Απόφαση ΑΠ10 / 2010 - Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Ο δόλος περιλαμβάνεται στην πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία, όπως "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένο περαιτέρω σκοπό (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Πότε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Χρέη προς το Δημόσιο. Η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος 139 ΚΠΔ αιτιολογία απαιτείται και για τις παρεμπίπτουσες όπως είναι και η περί αναβολής τοιαύτη. Εάν απορριφθεί αναιτιολόγητα το αίτημα αναβολής, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.

Σώρευση Ευθείας και Πλαγιαστικής Αγωγής στο

Απόφαση 10 / 2010    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναβολής αίτημα, Δόλος.

Περίληψη:
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Ο δόλος περιλαμβάνεται στην πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία, όπως....
"εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένο περαιτέρω σκοπό (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Πότε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Χρέη προς το Δημόσιο. Η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος 139 ΚΠΔ αιτιολογία απαιτείται και για τις παρεμπίπτουσες όπως είναι και η περί αναβολής τοιαύτη. Εάν απορριφθεί αναιτιολόγητα το αίτημα αναβολής, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.

Αριθμός 10/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτου Γεωργίου Αδαμοπούλου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευαγγελία Σταμούλη, για αναίρεση της 13796/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 768/2009.

Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου δεν απαιτείται ειδικοτέρα αιτιολογία διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστου να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται συγκεκριμένως σ' αυτόν και εξυπακούεται ότι υπάρχει (ο δόλος) αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί του δόλου αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του, όπως την με την εν γνώσει παράσταση ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένο περαιτέρω σκοπό (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει, στην έκθεση αναιρέσεως, να διαλαμβάνονται συγκεκριμένως η ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη και (φέρεται ότι) παρεβιάσθη η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν, δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής η έννοια που εδόθη σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που εδέχθη το δικαστήριο ότι απεδείχθησαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν εις δεύτερο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 13796/2008 απόφασή του, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα εις το σκεπτικό, ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τα χρέη, που εβεβαιώθησαν στη Δ.Ο.Υ ..., προς το Δημόσιο, εις βάρος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΒΕΡΜΠΑΝ ΦΡΟΥΤ ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ και ΕΞΩΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Ε.Π.Ε" και του κατηγορουμένου, που ήταν διαχειριστής αυτής, για το χρονικό διάστημα από 8/2/2000 έως 1/3/2002 τα οποία ηθελημένα δεν κατέβαλε, ύψους 7.721,68 Ευρώ. Μετά ταύτα εις το διατακτικό εκηρύχθη ένοχος "για χρέη ύψους 7.721,68 ευρώ και ειδικότερα του ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 8-2-2000 έως 1-3-2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του και σε βάρος της εταιρείας "ΒΕΡΜΠΑΝ ΦΡΟΥΤ ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ", όπου τυγχάνει διαχειριστής, στην Δ.Ο.Υ ...διάφορα χρέη προς το Δημόσιο, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ. ειδ. Βιβλίου ... με αύξοντα αριθμό ...έως ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 17/11/03 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 7721,68 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο". Με αυτά που εδέχθη με την προσβαλλομένη απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία ως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, (των άρθρων 27 § 1 ΠΚ, 25 §§ 1, 2, 3 Ν. 1882/1990, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 23 Ν. 2523/1997, 19 § 2 Ν 2948/2001 και άρθρ. 34 § 1 Ν. 3220/04 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και ουδόλως παρεβίασεν, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων ο οποίος, μάλιστα, δεν αναφέρει την μορφήν της παραβιάσεώς των. Ειδικότερα αναφέρονται το μεν τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως δι' ην εκηρύχθη ένοχος και κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, για το ποσό των 7.721,68 ευρώ, όπερ τόσο από το σκεπτικό, όσο και το διατακτικό προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως εκ προφανούς παραδρομής δε και μόνο δεν διεγράφη το ποσόν των 120.000 €, αλλά διεγράφη το των 10.000 ευρώ στη γενική αναγραφή του διατακτικού, ώστε ουδεμία αντίφαση (να) υπάρχει μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, το δε ο δόλος της καθυστερήσεως καταβολής των βεβαιωμένων στη Δ.Ο.Υ ...χρεών, χωρίς να είναι αναγκαία, κατά τα άνω εκτεθέντα η ειδική, πλέον των άνω πραγματικών περιστατικών, αιτιολόγησή του. Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, ως εκτιμώνται, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως ισχύει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική, δηλαδή, ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοσή τους αφίεται στην διακριτική ή ανέλεγκτη, κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ούτω η παραδοχή ή μη αιτήματος αναβολής απόκειται μεν εις την κρίση του δικαστηρίου, οφείλει όμως τούτο να απαντήσει στο αίτημα αυτό και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του, άλλως εάν απορρίψει, το αίτημα, χωρίς την επιβαλλομένη αιτιολογία, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ο εκπροσωπών τότε τον κατηγορούμενο (εκκαλούντα) υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί δύο αιτήσεων αναιρέσεως (του κατηγορουμένου) ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ' αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Το δικαστήριο ως άνω απέρριψε το ανωτέρω αίτημα αναβολής με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα αναβολής της δίκης μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως από το ΣτΕ επί ασκηθεισών από 14-3-2000 και 24-3-2001 αιτήσεων αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 2481/1999 και 848/2000 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αυτές δεν είναι βέβαιο ότι θα γίνουν αμετακλήτως δεκτές, ούτε προέκυψε ποιά από τα επίδικα χρέη αφορούν". Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στην απορριπτική του αιτήματος της αναβολής (παρεμπίπτουσα) απόφαση, είναι ή απαιτουμένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη (αιτιολογία), αφού εκτίθενται σ' αυτή οι λόγοι και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική του κρίση.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Μαρτίου 2009, αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13796/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια