Μη συμμόρφωση της κατηγορουμένης – μητρός σε δικαστική απόφαση.ΠΟΙΝΙΚΟ - 1057/2011 Α.Π.

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Μη συμμόρφωση σε διάταξη δικαστικής απόφασης. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Μη συμμόρφωση της κατηγορουμένης - μητρός σε..δικαστική απόφαση, που ρύθμιζε τον τρόπο επικοινωνίας του εγκαλούντος με τον ανήλικο υιό τους. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.
  
Αριθμός 1057/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη- Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Χριστόφορο Κοσμίδη, σύμφωνα με την υπ`αριθμό 66/2010 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγχελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γουσέτη, για αναίρεση της υπ`αριθ.1967/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Καβάλας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 133/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 232 Α του Π.Κ. " Όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετικά με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και δημοσίου ή Ο.Τ.Α. ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ. τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως συνιστά και η έλλειψη της υπό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τοιαύτη δε έλλειψη, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ`αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, διά των οποίων έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των, αρκεί να προκύπτει ανενδοιάστως ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος περί της ενοχής του κατηγορουμένου το δικαστήριο της ουσίας συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο, επιλεκτικώς, ορισμένα από αυτά.
Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθώς και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήσσεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο που την εξέδωσε εδέχθη, ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται κατά το είδος τους, απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι στην Χρυσούπολη Καβάλας κατά τον παρακάτω χρόνο, η κατηγορούμενη τέλεσε το αδίκημα της μη συμμόρφωσης σε διάταξη δικαστικής απόφασης και ειδικότερα ενώ με την υπ` αριθμ. 1886/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ρυθμίστηκε προσωρινά ο τρόπος επικοινωνίας του εγκαλούντος με τον ανήλικο υιό τους, σύμφωνα με τον οποίο εδικαιούτο αυτός (εγκαλών) να παραλαμβάνει το τέκνο ώρα 10.00 κάθε πρώτη και τρίτη Κυριακή, έως ώρα 21.30, εντούτοις αυτή (κατηγορουμένη), την 17.9.2006, ημέρα Κυριακή, απουσίαζε από την οικία της απ` όπου ο εγκαλών έπρεπε να παραλάβει το τέκνο του, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η επικοινωνία του μ` αυτό, παρά μόνον μετά από παρέμβαση των αστυνομικών οργάνων και με καθυστέρηση 2,5 ωρών. Με τον τρόπο αυτό η κατηγορουμένη παραβίασε με πρόθεση το διατακτικό της άνω αποφάσεως. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αβίαστα από τις συνδυασμένες καταθέσεις όλων των μαρτύρων (εγκαλούντων, μητέρας του και πεθεράς του), καθόσον δεν αμφισβητείται από την κατηγορουμένη το γεγονός ότι δεν παρέδωσε ως όφειλε το ανήλικο στον πατέρα του, στον καθορισμένο τόπο και χρόνο. Προβάλλει ωστόσο -μέσω του συνηγόρου της που την εκπροσωπεί στην παρούσα δίκη- τον ισχυρισμό, ότι το τέκνο κατά την συγκεκριμένη ημέρα ήταν άρρωστο και έπρεπε να επισκεφτεί παιδίατρο όπως και έπραξε προκειμένου να του χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή (βλ. κατάθεση μητέρας της κατηγορουμένης). Ο ισχυρισμός όμως αυτός και αληθής υποτιθέμενος δεν αναιρεί την πρόθεση της κατηγορουμένης να παραβιάσει το διατακτικό της προαναφερομένης απόφασης, αφού ευχερώς θα μπορούσε -σε περίπτωση που επρόκειτο για αιφνίδια ασθένεια και αναπότρεπτη ανάγκη να επισκεφτεί εκείνη τη χρονική στιγμή (ημέρα Κυριακή) τον ιατρό- να ειδοποιήσει εγκαίρως τον εν διαστάσει σύζυγο της (μέσω κινητού τηλεφώνου), δοθέντος ότι γνώριζε την υποχρέωση της να βρίσκεται την ίδια ώρα στην οικία για να του παραδώσει το τέκνο καθώς επίσης και ότι ο εγκαλών ουδέποτε αμέλησε ή καθυστέρησε την προσέλευση του την καθορισμένη ώρα παραλαβής του τέκνου. Ωστόσο όχι μόνον δεν το έπραξε, αλλά αντιθέτως εξαφανίστηκε μαζί με το τέκνο για διάστημα 2,5 ωρών, εντός του οποίου, λογικά, θα έπρεπε ήδη να είχε φροντίσει να παρασχεθεί ιατρική φροντίδα σ` αυτό και να έχει επιστρέψει στην οικία της. Αντιθέτως, όταν ο εγκαλών συνάντησε την κατηγορουμένη με το τέκνο τους, αυτή ισχυρίστηκε τότε ότι το τέκνο έχριζε ιατρικής φροντίδας και για τον λόγο αυτό έλειπε για διάστημα 2,5 ωρών, ενώ παράλληλα αρνήθηκε να του το παραδώσει, πράγμα που έπραξε μόνον μετά από αστυνομική συνδρομή κατόπιν αιτήσεως του εγκαλούντος. Ο ισχυρισμός αυτός της κατηγορουμένης, υπό τις άνω συνθήκες κρίνεται προσχηματικός, με την έννοια ότι η κατηγορούμενη χρησιμοποίησε την ελαφρά ασθένεια του υιού της και την ανάγκη επίσκεψης σε ιατρό, προκειμένου να αποφύγει την παράδοση του τέκνου στον πατέρα του. Εξάλλου ο εγκαλών, που εκμεταλλεύεται κάθε δυνατότητα που του παρέχει ο νόμος, προκειμένου να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επικοινωνία με το τέκνο του που υπεραγαπά (με σωρεία αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και εγκλήσεων κατά της κατηγορουμένης για παραβίαση του διατακτικού των οικείων αποφάσεων), είναι άτομο που δεν επρόκειτο να επιδείξει αδιαφορία για την υγεία του τέκνου σε περίπτωση που υφίστατο ανάγκη (όπως και έπραξε μόλις παρέλαβε το τέκνο με την συνδρομή των αστυνομικών οργάνων), γεγονός που σαφώς τελούσε σε γνώση της κατηγορουμένης, η οποία όφειλε να εμπιστευτεί τον έχοντα ισότιμο δικαίωμα με την ίδια, πατέρα του τέκνου, να μεριμνήσει για την παροχή ιατρικής περίθαλψης και την χορήγηση θεραπευτικής αγωγής σ` αυτό, σε κάθε δε περίπτωση όφειλε να τον ειδοποιήσει για τον γεγονός ότι δεν θα βρίσκεται εντός της οικίας της κατά τον καθορισμένο χρόνο, λόγω έκτακτης ανάγκης, ενημερώνοντας τον παράλληλα για τον τόπο όπου θα μπορούσε να παραλάβει το τέκνο, αμέσως μετά την χορήγηση της κατάλληλης ιατρικής φροντίδας. Η αδιαφορία ωστόσο της ιδίας να το πράξει και κατόπιν η άρνηση της να παραδώσει το ανήλικο στον πατέρα του, καταδεικνύει την σαφή πρόθεση της να παραβιάσει το διατακτικό της άνω αποφάσεως και ως εκ τούτο πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την αποδιδόμενη σ` αυτήν πράξη." Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο εκήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 232Α του Π.Κ. και της επέβαλλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την, από τις ρηθείσες διατάξεις, επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, για την οποία κατεδικάσθη η αναιρεσειουσα, αφού εκτίθενται σ`αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους αυτά υπήχθησαν στην εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 232Α του Π.Κ.. Επομένως οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Π.Κ. προβαλλόμενες αιτιάσεις με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Οι στον ίδιο δε λόγο προβαλλόμενες αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των μαρτυρικών καταθέσεων, ως πλήττουσες, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, την περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες. Ακολούθως προς τα ανωτέρω η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί η αναιρεσειουσα στα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/1/2010 αίτηση της Μ. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ` αρίθμ 1967/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσειουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ        Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια