Νομέας πράγματος. Κτήση, προσβολή και προστασία της νομής. Ένδικο μέσον αναιρέσεως. Για την άσκησή του και για τους επιμέρους λόγους απαιτείται έννομο συμφέρον. Πότε υπάρχει. Λόγοι από τους αρ. 1 (ΑΚ 173, 200), 11γ΄, 19 ΚΠολΔ, αβάσιμοι. Πότε ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 11γ΄ και 20. Λόγος με τον οποίο προσβάλλεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση [Επικυρώνει Εφ. Κέρκ. 68/2010]. ΑΠ 175 / 2014


Δικαστική διανομή. Το δικαίωμα για λύση της κοινωνίας ανήκει στους συγκυρίους μεταξύ των οποίων είναι και ο ψιλός κύριος. Ο επικαρπωτής προσεπικαλείται Προσεπίκληση του επικαρπωτή δεν απαιτείται αν ασκεί από κοινού την αγωγή διανομής. Ο περιορισμός της επικαρπίας στο λαχόν επέρχεται αυτοδίκαια από το νόμο και δεν χρειάζεται σχετική διάταξη του δικαστηρίου. Αίτημα της αγωγής διανομής είναι η λύση της κοινωνίας και αν θα γίνει αυτή αυτούσιας ή με πώληση δια πλειστηριασμού ανήκει στις εξουσίες του ...ΑΠ 106 / 2013

Απόφαση 175 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Θέμα
Νομή.
Περίληψη:
Νομέας πράγματος. Κτήση, προσβολή και προστασία της νομής. Ένδικο μέσον αναιρέσεως. Για την,,
άσκησή του και για τους επιμέρους λόγους απαιτείται έννομο συμφέρον. Πότε υπάρχει. Λόγοι από τους αρ. 1 (ΑΚ 173, 200), 11γ΄, 19 ΚΠολΔ, αβάσιμοι. Πότε ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 11γ΄ και 20. Λόγος με τον οποίο προσβάλλεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση [Επικυρώνει Εφ. Κέρκ. 68/2010].



Αριθμός 175/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στεφάνου.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2010 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/6/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 6/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. 
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 568§4 και 576§2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκα από πληρεξούσιο δικηγόρο, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Όπως δε προκύπτει από τις υπ' αριθμ.... /18-7-2012 και ... /19-6-2013, εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Κερκύρας … και …, αντίστοιχα, τις οποίες ο αναιρεσείων προσκομίζει και επικαλείται, ο τελευταίος επέδωσε στον αναιρεσίβλητο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η 21-11-2012 και με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή, ως δ' εκ περισσού και βεβαίωση αναβολής της συζητήσεως από την ανωτέρω δικάσιμο στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, με κλήση για τη δικάσιμο αυτή. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του κλητευθέντος, ως ανωτέρω, αναιρεσιβλήτου.

ΙΙ. Από τα άρθρα 974, 976 εδ.α', 984 παρ.1 και 989 του ΑΚ προκύπτει ότι νομέας πράγματος είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία στο πράγμα (κατοχή) και την ασκεί με διάνοια κυρίου, ότι σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα, ότι η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, και ότι ο νομέας που διαταράχθηκε παράνομα έχει δικαίωμα να εξιώσει την παύση της διατάραξης καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον, ενώ δεν αποκλείεται και αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Εξάλλου, ο κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, από τη γενική διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία δικαιούται να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, και εκείνη του άρθρου 556 του ΚΠολΔ, που ορίζει ποια πρόσωπα έχουν δικαίωμα να ασκήσουν το ένδικο μέσο της αναίρεσης, προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση αναιρέσεως και των επί μέρους λόγων της είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον, το συμφέρον δε αυτό προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων έναντι του αντιδίκου του από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλείται τον λόγο που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του για την αναίρεση της απόφασης. Τέλος, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου απορρίπτεται ως αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αρ.11 περ.γ'του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται και προβαλλόμενος είναι αβάσιμος όταν από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι.
ΙΙΙ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 24-4-1981 απεβίωσε στην … η μητέρα των ετεροθαλών (ομομητρίων) αδελφών και διαδίκων Χ. χήρα Ι. Α. το γένος Σ. και Ε. Α. , χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία δια της υπ' αριθμ. ... /16-9-1983 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Κέρκυρας Αδαμαντίνης Μανωλίδου-Κοντού, νομίμως μετεγγραμμένης. Στην εν λόγω δήλωση αποδοχής κληρονομίας, αναφέρονται αναλυτικά τα ακίνητα της κληρονομίας. Οι κληρονόμοι αυτής είχαν ήδη συντάξει το από 16-1-1982 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής των κληρονομιαίων ακινήτων και με βάση τα συμφωνηθέντα κατ' αυτό (ιδιωτικό συμφωνητικό) συνετάγη τo υπ' αριθμ. ... /16-9-1983 συμβόλαιο διανομής της ίδιας ως άνω σύμβ/φου, νομίμως μεταγεγραμμένο. Κατ' αυτό περιήρχοντο στον ενάγοντα-εκκαλούντα, Σ. Τ. , κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, μεταξύ άλλων "μία μονώροφος μετ' ισογείου ημιερειπωμένη οικία, εμβαδού 30 τ.μ., περίπου, κειμένη εντός του οικισμού του προαστίου "... " του Δήμου … γειτνιάζουσα με την κατωτέρω περιγραφόμενη οικία ιδιοκτησίας Δ. Α. (εναγομένου), περιελθούσα εις αυτόν δια των προσόντων της τακτικής και εκτάκτου χρησικτησίας, συνορευομένη γύρωθεν με ιδιοκτησίες Δ. Α. (εναγομένου), κληρονόμων Σ. Β. , κληρονόμων Ι. Γ. και κληρονόμων Σ. Ρ. ". Από την παραπάνω περιγραφή του ακινήτου που περιήλθε στον ενάγοντα-εκκαλούντα Σ. Τ. συνάγεται ότι στην κυριότητα και νομή αυτού περιήλθε εκτός της οικίας και το έμπροσθεν αυτής ακάλυπτο τμήμα ακινήτου που ονομάζεται "... ", ως εκ του ότι υφίσταται στο χώρο αυτό από αιώνος κληματαριά, επιφανείας περίπου 24,23 τ.μ.. Η κρίση αυτή στηρίζεται στο ότι αναφέρεται μεν στο διανεμητήριο ως άνω συμβόλαιο ότι ο ενάγων Σ. Τ. λαμβάνει μια μονώροφο οικία, πλην όμως εάν δεν περιέρχονταν σ' αυτόν και ο ακάλυπτος χώρος έπρεπε κατ' αναλογίαν να ορίζεται στο συμβόλαιο αυτό ότι η μονώροφος αυτή οικία συνορεύει με το επίδικο τμήμα, ήτοι τον χώρο "... ", και δεν θα αναγραφόταν στο ίδιο συμβόλαιο ότι συνορεύει με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Β. . Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η παρεμβολή της "... " μεταξύ της οικίας του ενάγοντος Σ. Τ. και της ιδιοκτησίας κληρονόμων Σ. Β. αποτυπώνεται τόσο στο από 5-8-2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Σ. Κ., όσο και στο από Νοεμβρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου Δ. Κ. . Τα ως άνω επιρρωνύονται και από το γεγονός ότι στο συμβόλαιο διανομής και στην αποδοχή κληρονομίας που προαναφέρθηκαν δεν περιγράφεται ο χώρος της "... " ως αυτοτελές κληρονομιαίο ακίνητο και αντικείμενο της συνολικής διανομής. Εάν ο χώρος αυτός αποτελούσε αυτοτελές περιουσιακό στοιχείο και όχι συνοδευόμενος χώρος της οικίας που έλαβε ο ενάγων Σ. Τ. , ασφαλώς ο εναγόμενος θα τον συμπεριλάμβανε τον χώρο αυτό, ως ιδιαίτερο κληρονομιαίο στοιχείο, ενόψει μάλιστα του ότι αυτός μόνος συμβλήθηκε στην δήλωση αποδοχής κληρονομίας, εκπροσωπώντας και τον ενάγοντα Σ. Τ. δυνάμει του ... /13-9-1983 πληρεξουσίου της ιδίας συμβ/φου, και κατά την αναφορά στη δήλωση αυτή των κληρονομιαίων ήτο λίαν εμπεριστατωμένη και σαφής η περιγραφή αυτών (κληρονομιαίων ακινήτων). Σε κάθε δε περίπτωση στο προηγούμενο ιδιωτικό συμφωνητικό και στο ακολουθούμενο συμβόλαιο διανομής θα αναφέρονταν ο χώρος αυτός της "... ς" ως αυτοτελές κληρονομιαίο και προς διανομή περιουσιακό στοιχείο, ενόψει και της αξίας του. Εξ ετέρου αποδείχθηκε ότι ο ενάγων- εκκαλών Σ. Τ. αμέσως μετά την ως άνω διανομή επιλήφθηκε της νομής τόσο της οικίας όσο και του τμήματος της ... ς, αποτελούσης έκτοτε την αυλή της οικίας του έμπροσθεν και ασκούσε επί του χώρου αυτού φυσική εξουσία και καλλιεργώντας σ' αυτόν κηπευτικά, καλλωπιστικά άνθη, τοποθετώντας γλάστρες με φυτά και αναπτύσσοντας τραπέζι και καρέκλες προς διημέρευση τους θερινούς μήνες. Το εύρος του χώρου αυτού, του επονομαζόμενου "... ", εξικνείτο προς την πλευρά της ιδιοκτησίας του εναγομένου μέχρι τη βάση του εξωτερικού τοίχου της οικίας αυτού και της εξωτερικής πλευράς του τοιχίου αυτού (εναγομένου). Ουδέποτε ο εναγόμενος διενήργησε πράξεις νομής στο μέρος της αυλής (... ς) του ενάγοντος, ούτε και επί τμήματος αυτού μήκους 4 μέτρων και πλάτους 1 μέτρου που εφάπτεται του εξωτερικού τοίχου της οικίας του και του μανδροτοίχου. Κατά χάριν και προς διασφάλιση της μη διαβρώσεως της θεμελιώσεως της οικίας και του μανδροτοίχου του, επετράπη σ'αυτόν, λόγω των καλών σχέσεών τους τότε, από τον ενάγοντα να τσιμεντοστρώσει την λωρίδα αυτή, για να μην καταλήγουν ύδατα στη θεμελίωση αυτών (τοίχου και οικίας). Αντίθετα και επί της τσιμεντοστρωμένης αυτής εδαφικής λωρίδας ο ενάγων είχε αναπτύξει γλάστρες με καλλωπιστικά φυτά και έκανε χρήση αυτής με διάνοια κυρίου. Κατά συνέπεια και επί της επιδίκου αυτής τσιμεντοστρωμένης εδαφικής λωρίδος αποκλειστικός νομέας και κάτοχος ήταν ο ενάγων. Κατ' ακολουθίαν απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός του εναγομένου-εκκαλούντος ότι αυτός τυγχάνει κύριος και νομέας της εδαφικής αυτής λωρίδος των 4 τ.μ. (1Χ4 μέτρα). Και ενώ δέχεται η εκκαλουμένη ότι την εδαφική αυτή λωρίδα ενέμετο και διακατείχε ο ενάγων συνεχώς από της καταρτίσεως του διανεμητηρίου συμβολαίου μέχρι την άσκηση των προσβλητικών μέσων της νομής του ενάγοντος από τον εναγόμενο, στη συνέχεια αποδέχεται ότι κύριος αυτής της εδαφικής λωρίδος τυγχάνει ο εναγόμενος, θεωρώντας ότι εκρίθη τούτο με δύναμη δεδικασμένου δια της υπ' αριθμ. 88/2002 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας και μετά ταύτα απορρίπτει τα αγωγικά αιτήματα για αναγνώριση του ενάγοντος ως νομέα αυτής και την απομάκρυνση του κλιματιστικού άνωθεν της λωρίδος αυτής και την απαγόρευση κάθε μελλοντικής διαταράξεως του ενάγοντος-νομέως αυτής από τον εναγόμενο. Όμως, εκ της επισκοπήσεως του σκεπτικού και διατακτικού της υπ' αριθμ. 88/2002 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας, ουδέν δεδικασμένο παράγεται ως προς την κυριότητα και νομή της επιδίκου εδαφικής λωρίδος, καθόσον ουδόλως αναφέρεται στην απόφαση αυτή η συγκεκριμένη εδαφική λωρίδα, αλλά άλλη εδαφική λωρίδα, πλησίον της επιδίκου. Κατ' ακολουθίαν έσφαλε ως προς τούτο το σημείο η εκκαλουμένη και θα πρέπει να εξαφανισθεί κατά παραδοχή ως του συναφούς λόγου της εφέσεως του ενάγοντος, διακρατουμένης δε της υποθέσεως και δικάζοντας επί της αγωγής θα πρέπει να γίνει δεκτή κατά το σκέλος αυτό και να αναγνωρισθεί ο ενάγων νομέας της επιδίκου αυτής εκτάσεως. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος εκκαλών Δ. Α. την 26-7-2007, όλως αυθαιρέτως και παρανόμως και παρά τις διαμαρτυρίες του ενάγοντος-εκκαλούντος Σ. Τ. υ, εγκατέστησε στον εξωτερικό τοίχο της οικίας του, προς την πλευρά της αυλής του ενάγοντος, ήτοι άνωθεν της επιδίκου εδαφικής λωρίδος, κλιματιστικό και σωλήνα απορροής των υγρών του στο χώρο αυτό, προσβάλλοντας ούτω το δικαίωμα του ενάγοντος κατά την ενάσκηση πράξεων νομής επί του χώρου αυτού. Κατ' ακολουθίαν θα πρέπει να παύσει η προσβολή της νομής του ενάγοντος επί του χώρου αυτού δια της απομακρύνσεως της εγκαταστάσεως αυτής του εναγομένου άνωθεν της επίδικου εδαφικής λωρίδος και να απαγορευθεί σ'αυτόν (εναγόμενο) κάθε μελλοντική πράξη διαταράξεως του δικαιώματος αυτού του ενάγοντος επί της επιδίκου εκτάσεως, δι' απαγγελίας χρηματικής ποινής μόνον, ενόψει του ότι θεωρείται η επιβολή αυτή ικανή και ανάλογος προς την προσβλητική πράξη, για να αποτρέψει στο μέλλον ενέργεια πράξεων διαταρακτικών του εν λόγω δικαιώματος του ενάγοντος, της απαγγελίας και προσωπικής κρατήσεως κατ' αυτού θεωρούμενης υπερβολικής και αναντιστοίχου.
Συνεπώς, απορρίπτοντας η εκκαλουμένη και το αγωγικό αυτό αίτημα, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, με την αιτιολογία ότι η επίδικος εδαφική λωρίδα ανήκει κατά κυριότητα στον εναγόμενο, έσφαλε και θα πρέπει να εξαφανισθεί, κατά παραδοχή, ως βάσιμου κατ' ουσίαν, του συναφούς λόγου της εφέσεως του ενάγοντος, διακρατουμένης δε της υποθέσεως και δικάζοντας επί της αγωγής κατά το σκέλος τούτο, θα πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως προς τούτο και να διαταχθεί η άρση της προσβολής και η απαγόρευση στο μέλλον διαταράξεως της νομής του ενάγοντος επί της επιδίκου εδαφικής λωρίδος επ' απειλή μόνον χρηματικής ποινής, όπως στο διατακτικό. Περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά την διάρκεια εγκαταστάσεως του κλιματιστικού του στην εξωτερική πλευρά της οικίας του και άνωθεν της επιδίκου εδαφικής λωρίδος, ο ενάγων, λόγω των αντιρρήσεων του εναγομένου και συνεπεία εκνευρισμού του (εναγομένου), απέρριψε βίαια την 16-7-2007 τις τέσσερις γλάστρες με καλλωπιστικά φυτά που είχε τοποθετήσει στον επίδικο χώρο ο ενάγων, τις οποίες γλάστρες και κατέστρεψε παντελώς. Ρίχνοντας αυτές στον υπόλοιπο χώρο της αυλής του ενάγοντος, κατέστρεψε το υπάρχον εκεί τραπέζι και τρείς καρέκλες, καθώς και 13 γλάστρες με καλλωπιστικά φυτά, προκαλώντας έτσι παράνομα και ηθελημένα ζημία στον ενάγοντα, συνολικού ύψους 500 ευρώ. Επομένως υπόχρεος στην αποζημίωσή του τυγχάνει ο εναγόμενος. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι η συνολική ζημία του ενάγοντος εκ της αιτίας αυτής ανέρχεται στο ποσό των 40 ευρώ, έσφαλε στο σημείο αυτό κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και θα πρέπει να εξαφανισθεί, κατά μερική παραδοχή, ως κατ' ουσίαν βάσιμου, του συναφούς λόγου της εφέσεως του ενάγοντος, διακρατουμένης δε της υποθέσεως και δικάζοντας επί της αγωγής κατά το σκέλος της αυτό, θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 500 ευρώ, για την εν λόγω αιτία. Ωσαύτως από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι λόγω των έντονων διαμαρτυριών του ενάγοντος, κατά το στάδιο εγκαταστάσεως του κλιματιστικού από τον εναγόμενο, ο τελευταίος τον εξύβρισε και τον προπηλάκισε, λόγω δε της εντάσεως που δημιουργήθηκε, αναιτίως για τον ενάγοντα και υπαιτίως για τον εναγόμενο, ο ενάγον υπέστη ρινορραγία. Συνεπεία της ως άνω σωματικής βλάβης του και της μειώσεως της τιμής και υπολήψεώς του εκ της εξυβρίσεώς του από τον εναγόμενο, αλλά και εκ της όλης και διαρκούς συμπεριφοράς του εναγομένου, κατά την εγκατάσταση και λειτουργία του κλιματιστικού, που δημιούργησε σοβαρές οχλήσεις στον ενάγοντα κατά την ενάσκηση της νομής της αυλής του, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη (....)". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, και α)αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο νομέα "μιας παλαιάς μονωρόφου μετ'ισογείου οικίας, εμβαδού της οικίας τριάντα (30) τετρ.μέτρων, μετά του έμπροσθεν αυτής μικρού ακάλυπτου χώρου εμβαδού είκοσι πέντε (25) περίπου τετρ.μέτρων, επονομαζομένου χώρου "... ς", οριοθετουμένου προς Βορράν με οικία εναγομένου - εφεσιβλήτου και εξικνουμένης κατά την πλευράν της αυλής αυτής μέχρι του εξωτερικού Νοτίου τοίχου της οικίας του εναγομένου - εφεσιβλήτου, συμπεριλαμβανομένης στο χώρο αυτό της αυλής του ενάγοντος - εκκαλούντος και της τσιμεντοστρώτου εδαφικής λωρίδος διαστάσεων 1 μέτρο πλάτους Χ 4 μέτρα μήκος περίπου, προς ανατολάς με (...)", β)υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να αφαιρέσει το ειρημένο κλιματιστικό μηχάνημα από τον εξωτερικό τοίχο της οικίας του, άνωθεν του χώρου "... " του αναιρεσιβλήτου, απαγορεύοντάς του και κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής του αναιρεσιβλήτου επί των ως άνω χώρων, και γ)υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που ο τελευταίος είχε υποστεί από την κατά τα ανωτέρω αδικοπραξία την οποία δέχθηκε το Εφετείο ως τελεσθείσα εις βάρος του.
IV. Υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως και ασκήσεως της νομής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, όχι δε του αναιρεσείοντος, επί του επιδίκου ακάλυπτου χώρου ("... ") της οικίας του αναιρεσιβλήτου, συνολικού εμβαδού, κατά την αναιρεσιβαλλομένη, 25 τ.μ. περίπου (24,23 τ.μ.), στον οποίο περιλαμβάνεται και η αναφερόμενη εδαφική λωρίδα, εμβαδού 4 τ.μ. (1Χ4μ.), οι οποίες αιτιολογίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής εκ μέρους του Εφετείου των προαναφερθεισών (ανωτ. από 
ΙΙ) ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974, 976, 984 παρ.1 και 989 του ΑΚ, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον τρίτο, από τον αρ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, και δη από το αιτητικό της σε συνδυασμό με το ιστορικό, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με αυτήν την προστασία της νομής του επί του ακαλύπτου χώρου, εμβαδού, κατά την αγωγή, 31 τ.μ., που βρίσκεται έμπροσθεν της οικίας του (αυλή), στον οποίο χώρο περιλαμβάνεται και η προρρηθείσα εδαφική λωρίδα διαστάσεων 1Χ4μ. που εφάπτεται της οικίας του αναιρεσείοντος, όπως τα ανωτέρω (ως προς το περιεχόμενο της αγωγής) δέχεται και το Εφετείο. Με τον δεύτερο, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να αναγνωρίσει ως ανωτέρω (υπό 
ΙΙΙ) νομέα τον αναιρεσίβλητο (και) της οικίας εμβαδού 30 τ.μ. χωρίς να ζητήσει τούτο ο αναιρεσίβλητος, αλλά και της εδαφικής λωρίδας διαστάσεων 1Χ4μ. που προαναφέρθηκε και η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν περιλαμβάνεται στο αγωγικό αίτημα ως μέρος του επίδικου ακάλυπτου χώρου (αυλής) του αναιρεσιβλήτου, επιδίκασε (το Εφετείο) περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ως προς μεν το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε προκύπτει έννομο συμφέρον του για την προβολή της ανωτέρω πλημμέλειας ως προς την αναγνωρισθείσα πράγματι, ως δ' εκ περισσού, νομή του αναιρεσιβλήτου επί της οικίας, την οποία, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ο αναιρεσείων ουδέποτε αμφισβήτησε, ώστε να υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη αναγνώριση που να δικαιολογεί το έννομο συμφέρον για την προσβολή της, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού και όπως προαναφέρθηκε η επίδικη εδαφική λωρίδα των 1Χ4μ. αναφέρεται στην αγωγή ως μέρος του ακινήτου (ακάλυπτος χώρος οικίας) για το οποίο ζητήθηκε έννομη προστασία. Με τον όγδοο και υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις προρρηθείσες παραδοχές του παραβίασε τις περί συννομής διατάξεις του ΑΚ (άρθρ.994, σε συνδ.με 980 παρ.1) αφού και ο αναιρεσείων ήταν συννομέας του επίδικου ακάλυπτου χώρου, ασκώντας τη (συν-)νομή του δια του αναιρεσιβλήτου, ως αντιπροσώπου του. Ο λόγος αυτός, ως λόγος από την ανωτέρω διάταξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν δέχεται την ύπαρξη συννομής των διαδίκων στο επίδικο, κατά τα λοιπά δε ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, προσβάλλοντας την ουσιαστική και μόνον κρίση του δικαστηρίου, που δέχεται κατηγορηματικώς αποκλειστική νομή του αναιρεσιβλήτου επί του επίδικου χώρου. Τέλος, από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, επομένως και τα αναφερόμενα στον ένατο λόγο του αναιρετηρίου, και τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον λόγο αυτό, από τον αρ.11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της αιτήσεώς του είναι αβάσιμα.
V. Aπό το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός, του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, έστω και εμμέσως (ΑΠ 115/2003, 1310/2011), την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη βούληση των δικαιοπρακτούντων και παρά ταύτα δεν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που θέτουν τα άρθρα 173 και 200 του AK για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεώς τους (ΑΠ 1310/2011). Αν, αντιθέτως, το δικαστήριο δεν δέχεται την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη βούληση του δικαιοπρακτούντων και δεν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων αυτών δεν δημιουργείται ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, αφού το δικαστήριο δεν έχει, στην περίπτωση αυτή, υποχρέωση προσφυγής στις εν λόγω διατάξεις. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται oτι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλομΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει επίσης ότι το Εφετείο δεν δέχεται, ούτε και εμμέσως, την ύπαρξη κενού η αμφιβολίας ως προς τη βούληση των διαδίκων που εκφράστηκε στο προρρηθέν υπ'αριθμ.... /1983 διανεμητήριο συμβόλαιο, με το οποίο, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, περιήλθε στον αναιρεσίβλητο (και) ο επίδικος ακάλυπτος χώρος ("... "), το δε Εφετείο, με τις προρρηθείσες (ανωτ.υπό 
ΙΙΙ) αναφορές του στο συμβόλαιο αυτό προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, ως προς την ταυτότητα του επιδίκου, το οποίο και δεν παραμόρφωσε με εσφαλμένη ανάγνωσή του. Επομένως ο τέταρτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μην προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την ερμηνεία του ως άνω συμβολαίου αν και διαπίστωσε κενά και αμφίβολα σημεία ως προς εκφρασθείσα δικαιοπρακτική βούληση των μερών, παραβίασε, με την μη εφαρμογή τους, τις διατάξεις αυτές, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, στηριζόμενος και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ο δε έκτος, από τον αρ.20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, ως τέτοιος μεν λόγος είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αβάσιμος, ως προσβάλλων δε κατά τα λοιπά την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου (εκτίμηση) απαράδεκτος (άρθρ.561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
VI. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 240 και 524 παρ.1α του ΚΠολΔ η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί και δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 1154/2002, και για την ανάλογη περίπτωση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 302/2013). Επομένως, λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος προτάθηκε στο Εφετείο κατά τον ανωτέρω μη νόμιμο τρόπο είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ (εκτός αν συντρέχουν οι αναφερόμενες στο ίδιο άρθρο εξαιρέσεις).
Εν προκειμένω, με τους πρώτον, έβδομο, δέκατο και πέμπτο, από τους αριθμούς, αντίστοιχα, 8 και 14, 8, 16 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους του αναιρετηρίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο α)δεν έλαβε υπόψη την ένσταση αοριστίας της αγωγής που είχε προτείνει ο αναιρεσείων και δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, β)δεν έλαβε επίσης υπόψη τις ενστάσεις καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρ.261 του ΑΚ) και παραγραφής (άρθρ.992 του ΑΚ) ως προς την αδικοπραξία (σωματική βλάβη) που δέχθηκε το Εφετείο, τις οποίες ενστάσεις είχε ομοίως προτείνει ο αναιρεσείων, και γ)δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς την ίδια εδαφική λωρίδα από την μνημονευόμενη υπ'αριθμ.88/2002 απόφαση του ίδιου Εφετείου Κερκύρας, διαλαμβάνοντας σχετικώς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, και απέρριψε έτσι την περί του αντιθέτου ένσταση του αναιρεσείοντος. Όπως όμως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, ως εναγομένου - εφεσιβλήτου, ενώπιον του Εφετείου, ο αναιρεσείων έχει ενσωματώσει σ'αυτές τις από 19-5-2008 προτάσεις του που είχε υποβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στις οποίες περιέχονται μεταξύ των άλλων ισχυρισμών που υποβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και οι ανωτέρω ενστάσεις, με γενική και μόνον αναφορά σ'αυτές, χωρίς δηλαδή ειδική αναφορά και προσδιορισμό των ισχυρισμών που επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και τους οποίους είχε υποχρέωση να εξετάσει το Εφετείο. Η κατά τον ανωτέρω τρόπο επαναφορά των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου δεν είναι νόμιμη, κατά την έννοια των άρθρων 240 και 524 παρ.1 του ΚΠολΔ που προαναφέρθηκε, κατά συνέπειαν δε οι ειρημένοι πρώτος, έβδομος, δέκατος και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι.
VII. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 10-6-2010ν αίτηση του Δ. Α. για αναίρεση της υπ'αριθμ.68/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2013. 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

Σχόλια