Αοριστία αγωγής, Δωρεά, Νόμιμη μοίρα. Περίληψη:Μέμψη αστόργου δωρεάς. Συμπλήρωση νόμιμης μοίρας. Ποιοτική και νομική αοριστία της αγωγής.ΑΠ Απόφαση 2180 / 2014


Απόφαση 2180 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Θέμα
Αοριστία αγωγής, Δωρεά, Νόμιμη μοίρα.
Περίληψη:
Μέμψη αστόργου δωρεάς. Συμπλήρωση νόμιμης μοίρας. Ποιοτική και νομική αοριστία της αγωγής. Στοιχείο αγωγής μέμψεως αστόργου..
δωρεάς, όταν το δωρηθέν ήταν το μοναδικό στοιχείο της κληρονομιάς, είναι η κατά το χρόνο της δωρεάς αξία του. Άρθρο 1509 ΑΚ. Η γονική παροχή αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις. Ποιο το επιβαλλόμενο μέτρο κατά το μέρος που η γονική παροχή θεωρείται δωρεά υπόκειται σε μέμψη. Άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ. Ποιες δωρεές υπόκεινται σε μέμψη. Αίτημα της αγωγής είναι να ανατραπεί η δωρεά κατά το μέρος που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα. Πως υπολογίζεται η νόμιμη μοίρα. Ποιοι είναι οι νόμιμοι μεριδούχοι. Άρθρο 559 αρ. 1 και 19: Προϋποθέσεις. Απαράδεκτος ο λόγος που υπό την επίφαση της παραβιάσεως κανόνα δικαίου πλήττει την περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Απαράδεκτος ο λόγος που για πρώτη φορά υποβάλλεται στον Άρειο Πάγο, όπως είναι η διετής παραγραφή του άρθρου 1836 παρ 2 ΑΚ και η εν επιδικία παραγραφή, τα στοιχεία της οποίας δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη αυτεπάγγελτα. Άρθρο 1836 παρ 2 ΑΚ. Αν ασκηθεί το από τη διάταξη αυτή δικαίωμα με νόμω και ουσία βάσιμη ένσταση, το δικαστήριο έχει υποχρέωση, και όχι απλώς ευχέρεια, να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημα. Αρ. 9 εδ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ: ως μη αυτοτελής αίτηση δεν θεωρείται η ένσταση, εκτός αν πρόκειται περί γνησίας ενστάσεως, που στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο μπορεί να ασκηθεί με αγωγή.




Αριθμός 2180/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ο. Τ. του Α., συζ. Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Κοψαχείλη.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Τ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 283/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/2/2012 αίτησή της και τους από 30/4/2014 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 30/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 7395Δ/3.4.2014 ΚΑΙ 7720Δ/13.5.2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Ν. Χ. Κ., ακριβές αντίγραφο της από 28.2.2012 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 30.4.2014 προσθέτων λόγων καθώς και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνησή της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ).
Επειδή η ποιοτική η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔικ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, ενώ η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1831 παρ. 2 και 1835 ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην ομάδα της κληρονομιάς, απαραίτητο στοιχείο της αγωγής μέμψεως άστοργης δωρεάς είναι μεταξύ άλλων και η αξία που είχε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που δώρισε ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο που έγινε η δωρεά. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά τον οποίο το δικόγραφο θα έπρεπε να κηρυχθεί άκυρο, όπως είχε ζητηθεί και στα δικαστήρια της ουσίας, κατά την περί μέμψεως αστόργου δωρεάς βάση του, γιατί δεν προσδιορίζεται το ποσό κατά το οποίο περιορίζεται η αξία του επιδίκου ακινήτου από το δικαίωμα της συνοίκησης που παρακράτησε για τον εαυτό της η συστήσασα την προς την εναγομένη γονική παροχή, η οποία (γονική παροχή) κατά την αγωγή συνιστούσε δωρεά, άλλως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο για το ορισμένο της αγωγής αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα απαιτούνται από το άρθρο 1831 παρ. 2, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1142 και 1187 ΑΚ, καθόσον δέχθηκε ότι η αγωγή κατά την επίμαχη βάση της είναι ορισμένη αφού προσδιοριζόταν η συνολική αξία του ακινήτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η αναφερόμενη στην αγωγή αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της παροχής προσδιορίζεται με την επιβάρυνση της περιορισμένης προσωπικής δουλειάς της συνοίκησης και επομένως επαρκώς προσδιορίζεται το στοιχείο αυτό του πραγματικού της αγωγής, μη στοιχειοθετουμένων των επικαλουμένων λόγων.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ, όπως ισχύει μετά το Ν. 1329/1983, η παροχή περιουσίας προς το τέκνο από οποιονδήποτε γονέα, είτε για την δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις. Ως επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα, κατά τη σύσταση της παροχής και την οικογενειακή του κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων του και της ηλικίας τους και τις ανάγκες του συγκεκριμένου τέκνου. Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής, αλλά μόνον η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του άρθρου 1509 Α.Κ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης, τότε η παροχή έχει την έννοια της δωρεάς. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1825 και 1835 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι η γονική παροχή, κατά το μέτρο που θεωρείται ως δωρεά και προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα αναγκαίου κληρονόμου, υπόκειται σε μέμψη. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1831 παρ. 2 και 1835 του ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 1329/1983, προκύπτει ότι σε μέμψη υπόκεινται κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου προς το μεριδιούχο, η οποία προστίθεται στην κληρονομιά με την αξία που είχε κατά το χρόνο της παροχής (εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έγινε η παροχή), εάν η κληρονομιά που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος μεριδιούχου. Αίτημα της αγωγής είναι να ανατραπεί η δωρεά, κατά το μέρος που απαιτείται για να ικανοποιηθεί η νόμιμη μοίρα του μεριδιούχου και να υποχρεωθεί ο δωρεοδόχος να αντικαταστήσει, δηλαδή να μεταβιβάσει κατά κυριότητα και νομή στο μεριδιούχο, τόσο μέρος από τα στοιχεία που δωρήθηκαν, όσο απαιτείται για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην πραγματική ομάδα της κληρονομίας και ενάγει ο νόμιμος μεριδιούχος , με αίτημα να ανατραπεί η άστοργη δωρεά, απαιτείται να προσδιορίζεται στην αγωγή η αξία που είχε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που δώρησε ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο που έγινε η δωρεά αυτού, ώστε, επί της αξίας αυτής, να υπολογισθεί το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος και η σ' αυτό (ποσοστό νόμιμης μοίρας) αντιστοιχούσα αξία του δωρηθέντος. Περαιτέρω από τα άρθρα 1825 και 1831 - 1834, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 1813 περ. 1 εδ. α' και 1820 εδ. α' ΑΚ, συνάγεται ότι τα τέκνα του κληρονομουμένου και ο τυχόν συντρέχων με εκείνα επιζών αυτού σύζυγος, έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία αυτού καθ' ορισμένο ιδανικό ποσοστό, κατά το εν λόγω δε ποσοστό καθένας εξ εκείνων μετέχει της κληρονομίας αυτού ως κληρονόμος. Το εν λόγω δε ποσοστό, που αποτελεί τη νόμιμη μοίρα καθενός εξ εκείνων, είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, η οποία εξ αδιαθέτου μερίδα, σε περίπτωση που τα τέκνα είναι δύο, ανέρχονται για μεν τον επιζώντα σύζυγο στο 1/4 ή στα 4/16, για καθένα δε των τέκνων στα 6/16. Αυτή η εύρεση της νόμιμης μοίρας αποκαλείται συνήθως ποσοστιαίος προσδιορισμός της εν λόγω μοίρας και τίποτε δεν αποκλείει να ικανοποιεί απόλυτα κάποιον των μεριδιούχων, ώστε να αντιτάσσει την με αυτόν τον προσδιορισμό καθοριζόμενη νόμιμη μοίρα του, κατ' άλλου. Τίποτε ωστόσο δεν αποκλείει σ' αυτόν τον τελευταίο να καταφύγει στον συνήθως αποκαλούμενο λογιστικό προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας, του και προβλεπόμενο στα άρθρα 1831-1834 ΑΚ, με ενδεχόμενη συνέπεια τον περιορισμό ή και μηδενισμό της νόμιμης μοίρας εκείνου, ο οποίος περιορισμός ή μηδενισμός και τελικά θα ισχύσει στις έννομες σχέσεις του τελευταίου με εκείνον του μεριδιούχου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ ΑΠ 20/2011). Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττει, την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Εξ ετέρου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή είναι αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1001/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τις σωρευόμενες και κριθείσες νομικά βάσιμες, αγωγικές βάσεις περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης στην κληρονομιά της μητέρας της και αποδόσεως του αναλογούντος ποσοστού αυτής, καθώς και περί ανατροπής της έχουσας χαρακτήρα δωρεάς γονικής παροχής της μητέρας της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης προς την εναγομένη-αναιρεσείουσα αδελφή της. "Στις 12-4-2001 απεβίωσε στη Λάρισα η Ε. Τ., η οποία είχε πλησιέστερες συγγενείς της και νομίμους μεριδούχους τις θυγατέρες της Κ. και Ο. Τ., δηλαδή τις διαδίκους Η αποβιώσασα κατά το χρόνο του θανάτου της δεν είχε περιουσία, αφού το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που διέθετε είχε μεταβιβάσει με παροχή εν ζωή, κατά το έτος 1992, στην εναγομένη θυγατέρα της Ο.. Συγκεκριμένα με το υπ' αριθμ. .../1992 συμβόλαιο, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Λάρισας Αθανάσιος Τζίκας και μεταγράφηκε νόμιμα, η αποβιώσασα μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην εναγομένη θυγατέρα της την κυριότητα ενός οικοπέδου εμβαδού 183 τ.μ. μετά της επ' αυτού παλαιάς ισόγειας οικίας εμβαδού 90 τ.μ. περίπου, διατήρησε δε η παρέχουσα δικαίωμα συνοικήσεως σ' αυτό εφ' όρου ζωής της. Το μεταβιβασθέν ακίνητο κείται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Λαρίσης του ομώνυμου Δήμου στη συνοικία Σουφλαρίων, στο τέρμα της οδού Ν. και ήδη επί της οδού Α. αριθμ. 15 και συνορεύει νότια σε πλευρά μήκους 8,50 γ.μ. με την οδό Α., δυτικά σε πλευρά μήκους 22 γ.μ. με ιδιοκτησία Γ. Μ. βόρεια σε πλευρά τεθλασμένη, που αποτελείται από δύο ευθείες μήκους 4,90 γ.μ. η μία και 3,60 γ.μ. η άλλη, με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Ζ. και ανατολικά σε πλευρά μήκους 21 γ.μ. με ιδιοκτησία Α. Μ. και με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Κ., αντικειμενικής αξίας κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της παροχής 4.434.888 δρχ. Επί του ακινήτου αυτού υφίστατο κατά το χρόνο της παροχής παλαιά οικία εμβαδού 90 τ.μ. περίπου, η οποία αποτελούσε συστατικό του προπεριγραφομένου ακινήτου και η άνω αξία του υπολογίζεται ενιαία ήδη δε η οικία αυτή έχει κατεδαφισθεί από την εναγομένη και έχει αυτή ανεγείρει νέα οικία. Η παρέχουσα, όπως προαναφέρεται, είχε μόνους πλησιέστερους συγγενείς της τις διαδίκους θυγατέρες της, η ίδια ήταν συνταξιούχος του ΙΚΑ και ελάμβανε σύνταξη χηρείας από το έτος 1979 που απεβίωσε ο σύζυγος, ύψους κατά τον χρόνο της παροχής 71.475 δρχ. μηνιαίως, δεν βαρυνόταν με δαπάνες στεγάσεως, αφού διέμεινε στην ανήκουσα στην κυριότητα της άνω οικία, είχε δε ικανό εισόδημα από την σύνταξη της για να αντιμετωπίσει τις βιοτικές της ανάγκες και οι δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη καλυπτόταν από τον ασφαλιστικό της φορέα. Η ενάγουσα σε ηλικία 17 ετών κατά το έτος 1973 τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Κ. Τ. και από τον γάμο της αυτό απέκτησε δύο τέκνα τον Δ. και τον Α. που γεννήθηκαν το έτος 1974 και 1977 αντίστοιχα, ήδη δε ο γάμος της αυτός έχει λυθεί από το έτος 1996. Αυτή μετά την τέλεση του γάμου της εγκαταστάθηκε με τον σύζυγο της στην κατοικία των γονέων της, στην συνέχεια μέχρι το έτος 1982 διέμεινε στην κατοικία του πεθερού της και ήδη έκτοτε διαμένει σε μισθωμένη οικία. Η εναγομένη αρχικά δεν εργαζόταν, από το έτος όμως 1991 εργαζόταν στην επιχείρηση στεγνοκαθαριστηρίου που διατηρούσε ο πεθερός της στην πόλη της Λάρισας και από το έτος 1996,ήτοι μετά τη λύση του γάμου της, ασκεί την επιχείρηση αυτή ατομικά. Η εναγομένη το έτος 1986 σε ηλικία 23 ετών τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Κ. Π. και από το γάμο της αυτό απέκτησε δύο τέκνα τον Θ. και την Ε., που γεννήθηκαν το έτος 1986 και 1992 αντίστοιχα. Μετά την τέλεση του γάμου της αυτή εγκαταστάθηκε στην κατοικία της μητέρας της, όπου διέμεινε με την οικογένεια της, η ίδια δε εργαζόταν ως γαζώτρια σε βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων και ο σύζυγος της ασκούσε το επάγγελμα του επιπλοποιού. Το έτος 1992 η Ε. Τ. μεταβίβασε στην εναγομένη θυγατέρα της το άνω μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο λόγω γονικής παροχής, πλην όμως η γονική παροχή αυτή στο σύνολο της έχει την έννοια της δωρεάς, αφού υπερβαίνει το μέτρο το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, αν ληφθεί υπ' όψη η προαναφερόμενη οικονομική κατάσταση της παρέχουσας, η κοινωνική της θέση κατά την σύσταση της παροχής, καθώς και το γεγονός ότι η άνω οικία αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, όπως επίσης η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των δύο τέκνων της. Ειδικότερα, όπως προαναφέρεται, η ενάγουσα μέχρι το έτος 1990 δεν εργαζόταν διέμεινε σε μισθωμένη κατοικία και είχε αποκτήσει από το γάμο της δύο τέκνα, αντίθετα η εναγομένη δεν βαρυνόταν με δαπάνες στεγάσεως αφού διέμεινε με την μητέρα της στην άνω οικία και εργαζόταν τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της.
Συνεπώς, αφού η άνω γονική παροχή έχει στο σύνολο της την έννοια της δωρεάς, ως δωρεά είναι άστοργη, γιατί προσβάλλεται το δικαίωμα της νομίμου μοίρας της ενάγουσας, δοθέντος ότι δεν υπάρχει κληρονομιαία περιουσία για την κάλυψη της, και έτσι αυτή υπόκειται σε μέμψη. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι η αντικειμενική αξία του άνω οικοπέδου μετά της επ' αυτού παλαιάς οικίας ανήρχετο κατά τον κρίσιμο χρόνο συστάσεως της παροχής σε 4.434.888 δρχ. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η κληρονομουμένη όσο ζούσε προέβη στις άνω παροχές στην ενάγουσα, οι οποίες πρέπει να προστεθούν για την υπολογισμό της νόμιμης μοίρας της τελευταίας, από τα ίδια όμως ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι η κληρονομουμένη προέβη στις εν λόγω παροχές προς την άνω θυγατέρα της, γι' αυτό και ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη κατέβαλε για έξοδα κηδείας της μητέρας της το ποσό των 450.000 δρχ. και για έξοδα ανανέωσης του χρόνου ταφής το ποσό των 52.475 δρχ. ήτοι συνολικά 502.475 δρχ. και το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί από την αξία της παροχής κατά τον χρόνο που έγινε, για την εξεύρεση της νομίμου μοίρας της ενάγουσας ,αφού δεν υπάρχει πραγματική κληρονομική ομάδα. Μετ' αφαίρεση των εξόδων κηδείας η αξία της πλασματικής ομάδος της κληρονομιάς ανέρχεται σε 3.932.241 δρχ., αν δε στην κληρονομιά της άνω αποβιωσάσης χωρούσε η εξ αδιαθέτου διαδοχή, δοθέντος ότι η ενάγουσα συνέτρεχε μόνο με την εναγομένη αδελφή της θα καλείτο στην πρώτη τάξη και η εξ αδιαθέτου μερίδα της θα ανήρχετο σε 1/2, ως νόμιμη μεριδιούχος δε της μητέρας της έχει δικαίωμα νομίμου μοίρας στην κληρονομιά αυτής που ανέρχεται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδος της ήτοι σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου.
Συνεπώς η αξία της νομίμου μοίρας της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των ( 3.932.413Χ 1/4 =) 983.103,25 δρχ. Επειδή όμως δεν καταλήφθηκε περιουσία που να καλύπτει την νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, η προς την εναγομένη γενόμενη δωρεά εν ζωή εκ μέρους της κληρονομουμένης ήταν άστοργη, αφού μ' αυτή προσβάλλεται το εν λόγω δικαίωμα της. Κατ' ακολουθία για να λάβει η ενάγουσα την νόμιμη μοίρα που της αναλογεί στην κληρονομιά της μητέρας της, πρέπει να ανατραπεί η άνω δωρεά, με την οποία μεταβιβάσθηκε στην εναγομένη η κυριότητα του προπεριγραφομένου ακινήτου. Για την εξεύρεση του αναλογούντος στην ενάγουσα ποσοστού της νομίμου μοίρας, θα σχηματισθεί ένα κλάσμα με αριθμητή την αξία της νόμιμης μοίρας της και με παρονομαστή την αξία της άνω δωρεάς, το εξαγόμενο δε αποτέλεσμα της διαίρεσης αντιστοιχεί στο ποσοστό της αυτό ήτοι 983.103/3.932.414=0,205, ήτοι σε ποσοστό 20,5%, το οποίο και καλύπτει την νόμιμη μοίρα της κατά το ποσοστό δε αυτό πρέπει να ανατραπεί και η άνω δωρεά. Επομένως η ενάγουσα νόμιμη μεριδούχος διατηρεί σε βάρος της εναγομένης δωρεοδόχου ενοχική απαίτηση προς απόδοση σ" αυτήν του δωρηθέντος ακινήτου κατά το ποσοστό αυτό (20,5%)." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τους αφορώντες τα ζητήματα αυτά (νόμιμη μοίρα και μέμψη αστόργου δωρεάς) οικείους λόγους της εφέσεως (2ο και 3ο) και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, που είχε κρίνει διαφορετικά, αναγνώρισε ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας σε ποσοστό 20,5% στην ακίνητη περιουσία της μητέρας της, ότι η γονική παροχή της τελευταίας προς την αναιρεσείουσα εναγομένη έχει τον χαρακτήρα δωρεάς, την οποία ανέτρεψε κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας, υποχρεώνοντας την τελευταία να αποδώσει στην ενάγουσα το ένδικο ακίνητο κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της νόμιμης μοίρας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 1509, 1831 παρ. 2 και1835 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Περαιτέρω, έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση η οικονομική κατάσταση της μητέρας των διαδίκων, καθώς και των ιδίων, που εφόσον κρίθηκαν ισοδύναμες, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της εναγομένης η κατά το άρθρο 1509 ΑΚ ανάγκη και η προς αυτήν γονική παροχή είναι στο σύνολό της δωρεά, η οποία υπόκειται σε ανατροπή, καθόσον αφορά στο μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της μητέρας της και προσβάλλει το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας-αδελφής της στη δε συνέχεια με βάση την κατάσταση και την αξία του μοναδικού στοιχείου της κληρονομιάς κατά τον χρόνο της παροχής και αφού έγινε καταλογισμός των καταβληθέντων από την εναγομένη εξόδων κηδείας της κληρονομουμένης, προσδιορίστηκε το επί του ενδίκου ακινήτου, εξ αδιαιρέτου, ποσοστό της νόμιμης μοίρας και διατάχθηκε η απόδοση του. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ τρίτος λόγος του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω οι αιτιάσεις των δυο πρώτων λόγων του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως κατά της οποίες το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1509 και 496 ΑΚ και παρά το ότι από τις αποδείξεις προέκυπτε το αντίθετο δέχθηκε α) " ότι η οικονομική κατάσταση των διαδίκων ήταν ισοδύναμη και ότι μη συντρεχούσης ανάγκης για γονική παροχή, αυτή (γονική παροχή) αποτελεί στο σύνολό της δωρεά" και β) ότι έλαβε χώρα δωρεά, ενώ τούτο δεν συνέβη, αφού η παροχή έγινε με αντάλλαγμα και ειδικότερα " με τη συμφωνία της αντιπαροχής από την εναγομένη υπηρεσιών και φροντίδων προς τη μητέρα της και την οίκηση της τελευταίας στην οικία, που η εναγομένη θα ανήγειρε με δαπάνες της στο παρεχόμενο ακίνητο, μετά από κατεδάφιση της υπάρχουσας σ' αυτό παλαιάς οικίας" είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως των επικαλουμένων διατάξεων, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέοι οι τρίτος και τέταρτος από τους λόγους του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, κατά τις αιτιάσεις των οποίων αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο ενόψει των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντων, θα έπρεπε να κρίνει ότι η αναιρεσίβλητη απώλεσε το προς μέμψη αστόργου δωρεάς δικαίωμα της του άρθρου 1835 ΑΚ λόγω παραιτήσεως της από αυτό (τρίτος λόγος) καθώς και ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του κληρονομιαίου ακινήτου, ενώ τούτο δεν ήταν δυνατό, υφισταμένης μόνο της κατά το άρθρο 1873 ΑΚ αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού (τέταρτος λόγος). Με τον πέμπτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 1836 παρ. 2 ΑΚ, δεν απέρριψε την αγωγή λόγω συμπληρώσεως της αναφερομένης στη διάταξη αυτή διετίας από τον χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης, άλλως λόγω παρόδου της 2ετίας αυτής εν επιδικία, η διαδρομή της οποίας παραγραφής εν επιδικία, θα έπρεπε να ερευνηθεί και να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα από το Εφετείο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί αφορά σε ισχυρισμό που προβάλλεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, χωρίς να συντρέχει καμμιά από τις προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Τούτο ανεξάρτητα από το ότι ο πρώτος από τους ισχυρισμούς αυτούς είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) στο πρώτο βαθμό υποβλήθηκε από την εναγόμενη-αναιρεσείουσα, η από το άρθρο 281 ΑΚ, απορριφθείσα ως μη νόμιμη, με μη εκκληθέν κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως, ένσταση, για τη θεμελίωση της οποίας, μεταξύ άλλων έγινε και η επίκληση του περιστατικού της ασκήσεως της επίμαχης (από μέμψη αστόργου δωρεάς) αγωγής "εννέα ημέρες" πριν από τη συμπλήρωση διετίας, πράγμα το οποίο προκύπτει και από τα διαδικαστικά έγγραφα, αφού η αγωγή αυτή κατατέθηκε στις 3.4.2003 και επιδόθηκε στις 7.4.2003, ενώ ο θάνατος της κληρονομουμένης είχε συμβεί στις 12.4.2001 ήτοι εννέα και πέντε ημέρες, αντίστοιχα, πριν από την κατάθεση και την άσκηση της αγωγής. Όσο αφορά τον δεύτερο από τους ισχυρισμούς αυτούς η παραγραφή έχει θεσπιστεί για την προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος και δεν αφορά τη δημόσια τάξη, ώστε να λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ανεξάρτητα από το ότι και για ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν θα πρέπει να έχουν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000), πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει για τον επίμαχο ισχυρισμό, που το πρώτον υποβάλλεται στο Άρειο Πάγο και μάλιστα ατελώς και με την υπόμνηση ότι τα υπόλοιπα περιστατικά που στηρίζουν τον ισχυρισμό θα πρέπει αυτεπαγγέλτως να συμπληρωθούν από τον Άρειο Πάγο. Ενόψει τούτων οι παραπάνω ερευνηθέντες αναιρετικοί λόγοι (3ος του προσθέτου δικογράφου και 1ος 2ος 3ος 4ος και 5ος του κυρίου δικογράφου) πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, προστίθενται στην κληρονομιά με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε (εννοείται σε τρίτο) στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο νομικό καθήκον. Στη συνέχεια, στο άρθρο 1833 ΑΚ του ίδιου κώδικα, ορίζεται ότι στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές σε μεριδιούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προστίθενται στην κληρονομία, σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι στη νόμιμη μοίρα κάθε μεριδούχου, καταλογίζεται κάθε παροχή από ελευθεριότητα που έγινε από τον κληρονομούμενο στο μεριδούχο, αφού μετά το ν. 1329/1983, αυτή είναι κατά νόμο καταλογιστέα, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά. Η εξαίρεση δηλαδή του μη καταλογισμού προβλέπεται μόνο για τις καταλογιστέες στη νόμιμη μοίρα παροχές (άρθρο 1833 παρ. 1) και όχι για τις συνυπολογιστέες στην κληρονομία (άρθρο 1831 παρ. 2).
Συνεπώς όταν δεν υπάρχει διαφορετική βούληση του κληρονομούμενου στη νόμιμη μοίρα καταλογίζεται και η δωρεά προς τον μεριδούχο που έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρεπείας, αφού και αυτή δεν παύει να είναι παροχή από ελευθεριότητα, που δόθηκε δηλαδή από τον κληρονομούμενο χωρίς νομική υποχρέωση. Ενόψει τούτων, στις προστιθέμενες κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ στην κληρονομία παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτούς παροχές, έστω και αν έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, όπως επίσης και οι δωρεές προς τρίτους, εφόσον οι τελευταίες αυτές έγιναν στα τελευταία δέκα χρόνια πριν πεθάνει ο κληρονομούμενος, αν δεν αποδείξει ο τρίτος δωρεοδόχος ότι αυτές έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο κατά παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του 1831 παρ. 2 και 1835 ΑΚ απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας εναγομένης, κατά την οποία η ένδικη παροχή έγινε προς αυτήν από τη μητέρα της από ιδιαίτερο καθήκον και λόγους ευπρεπείας και ότι γι' αυτό δεν υπολογίζεται στη νόμιμη μοίρα και δεν υπόκεινται σε μέμψη άστοργης δωρεάς, με την αιτιολογία ότι " ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί αφού οι προς τους νομίμους μεριδούχους γενόμενες δωρεές και ακόμη έγιναν από ιδιαίτερο καθήκον υπολογίζονται για την εξεύρεση της νόμιμης μοίρας και συνακόλουθα υπόκεινται σε μέμψη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες διατάξεις, καθώς και την αυτεπαγγέλτως προστιθέμενη διάταξη του άρθρου 1833 ΑΚ (άρθρ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ) τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς το νόμω βάσιμο της επίμαχης ενστάσεως και ο υποστηρίζων τα αντίθετα ερευνώμενος λόγος (2ος πρόσθετος) πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" νοείται και κάθε μη αυτοτελής αίτηση στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας για τον σκοπό έκδοσης οριστικής αποφάσεως, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, όχι όμως και εκείνη της ένστασης και αντένστασης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε είδους "πράγματα", δηλαδή ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, αν αφέθηκε αδίκαστη ένσταση ή αντένσταση ουσιαστική ή δικονομική του διαδίκου, αλλά τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, εκτός αν πρόκειται περί γνησίας ενστάσεως, ήτοι περί ενστάσεως, που στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα το οποίο μπορεί να ασκηθεί και με αγωγή. Εξάλλου κατά το άρθρο 1836 ΑΚ, την αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς ασκούν ο μεριδούχος ή οι διάδοχοί του μόνο κατά του δωρεοδόχου ή την κληρονόμων του, για να ανατραπεί η δδωρεά κατά το μέρος που λείπει από τη νόμιμη μοίρα. Ο δωρεοδόχος μπορεί να αποφύγει την ανατροπή καταβάλλοντας το ισάξιο εκείνου που λείπει. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο εναγόμενος δωρεοδόχος μπορεί να αποφύγει την ανατροπή της δωρεάς, προτείνοντας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και στο Εφετείο, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔικ και καταβάλλοντας ή προσφέροντας σε ευρώ την αξία της νόμιμης μοίρας ή του μέρους της που λείπει, είτε συντρέχει περίπτωση έρημου κλήρου, είτε όχι, γιατί υπάρχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία στην κληρονομία, οπότε ( ο εναγόμενος-δωρεοδόχος) καταδικάζεται διαζευκτικά στην αυτούσια απόδοση του αντιστοιχούντος στο μέρος της νόμιμης μοίρας που λείπει ποσοστού του αντικειμένου της δωρεάς ή στην καταβολή της αξίας της νόμιμης μοίρας ή του μέρους που λείπει. Όταν ο δωρεοδόχος ασκήσει το νόμιμο αυτό δικαίωμα του με παραδεκτή, νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη ένστασή του, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημά του και όχι απλή προς τούτο ευχέρεια. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 9 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο άσκησε αδίκαστο το από το άρθρο 1836 εδ. β' ΑΚ αίτημα της εναγομένης-αναιρεσείουσας, περί καταβολής, από αυτήν, στην αναιρεσίβλητη του ισαξίου, σε χρήμα, ποσοστού της νόμιμης μοίρας της, ώστε να αποφύγει την ανατροπή της δωρεάς, όπως τούτο είχε ζητήσει με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αιτίαση από την επικαλούμενη διάταξη του αριθμού 9 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον ο επίμαχος ισχυρισμός δεν αποτελεί μη αυτοτελή αίτηση υπό την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά ένσταση που περιείχετο, κατά τα εκτιθέμενα, σε λόγο εφέσεως και συνακόλουθα δεν ιδρύει τον ερευνώμενο λόγο, αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, που και πάλι ως λόγος από τη διάταξη αυτή είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η ένσταση αυτή υποβλήθηκε, πράγμα το οποίο όμως δεν συνέβη, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση τόσο των πρωτοδίκων προτάσεων, όσο και του εφετηρίου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) στον τρίτο λόγο του οποίου υφίσταται νομική ανάλυση του άρθρου 1836 ΑΚ και αιτίαση ως προς το νόμιμο της τοκοφορίας του κατά τη διάταξη αυτή επιδικασθέντος πρωτοδίκως ποσού, κατά παραδοχή οικείου αγωγικού αιτήματος, που κρίθηκε μη νόμιμο με την προσβαλλομένη απόφαση, αλλά όχι υποβολή οικείου αιτήματος της εναγομένης αναιρεσείουσας. Ενόψει τούτων και ο λόγοςαυτός, καθώς και η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.2.2012 αίτηση και τους από 30.4.2014 πρόσθετους λόγους της Ο. Τ. του Α. κατά της Κ. Τ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 124/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια