Διακοπή εγγάμου συμβιώσεως. Η ρύθμιση της γονικής μέριμνας από το δικαστήριο...121/2011 Α.Π.



121/2011 ΑΠ ( 544822)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ , ΧΡΙΔ 2011/670) Διακοπή εγγάμου συμβιώσεως. Η ρύθμιση της γονικής μέριμνας από το δικαστήριο γίνεται.. με βάση το συμφέρον του τέκνου. Προσδιοριστικά στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την εξειδίκευση της νομικής αυτής έννοιας. Η οποιαδήποτε αντισυζυγική συμπεριφορά της εφεσίβλητης, αν θεωρηθεί ότι είναι υπαίτια και ότι επέφερε και αυτή αυτοτελώς ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, δεν αναιρεί το εύλογο της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως της από την πλευρά της και μόνο ένσταση επιδίκασης ελαττωμένης διατροφής θα μπορούσε να θεμελιώσει, ενώ δεν ασκεί επιρροή στη ρύθμιση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας των ανηλίκων. Οριστική ρύθμιση της γονικής μέριμνας, με ανάθεση της επιμέλειας των δύο εκ των τριών ανηλίκων τέκνων στον πατέρα και του τρίτου στη μητέρα. Ορθή και αιτιολογημένη η σχετική απόφαση του Εφετείου. Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης περί λήψεως υπόψη μη προσκομισθέντων αποδείξεων και περί μη λήψεως υπόψη λόγου έφεσης. Δεν συντρέχει παραμόρφωση εγγράφου. Περιστατικά. Πολιτική Δικονομία. Λόγοι αναίρεσης. Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Περιλαμβάνονται και οι κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου. Ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.
  
Αριθμός 121/201

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Ζαμπίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Β. συζ. Β. Δ., το γένος Π. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-12-2004 και 17-3-2005 αντίθετες αγωγές, των ήδη διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2006 προδικαστική, 390/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-9-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 30-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή των πρώτου από τον αριθμό 1, δευτέρου από τον αριθ. 19 και τρίτου από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων του αναιρετηρίου, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ` αριθ. 9540 Γ/28-5-2010 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Ν. Κ. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω απ` αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπρέδρου του Αρείου Πάγου, με την πρώτη από τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα και με τη δεύτερη ο Εισηγητής Δικαστής, με κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην αναιρεσίβλητη. Η τελευταία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης και δεν παρέστη με άλλο νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία εκείνης (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1514 του ΑΚ συνάγεται ότι η γονική μέριμνα, η οποία περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, ασκείται από τους γονείς του. Είναι δε έννοια ευρύτερη της επιμέλειας, η οποία (επιμέλεια) περιλαμβάνει την ανατροφή, την επίβλεψη, την μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του. Στην περίπτωση όμως διακοπής της συζυγικής συμβιώσεως, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση της γονικής μέριμνας αυτών γίνεται από το δικαστήριο. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της ασκήσεως της γονικής μέριμνας του ανηλίκου είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αοριστίας αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων σταθερά προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβασθεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους. Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για το προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεώτερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.

Στην δικαστική συνεπώς κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγωγήσεως και της περιθάλψεως του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του.

Για το σκοπό τούτο λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (Α.Π. 952/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως του αναιρεσείοντος και αντεφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της υπ` αριθ. 390/206 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία κατά παραδοχή εν μέρει των αντίθετων αγωγών των διαδίκων περί αναθέσεως σ` αυτούς της επιμέλειας των τριών ανηλίκων τέκνων τους, ανέθεσε την επιμέλεια των δύο μεγαλύτερων τέκνων των διαδίκων Ρ.-Ε. και Π. στον αναιρεσείοντα και του μικρότερου Ν. στην αναιρεσίβλητη, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής : "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 27-8-1989 στην Κοζάνη, όπου και εγκαταστάθηκαν σε μισθωμένο διαμέρισμα. Το 1990 εγκαταστάθηκαν στην ιδιόκτητη οικία του εκκαλούντος στη Λευκόβρυση Κοζάνης. Από το γάμο τους απέκτησαν τρία παιδιά τον Ρ.-Ε., που γεννήθηκε στις 23-1-1993, τον Π., που γεννήθηκε στις 10-11-1994 και το Ν., που γεννήθηκε στις 23-10-1999. Οι σχέσεις των διαδίκων ήσαν αρμονικές μόνο στην αρχή της εγγάμου συμβιώσεως τους. Στη συνέχεια άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα, τα οποία οφείλονταν στην κακή συμπεριφορά του εκκαλούντος, ο οποίος δεν έδειχνε προς την εφεσίβλητη την πρέπουσα συμπεριφορά του συζύγου. Συγκεκριμένα, ήταν προσβλητικός, εριστικός, πολύ συχνά και χωρίς λόγο της έκανε σκηνές ζηλοτυπίας, ενώ χρήματα της έδινε μόνο για τις απολύτως αναγκαίες δαπάνες της οικογένειας. Επίσης, δεν εμπιστευόταν ότι μπορούσε η σύζυγος του να διεκπεραιώσει απλές συναλλαγές και τις ανέθετε σε τρίτους, όπως για παράδειγμα τα δίδακτρα των αγγλικών των ανηλίκων, τα οποία κατέβαλε όχι ο ίδιος, ούτε μέσω της συζύγου του, η οποία μετέβαινε στο φροντιστήριο για να συνοδεύσει τα ανήλικα, αλλά μέσω της συζύγου του αδελφού του, Μ. Δ., προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητα της. Εκτός τούτων, διέδιδε ψευδώς ότι αυτή είχε πολλούς εραστές, ενώ την ειρωνευόταν ότι ντυνόταν κατά τρόπο άκομψο, ότι δεν γνώριζε να μαγειρεύει και ήταν ανοικοκύρευτη. Η εφεσίβλητη, όμως, η οποία δεν εργαζόταν κατά το χρόνο της εγγάμου συμβιώσεως τους, απασχολείτο με τις οικιακές εργασίες, μαγείρευε, καθάριζε, προετοίμαζε τα παιδιά για το σχολείο και τα συνόδευεσεόλεςτις εξωσχολικές δραστηριότητες, υπομένοντας την ως άνω ανάρμοστη συμπεριφορά του συζύγου της. Ωστόσο, ο εκκαλών, υποτιμώντας την προσφορά και τις ικανότητες της, έφθασε στο σημείο να την καταγγείλει στο τμήμα Δημόσιας Υγιεινής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κοζάνης, για ανθυγιεινές συνθήκες στην κατοικία τους και κάλεσε την αρμόδια υπηρεσία να ενεργήσει έλεγχο, κατά τον οποίο διαψεύστηκαν οι αιτιάσεις του (βλ. το υπ` αριθμ. πρωτ. 6805/3-8-2004 έγγραφο της εν λόγω υπηρεσίας). Αλλο παράδειγμα ανάρμοστης συμπεριφοράς του εκκαλούντος, είναι και το περιστατικό που συνέβη το 1999, όταν αυτός επέστρεψε από ταξίδι στη Γερμανία και κατηγόρησε αδίκως τη σύζυγο του ότι του είχε μεταδώσει σεξουαλικώς μεταδιδόμενη ασθένεια, πλην όμως μετά την ολοκλήρωση των ιατρικών εξετάσεων διαπιστώθηκε ότι αυτή ήταν έγκυος στο τρίτο τους τέκνο. Τέλος, τον Αύγουστο του 2004, της απηύθυνε απειλητική φράση "θα σε χαρακώσω", επειδή καθυστέρησε να επιστρέψει στο σπίτι από κοινωνική εκδήλωση. Μετά το περιστατικό αυτό η εφεσίβλητη εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη, μαζί με τα τρία ανήλικα τέκνα τους και έκτοτε οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση. Επακολούθησε η έκδοση της υπ` αριθμ. 1781/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία: α) επιτράπηκε η μετοίκηση της εφεσίβλητης από τη συζυγική στέγη, β) ανατέθηκε σ` αυτήν προσωρινώς η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους και γ) υποχρεώθηκε ο εκκαλών να της καταβάλει προσωρινή διατροφή, τόσο για την ίδια όσο και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους.

Η τελευταία απόφαση ανακλήθηκε εν μέρει με την υπ` αριθμ. 479/2005 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και ανατέθηκε προσωρινώς στον εκκαλούντα η επιμέλεια των δύο ανηλίκων τέκνων τους, του Ρ.-Ε. και του Π.. Έτσι, εφόσον η διακοπή της συμβίωσης των διαδίκων προήλθε από πρωτοβουλία του εκκαλούντος και ως αποτέλεσμα της προεκτιθέμενης αντισυζυγικής συμπεριφοράς του, θεωρείται ότι υφίσταται εύλογη, για την εφεσίβλητη, αιτία γι` αυτήν, κατά την έννοια του άρθρου 1391 παρ. 1 του ΑΚ. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εφεσίβλητη είχε συνάψει εξωσυζυγικό ερωτικό δεσμό, παραβιάζοντας έτσι την υποχρέωση πίστης που είχε απέναντι του. Ωστόσο, η οποιαδήποτε αντισυζυγική συμπεριφορά της εφεσίβλητης, αν θεωρηθεί ότι είναι υπαίτια και ότι επέφερε και αυτή αυτοτελώς ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, δεν αναιρεί το εύλογο της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως της από την πλευρά της εφεσίβλητης και μόνο ένσταση επιδίκασης ελαττωμένης διατροφής θα μπορούσε να θεμελιώσει. Τέτοια όμως ένσταση, και μάλιστα με το περιεχόμενο που απαιτείται κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη (υπό στοιχ. IV), δεν έχει υποβληθεί πρωτοδίκως και συνεπώς παρέλκει η έρευνα του ισχυρισμού του αυτού. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί, ότι η καθ` αυτή υπαιτιότητα των γονέων για τη λύση του γάμου ή την απλή διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως, όσο και αυτό το υπαίτιο γεγονός είναι χωρίς σημασία για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας των ανηλίκων.

Συνεπώς, παρέλκει επίσης η έρευνα του ιδίου ισχυρισμού, που περιλαμβάνεται και στη αγωγή του με την οποία ζητεί να του ανατεθεί η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων του. Άρα, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα. Από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκαν ακόμη και τα παρακάτω. Μετά την αποχώρηση της από τη συζυγική στέγη, η εφεσίβλητη εγκαταστάθηκε στην οικία των γονέων της, όπου και παραμένει με το μικρότερο υιό της, του οποίου έχει προσωρινώς την επιμέλεια, ενώ τα δύο μεγαλύτερα τέκνα των διαδίκων, από το Δεκέμβριο του 2004 κατοικούν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα στην Κοζάνη, μαζί με τον πατέρα τους, στον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ανατέθηκε προσωρινώς η επιμέλεια τους. Η επικοινωνία των αδελφών μεταξύ τους είναι συχνή, οι γονείς όμως δύσκολα συνεννοούνται, καθώς οι εντάσεις δεν έχουν ακόμα κοπάσει. Η τεταμένη σχέση τους φαίνεται καθαρά από τα δικόγραφα και τις αλλεπάλληλες δικαστικές τους διαμάχες, οι οποίες περιλαμβάνουν και άλλους στενούς συγγενείς, όπως τους γονείς της εφεσίβλητης. Από την προσωπική επαφή που είχε η δικαστής του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με τα δύο μεγαλύτερα ανήλικα, που ζουν μαζί με τον πατέρα τους, προκειμένου να ληφθεί και να συνεκτιμηθεί η γνώμη τους, και αφού διαπίστωσε ότι είχαν την απαραίτητη ωριμότητα για να την εκφράσουν, αυτά δήλωσαν ότι είναι ευχαριστημένα από τον τρόπο ζωής τους, για τον οποίο δεν εξέφρασαν δυσαρέσκεια. Αντιθέτως, εξέφρασαν την αντίθεση τους στο ενδεχόμενο να ανατεθεί η επιμέλεια τους στην εφεσίβλητη μητέρα τους. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η προαναφερόμενη κοινωνική λειτουργός, η οποία τονίζει την άρνηση των ανηλίκων απέναντι στη μητέρα τους και κυρίως του μεγαλύτερου, του Ρ.-Ε., ο οποίος αναφέρεται σε κάποιο περιστατικό που έχει επηρεάσει έντονα τον ψυχικό του κόσμο. Το περιστατικό αυτό, όπως περιγράφεται στη έκθεση, είναι ότι "θυμάται κάποια νύκτα, πριν χωρίσουν οι γονείς του και κατά την απουσία του πατέρα του στη Θεσσαλονίκη, ενώ κοιμόταν ξύπνησε από φωνές που ακουγόταν από την κρεβατοκάμαρα και όπως διαπίστωσε ήταν φωνές ηδονής της μητέρας του με άγνωστο άνδρα που τον είδε γυμνό όταν πήγαινε στην τουαλέτα με τη μητέρα του". Το περιστατικό αυτό δεν το ανέφερε αμέσως στον πατέρα του, αλλά μετά από αρκετό χρονικό διάστημα και ενώ οι γονείς του είχαν χωρίσει. Η καθυστέρηση αυτή, σε συνδυασμό με το ότι, το συγκεκριμένο παιδί, δεν έδειξε τον έντονο θυμό απέναντι στη μητέρα του ούτε κατά το διάστημα που ζούσαν όλοι μαζί, ως οικογένεια, αλλά ούτε κατά το χρόνο που ζούσε με τη μητέρα του, μετά το χωρισμό των γονέων του, όπως επισημαίνει και η λειτουργός, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα στο δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα του. Περαιτέρω, ο ανήλικος Ν. δεν εκδηλώνει κάτι αρνητικό για τη μητέρα, την οποία αγαπά όπως αγαπά τον πατέρα και τα αδέλφια του, γεγονός το οποίο διαπίστωσε και ο εισηγητής δικαστής του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προσωπική επαφή που είχε με αυτόν. Όπως αναφέρει δε χαρακτηριστικά στην από 6-10-2008 ιατρική της γνωμάτευση η παιδοψυχίατρος Μ. Ε. Δ., στην οποία προσέφυγε ο πατέρας μετά την άρνηση του Ν. να επιστρέψει στην οικία της μητέρας του, μετά τις καλοκαιρινές διακοπές του 2008: "Ο ανήλικος Ν. προσπαθεί να κρατά ισορροπίες ανάμεσα στα δύο διαφορετικά πλαίσια στα οποία καλείται να ζήσει ....... βρίσκεται σε έντονα συγκρουσιακή συναισθηματική κατάσταση που του προκαλεί ισχυρότατη ψυχική οδύνη, όσον αφορά την εκπλήρωση της επιθυμίας να μείνει με τον πατέρα και τα αδέλφια του και το φόβο και την ενοχή ότι εγκαταλείπει και πληγώνει, με αυτή του την επιθυμία, τη μητέρα του που αγαπά. Η στάση του είναι προστατευτική και προς τους δύο γονείς...".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ακόμη ότι και οι δύο γονείς ανταποκρίνονται με επάρκεια στα γονικά τους καθήκοντα, φροντίζοντας προσωπικά την ανατροφή και διαπαιδαγώγηση τους. Οι κατοικίες και των δύο είναι προσεγμένες, άνετες και καθαρές και παρέχουν στα παιδιά τους ό,τι απαιτεί γι` αυτά ο σύγχρονος τρόπος ζωής και όλα τα εχέγγυα για τη σωστή ανατροφή τους. Ο εκκαλών, μετά την ανάθεση σ` αυτόν της επιμέλειας των δύο ανηλίκων τέκνων τους, περιόρισε το χρόνο εργασίας του και εργάζεται μέχρι το μεσημέρι. Έτσι, όταν τα παιδιά επιστρέφουν από το σχολείο, ασχολείται με την ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση τους. Με την καθημερινή επαφή και φροντίδα του, έχει οικοδομήσει με αυτά καλή σχέση. Επίσης, τους έχει εξασφαλίσει τις απαραίτητες για την ηλικία τους εξωσχολικές δραστηριότητες (κολυμβητήριο, ξένες γλώσσες), ασκεί σ` αυτούς τη δέουσα εποπτεία και έχει προσλάβει οικιακή βοηθό η οποία βρίσκεται καθημερινώς στο σπίτι και επιμελείται του φαγητού και της καθαριότητας του σπιτιού και των παιδιών. Η εφεσίβλητη, μετά τη διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεως εργάσθηκε αρχικά στην εταιρία "............." και στη συνέχεια, τις πρωινές ώρες, ως σερβιτόρα σε κεντρικό κατάστημα της πόλης.

Από το καλοκαίρι του 2007 εργάζεται ως υπάλληλος στην ..... Τράπεζα της Ελλάδας, στο κατάστημα της ... . Μετά την εργασία της ασχολείται με την ανατροφή και διαπαιδαγώγηση του ανηλίκου Ν., που φοιτά στο δημοτικό σχολείο, έχοντας προς τούτο και την αρωγή των γονέων της, με τους οποίους κατοικεί στην ιδιόκτητη κατοικία τους. Αγαπά το Ν., όπως και τα άλλα δύο παιδιά της, του συμπεριφέρεται με στοργή και αγάπη και είναι αφιερωμένη στην ανατροφή του. Επίσης, τον παρακολουθεί στα μαθήματα του, με τη συνδρομή του πατέρα της, που είναι συνταξιούχος δάσκαλος και έτσι ο ανήλικος αναπτύσσεται κανονικά, πνευματικά, ψυχικά και σωματικά, ενώ η επίδοση του στο σχολείο είναι από πολύ καλή έως άριστη. Τονίζεται τέλος, ότι η επαφή του Ν. με τους γονείς της μητέρας του είναι πολύ καλή. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω, κρίνεται πως το αληθινό συμφέρον των ανηλίκων Ρ.-Ε. και Π. επιβάλλει την οριστική ανάθεση της επιμέλειας στον πατέρα τους. Στην απόφαση του αυτή το Δικαστήριο συνεκτίμησε, εκτός των άλλων, τη γνώμη των ανηλίκων, που έχουν τον απαιτούμενο βαθμό ωριμότητας προς τούτο, όπως αυτή εκφράστηκε ενώπιον του δικαστή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και την έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας. Περαιτέρω, το αληθινό συμφέρον του ανήλικου Ν. επιβάλλει, ενόψει και της ηλικίας του, την οριστική ανάθεση της επιμέλειας στη μητέρα του. Έτσι, σε μία περίοδο που το παιδί αποκτά τις απαραίτητες γνωστικές βάσεις, θεωρείται σημαντική η παρουσία και φροντίδα της μητέρας του και συνεπώς είναι προς το συμφέρον του να βρίσκεται κοντά της. Εκτός τούτου, με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η συνεχής διαπαιδαγώγηση του, από το ίδιο πρόσωπο, το οποίο πάντοτε και αδιάλειπτα από τη γέννηση του έως σήμερα επιμελείται με στοργή του προσώπου του. Στην απόφαση του αυτή το Δικαστήριο συνεκτίμησε και τη γνώμη του ανηλίκου, ανάλογα με το βαθμό ωριμότητας του, όπως αυτή εκφράσθηκε ενώπιον του εισηγητή Δικαστή (του παρόντος Δικαστηρίου), ως και τη γνώμη της κοινωνικής υπηρεσίας, η οποία ομοίως καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα. Στο σημείο αυτό, πρέπει να γίνει αναφορά στην στάση που κράτησε ο Ν. μετά τις καλοκαιρινές διακοπές του 2008 και την άρνηση του να επιστρέψει στην οικία της μητέρας του, που αποτέλεσε σημείο τριβής και εντάσεων μεταξύ των γονέων, κάτι που ο ανήλικος βίωσε πολύ έντονα, όπως παρατήρησε και η δασκάλα του Ά. Χ. Τ.. Ειδικότερα, η τελευταία στην από 4-2- 2009 ένορκη κατάθεση της, αναφέρει ότι, κατά την περίοδο εκείνη "... ως μαθητής ήταν απροετοίμαστος, τις περισσότερες φορές ξεχνούσε πράγματα ( βιβλία-ασκήσεις ), ως παιδί ήταν σκεπτικό, θλιμμένο, χαμένο στις σκέψεις του υπερκινητικό...". Η ίδια τονίζει επίσης την ψυχολογική πίεση που υπέστη ο ανήλικος κατά την περίοδο εκείνη, λόγω του ότι μετά το πέρας των μαθημάτων, εκτός από τον παππού του έρχονταν να τον πάρουν και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του, με αποτέλεσμα να γίνονται φασαρίες και μερικές φορές να επεμβαίνει η αστυνομία, μετά από κλήσεις του παππού. Όταν δε από τα μέσα Οκτωβρίου 2008 περιορίστηκε η σφοδρή αυτή διαμάχη μεταξύ των μεγαλυτέρων, το ανήλικο ξαναγύρισε στο σπίτι της μητέρας του και επανήλθε στη φυσιολογική του ζωή, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του και στο μαθησιακό επίπεδο που είχε κατά τα δύο (2) προηγούμενα σχολικά έτη, με επίδοση πολύ καλή μέχρι άριστη. Έτσι, καθίσταται σαφές ότι η εκδηλωθείσα αντίδραση του ανηλίκου οφείλετο προφανώς σε επηρεασμό τρίτων και στην ένταση που επικρατούσε στις σχέσεις των γονέων του, κατά την περίοδο εκείνη. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ανήλικος, κατά τα δύο προηγούμενα σχολικά έτη που ζούσε με τη μητέρα του, φέρθηκε ως ένα φυσιολογικό παιδί της ηλικίας του, παρακολουθώντας με ευχάριστη διάθεση τα μαθήματα του, συμμετέχοντας ενεργά σε όλα τα διδακτικά αντικείμενα, χωρίς εξάρσεις και ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση αναφορικά με όσα συνέβαιναν μεταξύ των γονέων του και των αδελφών του, βρίσκοντας τρόπους να ισορροπεί ανάμεσα τους, εκδηλώνοντας αβίαστα την αγάπη του προς τους γονείς, τα αδέλφια και τους παππούδες του (βλ. την ένορκη κατάθεση της δασκάλας του Β. Δ. Σ.). Επομένως, παρόλο που τα τρία αδέλφια συνδέονται μεταξύ τους με βαθιά αισθήματα αγάπης και ευκτέον θα ήταν να μεγαλώνουν μαζί, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει έδαφος για τέτοια λύση. Ωστόσο, η επαφή μεταξύ τους είναι δυνατόν να αναπληρωθεί με τη στενή και ειλικρινή συνεργασία των γονέων τους, οι οποίοι πρέπει να αφήσουν μακριά από αυτά τη μεταξύ τους διαμάχη, και όλοι μαζί να προσπαθήσουν ώστε αφενός να διατηρηθούν οι στενοί δεσμοί αγάπης μεταξύ των ανηλίκων και αφετέρου να αποκατασταθεί και να ομαλοποιηθεί η σχέση των δύο μεγαλύτερων από αυτά με τη μητέρα τους, στοιχείο απαραίτητο για την ομαλή ψυχική εξέλιξη και ανάπτυξη τους. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα, δεν έσφαλε κατ` αποτέλεσμα. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος λόγοι της έφεσης, ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους ο εκκαλών ψέγει την πρωτόδικη απόφαση διότι δεν έκανε δεκτό το αίτημα του για ανάθεση σ` αυτόν και της επιμέλειας του ανηλίκου Ν.. Επίσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αντέφεσης, με τον οποίο η εφεσίβλητη διατείνεται ότι έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας το αίτημα της για ανάθεση σ` αυτήν της επιμέλειας και των τριών ανηλίκων τέκνων τους ". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη υπαγωγή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1511 και 1513 παρ.2 του Α.Κ. αναφορικά με το αληθές συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων Ν. να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του στην αναιρεσίβλητη μητέρα του, ενόψει των πραγματικών παραδοχών ότι : α) το ανήλικο τρέφει αισθήματα αγάπης και προς τους δύο γονείς του, ως προς τους οποίους τηρεί ίσες αποστάσεις, β) ότι διαμένει οικειοθελώς με τη μητέρα του, γ) ότι έχει συχνή επικοινωνία με τον πατέρα του και τα διαμένοντα με αυτόν δύο αδέλφια του, που κατοικούν στην ίδια πόλη της Κοζάνης και επομένως μπορούν να συμβάλλουν ως ανδρικά πρότυπα στη διαπαιδαγώγησή του, γ) ότι έχει την αμέριστη αγάπη, στοργή και φροντίδα της μητέρας του, η οποία επιμελείται της ανατροφής και διαπαιδαγώγησής του με τη βοήθεια των γονέων της, με τους οποίους διαμένει στο ιδιόκτητο σπίτι τους, εξ αυτών δε ο πατέρας της είναι συνταξιούχος δάσκαλος και την βοηθά στην παρακολούθηση των μαθημάτων του, δ) ότι η επίδοση του ανηλίκου στο σχολείο είναι πολύ καλή έως άριστη και ε) ότι το ανήλικο διατηρεί καλές σχέσεις με τους γονείς της μητέρας του και το σπίτι που διαμένει είναι προσεγμένο, άνετο και καθαρό. Το Εφετείο συνεκτίμησε και τη γνώμη του ανηλίκου, καθώς και την ηλικία του, την οποία δεν ανήγαγε σε προέχον και καθοριστικό στοιχείο για την ανάθεση της επιμέλειάς του στη μητέρα του. Επομένως, είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ. 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 22/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι δεν είναι σαφές το συμπέρασμα του Εφετείου ως προς την καταλληλότητα της αναιρεσίβλητης να επιμεληθεί τα του προσώπου του ανηλίκου τέκνου της Ν., καθόσον διατυπώνεται ενδοιασμός και επιφύλαξη ως προς την αλήθεια του αναφερόμενου σε βάρος της από το τέκνο της Ρ. περιστατικού, σύμφωνα με το οποίο θυμάται ότι κάποια νύκτα, πριν χωρίσουν οι γονείς του και κατά την απουσία του πατέρα του στη Θεσσαλονίκη, ενώ κοιμόταν ξύπνησε από φωνές που ακούγονταν από την κρεβατοκάμαρα και όπως διαπίστωσε ήταν φωνές ηδονής της μητέρας του με άγνωστο άνδρα που τον είδε γυμνό όταν πήγαινε στην τουαλέτα με τη μητέρα του. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι το ανωτέρω περιστατικό δεν ανέφερε το άνω τέκνο των διαδίκων αμέσως στον πατέρα του, αλλά μετά αρκετό χρονικό διάστημα και ενώ οι γονείς του είχαν χωρίσει. Η καθυστέρηση αυτή, συνεχίζει το Εφετείο, σε συνδυασμό με το ότι το συγκεκριμένο παιδί δεν έδειξε τον έντονο θυμό απέναντι στη μητέρα του ούτε κατά το χρόνο που ζούσαν όλοι μαζί ως οικογένεια, αλλά ούτε κατά το χρόνο που ζούσε με τη μητέρα του, μετά τον χωρισμό των γονέων του, όπως επισημαίνει η κοινωνική λειτουργός, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα στο δικαστήριο ως προς τη βασιμότητά του. Οι αιτιολογίες αυτές ενέχουν μεν ενδοιασμό, ως προς τη βασιμότητα ή μη του ανωτέρω περιστατικού, ο ενδοιασμός όμως αυτός αναφέρεται στην αιτιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και όχι στο σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα που αποτελούσε και αντικείμενο της διαφοράς, ότι δηλαδή το αληθές συμφέρον του ανηλίκου είναι να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του στην αναιρεσίβλητη μητέρα του, η οποία κρίνεται κατάλληλη προς τούτο. Περαιτέρω, από την εν λόγω ενδοιαστική αιτιολογία δεν δημιουργείται αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για την μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι το αληθές συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει να ανατεθεί η επιμέλειά του στην αναιρεσίβλητη μητέρα του έλαβε υπόψη και τις υπ` αριθ. 8874 και 8878/19-4- 2005 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης Ε. Σ. και Α. Μ., αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κοζάνης, Τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις είχε επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη με τις από 4-2-2009 προτάσεις που κατέθεσε ως αντεκκαλούσα ενώπιον του Εφετείου, δια της αναφοράς " η απόφαση 390/2006 (εκκαλουμένη) εσφαλμένα ανέθεσε την επιμέλεια των δύο μεγαλύτερων παιδιών μας Ρ.- Ε. και Π. στον αντίδικο, ενώ τα τρία παιδιά μας ζούσαν ευτυχισμένα μαζί μου και μαζί με τους γονείς μου, όπως αποδείχθηκε από τις ένορκες καταθέσεις του Α. Μ., της Κ. Π., της Ε. Σ. και της Θ. Σ....", εννοώντας ως ένορκες καταθέσεις προδήλως τις ένορκες βεβαιώσεις των άνω μαρτύρων, οι οποίες ελήφθησαν μετά νόμιμη κλήτευση του αναιρεσείοντος και είχαν ληφθεί υπόψη και από το πρωτόδικο δικαστήριο, ενόψει και του ότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός από τον αναιρεσείοντα ότι οι εν λόγω μάρτυρες πέραν των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων είχαν δώσει και άλλες ένορκες καταθέσεις. Ας σημειωθεί ότι ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει, ως όφειλε, τις προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη επί της συνεκδικασθείσης εφέσεώς του, ώστε να μπορεί να ερευνηθεί αν (και) με αυτές έγινε ή όχι επίκληση των ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων. Με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος με τον οποίο αυτός παραπονείτο ότι κατ` εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι γονείς της αναιρεσίβλητης δύνανται να την συνδράμουν στην επίβλεψη και ανατροφή του ανηλίκου τέκνου της Ν.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω λόγο έφεσης και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη έχει τη συνδρομή των γονέων της στην ανατροφή και διαπαιδαγώγηση του ανηλίκου. Ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα εξ αιτίας του σφάλματος αυτού να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔικ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Τέλος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλ` αυτό δεν επιτρέπεται στον Αρειο Πάγο.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο και τελευταίο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 6-10-2008 ιατρικής γνωμάτευσης της παιδοψυχιάτρου Μ. Δ.-Τ., η οποία συντάχθηκε με αίτηση του αναιρεσείοντος για τη διαπίστωση της αληθούς βούλησης του ανηλίκου τέκνου του σχετικά με τον γονέα με τον οποίο επιθυμεί να διαμένει, αναγιγνώσκοντας μέρος αυτής, από το οποίο παρά ταύτα συνάγεται σαφώς ότι το αληθές συμφέρον του ανηλίκου είναι να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του στον αναιρεσείοντα πατέρα του και παραλείποντας να αναγνώσει κρίσιμες εκφράσεις-επιστημονικά πορίσματα που περιέχονται στο έγγραφο αυτό και ειδικότερα ότι ο ανήλικος είναι ταυτισμένος με τον πατέρα του, τον οποίο θεωρεί πρότυπο και ότι φαίνεται να είναι ιδιαίτερα δεμένος με τον αδελφό του Π., στον οποίο βρίσκει συναισθηματική στήριξη. Έτσι οδηγήθηκε σε συμπέρασμα εντελώς διαφορετικό από εκείνο που έπρεπε να καταλήξει. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός διότι αναφέρεται κατά ένα μέρος στην εκτίμηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και όχι σε διαγνωστικό λάθος και αφετέρου, διότι το ανωτέρω έγγραφο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως έγγραφα και μάρτυρες, χωρίς να εξαίρεται η ιδιαίτερη αποδεικτική του σημασία για το αποδεικτέο θέμα του προσώπου στο οποίο πρέπει να ανατεθεί η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων Ν..

Κατ` ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2009 αίτηση του Β. Δ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ` αριθ. 67/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2011 και Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2011.


H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια