ΕΡΓΑΤΙΚΗ - Αριθμός 43/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ - Από το άρθ.904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλ. αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από νόμιμη αιτία. Έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, διότι προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία ο ενάγων εργαζόμενος αναζητεί ευθέως τον πλουτισμό (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητας της σύμβασης εργασίας

Απόφαση 43 / 2017    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 43/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Α., συζ. Α. Κ., ως ασκούσας την ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "..." με έδρα το ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λ. Α., που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ..., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 160/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/12/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 16/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του 3ου λόγου αναίρεσης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του, και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά, καθώς και των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το άρθ.904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλ. αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από νόμιμη αιτία. Έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, διότι προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία ο ενάγων εργαζόμενος αναζητεί ευθέως τον πλουτισμό (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητας της σύμβασης εργασίας (τέτοια υπάρχει και στην περίπτωση έλλειψης πιστοποιητικού/βιβλιαρίου υγείας του εργαζομένου ή μη ανανέωσής του, όταν η κατοχή του είναι υποχρεωτική, άρθ. 14§1 της ΥΑ Α1β/8577/1983-εκδοθείσης κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 2520/1940 και καταργηθείσης από 24-10-2012 με το άρθ.19§1 της ΥΑ Υ1γ/ΓΠ/οικ.96967/2012, ΦΕΚ Β' 2718-όπως αυτό ίσχυε κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο αντικατασταθέν με την ΥΑ 8405/1992, άρθ.3, 174, 180 ΑΚ, ΑΠ 1667/2010), για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216§1 περ. α' ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν τον λόγο, για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη είναι μη νόμιμη. Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθ.219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από την σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο, διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και, έτσι, πληρούται ο σκοπός της διατάξεως του άρθ. 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στην δικονομικά ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικά στην ίδια δίκη και, έτσι, είναι δεδομένος κατά την εξέταση της επικουρικής βάσης (ΟλΑΠ 22/2003,ΑΠ 1321/2015, 1022/2015, 981/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη με αριθ.κατ.1432/2012 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολήθηκε ως πωλήτρια στο αρτοποιείο της εναγομένης και τώρα αναιρεσείουσας στο ... από 1-10-2007 έως 11-9-2012, όταν η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση, και ότι, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για σύμβαση εργασίας μειωμένης απασχόλησης, η ενάγουσα καθόλο το ως άνω διάστημα εργάσθηκε όχι μόνο κατά πλήρες ωράριο, αλλά παρείχε την εργασία της με υπερεργασία, υπερωρίες και εργασία κατά τις Κυριακές, κατά τα εκεί αναλυτικά και λεπτομερώς εκτιθέμενα, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί η αναγομένη να καταβάλει σ' αυτήν, κατά την κύρια βάση της αγωγής από την σύμβαση εργασίας και επικουρικά, για την περίπτωση δηλ. που η σύμβαση εργασίας ήθελε κριθεί άκυρη, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το συνολικό ποσό των 171.803,03€ για διαφορά αποδοχών, υπερεργασία, υπερωριακή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές, ασφαλιστικές εισφορές αμφοτέρων προς το ΙΚΑ, διαφορά επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας άδειας, επίδομα και αποδοχές μη ληφθείσας άδειας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά συνέπεια, εφόσον η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ως προς την οποία έγινε αυτή ενμέρει δεκτή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορριφθείσα εξ ολοκλήρου από το Πρωτοδικείο) σωρεύθηκε επικουρικά, με την παραπάνω έννοια, αρκούσε η απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, που αποτελούσε (σύμβαση) την κύρια βάση της αγωγής, και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται και οι λόγοι της ακυρότητας, ως εκ τούτου δε ο περί του αντιθέτου 2ος λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, κατά δε το εδ. β' ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ. τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ. για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 757/2015, 2102/2014, 137/2014). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Tο κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 757/2015, 2102/2014) (Β) Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις των άρθ. 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένοι οι προβλεπόμενοι στο άρθ.559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης από τους αριθ.1εδ.β' (για εσφαλμένη χρησιμοποίηση ή παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την παραπάνω έννοια) και 19 (για έλλειψη νόμιμης βάσης) πρέπει στο έγγραφο της αναίρεσης να αναφέρεται, εκτός των άλλων, αριθμητικά ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, ή ο οποίος παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπάγγελτα ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή στην προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (βλ. σε συνδ. ΟλΑΠ 20/2005, 18/2005, 32/1996, ΑΠ 550/2012, 167/2012, 574/2010). Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι λόγοι αναίρεσης (α) 1ος από την διάταξη του άρθ.559 αριθ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο χρησιμοποίησε, όπως αναφέρεται και στην προσβαλλομένη απόφαση, τα διδάγματα της κοινής πείρας "προκειμένου να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά...που φανερώνουν ως αληθείς τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης περί απασχόλησής της κατά πολύ πέραν του πενταώρου και μάλιστα καθ' όλο το έτος", ειδικότερα δε, σύμφωνα με τα περαιτέρω εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (και όπως άλλωστε και απ' αυτήν προκύπτει) διαλαμβάνεται ότι τα περί μερικής απασχόλησης της αναιρεσίβλητης "δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως τούτο προκύπτει, εκτός των άλλων [και από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη], αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνει υπόψη του αυτεπάγγελτα το Δικαστήριο", κατά την εκεί ειδικότερη ανάπτυξη, πλην όμως τα διδάγματα αυτά "χρησιμοποιήθηκαν και εφαρμόσθηκαν παντελώς εσφαλμένα, καθώς στην συγκεκριμένη περίπτωση ... λειτούργησαν αντεστραμμένα και μάλιστα κατά πασίδηλο τρόπο", ενώ το "δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει αλλά και χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης στον κανόνα δικαίου που αφορά την αποζημίωση της υπερεργασίας και της παράνομης υπερωριακής απασχόλησης" και (β) 5ος (τελευταίος) από την διάταξη του αριθ.19 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεχθέν ότι "...η ενάγουσα εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η σχέση εργασίας της, όλες τις ημέρες της εβδομάδας και με περισσότερες ώρες απασχόλησης από αυτές που αναγράφονταν στην εκάστοτε έγγραφη σύμβαση μερικής απασχόλησης αυτής, που εναλλάσσονταν σε δύο βάρδιες ανά εβδομάδα ("πρωινή" ή "απογευματινή"), με την ώρα αποχώρησής της να μην είναι σταθερή, αλλά εξαρτωμένη από την εμπορική κίνηση της επιχείρησης, Ειδικότερα, κατά τους μήνες Οκτώβριο έως και Μάρτιο εργαζόταν οπωσδήποτε οκτώ (8) ώρες ημερησίως (με εκτιμώμενα ωράρια 7.00-15.00 και 10.00-18.00), ενώ κατά τους μήνες από Απρίλιο έως και Ιούνιο, καθώς και τον Σεπτέμβριο εργαζόταν οπωσδήποτε δέκα (ώρες) ημερησίως (με εκτιμώμενα ωράρια 7.00-17.00 και 10.00-20.00) και τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο εργαζόταν οπωσδήποτε 12 ώρες ημερησίως (με εκτιμώμενα ωράρια 7.00-19.00 και 10.00-22.00), δε άδεια που ελάμβανε καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της ήταν δύο εβδομάδες (δώδεκα εργάσιμες ημέρες) ετησίως...", διέλαβε, κατά την αναιρεσείουσα, στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, προεχόντως διότι δεν αναφέρονται και δεν εξειδικεύονται οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες ευθέως (κατά την έννοια του άρθ.559 αριθ.1 εδ.β' ΚΠολΔ) και εκ πλαγίου κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, ο δε 1ος και διότι με αυτόν ρητά προσάπτεται η αιτίαση της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
ΙΙ.(Α) Κατά την διάταξη του άρθ.559 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, τούτο δε συμβαίνει, όταν το δικαστήριο της προσδίδει στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης που οδηγεί σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΠλΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 7/2006). Περίπτωση ευθείας παραβίασης συνιστά και η εφαρμογή καταργηθέντος και γενικά μη ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Β) Από τον συνδυασμό των άρθ.22§2 του Συντάγματος και 3§1, 7, 8§2, 9§1, 10§2 και 11§2 ν.1876/1990 συνάγεται ότι (α) κατά την σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους και ως εκ τούτου οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ (ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων, άρθ.16 ν.1876/1990) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 446/2015,127/2012, περιλαμβάνονται, άρα, στον αναιρετικό αυτόν λόγο) και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός εάν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (β) οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας (γ) οι ΣΣΕ, πλην των εθνικών γενικών, δεσμεύουν καταρχήν τους εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του (που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας) μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, έκτοτε δε η ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, με την επιφύλαξη ότι μία κλαδική ΣΣΕ (ή ΔΑ) υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική, ΣΣΕ (ΑΠ 132/2016, 1409/2014, 56/2012), ενώ για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζομένη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από τον χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής (ΑΠ 723/2011). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθ.9§§4 και 5 ν.1876/1990 που ορίζουν αντίστοιχα "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 8" και "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας" συνάγεται ότι μετά την λήξη της ΣΣΕ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο του οριζομένου ως άνω εξαμήνου ως όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη της ισχύος της επόμενης ΣΣΕ (ΑΠ 723/2011). Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις του άρθ.8§§1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει, ότι η καθιερουμένη ως άνω μετενέργεια των ΣΣΕ ισχύει πρωτίστως για τις ΕΓΣΣΕ, καθώς και για τις λοιπές ΣΣΕ ως προς εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθ.43§3 του νόμου αυτού, ενώ ως προς τους εργοδότες και εργαζομένους που δεν είναι μέλη αυτών (ισχύει), εάν αυτές είχαν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές, όπως συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθ.9§4 του ως άνω νόμου. Με την 6/2012 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ, ΦΕΚ Α' 38/28-2-2012), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ.1§6 ν.4046/2012, ορίσθηκε ότι (α) Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες πριν την 14-2-2012 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν.4046/2012) ή και περισσότερο, λήγουν την 14-2-2013 (§2) (β) ΣΣΕ που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με την συμπλήρωση 3 ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά το άρθ.12 ν.1876/1990 (§3) (γ) παύουν να ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθ.9 ν.1876/1990 (§5). Εξάλλου (1) με την ΥΑ 13257/2006 (ΦΕΚ Β' 1785) κηρύχθηκε υποχρεωτική από 25-9-2006 η από 7-9-2006 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΚΣΣΕ) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας ετών 2006-2007" (2) με την ΥΑ 69041/3230/2008 (ΦΕΚ Β' 2137) κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5-8-2008 η από 30-7-2008 παρόμοια ΕΚΣΣΕ, η οποία άρχισε την 1-1-2008 και έχουσα διετή διάρκεια ίσχυε μέχρι 31-12-2009 (άρθ.13 αυτής) (3) η από 4-3-2011 αντίστοιχη ΕΚΣΣΕ άρχισε να ισχύει από 1-1-2010 (άρθ. 6 αυτής), δεν κηρύχθηκε, όμως, υποχρεωτική. Οι ως άνω ΕΚΣΣΕ ορίζουν ταυτόσημα στο άρθ.1 αυτών ότι αφορούν εργαζομένους που απασχολούνται στις ακόλουθες εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας και ειδικότερα σε (α) εμπορικά καταστήματα χονδρικής και λιανικής πώλησης (β) σούπερ μάρκετς και καταστήματα τροφίμων (γ) καταστήματα ζαχαροπλαστείων και συναφών με τα ζαχαροπλαστεία εμπορικών δραστηριοτήτων κλπ. και έχουν τις ιδιότητες των πωλητών κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, κρίνοντας επί της ως άνω αγωγής, με την προσβαλλομένη 101/2015 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα εργάσθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ακριβέστερα: με διαδοχικές τέτοιες συμβάσεις, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο της αναιρεσιβαλλομένης) ως πωλήτρια στην επιχείρηση αρτοποιείου-ζαχαροπλαστικής που διατηρεί η εναγομένη στο ... κατά το χρονικό διάστημα από 19-10-2007 έως 11-9-2012, όταν η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας, ότι η ενάγουσα, αν και εργαζόταν σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, δεν ήταν εφοδιασμένη, όπως υπεχρεούτο, με βιβλιάριο υγείας και ως εκ τούτου η σύμβαση εργασίας της ήταν άκυρη και κατά συνέπεια διατελούσε σε απλή σχέση εργασίας προς την εργοδότριά της εναγομένη, ότι η ενάγουσα, καθόλο το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η σχέση εργασίας της, εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης όλες τις ημέρες της εβδομάδος και επί περισσότερες ώρες απασχόλησης από αυτές που αναγράφονταν στην εκάστοτε έγγραφη σύμβαση μερικής απασχόλησης αυτής, που εναλλάσσονταν σε δύο βάρδιες ανά εβδομάδα ("πρωινή" ή "απογευματινή") με την ώρα αποχώρησής της να μην είναι πάντοτε σταθερή, αλλά εξαρτωμένη από την εμπορική κίνηση της επιχείρησης, ειδικότερα δε εργαζόταν (α) κατά τους μήνες από Οκτώβριο έως και Μάρτιο οπωσδήποτε 8 ώρες ημερησίως (με εκτιμώμενα ωράρια από 7.00-15.00 και 10.00-18.00) (β) από τους μήνες από Απρίλιο έως και Ιούνιο, καθώς και τον Σεπτέμβριο, οπωσδήποτε 10 ώρες (με εκτιμώμενα ωράρια 7.00-17.00 και 10.00-20.00) και (γ) τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο οπωσδήποτε 12 ώρες ημερησίως (με εκτιμώμενα ωράρια 7.00-19.00 και 10.00-22.00), ενώ η άδεια που ελάμβανε καθόλη την διάρκεια της απασχόλησής της ήταν δύο εβδομάδες (12 εργάσιμες ημέρες), ότι η ενάγουσα ως απασχολουμένη με απλή σχέση εργασίας έχει αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (κατά την επικουρική βάση της αγωγής) για την καταβολή των οφειλομένων σ' αυτήν διαφορών μεταξύ των αποδοχών που δικαιούνταν ως εργαζομένη πλήρους απασχόλησης με συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών και πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, που ισχύει στις συλλογικές συμβάσεις εμπορικών επιχειρήσεων, στις οποίες υπάγεται η επιχείρηση της εναγομένης, και εκείνων που καταβλήθηκαν σ' αυτήν ως εργαζομένη με μειωμένο ωράριο, ότι ο νόμιμος βασικός των σχετικών ΕΚΣΣΕ (με βάση τον οποίο υπολογίσθηκαν όλες οι αξιώσεις της ενάγουσας, για διαφορές μεταξύ καταβλητέων και καταβαλλομένων αποδοχών, υπερεργασία, εργασία κατά τις Κυριακές, μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, διαφορές επιδομάτων εορτών και αποδοχών μη ληφθείσας άδειας με το ανάλογο υπόλοιπο επιδόματος) (α) κατά την πρόσληψή της, με βάση την 7/2006 ΕΚΣΣΕ εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις, ήταν 786,66€ (β) με βάση την 30/2008 όμοια ΕΚΣΣΕ, την 1.1.2008 ανήλθε, ύστερ' από προσαύξηση, σε 815,23€, την 1.9.2008, κατόπιν προσαύξησης, σε 843,76€, την 1.1.2009, με προσαύξηση, σε 860,64€ και την 1.9.2009, ύστερ' από προσαύξηση, σε 903,67€ (γ) με βάση την 4/2011 αντίστοιχη ΕΚΣΣΕ την 1.7.2011 ανήλθε σε 918,13€ (νοούνται, αντίστοιχα, οι ΕΚΣΣΕ εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις από 7-9-2006, κηρυχθείσα υποχρεωτική ως άνω από 25-9-2006, από 30-7-2008, κηρυχθείσα υποχρεωτική από 5-8-2008, και από 4-3-2011, μη κηρυχθείσα υποχρεωτική, καθόσον, ως γνωστόν, οι ΣΣΕ δεν λαμβάνουν αύξοντα αριθμό, ως οι ΔΑ, αλλά προσδιορίζονται με την ημερομηνία σύναψής τους), με βάση δε τα παραπάνω εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ενμέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα εναγομένη να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα τα εκεί ποσά (77.448,11+6.652,1€) για τις παραπάνω αιτίες. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, το οποίο, σημειωτέον, δεν διαλαμβάνει στην προσβαλλομένη απόφασή του παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη ήταν μέλος συμβληθείσας στις ως άνω ΕΚΣΣΕ εργοδοτικής οργάνωσης, και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα: (Α) Εσφαλμένα εφάρμοσε για τον υπολογισμό του νόμιμου βασικού μισθού της αναιρεσίβλητης ενάγουσας την 1-1-2008 την από 30-7-2008 ΕΚΣΣΕ, καθόσον αυτή κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5-8-2008 και δεν ήταν, άρα, τότε εφαρμοστέα, με συνέπεια τον εσφαλμένο έκτοτε υπολογισμό του νομίμου βασικού μισθού της ενάγουσας και των εξαρτωμένων απ' αυτόν λοιπών αξιώσεών της (Β) Εσφαλμένα, επίσης, εφάρμοσε για την εύρεση του νομίμου μισθού αυτής την 1-7-2011 την από 4-3-2011 ΕΚΣΣΕ που δεν ήταν εφαρμοστέα, ως μη κηρυχθείσα υποχρεωτική, με περαιτέρω συνέπεια τον εσφαλμένο υπολογισμό των καθοριζομένων με βάση τον μισθό αυτόν περαιτέρω αξιώσεων της αναιρεσίβλητης. Επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο συναφής 3ος λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 349 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν και μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 137/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 4ο λόγο αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις νόμιμα με επίκληση προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων στο αναιρετήριο προσώπων. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή μνεία των βεβαιώσεων αυτών στην προσβαλλομένη απόφαση και ιδίως από την ειδική αποδεικτική αξιολόγησή τους δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση κατά το μέρος τούτο, ως προς το οποίο χρειάζεται διευκρίνιση (υπολογισμός των οφειλομένων στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα) στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθ.176,183,189,191§2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 101/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση κατά το μέρος τούτο στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ




© Άρειος Πάγος, http://www.areiospagos.gr/

Σχόλια