Αγωγή περί κλήρου , Επίσχεση , Κληρονομία , Νόμιμη μοίρα.ΑΠ Απόφαση 1369 / 2014


Απόφαση 1369 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Θέμα
Αγωγή περί κλήρου , Επίσχεση , Κληρονομία , Νόμιμη μοίρα.
Περίληψη:
Αγωγή περί κλήρου νομίμου μεριδούχου επί ..
προσβολής της νόμιμης μοίρας με διαθήκη. Στοιχεία αγωγής. Ανταπαίτηση του νομέα της κληρονομίας για δαπάνες σε κληρον0μιαίο αντικείμενο και ένσταση επίσχεσης. Προϋποθέτει εξέταση και παραδοχή της αγωγής ως προς το συγκεκριμένο αντικείμενο. Η μη τήρηση των φορολογικών διατάξεων των άρθρων 106 ν.δ. 118/73 και 106 ν. 2961/2001 δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως. Λόγοι από τους αρ. 1 και 8 του αρθ. 559 ΚΠολΔ αβάσιμοι. (Επικυρώνει ΕφΛαμ 33/2013).


Αριθμός 1369/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. χήρας Γ. Μ., το γένος Α. Κ., 2) Α. Γ. Μ., και 3) Μ. θυγ. Γ. Μ., απάντων κατοίκων ... . Οι 1η και 2ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νίκα και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Β. χηρ. Ι. Μ., το γένος Μ. Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φυτίλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/7/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Οι διατάξεις των άρθρων 106 του ν.δ. 118/1973 και 106 του ν.2961/2001 επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς που δεν επιδρούν στην έκβαση της δίκης και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, και κατά συνέπειαν η μη τήρησή τους δεν δημιουργεί απαράδεκτο και εντεύθεν τον κατά το άρθρο 559 αρ. 14 (ή άλλον) λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 207/2011, 473/2010). Επομένως το Εφετείο με το να μην απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή περί κλήρου της αναιρεσίβλητης επειδή κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων-εναγομένων η ενάγουσα δεν είχε προσκομίσει πιστοποιητικό φόρου κληρονομίας και πιστοποιητικό του αρμόδιου οικονομικού Εφόρου ότι έχει υποβληθεί δήλωση φόρου κληρονομίας σχετικά με τα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, αντίστοιχα, δεν υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή σε άλλην, από το ίδιο άρθρο 559, και τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον πρώτο και υπό την επίκληση του αρ. 1 (αντί 14) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεώς του είναι αβάσιμα.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α' του ΚΠολΔ που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου προκύπτει ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εφαρμόζει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου, ενόψει του περιεχομένου της αγωγής ή της ένστασης, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, κρίνοντας νόμιμη και ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, του οποίου, ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο απορρίπτει ισχυρισμό ως μη νόμιμο ή αόριστο ενώ ο ισχυρισμός αυτός κατά τον αναιρεσείοντα, που δεν προσβάλλει την απόφαση για την παραδοχή (κρίση) της αυτή, είχε αποδειχθεί από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου από τα άρθρα 1710, 1712, 1825, 1829, 1830, 1831, 1832, 1871 του ΑΚ και 216 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής περί κλήρου με την οποία ο μεριδούχος ζητεί να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα που συνίσταται στο ποσοστό της νόμιμης μοίρας του επί της κληρονομίας, το οποίο περιορίζεται με διαθήκη, και να του αποδοθεί το αντίστοιχο μέρος της κληρονομίας ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί τον θάνατο του κληρονομουμένου, το κληρονομικό του δικαίωμα, αναφέροντας τη συγγενική σχέση που τον συνδέει με τον κληρονομούμενο και στην οποία στηρίζει την κλήση του στην κληρονομία ως μεριδούχου, την ιδιότητα των επιδίκων ως κληρονομιαίων αντικειμένων, την κατοχή και την κατακράτησή τους από τον εναγόμενο ως κληρονόμο του διαθέτη (ΑΠ 788/2005, 1374/2000) και την κατά τους νόμιμους τύπους σύσταση διαθήκης με την οποία προσεβλήθη η νόμιμη μοίρα του (ΑΠ 1440/2010, 865/2006).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή περί κλήρου της αναιρεσίβλητης, η τελευταία εξέθετε σ' αυτήν ότι την 15-5-2008 απεβίωσε ο σύζυγός της Ι. Μ., ο οποίος κατά τον χρόνο του θανάτου του είχε στην κυριότητά του τα αναφερόμενα στην αγωγή οκτώ (8) ακίνητα, ότι με την υπ' αριθμ. .../9-3-1990 δημόσια διαθήκη του που δημοσιεύθηκε νόμιμα ο αποθανών κατέλιπε στην ίδια την επικαρπία των δύο πρώτων ακινήτων, στον δε αδελφό του Γ. Μ. - πρώτον εναγόμενο και δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσειόντων και τη σύζυγο του τελευταίου Θ. Μ., δεύτερη εναγομένη-αναιρεσείουσα, και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα την ψιλή κυριότητα των προαναφερθέντων δύο ακινήτων και την πλήρη κυριότητα των λοιπών έξι κληρονομιαίων ακινήτων, ότι η εγκατάσταση αυτή της ενάγουσας, που ως σύζυγος του θανόντος χωρίς τέκνα συζύγου της τυγχάνει νόμιμη μεριδούχος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομίας του, σε μόνη την επικαρπία των ειρημένων δύο ακινήτων συνιστά περιορισμό της νόμιμης μοίρας της που θεωρείται ως μη γεγραμμένος κατά το μέρος που βαρύνει τη νόμιμη αυτή μοίρα της, και ότι οι εναγόμενοι κατέχουν και κατακρατούν τα ακίνητα της κληρονομίας ως αποκλειστικοί, βάσει της ανωτέρω διαθήκης, κληρονόμοι. Ζήτησε δε με την αγωγή να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα επί των ως άνω κληρονομιαίων ακινήτων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν σ' αυτήν (ενάγουσα) τα επίδικα κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί στη νόμιμη μοίρα της επί των ακινήτων αυτών. Με αυτό το περιεχόμενο και το αίτημα η ένδικη αγωγή περί κλήρου είναι νόμιμη και ορισμένη, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, περιέχοντας όλα τα κατά τις διατάξεις αυτές απαιτούμενα για το ορισμένο της στοιχεία που προαναφέρθηκαν, και το Εφετείο που έκρινε ομοίως, απορρίπτοντας και την περί αοριστίας της αγωγής ένσταση των αναιρεσειόντων-εναγομένων, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και είναι αβάσιμα τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον δεύτερο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς τους. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε επίσης ως μη νόμιμες τις ενστάσεις καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας και της παραιτήσεώς της από το δικαίωμα στη νόμιμη μοίρα του συζύγου της για το πριν τον θάνατο του κληρονομουμένου χρονικό διάστημα που είχαν προτείνει οι εναγόμενοι, με την αιτιολογία ως προς μεν την πρώτη ότι "οι εναγόμενοι εκθέτουν τις υπηρεσίες που προσέφεραν στον κληρονομούμενο και την ενάγουσα, αλλά δεν εκθέτουν περιστατικά που καθιστούν μη συνεκτή την άσκηση του δικαιώματος κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου", ως προς δε τη δεύτερη ότι "αποποίηση γίνεται μόνο με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας (1848 ΑΚ), όπως δεν έγινε εν προκειμένω, και παραίτηση πριν την επαγωγή της κληρονομίας για δικαίωμα που δεν έχει γεννηθεί δεν νοείται (1851 ΑΚ). 'Ηδη οι αναιρεσείοντες, χωρίς να προβάλλουν τις (νομικές αυτές) παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, υποστηρίζουν με τους τρίτον και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τις ανωτέρω ενστάσεις τους υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού οι ενστάσεις αυτές αποδεικνύονται από τις παρατιθέμενες στο ακροατήριο μαρτυρικές καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν επικαλεστεί οι ίδιοι στο δικαστήριο και οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αβάσιμοι σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν συνιστούν λόγον αναιρέσεως από τον αρ. 1 (ή άλλον) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά τα προεκτεθέντα.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1871, 1874, 1875, 1876, 1877, 962, 1101, 1102 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εναγόμενος με την περί κλήρου αγωγή ως νομέας της κληρονομίας έχει ανταπαίτηση κατά του ενάγοντος κληρονόμου και παρεπομένως και ένσταση επισχέσεως του κληρονομιαίου αντικειμένου για δαπάνες που πραγματοποίησε σ' αυτό, το περιεχόμενο της οποίας, εξαρτάται από την καλή πίστη του εναγομένου και τον χρόνο της πραγματοποιήσεως των δαπανών, πριν ή μετά την επίδοση της αγωγής. Η ανταπαίτηση αυτή και η ένσταση επισχέσεως του κληρονομιαίου αντικειμένου δεν μπορούν να εξετασθούν και να γίνουν δεκτές όταν το δικαστήριο δεν δέχεται την περί κλήρου αγωγή ως προς το αντικείμενο αυτό, επί του οποίου οι δαπάνες, και δεν δημιουργείται ο κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι δηλ. το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό ("πράγματα"), όταν το δικαστήριο στην ανωτέρω περίπτωση δεν εξετάζει την προβληθείσα ανταπαίτηση και την ένσταση επισχέσεως. Ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται επίσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν εξέτασε την αγωγή ως προς το υπό στοιχείο Η' κληρονομιαίο ακίνητο, με την υπάρχουσα σ' αυτό οικία, ως προς το οποίο είχε παραλείψει να αποφανθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ως προς το οποίο η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα δεν είχε ασκήσει έφεση, παρεπομένως δε δεν εξέτασε (το Εφετείο) και την ένσταση επισχέσεως του ακινήτου αυτού που είχαν ασκήσει οι εναγόμενοι επικαλούμενοι ανταπαίτησή τους για δαπάνες που είχαν πραγματοποιήσει στο κληρονομιαίο αυτό ακίνητο. Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη ορθώς το Εφετείο δεν εξέτασε, ενόψει των ανωτέρω, την προταθείσα ένσταση επισχέσεως, την οποία και δεν μπορούσε, άλλωστε, να εξετάσει, και δεν υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεώς τους. Από την ίδια αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει επίσης ότι το Εφετείο εξέτασε και απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης στην αναιρεσίβλητη του κληρονομικού της μεριδίου κατά το άρθρο 1873 του ΑΚ, και ο έκτος και τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου, από τον ίδιο αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι επίσης αβάσιμος.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2013 αίτηση των Θ. Γ. Μ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 33/2013 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 28η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια