Αριθμός 42/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ - Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Η δέσμευση αυτή, όμως, δεν ισχύει, σε περίπτωση που οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος

Απόφαση 42 / 2017    (ΣΤ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 42/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:


Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Πειραιά Τεχνολογικού Τομέα" (ΑΕΙ Πειραιά ΤΤ, πρώην ΤΕΙ Πειραιά), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου ... (με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Χ. του Χ., . 57) Β. Τ. του Α. και 58) Ά. Β., κατοίκων όλων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1082/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 5012/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-6-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 9-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις εκθέσεις επιδόσεως 7335Δ, 7336Δ, 7337Δ, 7338Δ, 7339Δ, 7340Δ, 7341Δ, 7343Δ, 7344Δ, 7345Δ, 7346Δ, 7347Δ, 7348Δ, 7349Δ, 7350Δ, 7351Δ, 7352Δ, 7353Δ, 7354Δ, 7355Δ, 7356Δ, 7357Δ, 7358Δ, 7359Δ, 7362Δ, 7363Δ, 7365Δ, 7367Δ, 7369Δ, 7371Δ, 7373Δ, 7374Δ, 7376Δ, 7377Δ, 7378Δ, 7381Δ, 7382Δ, 7384Δ, 7385Δ, 7386Δ, 7388Δ/6-7-2016, 7396Δ, 7397Δ, 7399Δ, 7400Δ/7-7-2016, 7401Δ, 7402Δ, 7403Δ, 7404Δ, 7405Δ, 7407Δ/8-7-2016, 7415Δ/11-7-2016, 7419Δ/12-7-2016, 7427Δ/14-7-2016 και 7431Δ/15-7-2016 του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών Α. Μ., 3884Β/12-7-2016 της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Γιαννιτσών Ε. Α. και 1601 και 1602/11-7-2016 του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Χαλκίδας Δ. Κ., οι οποίες έχουν συναχθεί νομίμως και τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση προς τους αναιρεσιβλήτους για να παρασταθούν κατά τη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς (20-9-2016), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον καθένα από αυτούς (ΚΠολΔ 122 παρ.1, 123, 124, 126 παρ.1 περ. α', 127 παρ.1, 128, 129, 139 και 568 παρ.4). Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου, η οποία αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και έχει ορισθεί κατόπιν αναβολής με αίτημα αυτών (βλ. την επισημείωση στο οικείο πινάκιο), ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσιβλήτων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να συζητηθεί σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες, δεδομένου του ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση αυτών (ΚΠολΔ 226 παρ.4, 568 παρ.4 και 576 παρ.2, βλ. ΟλΑΠ 9/2012, σκέψη αρ.2).
2. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Η δέσμευση αυτή, όμως, δεν ισχύει, σε περίπτωση που οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Η συνδρομή των λόγων αυτών, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, αλλά, ρητώς ή σιωπηρώς, αποκλεισθεί από αυτήν, κατά αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική μεταχείριση, επέρχεται παραβίαση της αρχής της ισότητας. Όταν η ειδική ρύθμιση αφορά σε μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς υπάλληλο ή, γενικά, μισθωτό του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, για την αποκατάσταση της ισότητας, που εν προκειμένω εκδηλώνεται με την ειδικότερη αρχή της εκ μέρους του αυτού εργοδότη καταβολής της ίδιας αμοιβής για την προσφορά εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, ΑΠ 903/2013, ΑΠ 1227/2012), είναι υποχρεωμένα να επιδικάσουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν, με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΟλΑΠ 12/1992). Τέτοια διεύρυνση, όμως, δεν μπορεί να γίνει, όταν διαπιστώνεται ότι η διάκριση είναι δικαιολογημένη (ΑΠ 2122/2013, 1578/2008).
3. Με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.12 εδ.α' του ν. 2327/1995, χορηγήθηκε στους διοικητικούς υπαλλήλους των κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΕΠΘ) μηνιαίο ειδικό επίδομα ποσού δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) δραχμών, για την απασχόλησή τους στη διαδικασία της προετοιμασίας και διεξαγωγής των γενικών (πανελληνίων) εξετάσεων. Στη συνέχεια, με το άρθρο 49 του ν. 2413/1996, η χορήγηση του εν λόγω επιδόματος επεκτάθηκε και στο μόνιμο ή με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου διοικητικό, τεχνικό και λοιπό βοηθητικό προσωπικό όλων των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, αυτοτελών και μη υπηρεσιών και εκπαιδευτικών μονάδων αρμοδιότητας του ΥΠΕΠΘ και υπαλλήλους ΝΕΛΕ, καθώς και σε όλα τα μέλη ΕΔΤΠ των Ανωτάτων και των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, καθώς και στους τεχνικούς εργαστηρίων των ΤΕΙ. Κατόπιν με το άρθρο 10 παρ.4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε (μεταξύ άλλων και) το ανωτέρω επίδομα, από όλες τις κατηγορίες των υπαλλήλων, όλων των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και υπηρεσιών αρμοδιότητας του ΥΠΕΠΘ από 1-1-1997. Παράλληλα όμως με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.4 εδ. γ' του ίδιου νόμου, προβλέφθηκε η χορήγηση εφ' άπαξ αμοιβής, προσδιοριζόμενης καθ' ύψος από τον αρμόδιο υπουργό, μόνο "στο διοικητικό προσωπικό αρμοδιότητας του ΥΠΕΠΘ, που συμμετέχει καθ' οιονδήποτε τρόπο στη διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών (εισαγωγικών) εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ". Σύμφωνα με αυτή την εξουσιοδοτική διάταξη, εκδόθηκαν στη συνέχεια κοινές αποφάσεις των υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, με τις οποίες καθορίσθηκε και αναπροσαρμόσθηκε κατ' έτος το ύψος της εν λόγω εφ' άπαξ αμοιβής, κατά μισθολογική κατηγορία, για το διοικητικό προσωπικό της κεντρικής και των περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ, που συμμετέχει στη διεξαγωγή και υποστήριξη (ήτοι, όχι πλέον "στη διαδικασία της προετοιμασίας και διεξαγωγής", όπως αναφερόταν στο άρθρο 10 παρ.12 εδ.α' του ν. 2327/1995) των ετήσιων, εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.10 του ν. 3027/2002 τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 49 παρ.1 του ν. 2413/1996 (που, κατά τα ανωτέρω, είχε ήδη καταργηθεί) ως εξής: "Στην παρ.1 του άρθρου 49 του ν. 2413/1996 και μετά τις λέξεις "διοικητικό, τεχνικό" τίθεται η λέξη "νοσηλευτικό", η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1-12-2001". Κατά την αληθινή έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 6 παρ.10 του ν. 3027/2002, δεν χορηγήθηκε εκ νέου το ένδικο επίδομα με το γενικό τρόπο που αναφερόταν στο άρθρο 49 του ν. 2413/1996, αφού δεν γίνεται κανένας λόγος για αναβίωση των επιδομάτων που είχαν καταργηθεί με το ν. 2470/1997, μεταξύ των οποίων ήταν και το συγκεκριμένο. Άλλωστε και από το περιεχόμενο της εισηγητικής εκθέσεως του νόμου αυτού προκύπτει, σαφώς, η μη αναβίωση του ως άνω ενδίκου επιδόματος, αφού σ' αυτήν αναφέρεται ότι η ως άνω προσθήκη τίθεται για να λυθεί η διχογνωμία που υπήρξε στο παρελθόν ως προς αν το νοσηλευτικό προσωπικό των ιδρυμάτων αρμοδιότητας του ΥΠΕΠΘ δικαιούταν ή όχι το επίδομα του άρθρου 10 παρ.12 του ν. 2327/1995, κατά το χρόνο που αυτό ίσχυε (ΑΠ 257, 258/2014, ΑΠ 432/2010). Αργότερα στο άρθρο 17 παρ.4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ" (πριν την αντικατάσταση και αναρίθμηση που έγινε με το άρθρο 7 του ν. 3833/2010), ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους εκπαιδευτικούς και λοιπό προσωπικό που συμμετέχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών και ειδικών εξετάσεων ή άλλης διαδικασίας εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση και την έκδοση των αποτελεσμάτων επιλογής, καθώς και στις εξετάσεις ιδιωτικών, Γενικών και Τεχνικών Επαγγελματικών Λυκείων και τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών και στις αναβαθμολογήσεις γραπτών δοκιμίων μαθητών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Με όμοια απόφαση καθορίζεται εφάπαξ αμοιβή για το διοικητικό προσωπικό του ΥΠΕΠΘ που συμμετέχει στις ανωτέρω διαδικασίες". Κατόπιν της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκαν: α) η 2/24945/0022/10-05-2004 ΚΥΑ, με την οποία χορηγήθηκε η εφάπαξ αμοιβή στο διοικητικό προσωπικό της Κεντρικής και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ για τη συμμετοχή και υποστήριξη των Γενικών Εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, β) η 2/44250/0022/08-11-2004 ΚΥΑ, με την οποία χορηγήθηκε αποζημίωση στο διοικητικό προσωπικό του Οργανισμού Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ), που συμμετέχει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην υποστήριξη των γενικών ή ειδικών εξετάσεων ή λοιπών διαδικασιών επιλογής υποψηφίων για την τριτοβάθμια πανεπιστημιακή εκπαίδευση, γ) η 2/36779/ 0022/14-07-2005 ΚΥΑ, με την οποία χορηγήθηκε εφάπαξ αμοιβή στο διοικητικό προσωπικό της Σιβιτανίδειου Δημόσιας Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων (ΣΔΤΕ) για τη συμμετοχή του στη διεξαγωγή και υποστήριξη των Γενικών Εξετάσεων στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ, δ) η 2/11596/002 ΚΥΑ, με την οποία χορηγήθηκε εφάπαξ αμοιβή στους διοικητικούς υπαλλήλους της Ανώτατης Σχολής Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΑΣΠΑΙΤΕ) για τη συμμετοχή τους στη διεξαγωγή και υποστήριξη των Γενικών (Εισαγωγικών Εξετάσεων) στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ και ε) Η Φ.1/Α/825/89269/IΒΥ.Α του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με την οποία χορηγήθηκε εφάπαξ αμοιβή στο διοικητικό προσωπικό των Γενικών Αρχείων του Κράτους για τη συμμετοχή του στη διεξαγωγή και υποστήριξη των Γενικών Εξετάσεων στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ. Το κύρος των ως άνω υπουργικών αποφάσεων, όμως, πλην της πρώτης που αφορά στο διοικητικό προσωπικού της Κεντρικής και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ, για το οποίο γίνεται, ρητώς, λόγος στην εξουσιοδοτική διάταξη του δευτέρου εδαφίου του ως άνω άρθρου 17 παρ.4 του ν. 3205/2003, είναι αμφίβολο. Πράγματι, για "διοικητικό προσωπικό" γίνεται λόγος μόνο σε αναφορά προς το ΥΠΕΠΘ, ενώ για "λοιπό προσωπικό" γίνεται λόγος μόνο σε αναφορά προς τους εκπαιδευτικούς της εξουσιοδοτικής διάταξης του πρώτου εδαφίου, των οποίων τα καθήκοντα (οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών εξετάσεων, έκδοση αποτελεσμάτων και αναβαθμολογήσεις) περιγράφονται ειδικά και περιοριστικά και στην υποβοήθηση του έργου των οποίων και μόνο πρέπει να νοηθεί η συμβολή του "λοιπού προσωπικού". Ως εκ τούτου, οι λοιπές υπουργικές αποφάσεις έχουν εκδοθεί με υπέρβαση της παρασχεθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης και δεν μπορεί να αποτελέσουν νομοθετικό προηγούμενο που να δικαιολογεί επέκταση της σχετικής ρύθμισης σύμφωνα με την αρχή της ισότητας (πρβλ. ΟλΑΠ 16/2015, σύμφωνα με την οποία ισότητα στην παρανομία δεν νοείται).
4. Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) υπηρετούν ως διοικητικό προσωπικό του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος τεχνολογικού τομέα, με σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου δημοσίων υπαλλήλων (ν. 2470/1997). Ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 01-03-2006 έως 31-12-2008, οι ενάγοντες συμμετείχαν, με εργασία επί πλέον των λοιπών καθηκόντων τους, αλλά εντός του νομίμου ωραρίου τους, στην προετοιμασία και διεξαγωγή των ετησίων, γενικών εισαγωγικών εξετάσεων. Ότι και αυτοί, όπως άλλοι συνάδελφοί τους, ύστερα από εντολή του ΥΠΕΠΘ, είχαν την υποχρέωση να συντάξουν πρόταση ως προς τον αριθμό των εισακτέων φοιτητών στα κατ' ιδίαν τμήματα του εναγομένου. Ότι για την προετοιμασία της πρότασης, έπρεπε πρώτα να ελεγχθεί, κατά τμήμα, πόσοι φοιτητές οφείλουν και ποια από τα μαθήματά τους, να πιθανολογηθεί το ποσοστό των φοιτητών, οι οποίοι θα διαγωνισθούν επιτυχώς στις εξετάσεις και των οποίων η επιτυχία θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κενών θέσεων για την υποδοχή νέων φοιτητών, να διαπιστωθεί ποια εργαστήρια είναι ελεύθερα, ποιον αριθμό φοιτητών μπορούν να εκπαιδεύσουν και ποια θα είναι η δύναμη σε αίθουσες διδασκαλίας (δεδομένου του ότι αυτές αυξάνονται λόγω των κτιριακών επεκτάσεων του ιδρύματος) και, τέλος, να εκτελεσθούν διάφορες άλλες, συναφείς εργασίες. Ότι για να ανταποκριθούν σε όλα αυτά, οι ενάγοντες ήσαν υποχρεωμένοι να εργάζονται συμπληρωματικά, όπως και οι υπάλληλοι της κεντρικής και των περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ένδικη, εφ' άπαξ αμοιβή, σύμφωνα με τις περί ισότητας διατάξεις του Συντάγματος, διότι ενώ η αμοιβή αυτή ταυτίζεται με το επίδομα του άρθρου 10 παρ.12 του ν. 2327/1995 ως προς την αιτία της χορήγησής της, η οποία, μάλιστα, γινόταν χωρίς τη συνδρομή κάποιας πρόσθετης προϋπόθεσης (όπως π.χ. της πραγματικής συμμετοχής των δικαιούχων στη διαδικασία των γενικών εξετάσεων, που ουδέποτε ελέγχθηκε), με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.4 του ν. 2413/1997 δόθηκε μόνο στο διοικητικό προσωπικό της κεντρικής και των περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ και, κατόπιν, µε τις ως άνω υπουργικές αποφάσεις, επεκτάθηκε επιλεκτικά στους υπαλλήλους κάποιων άλλων υπηρεσιών, αλλά δεν δόθηκε στους υπαλλήλους του αναιρεσείοντος, που είναι, επίσης, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου εποπτευόμενο από το ΥΠΕΠΘ, παρά το γεγονός ότι και αυτοί συμμετείχαν στη διαδικασία των γενικών εξετάσεων, με τον τρόπο που αναφέρθηκε. Κατόπιν αυτού, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του ειρηνοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως, απέρριψε δε και την έφεση των εναγόντων, που επιδίωκαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής σε μεγαλύτερη έκταση.
5. Με τη κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (βλ. παραπάνω, αρ.2 και 3) με την εσφαλμένη εφαρμογή αυτών. Διότι, από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι το αδιακρίτως χορηγούμενο επίδομα των άρθρων 10 παρ.12 του ν. 2327/1995 και 49 του ν. 2413/1996 καταργήθηκε οριστικά με το άρθρο 10 παρ.4 του ν. 2470/1997 και ότι η εφ' άπαξ αμοιβή του άρθρου 19 παρ. 4 εδ. γ' του ν. 2470/1997 και του άρθρου 17 παρ.4 του ν. 3205/2003 δεν ταυτίζεται με το καταργηθέν επίδομα, αλλά καταβάλλεται μόνο, πέραν των εκπαιδευτικών και όσων υποβοηθούν το έργο τους, στους διοικητικούς υπαλλήλους της κεντρικής και των περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ, που συμμετέχουν στη διεξαγωγή και υποστήριξη των ετήσιων, εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Και, περαιτέρω, σε συνδυασμό με τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, τα οποία ως ουσιαστικές παραδοχές παρατέθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση και στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) αποτελούν υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου σε Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Τεχνολογικού Τομέα, ήτοι σε εργοδοτικό φορέα που ως ΝΠΔΔ εποπτεύεται μεν από το ΥΠΕΠΘ, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό και ως εκ τούτου συνιστούν διαφορετική κατηγορία εργαζομένων επί της οποίας, η μη εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρθηκαν, είναι δικαιολογημένη και δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισονομίας ή της παροχής ίσης αμοιβής για την ίδια εργασία (ΑΠ 2235/2013, ΑΠ 1578/2008). Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς μέρος με το οποίο απορρίφθηκε η από 13-1-2010 έφεση του εναγομένου και ως προς τη διάταξη αυτής περί δικαστικής δαπάνης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ (όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι, κατά εκτιθέμενα σ' αυτήν, οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί και απασχολήθηκαν σε υπηρεσία και θέσεις που δεν δικαιολογούν τη χορήγηση του αιτούμενου επιδόματος. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η από 13-1-2010 έφεση του εναγομένου, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος για όλη τη δίκη, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5012/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν.
Δέχεται την από 13-1-2010 έφεση του εναγομένου.
Εξαφανίζει την 1082/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 7-12-2008 αγωγή στο σύνολό της.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους να πληρώσουν στο αναιρεσείον τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια