείχθηκε, αφού ήδη από το έτος 1985 το επίδικο τμήμα νεμόταν αποκλειστικά ο εναγόμενος μέχρι την άσκηση της εναντίον του αγωγής.

Συνεπώς και οι εδώ ερευνώμενες βάσεις της διεκδικητικής αγωγής περί κτήσεως κυριότητας στο επίδικο από όλους μεν τους ενάγοντες με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από την εισαγωγή του ΑΚ και εφεξής και επιπρόσθετα όσον αφορά τον πρώτο αρχικό ενάγοντα και κατά το ποσοστό 40/64 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες". Με βάση αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και μάλιστα εκείνες των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, γι'αυτό και οι τρίτος και τέταρτος από τον αριθμό 1 και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του και ένατος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθούν. Η περιλαμβανόμενη στον τρίτο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 54 επ. του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών και των 8 παρ. και 1§1 Κωδ (7.39) 9 §1 βασ (50.14) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που έχει, σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 64 του ΕισΝΑΚ, εφαρμογή ως προς το χρόνο πριν από την ισχύ του ΑΚ, όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής από την κληρονομική διαδοχή, την οποία και απέρριψε, είναι απορριπτέα, προεχόντως, ως απαράδεκτη, εφόσον η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, η παντελής δηλαδή παράλειψη παράθεσης των νομικών διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή για ένα από τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους που θεσπίζονται περιοριστικά στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ (ολΑΠ 3/1997, ΑΠ 780/2004), αλλά αρκεί να υφίστανται και να δικαιολογούν, με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί, ενώ δέχτηκε, ότι "... οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην αγωγή τους αόριστα ότι ο Ν. απεβίωσε το 1919, ότι για το θάνατό του δεν υπάρχει σχετική ληξιαρχική καταγραφή και ότι το ακίνητο περιήλθε στο γιό του Χ., επικαλούμενοι άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας μεταξύ των τέκνων του Ν., χωρίς να προσδιορίζουν το χρόνο αυτής (διανομής), καθώς και πόσοι και ποιοι ήταν οι κληρονόμοι του παραπάνω (Ν.), μεταξύ των οποίων έλαβε χώρα η επικαλούμενη άτυπη διανομή", και ακολούθως, ότι "αντίθετα όμως με τα ως άνω διαλαμβανόμενα στην αγωγή τους το πρώτον στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη επικαλούνται και προσκομίζουν την υπ'αριθμ. 16/17.1.1940 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου της Κοινότητας Ασβεστοχωρίου του Ν. Κ. του Δ. ..." κατέληξε στην κρίση, ότι "οι ενάγοντες, που φέρουν το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν απέδειξαν τη συγγενική σχέση του Ν. με τον αρχικό εξουσιαστή του ευρύτερου ακινήτου Δ. Κ. ή Κ. ή Π., και δη ότι ο Ν. ήταν γιός του τελευταίου, από τον οποίο (Ν.) ισχυρίζονται ότι έλκουν τα δικαιώματά τους στο επίδικο ακίνητο με αλλεπάλληλες κληρονομικές διαδοχές" και εν τέλει απέρριψε την αγωγή στην ουσία της ως προς τη βάση της "που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και μόνο όσον αφορά τον πρώτο αρχικό ενάγοντα και κατά ποσοστό 40/64 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου", ενώ έπρεπε να την απορρίψει και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της. Όμως, τα "περί αοριστίας" που διαλαμβάνονται, ως άνω, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελούν, όπως αυτό προκύπτει και από το σύνολο των σκέψεων που περιέχονται σ'αυτήν, επιχειρήματα αντλούμενα από την έρευνα για στήριξη ουσιαστική ή όχι της αγωγής. Γι' αυτό ο λόγος αυτός της αναίρεσης - πέραν, μάλιστα, του ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2, ΚΠολΔ, προβάλλεται απαραδέκτως, αφού από τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης ενόψει και του ότι δεν πρόκειται περί ζητήματος που αφορά τη δημόσια τάξη - είναι, πάντως, αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Από τα άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ομολογία είναι η παραδοχή της συνδρομής ενός κρίσιμου (ουσιώδους δηλαδή κατά το άρθρο 335) γεγονότος, η οποία γίνεται από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξής του. Είναι δε δικαστική ομολογία αυτή που απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση με σκοπό αποδοχής της και είναι σαφής και ορισμένη. Κατά το άρθρο 354 του ίδιου Κώδικα, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του να αμφισβητήσει, δηλαδή, μεταγενέστερα το ομολογημένο γεγονός μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η ανάκληση ομολογίας - δικαστικής ή εξώδικης - δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, δεδομένου ότι δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού, ώστε να έχουν εφαρμογή τα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ. Αν όμως η ομολογία έγινε στον πρώτο βαθμό από τον ηττηθέντα διάδικο, η ανάκληση πρέπει να προταθεί νομίμως με λόγο έφεσης χωρίς να είναι αναγκαία πανηγυρική δήλωσή του ότι ανακαλεί το ομολογημένο γεγονός, αλλά αρκεί να προκύπτει ότι ήδη το αμφισβητεί ενώ, αν η έφεση ευδοκιμήσει για άλλο λόγο - η ανάκληση - μπορεί να γίνει και στο στάδιο της έρευνας της αγωγής. Πάντως, ως νέοι ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων στο Εφετείο είναι κατά τα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ απαράδεκτη, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που χαρακτηρίζονται και εισάγονται στη δίκη με τη μορφή ένστασης, αντένστασης, επανένστασης κλπ, δηλαδή του αυτοτελούς ισχυρισμού, και, συνεπώς, όχι και η άρνηση της αγωγής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 12 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του και καταλήξει στην κρίση του περί απόρριψης ως κατ'ουσίαν αβάσιμης της ένδικης αγωγής παρά το νόμο "παρέλειψε 1) να κάνει δεκτή την πρωτοβάθμια δικαστική ομολογία του νυν αναιρεσιβλήτου εναγομένου σχετικά με τη συγγενική σχέση πατέρα προς γιό του Δ. προς το Ν. ως κρίσιμου στοιχείου της ιστορικής βάσης της κύριας νομικής βάσης της αγωγής (παράγωγη κτήση κυριότητας με αλλεπάλληλες κληρονομικές διαδοχές - άρθρο 559 αριθμό 12 ΚΠολΔ) και 2) να κηρύξει - κατ'άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ - απαράδεκτο το σχετικό ισχυρισμό του - εν λόγω αναιρεσιβλήτου εναγομένου - ότι "συγγενική σχέση πατέρα προς γιό του Δ. προς το Ν. δεν υπάρχει", ως προβληθέντα το πρώτον κατ'έφεση, "παραβλέποντας σχετική και νομίμως προβληθείσα ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων εναγόντων (άρθρο 559 αριθμό 14 ΚΠολΔ", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον ο ήδη αναιρεσίβλητος εναγόμενος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της από 4.6.2006 έφεσή του κατά της απόφασης - 14223/2006 - του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου - Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης - ως ηττηθείς στον πρώτο βαθμό, ανακάλεσε την "πρωτοβάθμια δικαστική αυτή ομολογία του" με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, ο οποίος και κρίθηκε ως βάσιμος και κατ'ουσίαν, εφόσον το Εφετείο ειδικότερα δέχτηκε, ότι "συγγενική σχέση πατέρα προς γιό του Δ. προς το Ν. δεν υπάρχει", ήτοι, ότι η "πρωτοβάθμια δικαστική αυτή ομολογία του" δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Μάλιστα, όσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, εφόσον ο άνω, περί μη συγγενικής σχέσης πατέρα προς γιό του Δ. προς το Ν. ισχυρισμός του ήδη αναιρεσιβλήτου εναγομένου, δεν είναι αυτοτελής κατά την έννοια που προπαρατέθηκε, αλλά αποτελεί άρνηση της προεκτεθείσας βάσης (της παράγωγης κτήσης κυριότητας με αλλεπάλληλες κληρονομικές διαδοχές) της αγωγής.

ΙV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. Β', 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Όπως, όμως, ειδικότερα, προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 346 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται, ότι τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένα διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου, καθιερώνεται η αρχή της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων, με την έννοια ότι τα τελευταία λαμβάνονται υπόψη προς απόδειξη όλων των πραγματικών γεγονότων, ανεξάρτητα από ποιο διάδικο έχουν προσκομιστεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα, σ'αυτόν μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή: α) την υπ'αριθμ. .../1998 δημόσια διαθήκη του Κ. Κ., β) την υπ' αριθμ. 39.209/21.9.1994 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου (που από αβλεψία ονομάζεται Πρωτοδικείου) Θεσσαλονίκης, και γ) το υπ' αριθμ. πρωτοκ. 297 ΕΚ/38325/ 21.10.2002 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Νομού Θεσσαλονίκης, τα οποία ο ήδη αναιρεσίβλητος δεν τα είχε επικαλεστεί ούτε τα είχε προσκομίσει ενώπιόν του - Εφετείου - κατά τη συζήτηση της έφεσής του στις 26.11.2010. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των προτάσεων των διαδίκων της συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που προσκομίζονται σε πιστά αντίγραφα με την προσθήκη και αντίκρουση που κατατέθηκε τη 1.12.2010, και ειδικότερα των σελίδων 43 των από 19.11.2010 προτάσεων των αναιρεσειόντων και 11 και 19 των από 19.3.2010 προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, τα υπό στοιχεία (β) και (γ) προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση οι αναιρεσείοντες και ρητά το υπό στοιχείο (γ) επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος και το υπό στοιχείο (α) προσκόμισε νόμιμα με επίκληση ο τελευταίος - αναιρεσίβλητος -, όπως άλλωστε αυτό βεβαιώνει και το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του (βλ. τη σελ. 39 αυτής). Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.7.2012 αίτηση των 1) Χ. χήρας Σ. Κ. το γένος Σ. Μ., κ.ά. για αναίρεση της 181/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια