Αριθμός 19/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ - Επειδή τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως δικαστικών και εξωδίκων πράξεων μεταξύ Ελλάδας και Μεγάλης Βρετανίας ρυθμίζονται όxι κατά τα άρθρα 134 και 136 παρ. 1 ΚΠολΔικ, αλλά με την υπογραφείσα στις 27-2-1936 στο Λονδίνο Σύμβαση δικαστικής αρωγής επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, η οποία κυρώθηκε με τον ΑΝ 730/1937 (ΦΕΚ τ. Α' αρ φύλλου 227 της 15ης Ιουνίου 1937) και άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτής, από την ανταλλαγή των επικυρώσεών της από τα συμβαλλόμενα μέρη στις 16-11-1937. Στην εν λόγω Σύμβαση προσχώρησε νόμιμα, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 αυτής, η Αυστραλία στις 14-12-1938, με ισχύ αυθημερόν (ΦΕΚ 445/1938 τευχ.Α' )

Απόφαση 19 / 2017    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 19/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. το γένος Β. Τ. Ζ., χήρας Ν. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου ...
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Τ. Ζ. του Ν., 2)Δ. Τ. Ζ. του Ν., 3)Μ. το γένος Ν. Τ. Ζ., πρώην συζ. Σ. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Φλώρινας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2008 του ιδίου Δικαστηρίου, 129/2010 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 30-4-2012 αίτησή της
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 2-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως δικαστικών και εξωδίκων πράξεων μεταξύ Ελλάδας και Μεγάλης Βρετανίας ρυθμίζονται όxι κατά τα άρθρα 134 και 136 παρ. 1 ΚΠολΔικ, αλλά με την υπογραφείσα στις 27-2-1936 στο Λονδίνο Σύμβαση δικαστικής αρωγής επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, η οποία κυρώθηκε με τον ΑΝ 730/1937 (ΦΕΚ τ. Α' αρ φύλλου 227 της 15ης Ιουνίου 1937) και άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτής, από την ανταλλαγή των επικυρώσεών της από τα συμβαλλόμενα μέρη στις 16-11-1937. Στην εν λόγω Σύμβαση προσχώρησε νόμιμα, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 αυτής, η Αυστραλία στις 14-12-1938, με ισχύ αυθημερόν (ΦΕΚ 445/1938 τευχ.Α' ). Κατά το άρθρο 4α της Σύμβασης αυτής η επίδοση μπορεί να διενεργηθεί και άνευ οιασδήποτε αιτήσεως προς τις αρχές της χώρας εκτελέσεως και μεσολαβήσεως τούτων (όπως η επίδοση αυτή προβλέπεται στο άρθρο 3 της Σύμβασης) με έναν από τους εκτιθέμενους - στο άρθρο αυτό (4) τρόπους. Από το συνδυασμό, των άρθρων 3(η) και 4(δ) της Σύμβασης σαφώς προκύπτει, ότι με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η αρχή της πραγματικής περιελεύσεως του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται, αν μεν η επίδοση γίνει σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης (μέσω της αρμοδίας αρχής της χώρας εκτελέσεως) με πιστοποιητικό αποδεικνύον τη γενόμενη επίδοση, παρεχόμενο από την εκτελούσα την αίτηση προς επίδοση αρχή, αν δε η επίδοση δεν πραγματοποιηθεί, με πιστοποιητικό που επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αυτή δεν έγινε, εκθέτοντας το γεγονός, τον τρόπο και την ημερομηνία της αποπειραθείσας επιδόσεως, αν δε γίνει σύμφωνα με το άρθρο 4 της Σύμβασης με πιστοποιητικό επιδόσεως, κατά τα οριζόμενα στη νομοθεσία της χώρας του επιμεληθέντος την επίδοση συμβαλλόμενου μέρους, οι δικαστικές αρχές της οποίας θα ελέγξουν το ζήτημα της εγκυρότητας της επίδοσης κατά το οικείο εσωτερικό δίκαιο, ενώ για τον υπολογισμό της κατά το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔικ προθεσμίας των ενενήντα ημερών λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της πραγματικής περιελεύσεως του δικογράφου σε εκείνον που αφορά η επίδοση, καθόσον η διάταξη του άρθρου 136 παρ. 1 ΚΠολΔικ κατά την οποία η προθεσμία αυτή αρχίζει από τότε που παραδόθηκε το επιδοτέο έγγραφο στον Εισαγγελέα έχει τεθεί με την εν λόγω Σύμβαση εκποδών (ΟλΑΠ23-29 / 2009). Εξάλλου κατά βασική δικονομική αρχή, που συνάγεται από τα άρθρα 12,24 παρ. 1 εδβ και 69 Εις ΝΠολΔικ και το ταυτόσημο προς τα άρθρα 12 και 24,άρθρο 72 παρ. 2 και παρ 4 του Ν. 3994/2011, ο μεταγενέστερος δικονομικός νόμος εφαρμόζεται σε κάθε εκκρεμή δίκη και καταλαμβάνει το ατέλεστο μέρος αυτής. Κατά συνέπεια το κύρος των διαδικαστικών πράξεων διέπεται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο νέος δικονομικός νόμος δεν ορίζει κάτι διαφορετικό. Στην προκειμένη περίπτωση οι κάτοικοι ... Αυστραλίας αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔικ, από δε την προσκομιζόμενη από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, υπ' αριθμ .../15.12.2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Φλώρινας Η. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 30.4.2012 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 16.3.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε εμπρόθεσμα (άρθρ. 568 παρ. 4 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔικ) στον δικηγόρο Φλώρινας Π. Μ., που ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, τόσο κατά την πρωτοβάθμια όσο και κατά την δευτεροβάθμια δίκη, όπως τούτο προκύπτει από το παρέχον πλήρη απόδειξη, ως προς το περιστατικό αυτό, προεισαγωγικό μέρος των οικείων αποφάσεων (άρθ 312 παρ. 1 ΚΠολΔικ), ήτοι των υπ' αριθμ 19/2008 και 129/2010 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας και του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, αντίστοιχα. Νέα κλήτευση για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν χρειαζόταν, αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ 575 παρ. 2 και 226 παρ. 4 εδ γ ΚΠολΔικ). Πλην όμως η επίδοση αυτή δεν είναι νόμιμη, γιατί κατά τον χρόνο που συντελέστηκε εφαρμοστέα ήταν η παραπάνω Σύμβαση, κατά τις διατάξεις της οποίας και θα έπρεπε να κληθούν οι αναιρεσίβλητοι, ενώ η διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔικ και όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 ( και κατά την οποία, αν ήταν εφαρμοστέα η επίμαχη επίδοση θα ήταν νόμιμη) ισχύει από 1.1.2016 και επέκεινα και συνακόλουθα εάν η υπόθεση επαναφερθεί η επίδοση μπορεί να γίνει και στον κατά την εν λόγω διάταξη αντίκλητο, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, το κύρος της διαδικαστικής πράξεως της επιδόσεως διέπεται κατά το δίκαιο που ισχύει όταν αυτή συντελείται. Ενόψει τούτων και εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν έχουν κλητευθεί νόμιμα, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 30.4.2012 αιτήσεως της Β., το γένος Β. Τ. Ζ., Χας Ν. Γ. κατά των Γ. Τ. Ζ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 129/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια