Η προστασία της κύριας κατοικίας από τον πλειστηριασμό για το 2014 (Ν. 4224/2013, ΦΕΚ Α 288/31.12.2013)

Η προστασία της κύριας κατοικίας από τον πλειστηριασμό για το έτος 2014
Με το άρθρο 2 του 4224/2013 (ΦΕΚ Α 288/31.12.2013) ορίστηκαν οι νέοι όροι και προϋποθέσεις για την προστασία της κύριας κατοικίας των πολιτών, που έχουν οφειλές προς..
τράπεζες ή τρίτους. Η πολιτεία, δεχόμενη πιέσεις από τους δανειστές της αλλά και από την τελματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε από τη σχεδόν καθολική απαγόρευση των πλειστηριασμών των κατοικιών των οφειλετών κατά τα προηγούμενα έτη, νομοθέτησε έτσι ώστε να χαλαρώσουν οι προϋποθέσεις προστασίας της κύριας κατοικίας από το πλειστηριασμό. Βέβαια το νομοθέτημα αυτό, ας μη γελιόμαστε, συνιστά προάγγελο της καθολικής άρσης της προστασίας της κύριας κατοικίας από τους πλειστηριασμούς, καθώς και της κατάργησης του νόμου Κατσέλη (ν. 3869/2010), ενδεχομένως από το 2015. Γι' αυτό είναι επιτακτικό όσοι δανειολήπτες βρίσκονται σε αδυναμία να αντεπεξέλθουν στις δανειακές τους υποχρεώσεις και πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, να κινήσουν τη διαδικασία ένταξής τους σε αυτόν, προκειμένου να διασφαλίσουν την ακεραιότητα της μοναδικής ή κύριας κατοικίας τους σε βάθος χρόνου και όχι πρόσκαιρα, ανάλογα με τις νομοθετικές διαθέσεις της πολιτείας.

Προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την προστασία της κύριας κατοικίας από τον πλειστηριασμό

Ειδικότερα, ο ν. 4224/2013 ορίζει ότι από 1.1.2014 και μέχρι 31.12.2014 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, εφόσον πληρούνται οι κάτωθι προϋποθέσεις σωρευτικά:
1) Η κύρια κατοικία του οφειλέτη πρέπει να έχει δηλωθεί ως τέτοια (κύρια) στην τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματός του.
Υπάρχουν όμως και αρκετές περιπτώσεις, κατά τις οποίες η μοναδική ή κύρια κατοικία δεν δηλώνεται ως τέτοια (κύρια) στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος. Αυτές είναι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οικογενειακές η επαγγελματικές υποχρεώσεις επιβάλλουν τη διαμονή σε άλλο τόπο από αυτόν που βρίσκεται η κύρια κατοικία, η οποία ενδεχομένως εκμισθώνεται σε τρίτο πρόσωπο. Λόγου χάρη, στρατιωτικός με κύρια κατοικία στη Θεσσαλονίκη διαμένει επί μονίμου βάσεως στην επαρχία, λόγω των αναγκαίων μεταθέσεών του, όπου μισθώνει διαμέρισμα για τις ανάγκες της στέγασης της οικογένειάς του. Ως εκ τούτου αναγκάζεται να εκμισθώσει τη μοναδική του κατοικία στη Θεσσαλονίκη και από το μίσθωμα που εισπράττει πληρώνει το μίσθωμα της κατοικίας που μισθώνει στην επαρχία. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει πρόβλεψη στο νόμο για την τύχη της μοναδικής κατοικίας που δεν δηλώνεται ως κύρια. Επειδή όμως το πνεύμα του νομοθέτη είναι να προστατευθεί όχι μόνο η κύρια κατοικία, η οποία δηλώνεται ως τέτοια, αλλά η μοναδική κατοικία του οφειλέτη γενικότερα, ακόμη και αν αυτή δεν είναι η κύρια κατοικία του, κατά τη γνώμη του γράφοντος η διάταξη αυτή πρόκειται σύντομα να τροποποιηθεί η να καταργηθεί.
2) Η αντικειμενική αξία της κύρια κατοικίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ (200.000€)
3) Οι οφειλές, για τις οποίες δύναται να επισπευσθεί πλειστηριασμός κατά της πρώτης κατοικίας του οφειλέτη, πρέπει να μην προέκυψαν α) από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε β) από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α' 151).
Η διάταξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τους οφειλέτες του δημοσίου, οι οποίοι δεν θα μπορούν να προστατέψουν την κύρια κατοικία τους για οφειλές προς το δημόσιο, καθώς και για τους εμπόρους, που έχουν οφειλές προς τους δανειστές τους από αδικοπραξία, με συνηθέστερη αιτία τις ακάλυπτες επιταγές. Επισημαίνεται ότι η διαταγή πληρωμής από επιταγές δεν συνιστά απαίτηση από αδικοπραξία, αλλά απαίτηση από τις επιταγές. Αντίθετα, αν έχει ασκηθεί αγωγή για απαίτηση από αδικοπραξία, εξ αιτίας της έκδοσης των επιταγών, τότε η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση συνιστά απαίτηση από αδικοπραξία και ως εκ τούτου, έναντι τέτοιας δικαστικής απόφαση, ο οφειλέτης δεν προστατεύεται.
4) Το ετήσιο δηλωθέν οικογενειακό εισόδημα του οφειλέτη, όπως διαμορφώνεται κατόπιν της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, του φόρου εισοδήματος και της εισφοράς αλληλεγγύης, πρέπει να είναι μικρότερο ή ίσο των τριάντα πέντε χιλιάδων ευρώ (35.000€).
5) Η συνολική αξία της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη πρέπει να είναι μικρότερη ή ίση των διακοσίων εβδομήντα χιλιάδων ευρώ (270.000€) και εξ αυτής το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό την 20ή Νοεμβρίου 2013, δεν πρέπει να υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (15.000€), εξαιρουμένων περιοδικών παροχών από συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά προγράμματα. Ειδικά για: ί) οικογένειες που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994, ii) άτομα με αναπηρία 67% και άνω και iii) όσους βαρύνονται φορολογικά με άτομα με αναπηρία 67% και άνω, όπως αυτά ανωτέρω προσδιορίζονται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994, τα παραπάνω όρια των σωρευτικών προϋποθέσεων προσαυξάνονται έκαστο κατά ποσοστό 10%.
6) Ο οφειλέτης πρέπει μέχρι την 31/01/2014 ή εντός δύο μηνών από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση, να υποβάλλει στους δανειστές του με κάθε πρόσφορο μέσο υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α' 75), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 13 του ν. 2479/1997 (Α' 67), στην οποία αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία του οφειλέτη, λεπτομερή και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας, περιγραφή της πλήρωσης των παραπάνω προϋποθέσεων και λεπτομερής αναγραφή των κινήσεων λογαριασμού που ξεπερνούν το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης.
Ο νόμος δεν απαιτεί συγκεκριμένο τρόπο υποβολής της υπεύθυνης δήλωσης προς τους δανειστές, αλλά ορίζει ότι η υποβολή πρέπει να γίνει με κάθε πρόσφορο μέσο. Συνεπώς, για να είναι ο οφειλέτης κατοχυρωμένος και να μπορεί να αποδείξει εγγράφως την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης, το ορθότερο θα ήταν α) εάν ο δανειστής είναι τράπεζα, ο οφειλέτης να λάβει ένα ακριβές αντίγραφο της υπεύθυνης δήλωσης που υπέβαλε στην τράπεζα με ημερομηνία υποβολής, σφραγίδα της τράπεζας και ονοματεπώνυμο και υπογραφή του παραλαβόντος υπαλλήλου και β) εάν ο δανειστής είναι τρίτος, η επίδοση να γίνει με εξώδικο δήλωση, που θα επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή.
Εάν ο οφειλέτης δεν υποβάλλει την υπεύθυνη δήλωση στους δανειστές του μέχρι την 31/01/2014 ή εντός δύο μηνών από της επίδοση προς αυτόν της επιταγής προς εκτέλεση, αίρεται για τον συγκεκριμένο οφειλέτη και τη συγκεκριμένη οφειλή η απαγόρευση πλειστηριασμού, δηλαδή δεν θα μπορεί πλέον να προστατέψει την πρώτη του κατοικία από τον πλειστηριασμό.
Επιταγή προς εκτέλεση, είναι το ξεχωριστό έγγραφο, που συντάσσεται από το δικηγόρο, το οποίο επισυνάπτεται ως τελευταία σελίδα στη διαταγή πληρωμής ή στη δικαστική απόφαση, που κοινοποιείται στον οφειλέτη και αναφέρονται εκεί αναλυτικά τα ποσά των κονδυλίων, που πρέπει να αποδώσει ο δανειστής στον οφειλέτη. Το κείμενό της επιταγής προς εκτέλεση ξεκινά συνήθως εξής : «Ακριβές φωτοαντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο που βρίσκεται στα χέρια μου, το οποίο, με ρητή επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματός μου, αρμόδιος δικαστικός επιμελητής παραγγέλλεται να επιδώσει στον ......................, για γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, επιτασσομένου ταυτόχρονα όπως μου καταβάλει εμπρόθεσμα .....». Ακολουθεί η ανάλυση των κονδυλίων και στο τέλος αναγράφεται το συνολικό ποσό, που επιτάσσεται να καταβάλλει ο δανειστής στον οφειλέτη. Σε σπάνιες περιπτώσεις, επιδίδει ο δανειστής διαταγή πληρωμής στον οφειλέτη και χωρίς επιταγή προς εκτέλεση, αλλά μόνο προς γνώση.
Από τη διατύπωση του νόμου συνάγεται ότι, σε κάθε περίπτωση, η υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης θα πρέπει να γίνει μέχρι την 31/01/2014. Όμως, εάν έχει γίνει επίδοση προς τον οφειλέτη επιταγής προς εκτέλεση, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα (μαζί με αντίγραφο από το απόγραφο διαταγής πληρωμής ή δικαστικής απόφασης), τους τελευταίους μήνες του 2013 και το δίμηνο από την επίδοση παρέρχεται προγενέστερα της 31/01/2014, τότε η υπεύθυνη δήλωση θα πρέπει να υποβληθεί και νωρίτερα της 31/01/2014. Δηλαδή, εάν επιδόθηκε επιταγή προς εκτέλεση στον οφειλέτη την 15/11/2013, τότε η υπεύθυνη δήλωση προς το δανειστή θα πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 15/01/2014, δηλαδή εντός του διμήνου από την επιταγή προς εκτέλεση.
Σε κάθε περίπτωση, η ανωτέρω ερμηνεία αποτελεί προσωπική γνώμη του γράφοντος, εφόσον, λόγω της ασάφειας της συγκεκριμένης διάταξης του νόμου, θα μπορούσε κάποιος να συνάγει ότι το δίμηνο για την υποβολή της δήλωσης, σε περίπτωση επίδοσης επιταγής προς εκτέλεση, θα μπορούσε να παραταθεί και μετά την 31/01/2014. Δηλαδή, εάν επιδιδόταν επιταγή προς εκτέλεση, λόγου χάρη, την 15/01/2014, θα μπορούσε η υπεύθυνη δήλωση να υποβληθεί μέχρι την 15/02/2014. Το ορθότερο μάλλον θα ήταν να υιοθετηθεί η δεύτερη ερμηνεία, ως ευνοϊκότερη για τον οφειλέτη.
Επειδή είναι βέβαιο ότι η πλειοψηφία των οφειλετών, λόγω της έλλειψης έγκυρης ενημέρωσης, δεν θα προβεί σε υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης εγκαίρως, είναι πολύ πιθανό να χορηγηθεί παράταση με νεότερο νόμο ή υπουργική απόφαση ή και να καταργηθεί η προθεσμία εντελώς.
7) Ο οφειλέτης πρέπει να καταβάλει προς τους δανειστές μηνιαίως ποσοστό 10% επί του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος του, εφόσον το ετήσιο οικογενειακό του εισόδημα δεν ξεπερνά τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. Εφόσον το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα ξεπερνά τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ, οι οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει προς τους δανειστές μηνιαίως ποσοστό 10% στο ποσό μέχρι τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ και ποσοστό 20% στο υπερβάλλον εισόδημα. Ειδικά για: i) οικογένειες που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994, ii) άτομα με αναπηρία 67% και άνω, και iii) όσους βαρύνονται φορολογικά με άτομα με αναπηρία 67% και άνω, όπως αυτά ανωτέρω προσδιορίζονται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994, το όριο του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος των προηγούμενων εδαφίων της παρούσας παραγράφου είναι είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα υπολογίζεται κατά την περίπτωση βα' της υποπαραγράφου 1β του άρθρου 2 του Ν. 4224/2013, δηλαδή διαμορφώνεται κατόπιν της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, του φόρου εισοδήματος και της εισφοράς αλληλεγγύης.
Για τους οφειλέτες όμως που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. Β1 του ν. 4161/2013 (δηλαδή είναι α) άνεργοι, β) έχοντες σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, γ) συνταξιούχοι, δ) όσοι θεωρείται ότι έχουν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 4110/2013) το κατά τα ανωτέρω υπολογιζόμενο ποσό δεν μπορεί να είναι μικρότερο του είκοσι τοις εκατό (20%) της τελευταίας ενήμερης δόσης. Όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη, υποχρέωση καταβολής 20% της τελευταίας ενήμερης δόσης προς τους δανειστές έχουν οπωσδήποτε οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι έμποροι.
Είναι προφανές ότι η εν λόγω υποχρέωση καταβολής του 20% της τελευταίας ενήμερης οφειλής προς τους δανειστές είναι φωτογραφική για τις οφειλές προς τις τράπεζες από τα καταναλωτικά, επαγγελματικά ή στεγαστικά δάνεια των εμπόρων και των ελευθέρων επαγγελματικών. Δεν γίνεται ρητή πρόβλεψη για άλλους τύπους οφειλών, όπου δεν υπάρχει τελευταία ενήμερη δόση, όπως π.χ. οφειλές από πιστωτικές κάρτες ή οφειλές από τίμημα πώλησης προς προμηθευτές κλπ. Αυτό καταδεικνύει τη βούληση του νομοθέτη να προστατέψει κατά κύριο λόγο τις τράπεζες, αφήνοντας εκτός ρητής πρόβλεψης τους προμηθευτές – δανειστές του εμπόρου και του ελευθέρου επαγγελματία, οι οποίοι και αυτοί έχουν αξίωση κατά του οφειλέτη και πρέπει να λαμβάνουν και αυτοί ισότιμα και αναλογικά ένα μέρος από το ποσό που θα καταβάλλει κάθε μήνα ο οφειλέτης προς τους δανειστές του. Μπορούν όμως και οι δανειστές – μη τράπεζες των εμπόρων και ελευθέρων επαγγελματιών να ικανοποιηθούν αναλογικά, σύμφωνα με τη διάταξη του νόμου που αναφέρει ότι «Σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων του ενός δανειστών, η ανωτέρω οριζόμενη μηνιαία καταβολή κατανέμεται συμμέτρως σύμφωνα με το ανεξόφλητο υπόλοιπο της κάθε οφειλής».
Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι για τον υπολογισμό του ως άνω 10% ή 20% θα πρέπει οι οφειλέτες να ζητήσουν από τις τράπεζες αναλυτικές καταστάσεις οφειλών, όπου θα υποδεικνύεται το 10% και 20% της τελευταίας ενήμερης δόσης, καθώς και το υπόλοιπο της οφειλής τους, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Πλην όμως τέτοια υποχρέωση δεν θεσπίζεται για τις τράπεζες στα πλαίσια αυτού του νόμου, ούτε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο χορήγησης της εν λόγω βεβαίωσης, όπως στα πλαίσια του ν. 3869/2010, δίδοντας τις τη δυνατότητα να κωλυσιεργήσουν αδικαιολόγητα, χωρίς να κινδυνεύουν να υποστούν καμία συνέπεια.
Οι καταβολές κατά την περίοδο απαγόρευσης πλειστηριασμού αφαιρούνται από το ανεξόφλητο υπόλοιπο και καταλογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 423 του Αστικού Κώδικα, το οποίο ορίζει ότι «Αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο». Λόγου χάρη, στην περίπτωση επίδοσης προς τον οφειλέτη αντιγράφου εξ απογράφου διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση, για οφειλή από καταναλωτικό δάνειο προς τράπεζα, κάθε καταβολή που θα κάνει ο οφειλέτης προς την τράπεζα θα καταλογιστεί πρώτα στα έξοδα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής (δικαστική δαπάνη, αμοιβή δικηγόρου για σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση, αμοιβή δικαστικού επιμελητή για την επίδοση, αντιγραφικά δικαιώματα, κλπ), εν συνεχεία στους τόκους του δανείου και τελευταία στο κεφάλαιο του δανείου.
Ειδικά για τους οφειλέτες με μηδενικό εισόδημα ή εισόδημα που ισούται μέχρι του ποσού του επιδόματος ανεργίας, παρέχεται η δυνατότητα μηδενικών καταβολών.
Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης της παρούσας παραγράφου για τρεις (3) μήνες συνολικά, αίρεται για τον συγκεκριμένο οφειλέτη και τη συγκεκριμένη οφειλή η απαγόρευση πλειστηριασμού.

Υποχρεώσεις του οφειλέτη έναντι των δανειστών κατά τη διάρκεια της αναστολής του πλειστηριασμού

Εκτός των ανωτέρω προϋποθέσεων και ενεργειών, ακόμη και αν ο οφειλέτης πράξει όλα κατά το γράμμα του νόμου και προστατέψει την κύρια κατοικία του από τον πλειστηριασμό, θα πρέπει να προσέξει και τα κάτωθι:
Ο δανειστής κατά τη διάρκεια απαγόρευσης του πλειστηριασμού μπορεί να καλεί τον οφειλέτη να προσκομίσει: α) αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί μετά την 1.1.2007 και φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί πριν την 1.1.2007, β) βεβαίωση συγκριτικών στοιχείων της αρμόδιας φορολογικής αρχής με αναφορά επί του ποσού του ακινήτου για ακίνητα εκτός του αντικειμενικού προσδιορισμού, γ) αντίγραφο τελευταίων δηλώσεων Ε1 και Ε9 και δ) αποδεικτικό έγγραφο βεβαίας χρονολογίας με ημερομηνία την 20ή Νοεμβρίου 2013 σχετικά με το ύψος των καταθέσεων και των κινητών αξιών και, όπου απαιτούνται, ε) βεβαίωση ανεργίας από τον ΟΑΕΔ είτε αντίγραφο της επικαιροποιημένης κάρτας ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, στ) πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ζ) πιστοποιητικό Α'/βάθμιας ή Β'/βάθμιας Επιτροπής για την πιστοποίηση της αναπηρίας και του ποσοστού της (Νομαρχιακές Υγειονομικές Επιτροπές, Υγειονομικές Επιτροπές Ασφαλιστικών Ταμείων, Υγειονομικές Επιτροπές Ενόπλων Δυνάμεων, Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας).
Σε περίπτωση μη προσκόμισης από τον οφειλέτη των ανωτέρω εντός ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση του αιτήματος με απόδειξη, αίρεται για τον συγκεκριμένο οφειλέτη και τη συγκεκριμένη οφειλή η απαγόρευση πλειστηριασμού.

Προστασία της ακίνητης περιουσίας του εγγυητή

Ο ν. 4224/2013 θεσπίζει προστασία και για τους εγγυητές των οφειλετών. Ειδικότερα, ορίζεται ότι κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας του οφειλέτη και εφόσον η απαγόρευση δεν έχει αρθεί για τον πρωτοφειλέτη, ως προς τη συγκεκριμένη οφειλή, απαγορεύεται ο πλειστηριασμός ακινήτων των εγγυητών για τις συγκεκριμένες οφειλές. Δηλαδή, όσο πληρούνται οι προϋποθέσεις προστασίας της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τον πλειστηριασμό, προστατεύονται από τον πλειστηριασμό και όλα τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία του εγγυητή και όχι μόνο η κύρια κατοικία του.
Το δικηγορικό μας γραφείο έχει πλέον μεγάλη και πολύχρονη εμπειρία στο χειρισμό υποθέσεων προστασίας της κατοικίας των δανειοληπτών από τον πλειστηριασμό, τόσο στα πλαίσια του νόμου Κατσέλη αλλά και στα πλαίσια άλλων νόμων. Θα χαρούμε να μας τιμήσετε με την εμπιστοσύνη σας και να σας συνδράμουμε στην υπόθεσή σας.
Γράφτηκε από τον/την Θάνος Ρόζου στις  
ΠΗΓΗ:http://www.nomikosodigos.info/. 

Σχόλια