Αριθμός 24/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ - Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1871, 1872 και 1882 του ΑΚ προκύπτει ότι ο κληρονόμος δικαιούται με την περί κλήρου αγωγή, να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί, ως κληρονόμος, αντικείμενα της κληρονομίας, την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας, ως αντικείμενα δε της κληρονομίας των οποίων, κατά τα ανωτέρω, την απόδοση δικαιούται να απαιτήσει ο κληρονόμος, με την περί κλήρου αγωγή, θεωρούνται και εκείνα επί των οποίων ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο του θανάτου του, είχε την κυριότητα, νομή ή κατοχή

Απόφαση 24 / 2017    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 24/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2)Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 3)Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 4)Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν οι 1η,2η,3η μετά ο 4ος δια της πληρεξούσιας δικηγόρου ....
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Η. Μ. του Ν. κατοίκου ... και 2)Β. Μ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ... με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2011 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσείουσας και της αρχικώς ενάγουσας-αποβιωσάσης Μ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2012 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση, στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, 304/2013 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, 215/2015 Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 2-10-2015 αίτηση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 22-4-2016 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1871, 1872 και 1882 του ΑΚ προκύπτει ότι ο κληρονόμος δικαιούται με την περί κλήρου αγωγή, να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί, ως κληρονόμος, αντικείμενα της κληρονομίας, την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας, ως αντικείμενα δε της κληρονομίας των οποίων, κατά τα ανωτέρω, την απόδοση δικαιούται να απαιτήσει ο κληρονόμος, με την περί κλήρου αγωγή, θεωρούνται και εκείνα επί των οποίων ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο του θανάτου του, είχε την κυριότητα, νομή ή κατοχή. Απαραίτητο, μεταξύ άλλων, στοιχείο της περί κλήρου αγωγής είναι το ότι ο εναγόμενος κατακρατεί, PRO HEREDE, τα κληρονομιαία αντικείμενα, ως κληρονόμος του αποβιώσαντος, αντιποιούμενος το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος. Κατά εκείνου που κατέχει κληρονομιαία αντικείμενα όχι ως κληρονόμος του αποβιώσαντος, αλλά αδικαιολόγητα ή δυνάμει ειδικού τίτλου (έγκυρου ή μη) δεν χωρεί η αγωγή περί κλήρου, αλλά κατ' αυτού αρμόζουν οι οικείες ειδικές αγωγές που θα είχε εναντίον του ο κληρονομούμενος. Εξ ετέρου με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ελέγχονται, μεταξύ άλλων και τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων (ΑΠ 1402/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔικ), η πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Μ. και η αρχική δεύτερη ενάγουσα Μ. Μ., στη θέση της οποίας και κατά προσδιοριζόμενα ποσοστά, έχουν υπεισέλθει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της (εκτός από άλλους κατιόντες της που δεν είναι διάδικοι) τόσο η πρώτη όσο και οι λοιποί αναιρεσείοντες, που είναι τέκνα της, σώρευσαν περί κλήρου αγωγή, με την οποία ζήτησαν από τους εναγομένους την αναγνώριση του κληρονομικού τους δικαιώματος και την απόδοση κατά τα προσδιοριζόμενα ποσοστά, επί ενός ακινήτου που είχε στη νομή και κατοχή του από το 1940 ο αποβιώσας αδιάθετος στις 10.5.1980 και κληρονομηθείς και από αυτές πατέρας και σύζυγός τους αντίστοιχα Ν. Μ., στον οποίο στη συνέχεια τούτο (ακίνητο) είχε αποδοθεί κατά την οριστική διανομή που έγινε το 1978, για τον σχεδιασμό του οικισμού ... και που οι εναγόμενοι κατακρατούν δυνάμει του εκδοθέντος, μόνο στο όνομά τους, υπ' αριθμ. .../22.4.1987 παραχωρητηρίου. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς την εν λόγω σωρευθείσα αγωγή δέχθηκε, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση ότι " ... η περί κλήρου αγωγή ήταν μη νόμιμη, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, οι εναγόμενοι κατακρατούν το κληρονομιαίο ακίνητο, όχι αντιποιούμενοι κληρονομικό δικαίωμα επ' αυτού, αλλά με βάση ειδικό τίτλο και συγκεκριμένα το .../29.4.1987 παραχωρητήριο της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας ... και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, η περί κλήρου αγωγή δεν χωρεί κατά εκείνου που κατέχει το επίδικο αντικείμενο δυνάμει ειδικού έγκυρου ή άκυρου τίτλου, αλλά μόνο κατ' αυτού που το κατέχει ως κληρονόμος. Η ένδικη επομένως, αγωγή, είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες περί κλήρου αγωγής διατάξεις των άρθρων 1871, 1872 και 1882 ΑΚ, αφού τα ως άνω επικαλούμενα στην αγωγή περιστατικά, δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες κατά τις εν λόγω διατάξεις προϋποθέσεις για τη νομική πληρότητα της περί κλήρου αγωγής, καθόσον η κατακράτηση του κληρονομιαίου ακινήτου γινόταν δυνάμει, μη ακυρωθέντος, ειδικού τίτλου. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 παρ. 1 και 5 του ν.δ. 1189/1972, το οποίο κατά το άρθρο 16 παρ. 1 αυτού κατήργησε αντίστοιχες διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, η κυριότητα των κλήρων των μη παραμεθορίων περιοχών περιέρχεται "... αυτοδικαίως από της κυρώσεως της οριστικής διανομής, εις τους αναγεγραμμένους εις τους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής δικαιούχους τούτων ...", ενώ αρμόδια για την έκδοση των οριστικών τίτλων κυριότητας είναι η Επιτροπή των Οριστικών Διανομών, από τη δημοσίευση της απόφασης της οποίας, κατά τον τρόπο που ορίζεται θεωρείται ότι κυρώθηκε η οριστική διανομή. Εξ ετέρου από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του αν 431/1968, προκύπτει ότι μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (23.5.1968), ο κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν θεωρούνται, κατά πλάσμα του νόμου, νομείς του κλήρου αν δεν τον κατέχουν πραγματικά και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή τους κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κληροτεμαχίου, δυνάμενη αν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις να οδηγήσουν στην με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας τούτου, εφόσον συμπληρωθεί ο για κάθε μία εξ αυτών απαιτούμενος, από την ισχύ του ως άνω νόμου και εφεξής χρόνος. Προϋποτίθεται η κύρωση της οριστικής διανομής, αφού μόνο έκτοτε ο κληρούχος αποκτά την κυριότητα του ευρισκομένου σε μη παραμεθόριο περιοχή κλήρου, ενώ μέχρι τότε η κυριότητα αυτή ανήκει στο Δημόσιο (Ολ ΑΠ 8/2001). Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. ' Ασκηση νομής αποτελούν όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, εφόσον πρόκειται για αστικό ακίνητο, είναι μεταξύ άλλων η εποπτεία, η επίσκεψη, η διαμονή, η χρήση των εγκαταστάσεών του, η ανοικοδόμηση και η κατοίκηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. Εξ ετέρου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 20/2011). Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται και όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών εφόσον δεν παραβιάζεται με αυτά κανόνας δικαίου ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του ίδιου άρθρου, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων, από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τη σωρευόμενη διεκδικητική αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και της μητέρας της Μ. Μ., στη θέση της οποίας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της υπεισήλθαν τόσο η πρώτη όσο λοιποί αναιρεσείοντες, καθώς και οι Θ. (γυιός της) Α. και Ν. (εγγόνια της) που παραιτήθηκαν από τη δίκη και οι εναγόμενοι γιοί της, ως προς τους οποίους λόγω συγχύσεως καταργήθηκε η δίκη, κατά το περιεχόμενο σ' αυτούς εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο της εν λόγω δικαιοπαρόχου τους.
"Το επίδικο ακίνητο είναι το με ... οικόπεδο, έκτασης 1565 τμ, που βρίσκεται στο ... και στο με ... οικοδομικό τετράγωνο, όπως αυτό (οικόπεδο) αποτυπώνεται στο από Μάιο 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Λ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο .../1987 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Γεώργιου Οικονόμου, με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ... και το οποίο συνορεύει ...... Το εν λόγω οικόπεδο κατά την οριστική διανομή του έτους 1978 του συνοικισμού ... είχε παραχωρηθεί στον Ν. Μ. του Χ., πατέρα της ενάγουσας και των εναγομένων και σύζυγο της αρχικής ενάγουσας Μ. Μ., χωρίς όμως να εκδοθεί στο όνομά του τίτλος κυριότητας. Εντός του ακινήτου αυτού, ο Ν. Μ. είχε ανεγείρει το έτος 1966 μια πλινθόκτιστη και κεραμοσκεπή ισόγεια οικία, εμβαδού 49,50 τ.μ., στην οποία κατοικούσε με την οικογένειά του, καθώς και μια ισόγεια πλινθόκτιστη κουζίνα, εμβαδού 21 τ.μ. Ο Ν. Μ. απεβίωσε στις 10-6-1980 στο ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του Μ. Μ. (αρχικά δεύτερη ενάγουσα) και τα οκτώ τέκνα του ήτοι τον Χ., Π., Θ., Η. (πρώτο εναγόμενο), Β. (δεύτερο εναγόμενο), Ε., Π. και Μ. (πρώτη ενάγουσα), στους οποίους περιήλθε η κληρονομιά του (αποβιώσαντος) κατά ποσοστό 8/32 εξ αδιαιρέτου στη σύζυγο του και κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τα τέκνα του. Στην κληρονομιά του αποβιώσαντος περιλαμβάνονταν και το ανωτέρω με ... οικόπεδο με την ισόγεια οικία, στην οποία συνέχισε μετά το θάνατο αυτού να διαμένει η σύζυγος του δεύτερη αρχική ενάγουσα. Μετά το θάνατο του Ν. Μ. και κατόπιν σχετικής αίτησης των εναγομένων, η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Νομού ... εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 184 του Αγροτικού Κώδικα και του π.δ. 24-4-1985 "Δικαιούχοι αγροτικών οικοπέδων, διαδικασία και κριτήρια προσδιορισμού τους", αφού έκρινε ότι έπρεπε να παραχωρηθεί στους εναγόμενους το διαθέσιμο και κατεχόμενο από την πατέρα τους Ν. Μ. επίδικο οικόπεδο, αποφάσισε να το παραχωρήσει σε αυτούς εξ αδιαιρέτου, ενώ καθόρισε το τίμημα που έπρεπε να καταβάλουν οι εναγόμενοι σε 170 μεταλλικές δραχμές κατά στρέμμα. Έτσι εκδόθηκε για τον εν λόγω κλήρο ο με αριθμό .../22-4-1987 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ..., με τον οποίο μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στους εναγόμενους και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα το επίδικο ακίνητο, ήτοι το με ... οικόπεδο έκτασης 1565 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο από 25-5-1980 κυρωθέντα Κτηματολογικό Πίνακα, αντί τιμήματος ύψους 327,085 μεταλλικών δραχμών, το οποίο εξοφλήθηκε. Σημειώνεται ότι δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι το εν λόγω παραχωρητήριο ακυρώθηκε ή ότι έχει απωλέσει την ισχύ του με κάποιο νόμιμο τρόπο, ενώ η εγκυρότητά του δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως (άρθ. 2 ΚΠολΔ) από το παρόν Δικαστήριο, δεδομένου ότι ο έλεγχος, από τα πολιτικά δικαστήρια, των διοικητικών πράξεων, όπως είναι το ανωτέρω παραχωρητήριο, περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που τα αρμόδια για την έκδοσή του όργανα υπερέβησαν ως προς την οικεία πράξη τα όρια της δικαιοδοσίας και της εξουσίας που τους παρέχει ο νόμος, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών) ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων (ΑΠ 1709/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), στην οποία (ουσιαστική κρίση) εμπίπτει η, επικαλούμενη από τις ενάγουσες, χρήση, εκ μέρους των εναγομένων, αναληθών και παραπλανητικών στοιχείων για την έκδοσή του (παραχωρητηρίου). Στη συνέχεια οι εναγόμενοι προέβησαν στην εξώδικη διανομή του επίδικου ακινήτου δυνάμει του .../7-5-1987 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Γεώργιου Οικονόμου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ..., σύμφωνα με την οποία ο πρώτος εναγόμενος έλαβε στη νομή και κατοχή του διακεκριμένο τμήμα του επίδικου ακινήτου έκτασης 782,50 τ.μ. όπως αυτό εμφαίνεται με τον αριθμό 2 και με τα στοιχεία ... στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Λ., ενώ ο δεύτερος εναγόμενος έλαβε στη νομή και κατοχή του το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου, έκτασης 782,50 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται με τον αριθμό 1 και με τα στοιχεία ... στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Αμέσως μετά ο δεύτερος εναγόμενος, αφού έλαβε δάνειο ύψους 2.340.000 δραχμών από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρεία ...", προέβη, στο εδαφικό τμήμα που περιήλθε σ' αυτόν με την ως άνω διανομή, στην ανέγερση διώροφης οικοδομής, για την οποία εκδόθηκε στο όνομά του η ...1-4-1987 άδεια οικοδομής του Τμήματος της Πολεοδομίας ..., μετά την ολοκλήρωση της οποίας εγκαταστάθηκε σ' αυτήν ο ίδιος με την οικογένεια του. Επίσης ο πρώτος εναγόμενος στο εδαφικό τμήμα που έλαβε με την παραπάνω διανομή και στο οποίο βρισκόταν η παλαιά πατρική οικία, που είχε υποστεί σημαντικές ζημίες από τον σεισμό της 16-6-1990 με συνέπεια η δαπάνη επισκευής της να κριθεί από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας ... υπέρμετρη (βλ. την ...1992 έκθεση αυτοψίας με αριθ. ...1-7-1992), αφού κατεδάφισε την παλαιά οικία, προέβη στην ανέγερση εντός αυτού οικοδομής, για την οποία εκδόθηκε στο όνομά του η ...18-11-1992 άδεια οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχίας ..., η οποία αναθεωρήθηκε στις 12-7-1997. Η οικοδομή αυτή αποτελείται από ισόγειο όροφο εμβαδού 122,98 τ.μ. και από ημιυπόγειο εμβαδού 91,20 τ.μ., για την κάλυψη δε της δαπάνης κατασκευής της έλαβε δάνειο ύψους 4.138.875 δραχμών από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ ενισχύθηκε και από τη μητέρα του (αρχική δεύτερη ενάγουσα) με το ποσό του 1.000.000 δραχμών, που δαπανήθηκε για την κατασκευή ντουλαπιών της κουζίνας, νεροχύτη και ντουλάπας στο ημιυπόγειο διαμέρισμα. Σημειώνεται ότι μέχρι και την έναρξη των εργασιών ανέγερσης της εν λόγω οικοδομής στην υπάρχουσα παλαιά οικία διέμενε η μητέρα των εναγόμενων Μ. Μ. (δεύτερη αρχική ενάγουσα) και από το έτος 1991 και η πρώτη ενάγουσα, οπότε διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωσή της, οι οποίες με την έναρξη των εργασιών ανοικοδόμησης φιλοξενήθηκαν στην κατοικία του Θ. Μ., αδελφού και υιού αντίστοιχα των εναγουσών, όπου παρέμειναν επί τέσσερα περίπου έτη που διήρκεσαν οι εργασίες ανοικοδόμησης. Μετά δε την αποπεράτωση της οικοδομής οι ενάγουσες, κατόπιν συμφωνίας με τον πρώτο εναγόμενο, εγκαταστάθηκαν στο ημιυπόγειο διαμέρισμα της νέας οικοδομής, που τους παραχώρησε αυτός να διαμένουν εφ' όρου ζωής της μητέρας τους, ενώ τον ισόγειο όροφο χρησιμοποιούσε η οικογένεια του πρώτου εναγόμενου. Οι ενάγουσες, με την ένδικη αγωγή τους, ισχυρίζονται ότι κατέστησαν συγκύριες του όλου επίδικου ακινήτου (αριθ. 101 οικοπέδου), με έκτακτη χρησικτησία, κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 8/32 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη, καθόσον νεμήθηκαν αυτό επί είκοσι και πλέον έτη και συγκεκριμένα η δεύτερη από το έτος 1980 και η πρώτη από το έτος 1991, ασκώντας επ' αυτού τις αναφερόμενες πράξεις σύννομης, προσμετρώντας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους Ν. Μ., στον οποίο είχε περιέλθει το επίδικο από την κύρωση του από 25-5-1980 κτηματολογικού πίνακα, στον οποίο αναγραφόταν ως δικαιούχος. Ωστόσο από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα το κρίσιμο, για την έναρξη της χρησικτησίας των εναγουσών, ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο κυρώθηκε η οριστική διανομή του συνοικισμού ..., στην οποία μη παραμεθόρια περιοχή, όπως δεν αμφισβητείται, βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, αφού, από του χρόνου αυτού, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, απεκδύεται της κυριότητας του το Δημόσιο και είναι δυνατή η απόκτηση της κυριότητας αυτού από τρίτο με χρησικτησία, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται ο επικαλούμενος από τις ενάγουσες από 25-5-1980 κτηματολογικός πίνακας, όπου αναγράφεται ως δικαιούχος ο δικαιοπάροχος αυτών Ν. Μ., αλλά ούτε κάποιο άλλο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ο χρόνος κύρωσης της οριστικής διανομής του συνοικισμού .... Για το μεταγενέστερο δε χρονικό διάστημα ήτοι από το χρόνο μεταγραφής του ως άνω παραχωρητηρίου (6-5-1987), από τον οποίο και μόνο πλέον χρόνο ήταν δεκτικό χρησικτησίας το επίδικο ακίνητο, μέχρι την άσκηση της αγωγής (7-4-2011) δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες άσκησαν πράξεις νομής επ' αυτού με διάνοια συγκυρίων. Και τούτο διότι ναι μεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες, κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα η πρώτη ενάγουσα από το έτος 1991 (χωρίς να προσδιορίζεται η ακριβής ημερομηνία) και η δεύτερη από το έτος 1987 άσκησαν διακατοχικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο και ειδικότερα στο τμήμα του επιδίκου που περιήλθε από τη διανομή στον πρώτο εναγόμενο, κυρίως με τη διαμονή τους, αρχικά στην παλαιά πατρική οικία και στη συνέχεια στο ημιυπόγειο διαμέρισμα της υπάρχουσας εντός αυτού οικοδομής, πλην όμως οι πράξεις αυτές δεν γινόταν με διάνοια κυρίου από τις ενάγουσες, αλλά κατόπιν παραχώρησης του ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο. Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι πράξεις νομής επί του επιδίκου άσκησαν κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα οι εναγόμενοι, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, μετά τη μεταγραφή του ως άνω παραχωρητηρίου τίτλου προχώρησαν στη διανομή του οικοπέδου και παρέλαβε καθένας από αυτούς στη νομή και κατοχή του διακεκριμένο τμήμα, στο οποίο πλέον ασκούσε πράξεις νομής για δικό του λογαριασμό. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, ο δεύτερος εναγόμενος το έτος 1987 ανήγειρε στο διακεκριμένο τμήμα του επίδικου ακινήτου διώροφη οικοδομή, στην οποία έκτοτε διαμένει αυτός με την οικογένειά του, αντίστοιχα δε ο πρώτος εναγόμενος, το έτος 1992, προχώρησε στην κατεδάφιση των παλαιών κτισμάτων που υπήρχαν στο τμήμα του οικοπέδου που περιήλθε σ' αυτόν και στην ανέγερση επ' αυτού νέας οικοδομής. Μετά. δε την αποπεράτωση της οικοδομής και κατόπιν συμφωνίας αυτού με τις ενάγουσες παραχώρησε στη δεύτερη αρχική ενάγουσα τη χρήση του ημιυπόγειου ορόφου της οικοδομής εφ' όρου ζωής αυτής, με τη συμφωνία να διαμένει σ' αυτό και η πρώτη ενάγουσα, η οποία είχε αναλάβει την φροντίδα της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τόσον η έκδοση του παραχωρητηρίου στο όνομα των εναγόμενων, όσον και όλες οι ανωτέρω διακατοχικές πράξεις που ενεργούσαν με διάνοια κυρίου οι εναγόμενοι στο επίδικο ακίνητο, γινόταν εν γνώσει όλων των συγκληρονόμων, οι οποίοι είχαν συμφωνήσει να περιέλθει το επίδικο αποκλειστικά στους εναγόμενους. Άλλωστε οι ως άνω πράξεις των εναγομένων ήταν τόσο εμφανείς εξωτερικά και τόσο σαφείς οι προθέσεις τους; να είναι οι αποκλειστικοί συγκύριοι του επιδίκου, ώστε οι ενάγουσες, μπορούσαν να αντιληφθούν την εκδηλωθείσα πρόθεση τους να το νέμονται ως δικό τους και δεν αντέδρασαν. Η κρίση για τα παραπάνω περιστατικά στηρίζεται σε όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και κυρίως στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρος των εναγουσών (αδελφού της πρώτης και υιού της δεύτερης) Π. Μ., αλλά αντίθετα ενισχύεται από την κατάθεση αυτή. Ο τελευταίος μάλιστα, σε διευκρινιστική ερώτηση για το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και της μητέρας του (αρχικής δεύτερης ενάγουσας), εάν δηλαδή αυτή αφορούσε δικαίωμα κυριότητας ή διαμονής στο επίδικο, κατέθεσε ότι η συμφωνία ήταν ότι αυτή (δεύτερη ενάγουσα) θα μένει για πάντα στη νέα οικία. Επίσης οι καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις προσκομιζόμενες από τους εκκαλούντες ένορκες βεβαιώσεις, δεν αναιρούν τα παραπάνω αποδειχθέντα σχετικά με τις πράξεις νομής επί του επιδίκου από τους εναγόμενους, καθόσον αυτές δεν κρίνονται πειστικές σχετικά με το ζήτημα αυτό, δεδομένου ότι αντικρούονται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, η γνώση και η συναίνεση των λοιπών συγκληρονόμων να περιέλθει το επίδικο ακίνητο στους εναγόμενους συνάγεται και από το γεγονός ότι τα τέσσερα αδέλφια των εναγομένων με τις από Νοέμβριο 1986 υπεύθυνες δηλώσεις τους παραιτήθηκαν από το δικαίωμά τους στο επίδικο ακίνητο υπέρ των δύο εναγομένων μόνο και όχι και υπέρ των εναγουσών, όπως θα συνέβαινε, εάν πράγματι η γνώση και η πρόθεση όλων ήταν το επίδικο ακίνητο να περιέλθει στις ενάγουσες και στους εναγόμενους. Ενόψει όλων των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες απέκτησαν τη συγκυριότητα του επίδικου ακινήτου κατά τα επικαλούμενα από αυτές ποσοστά με έκτακτη χρησικτησία και πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα έγινε δεκτό ότι ενόψει του ότι δεν αποδεικνύεται ο χρόνος κυρώσεως της οριστικής διανομής του σε μη παραμεθόρια περιοχή ευρισκομένου ένδικου Συνοικισμού, μετά την οποία (κύρωση) εξέφυγε το επίδικο ακίνητο από την κυριότητα του Δημοσίου, ο χρόνος χρησικτησίας που άρχισε στις 6.5.1987 με την μεταγραφή του ένδικου παραχωρητηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι έτρεξε στο πρόσωπο των εναγουσών, αφού η πρώτη από το 1991 και η (αρχικά) δεύτερη από το 1987 ασκούσαν στο προσδιοριζόμενο τμήμα του επιδίκου διακατοχικές πράξεις όχι με διάνοια κυρίου, αλλά κατά παραχώρηση από τον πρώτο εναγόμενο, στο όνομα του οποίου, καθώς και του δεύτερου και λόγω συμφωνίας των λοιπών συγκληρονόμων, εκδόθηκε από την αρμόδια Επιτροπή Απαλλοτριώσεων παραχωρητήριο, για το διατεθέν και κατεχόμενο από τον πατέρα τους ένδικο οικόπεδο, το οποίο αυτοί και αφού εξόφλησαν το καθορισθέν τίμημα, διένειμαν εξώδικα μεταξύ τους και ανοικοδόμησε ο καθένας από αυτούς στο διακεκριμένο τμήμα που του έλαχε. Περαιτέρω έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τη μη συνδρομή στο πρόσωπο των εναγουσών των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ τέταρτος και τρίτος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του τρίτου λόγου, κατά τις οποίες η προσβαλλομένη μολονότι δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο είχε παραχωρηθεί στον πατέρα τους, εν τούτοις στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι το παραχωρητήριο νόμιμα εκδόθηκε στο όνομα των εναγομένων, καθώς και ότι από τις αποδείξεις δεν προκύπτει αποποίηση από τις ενάγουσες της κληρονομιάς του πατέρας τους, είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την περί πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Προσέτι οι αιτιάσεις του τέταρτου λόγου κατά τις οποίες από τις επικαλούμενες αποδείξεις προέκυπτε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν είναι απαράδεκτες, γιατί αποδίδουν στην απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα είναι, επίσης, απορριπτέες για τον προαναφερθέντα λόγο.
Επειδή κατά το άρθρο 2 του ΚΠολΔικ τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις, που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνον η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν τις υπαγόμενες σ' αυτά, κατά το άρθρο 1 ΚΠολΔικ, ιδιωτικές διαφορές, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοικήσεως, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια. Τα τελευταία περιορίζονται να ερευνήσουν, εάν τα όργανα της διοικήσεως ενήργησαν κατά τους διαγραφομένους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων. ' Ελεγχο δε της νομιμότητας συνιστά και η εξέταση της χωρίς αρμοδιότητα ή της καθ' υπέρβαση εξουσίας εκδόσεως της διοικητικής πράξης. Ο παρεμπίπτων έλεγχος που συνδέεται με την εξέταση και όχι με τη διάγνωση του εν λόγω ζητήματος δεν αποκλείεται, όταν η υπό κρίση διοικητική πράξη κατέστη απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την προσφυγή ή την αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του εκάστοτε αρμοδίου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση οι αρχικά ενάγουσες ισχυρίσθηκαν πρωτόδικα ότι το ένδικο παραχωρητήριο είναι άκυρος και ανίσχυρος τίτλος, γιατί κατά την έκδοσή του δεν λήφθηκαν υπόψη τα επί του παραχωρηθέντος ακινήτου κληρονομικά τους δικαιώματα και ότι οι εναγόμενοι, για να πετύχουν την έκδοσή του προσκόμισαν πλαστά έγγραφα στη Δ/νση Γεωργίας ..., τον δε ισχυρισμό τους αυτό, που θεμελίωνε αίτημα περί παρεμπίπτοντος ελέγχου του ένδικου παραχωρητηρίου και απορρίφθηκε σιωπηρά με την πρωτόδικη απόφαση, η πρώτη αναιρεσείουσα και οι εν τω μεταξύ υπεισελθόντες στη θέση της αρχικά δεύτερης ενάγουσας λοιποί αναιρεσείοντες, επανέφεραν στο Εφετείο με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς τους, επί του οποίου η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, όπως έχει ήδη προεκτεθεί "Σημειώνεται ότι δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι το εν λόγω παραχωρητήριο ακυρώθηκε ή ότι έχει απωλέσει την ισχύ του με κάποιο νόμιμο τρόπο, ενώ η εγκυρότητά του δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως (άρθρ. 2 ΚΠολΔικ) από το παρόν Δικαστήριο, δεδομένου ότι ο έλεγχος από τα πολιτικά δικαστήρια, των διοικητικών πράξεων, όπως είναι το ανωτέρω παραχωρητήριο, περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που τα αρμόδια, για την έκδοσή του όργανα, υπερέβησαν, ως προς την οικεία πράξη, τα όρια της δικαιοδοσίας τους και της εξουσίας που τους παρέχει ο νόμος, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων, στην οποία εμπίπτει η, επικαλούμενη από τις ενάγουσες, χρήση εκ μέρους των εναγομένων, αναληθών και παραπλανητικών στοιχείων για την έκδοσή του (παραχωρητηρίου)". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις οικείες περί εκδόσεως παραχωρητηρίου, κατά το ΝΔ 1189/1972 διατάξεις (άρθρα 3, 4 και 9 παρ. 1) με μη παρεμπίπτοντα, κατά το άρθρο 2 ΚΠολΔικ, έλεγχο της τηρήσεώς τους, κατά την έκδοση του ένδικου παραχωρητηρίου, καθόσον δέχθηκε βάσιμα, ότι οι αποδιδόμενες στο παραχωρητήριο ακυρότητες αφορούν στην ουσιαστική κρίση του οργάνου της διοικήσεως που το εξέδωσε και δη στην ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων εκδόσεώς του, η οποία κρίση, καθώς και η εγκυρότητα των στοιχείων που την διαμόρφωσαν δεν ελέγχεται, ούτε παρεπιμπτόντως, από τα πολιτικά δικαστήρια. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ οι αναφερόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις ως προς τις εξουσίες και τη δικαιοδοσία του Τοπικού Συνεργείου και της Επιτροπής Οριστικών Διανομών, που αναφέρονται στο ΝΔ 1189/1972 και την παραβίασή τους κατά την έκδοση του ένδικου παραχωρητηρίου, ως προς τους δικαιούχους του παραχωρηθέντος ακινήτου, οι οποίες (παραβιάσεις), κατά τις αναιρεσείουσες, επέβαλαν τον παρεμπίπτοντα έλεγχο, είναι απαράδεκτες, γιατί αφορούν σε ισχυρισμούς που για πρώτη φορά υποβάλλονται στον Άρειο Πάγο, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που να δικαιολογεί την υποβολή αυτή. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο, του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ αυτοί (αναιρεσείοντες), λόγω της ήττας τους (άρθρ. 183, 180 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔικ), πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.10.2015 αίτηση των Μ. Μ. του Ν., Π. Μ. του Ν., κλπ κατά των Η. Μ. του Ν. και Β. Μ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 215/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια