Αριθμός 18/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ - Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτήν την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με την δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1049 ΑΚ η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει, η δε διακοπή επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος.

Απόφαση 18 / 2017    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 18/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ...
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Π. του Π., κατοίκου ... και 2) Γ. συζύγου Δ. Κ., το γένος Π. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Κάππο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φιγαλίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2011 του ιδίου Δικαστηρίου, 60/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας δικάζοντος ως Εφετείο.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-9-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 28-4-2016 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 60/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο και δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την 10/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Φιγαλείας, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή του και την απέρριψε και πάλι, με διαφορετική αιτιολογία, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτήν την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με την δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1049 ΑΚ η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει, η δε διακοπή επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος. Περαιτέρω το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Στις 3-12-1953 απεβίωσε η Γ. χα Ε. Π., μάμμη (γιαγιά) όλων των διαδίκων. Η ανωτέρω, με την υπ' αριθμ. ...23-12-1946 δημόσια διαθήκη της, δημοσιεύθηκε νομίμως, κατέλειπε ως μοναδικούς κληρονόμους εφ' όλης της περιουσίας της, κοινώς και αδιαιρέτως τα δύο τέκνα της Ι. Ε. Π. (πατέρα του εκκαλούντα-ενάγοντα-εναγομένων. Έτσι ο πατέρας του εκκαλούντα-ενάγοντα, Ι. Ε. Π." και η Μ. θυγ. Ε. Π., κατέστησαν από το θάνατο της κληρονομουμένης, ήτοι από τις 3-12-1953 συγκληρονόμου (1710, 1846, 1884, 785 ΑΚ) και συννομείς (983, 984 ΑΚ) (μεταξύ άλλων) και επί των τριών επίδικων ακινήτων. Ο δε Ι. Ε. Π. (πατέρας του εκκαλούντα-ενάγοντα), κατέστη και συγκύριος επί των επιδίκων, αναδρομικά από το χρόνο θανάτου της διαθέτιδος (3-12-1953) κατά ποσοστό 14 εξ' αδιαιρέτου, εφόσον μεταγράφηκε η αποδοχή κληρονομιάς της μητέρας του. Έκτοτε, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, (συν)νεμήθηκε με τον αδελφό της Ι. Π. τα επίδικα, αποκτώντας συγκυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας το έτος 1973 (1953-1973). Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι το έτος 1974 και δη στις 15-06-1974, απεβίωσε ο πατέρας του ενάγοντα Ι. Π.. Κληρονομήθηκε δε εξ αδιαθέτου από την επιζώσα σύζυγό του (σε ποσοστό 1/4) και από τον ενάγοντα, υιό του, σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου. Βέβαια, λαμβάνοντας υπόψη ότι στα επίδικα ακίνητα, ο Ι. Π. ήταν συγκύριος σε ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου, τότε ο ενάγων απέκτησε συγκυριότητα, σε ποσοστό 3/4 του 1/2 ήτοι 3/8 εξ' αδιαιρέτου. Ο ενάγων αλλά και η μητέρα του, αποδέχθηκαν την κληρονομιά του Ι. Π., με συμβολαιογραφική πράξη, νομίμως μεταγεγραμμένη. Εν συνεχεία, η μητέρα του ενάγοντα απεβίωσε άνευ διαθήκης στις 8 Νοεμβρίου 1982. Ο τελευταίος με αποδοχή κληρονομιάς, νομίμως μεταγεγραμμένης αποδέχθηκε την κληρονομιά της μητέρας του και έτσι απέκτησε ποσοστό 1/8 επί των επιδίκων ακινήτων. Επομένως, ο εκκαλών-ενάγων έχει καταστεί συγκύριος σε ποσοστό (3/8+1/8)=4/8 ή 1/2 εξ' αδιαιρέτου. Αποδείχθηκε επιπρόσθετα, ότι η μητέρα των εναγομένων, Μ. Π., αμέσως μετά το θάνατο της μητέρας της Γ. (1953) και κυρίως μετά το γάμο της με τον Π. Π. το έτος 1955, προέβαινε με τη συνδρομή του συζύγου της σε συστηματική καλλιέργεια, δενδροφύτευση και εν γένει διαμόρφωση των ακινήτων. Ουσιαστικά παρέλαβε από τη δικαιοπάροχο μητέρα της χέρσα και ακαλλιέργητα ακίνητα και τα διαμόρφωσε σε προσοδοφόρες αγροτικές εκτάσεις (ελαιοπερίβολα). Μέρος των παραγόμενων καρπών (κυρίως λάδι) απέδιδε στον αδερφό της και μετά το θάνατό του το 1974 στον ενάγοντα, ο οποίος διέμενε μόνιμα στην Αθήνα. Έτσι, η Μ. Π., με τη συστηματική καλλιέργεια των επιδίκων, την από κοινού με τον αδερφό της υποβολή φόρου κληρονομιάς με την ταυτόχρονη απόδοση σε αυτόν μέρους των παραγόμενων καρπών, συννεμήθηκε αυτά από το έτος 1953 και εφεξής, διανοία συγκυρίου με τον Ι. Π. αναγνωρίζοντας τον τελευταίο ως συγκύριο, καταστάσα έτσι το έτος 1973 συγκυρία των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, σε ποσοστό 1/2, μιας και δεν προέβη σε μεταγραφή της αποδοχής κληρονομιάς της μητέρας της Γ., ούτως ώστε να αποκτήσει συγκυριότητα με παράγωγο τρόπο, ήδη από το θάνατο της διαθέτιδος μητέρας της το έτος 1953. Αμέσως μετά το θάνατο του συζύγου της, η καλλιέργεια των επιδίκων εγκαταλείφθηκε. Η μεν Μ. Π. δεν ασχολείτο συστηματικά με την καλλιέργεια αυτών, ενώ ο ενάγων, ζώντας μόνιμα στην Αθήνα ασκώντας το επάγγελμα του ιατρού, εκ των πραγμάτων δεν είχε ενεργό ρόλο στη φροντίδα τους, Όλα τα προηγούμενα έτη συμμετείχε οικονομικά μόνο στις δαπάνες των επίκοινων ακινήτων (δαπάνες για την παραγωγή λαδιού) με αντάλλαγμα τη συμμετοχή του, στους παραγόμενους φυσικούς καρπούς, κυρίως λάδι. Μετά το θάνατο του συζύγου της, η εναγομένη έπαψε να αποστέλλει στον ανιψιό της ποσότητες ελαιολάδου. Βέβαια, το γεγονός αυτό, από μόνο του δεν συνιστά αντιποίηση της συννομής του ενάγοντα (εκ μέρους της θείας του), παρά απλή αθέτηση της εκ της σχέσεως της κοινωνίας ενοχικής υποχρέωσης απόδοσης των καρπών του κοινού αντικειμένου. Ο ενάγων, όταν διαπίστωσε ότι δεν του αποδίδονται πλέον οι καρποί των επίκοινων ακινήτων, ενόψει του ότι είχε απεβίωσε εκείνος ο οποίος ασχολείτο επίπονα και συστηματικά με την καλλιέργεια αυτών, προέκρινε ως συμφέρουσα λύση των διανομή των επιδίκων. Επανειλημμένα δε προέβη σε συζητήσεις με τη μητέρα των εναγομένων για χωρισμό της κοινής (κληρονομιαίας) περιουσίας τους. Πρότεινε δε διάφορες συμβιβαστικές λύσεις. Η μητέρα των εναγομένων, ανέβαλλε συνεχώς και επ' αόριστον την προοπτική διανομής της πρώην μητρικής κληρονομιάς. Τα δε επίδικα ακίνητα, παρέμεναν ακαλλιέργητα και ανεκμετάλλευτα. Ενόψει της μη αποστολής εκ μέρους της Μ. Π., ελαιόλαδου προς τον ενάγοντα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι επανειλημμένες συζητήσεις για διανομή κατέληγαν σε αδιέξοδο, ο τελευταίος απέστειλε στην πρώτη των από 4-11-1991 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία. Η Μ. Π. απέστειλε εν συνεχεία την από 2-12-1991 εξώδικη απάντηση με την οποία αρνήθηκε ρητά τη διανομή των επιδίκων διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, αυτή ήταν αποκλειστική κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία, αρχόμενη από το έτος 1955 όταν δηλαδή ο αδερφός της και πατέρας του ενάγοντα Ι. Π., την προικοδότησε ατύπως, ενόψει του επικείμενου γάμου της. Έκτοτε, ήτοι μετά την αποστολή της ως άνω εξώδικης απάντησης, ο ενάγων δεν προέβη σε καμία ενέργεια διεκδίκησης του μεριδίου του (1/2) μέχρι το έτος 2010, οπότε και άσκησε την προκειμένη αγωγή. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ο ενάγων κατέστη συγκύριος των επιδίκων, σε ποσοστό εξ' αδιαιρέτου, κατά παράγωγο τρόπο, ήτοι κληρονομική διαδοχή και συγκεκριμένα κατά τα 3/8 από εξ' αδιαθέτου κληρονομιά του πατρός του Ι. Π. και κατά το 1/8, από εξ' αδιαθέτου κληρονομιά της μητρός του Μ. Π. (3/8+1/8)=4/8 ή 1/2. Από το άλλο μέρος, η Μ. Π., μητέρα των εναγομένων κατέστη συγκυρία των επιδίκων, σε ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου, έχοντας αποκτήσει το 1973 συγκυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού συννεμόταν τα επίδικα διανοία συγκυρίου με τον πατέρα του ενάγοντα, Ι. Π., ήδη από το έτος 1953, (έτος θανάτου της Γ. Π.). Οι εναγόμενοι, επιπρόσθετα, προς το σκοπό απόρριψης της σε βάρος της αγωγής, ισχυρίσθηκαν ότι σε κάθε περίπτωση, (ακόμη δηλαδή και αν γίνει δεκτό ότι η δικαιοπάροχος μητέρα τους δεν προικοδοτήθηκε από τον αδερφό της το 1955 αλλά ότι ήταν από τη μητρική κληρονομιά συγκυρία με τον αδερφό της Ι. Π. και μετά το θάνατό του, το 1974, με τον ανιψιό της (και ήδη ενάγοντα), από το έτος 1985, όταν η Μ. Π., γνωστοποίησε προφορικά στον ενάγοντα ότι αυτή είναι αποκλειστική κυρία των επιδίκων μέχρι το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής (έτος 2010), έχει παρέλθει χρονικό διάστημα, μείζον της εικοσαετίας, εντός του οποίου η ίδια και μετά το θάνατό της το 2001, οι εναγόμενοι κληρονόμοι της, νεμόντουσαν τα επίδικα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ότι επομένως αυτοί απέκτησαν αποκλειστική κυριότητα με τον τρόπο αυτό, προσμετρώντας το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου μητέρα τους στον δικό τους. Αποδείχθηκε, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι η Μ. Π., απέστειλε σε απάντηση στην από μηνός Νοεμβρίου 1991 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία του ενάγοντα για διανομή των επιδίκων, την από 2-12-1991 εξώδικη απάντησή της, η οποία επιδόθηκε στον ανωτέρω στις 3-12-1991. Με το εξώδικο αυτό η Μ. Π. εξέθετε στον ενάγοντα ότι εφ' όλων των επίδικων ακινήτων, ήταν αποκλειστική κυρία και άρα δεν ετίθετο ζήτημα διανομής τους. Την δε αποκλειστική αυτή κυριότητά της, κατά τους ισχυρισμού της στο εξώδικο αυτό, την είχε αποκτήσει λόγω άτυπης προίκας από τον πατέρα του ενάγοντα (Ι. Π.), η οποία έλαβε χώρα το έτος 1955. Ότι έκτοτε νεμήθηκε τα επίδικα, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Βέβαια, με βάση τα προαναφερθέντα, τα περί άτυπης προικός δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πλην όμως, με την εξώδικη αυτή δήλωση, η μητέρα των εφεσιβλήτων-εναγομένων, Μ. Π., σαφέστατα για πρώτη φορά το μήνα Δεκέμβριο 1991, αντιποιήθηκε τη συννομή του ανεψιού της (ενάγοντα). Αυτός δε έλαβε γνώση της αντιποίησης την 3-12-1991, όταν δηλαδή του επιδόθηκε το εν λόγω εξώδικο έγγραφο. Έκτοτε και δη από 4-12-1991, αρχίζει να τρέχει, κατά τα προαναφερθέντα στην υπό στοιχ. II μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η 20ετής προθεσμία της κτητικής παραγραφής (έκτακτη χρησικτησία), προκειμένου η Μ. Π. και εν συνεχεία οι κληρονόμοι της, που τη διαδέχθηκαν στη νομή, να αποκτήσουν (πρωτοτύπως) αποκλειστική κυριότητα. Μέχρι τότε (3-12-1991) η Μ. Π., δεν είχε γνωστοποιήσει την πρόθεσή της στον ενάγοντα να νέμεται τα επίδικα, αποκλειστικά για τον εαυτό της. Άρα, μέχρι και την 3-12-1991, δεν άρχισε να τρέχει η απαιτούμενη 20ετής προθεσμία της κτητικής παραγραφής. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, από την 4-12-1991 αρχίζει να τρέχει ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας υπέρ της, ο οποίος συμπληρωνόταν στις 4-12-2011 (20ετία). Από 4-12-1991, η ως άνω νεμόταν τα επίδικα διανοία αποκλειστικού κυρίου, προβαίνοντας, μέσω βοηθών νομής στην επίβλεψη, φροντίδα και συντήρηση αυτών, διαδίδοντας σε όλους τους τρίτους ότι αυτά της ανήκουν κατ' αποκλειστική κυριότητα. Στη δε ιδιαίτερη πατρίδα του ενάγοντος επικρατούσε η εντύπωση ότι τα επίδικα ανήκουν στη Μ. Π.. Ο δε ενάγων, όντας σε γνώση πλέον ότι η θεία του νέμεται με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας τα επίδικα από 3 Δεκεμβρίου 2011, παρόλα αυτά έκτοτε και δη από την επομένη ημέρα της επίδοσης του ως άνω εξωδίκου, ήτοι από 4 Δεκεμβρίου 1991 μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2010, δεν προέβη σε καμία δικαστική ενέργεια. Εν συνεχεία, μετά το θάνατο της Μ. Π. (έτος 2001), οι εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι της (ήδη εναγόμενοι) διαδέχθηκαν τη μητέρα τους στη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας νομή των επιδίκων, η οποία είχε αρχίσει από την 4η Δεκεμβρίου 1991. Οι εναγόμενοι συνέχισαν την εποπτεία, συντήρηση και επίβλεψη των επιδίκων, (η μη συστηματική καλλιέργειά τους δεν σημαίνει αφεαυτής εγκατάλειψη της νομής των), ενώ συγχρόνως στις φορολογικές δηλώσεις των ετών 1996, 2003, 2005 δηλώνουν τα επίδικα ως δικά τους. Παρέμειναν δε ανένδοτοι στις επανειλημμένες προτάσεις του ενάγοντα για διανομή των επικοίνων, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς της μητέρας τους ότι τυγχάνουν αποκλειστικοί (συγ)κύριοι αυτών. Ο ενάγων, μέχρι την 15-12-2010, οπότε και κατατέθηκε η ένδικη αγωγή στο Ειρηνοδικείο Φιγαλείας (επιδοθείσα στους εναγόμενους την 1 Φεβρουάριου 2011), δεν είχε προβεί σε καμία δικαστική ενέργεια διεκδίκησης του μεριδίου του. Πλην όμως, μπορεί μεν κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (24 Ιουνίου 2011), να μην είχε συμπληρωθεί ακόμη ο χρόνος της 20ετίας για τη θεμελίωση έκτακτης χρησικτησίας, εκ μέρους των εναγομένων, αφού αυτή συμπληρωνόταν στις 4 Δεκεμβρίου 2011, ωστόσο ο χρόνος αυτός έχει συμπληρωθεί ήδη κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ήδη από την αρχική συζήτηση της υπό κρίση έφεσης, κατά τη δικάσιμο της 6ης Μαρτίου 2013, (οπότε και το Δικαστήριο εν συνεχεία προχώρησε στην έκδοση της υπ' αριθμ. 33/2013 μη οριστικής απόφασής του, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε κατ' ουσία την ένδικη διεκδικητική συγκυριότητας ακινήτων αγωγή, του αναιρεσείοντος ερειδομένη στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), κατά παραδοχή ένστασης των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας θεμελιούμενη σε πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα στην έκτακτη χρησικτησία. Ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή κατά παραδοχή ένστασης των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης. Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο ότι δηλαδή οι εναγόμενοι απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντες αυτά από το 2001 που περιήλθαν στη νομή τους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της μητέρας τους, η οποία υπήρξε συγκυρία τούτων με τον ενάγοντα, αλλά από το 1991 νεμήθηκε αυτά εξ ολοκλήρου δηλαδή πλέον της ανήκουσας μερίδας της εν γνώσει του τελευταίου, ενόψει της γνωστοποίησης της βούλησής της για τη νομή των επιδίκων αποκλειστικώς για λογαριασμό της, προσμετρώντας στη νομή τους προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής τη νομή της δικαιοπαρόχου τους και ότι η εικοσαετής νομή τους δεν είχε μεν συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αλλά συμπληρώθηκε μεταγενέστερα κατά το χρόνο της συζήτησης αυτής ενώπιόν του, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο προς συζήτηση της έφεσης, καταλύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη συγκυριότητα του ενάγοντος, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον αρκέσθηκε για να καταλήξει στην παραδοχή ότι οι εναγόμενοι απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία και να απορρίψει την αγωγή, σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που οι ίδιες διατάξεις απαιτούν για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που δέχθηκε ως διατακτικό στην απόφασή του. Ειδικότερα ως προς τα γενεσιουργά περιστατικά του πρωτοτύπου τρόπου απόκτησης της κυριότητας από τους εναγόμενους, δηλαδή της έκτακτης χρησικτησίας, δέχθηκε ότι η εικοσαετής νομή τους, που άρχισε το 1991 από τη δικαιοπάροχό τους, συμπληρώθηκε μετά την άσκηση της αγωγής, ενώ ο χρόνος αυτής (νομής) είχε διακοπεί με την άσκηση της αγωγής και συνεπώς δεν είχε μέχρι τον ίδιο χρόνο συμπληρωθεί η απαιτούμενη εικοσαετής νομή των τελευταίων. Επομένως ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1045 και 1049 ΑΚ είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔικ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο που την είχε δικάσει προηγουμένως. Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα αυτού μετά από σχετικό αίτημά του [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 60/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι δυνατή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατατέθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια