Απόφαση 38 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 38/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Αριθμός 38/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης α' βαθμού με την επωνυμία "Δήμος ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη . και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Θ..., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Τ., 2) Π. Σ. του Μ., 3) Γ. Ι., 4) Χ. Ν. του Ν., 5) Θ. Χ. του Δ., 6) Τ. Χ. του Δ., 7) Β. Κ. του Α., 8) Κ. Γ. του Δ., 9) Β. χήρας Α. Ν., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Α. Ν., 10) Κ. Π. του Σ., 11) Ε. Τ. του Ι., 12) Τ. Κ. του Ι., 13) α. Ζ. χήρας Ν. Ο., β. Γ. Ο. του Ν. και γ. Π. Ο. του Ν., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ν. Ο. του Γ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2007 του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και 77/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-6-2013 αίτησή του και τους από 3-2-2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 10-3-2014 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγείται την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου, καθώς και του πρόσθετου λόγου της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσίβλητων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις εκθέσεις επιδόσεως .../26-5-2014 της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Λάρισας Ο. Μ. - Σ. και .../11-6-2014 του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Πειραιά Κ. Ζ. με τις σχετικές δημοσιεύσεις, οι οποίες έχουν συναχθεί νομίμως και τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και των επ' αυτής προσθέτων λόγων, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση προς τους αναιρεσίβλητους [και τους κληρονόμους των εξ αυτών αποβιωσάντων, Γ. Ι. (α/α 3), Α. Ν. (α/α 9) και Ν. Ο. (α/α 14), που συνεχίζουν τη δίκη] για να παρασταθούν κατά τη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς (18-3-2014), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον καθένα από αυτούς (ΚΠολΔ 122 παρ.1, 123, 124, 126 παρ.1 περ. α' , 127 παρ.1, 128, 139 και 568 παρ.4). Οι αναιρεσίβλητοι όμως δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και έχει ορισθεί κατόπιν διαδοχικών αναβολών (εν αναμονή της δημοσιεύσεως της 16/2015 αποφάσεως της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του ιδίου νομικού ζητήματος) ούτε κατέθεσαν κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσίβλητων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να συζητηθεί σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες, δεδομένου του ότι η διαδοχική αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της εκάστοτε μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση αυτών (ΚΠολΔ 226 παρ.4, 568 παρ.4 και 576 παρ.2, βλ. ΟλΑΠ 9/2012, σκέψη αρ.2).
2. Με την ένδικη από 19-12-2005 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι, συνδεόμενοι από ετών με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα "Δήμο ..." με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, είχαν προσφέρει τις υπηρεσίες τους σ' αυτόν και κατά το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2002 έως 2005, υπαγόμενοι μισθολογικά στις διατάξεις των ν. 2470/1997 και ν. 3205/2003. Κατόπιν αυτού ζητούν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος εργοδότης να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τα αντιστοίχως αναφερόμενα χρηματικά ποσά λόγω μη συνυπολογισμού στις ήδη καταβληθείσες αποδοχές αυτών της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ήτοι 88 ευρώ μηνιαίως για το μέχρι 30-6-2002 χρονικό διάστημα και 176 ευρώ μηνιαίως έκτοτε, μέχρι την 31-12-2005). Την αξίωσή τους στηρίζουν κυρίως μεν στην υποχρέωση εφαρμογής και ως προς αυτούς των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που καθιερώνονται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, λόγω του ότι η χορήγηση της ένδικης ειδικής παροχής είχε επεκταθεί με την έκδοση μεγάλου αριθμού κοινών υπουργικών αποφάσεων σε ποικίλες κατηγορίες εργαζομένων στο Δημόσιο και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, επικουρικώς δε στην υποχρέωση αποζημίωσης αυτών που ανακύπτει, κατ' άρθρο 105 ΕισΝΑΚ λόγω της παρανόμου παραλείψεως των οργάνων του εναγομένου να συντελέσουν στην έκδοση κοινής υπουργικής αποφάσεως για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και σ' αυτούς και στο συνυπολογισμό της κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας τους.
3. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 126/2007 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαρίσης. Με αυτήν η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατά παραδοχή της κυρίας βάσεως αυτής. Ο εναγόμενος άσκησε έφεση, επιδιώκοντας να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Επ' αυτής εκδόθηκε η τελεσίδικη ήδη προσβαλλόμενη 77/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα συνδέονταν με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου. Ότι υπάγονταν στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ήτοι αρχικά στις διατάξεις του ν. 2470/ 1997 και από 1-1-2004 στις διατάξεις του ν. 3205/2003. Ότι κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας τους εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος δεν έλαβαν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών τών αμειβόμενων σύμφωνα με τις ως άνω μισθολογικές διατάξεις. Ότι η χορήγηση της ειδικής παροχής δεν συναρτάται με καμιά άλλη προϋπόθεση, όπως τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζόμενων. Ότι η μη χορήγησή της στους ενάγοντες συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για παροχή εργασίας ίσης αξίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος). Ότι η υποχρέωση χορήγησης της ειδικής παροχής εξακολουθούσε να υφίσταται και μετά την, δια του άρθρου 28 παρ.4 του ν. 3205/2003, κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, διότι το ποσό της παροχής διατηρήθηκε ως προσωπική, μισθολογική διαφορά ενός εκάστου δικαιούχου, μειούμενη μόνο από μελλοντικές χορηγήσεις, προβλεπόμενες από την ίδια διάταξη (άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/2003). Ότι το επίδομα ειδικής απασχόλησης που καταβάλλεται στους εργαζόμενους στην τοπική αυτοδιοίκηση (άρθρα 8 παρ.10 του ν. 2470/1997, 30 παρ.2 του ν. 2768/1999 και 6 παρ.1 του ν. 3146/2003) δεν παρεμποδίζει τη χορήγηση της ένδικης ειδικής παροχής, διότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες παροχής εργασίας και, ως καταφανώς διαφορετικού είδους, δεν επιδέχεται συμψηφισμό με αυτήν κατά το άρθρο 14 του ν. 3016/2002. Ότι ομοίως δεν επιδέχεται συμψηφισμό η καταβολή εξόδων κίνησης στους ίδιους εργαζόμενους, διότι και αυτή, αν και γίνεται σε μηνιαία βάση, δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος και αντιμετωπίζεται ως αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι πληρούν την προϋπόθεση της υπαγωγής τους στο ενιαίο μισθολογικό σύστημα των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και δικαιούνται την ένδικη ειδική παροχή, στην έκταση που αυτή είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως, διότι για τη χορήγησή της, σύμφωνα με τα τότε κρατούντα νομολογιακά δεδομένα, τα οποία ακολούθησε, δεν απαιτούνταν η συνδρομή ουδεμιάς ετέρας προϋποθέσεως.
4. Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003. Πράγματι, κατά την αληθινή έννοια των ως άνω διατάξεων, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (δήθεν προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002. Μια από τις προϋποθέσεις αυτές είναι το να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες με το ποσό των 176 ευρώ. Στην προκείμενη περίπτωση όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχε η εν λόγω αναγκαία κατά νόμο προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής στους αναιρεσίβλητους, αφού αυτοί, ως εργαζόμενοι ιδιωτικού δικαίου στον αναιρεσείοντα οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, λάμβαναν πρόσθετες μισθολογικές παροχές (επίδομα ειδικής απασχόλησης και έξοδα κίνησης, βλ. παραπάνω αρ.3), οι οποίες υπερέβαιναν το ποσό των 176 ευρώ (άρθρα 8 παρ.8 και 13 του ν. 2470/1997, 8 παρ.6 και 12 του ν. 3205/2003, 5 παρ.3 του ν. 2685/1999 και 131 του π.δ. 351/2003). Πέραν αυτού από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση ούτε της δημόσιας διοίκησης γενικά αλλά ούτε και του αναιρεσείοντος οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ειδικότερα για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στους αναιρεσίβλητους για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί προηγουμένως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων. Διότι η επέκταση της χορήγησης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είχε γίνει καθ' υπέρβαση της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης, ήτοι παρανόμως, ισότητα δε στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 932/2015, πρβλ. ΟλΣτΕ 95/2013). Επομένως ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η ουσιαστική έρευνα του δεύτερου από τους λόγους της αιτήσεως, καθώς και του πρόσθετου λόγου αυτής, αποβαίνει περιττή. Μετά την αναίρεση, εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α' ), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση, που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα και, κατά παραδοχή αυτής, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κατόπιν, ύστερα από νέα έρευνα της αγωγής, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως προς όλους τους ενάγοντες ως μη νόμιμη και κατά τις δύο νομικές βάσεις αυτής, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (βλ. παραπάνω αρ.4) και κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά, ούτε παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ισονομίας διαπιστώνεται ούτε παρανομία των οργάνων του εναγομένου κατά την παράλειψη της χορήγησης της ένδικης, ειδικής παροχής στους ενάγοντες. Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων και των εντεύθεν επί σειράν ετών διακυμάνσεων της νομολογίας, οι οποίες μόνον εσχάτως ήρθησαν με την ως άνω απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 77/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης.
Δικάζοντας εκ νέου, δέχεται την από 17-9-2007 έφεση κατά της 126/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λαρίσης.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.
Δικάζοντας εκ νέου, απορρίπτει την από 19-12-2005 αγωγή στο σύνολό της.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Οκτωβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου