ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ




ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Ν. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 3η έκδοση, 2007, σελ. 16-17, 279-280, 341-342, 349-353, 358.
2) Ν. Ανδρουλάκης, Αιτιολογία και Αναιρετικός Έλεγχος ως Συστατικά της Ποινικής Απόδειξης, 1998, σελ. 95-98.
3) Θ. Δαλακούρας, Ποινική....
Δικονομία, Βασικά ζητήματα της ποινικής δίκης για ανακριτικούς υπαλλήλους, Τόμος Β΄, 2007, σελ. 177-189.
4) Θ. Δαλακούρας, Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι : θεωρητικά πρότερα και νομολογιακά ύστερα, 1998.
5) Α. Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 4η έκδοση, 2011, σελ. 540-561, 739. 1027-1035.
6) Α .Καρράς, Επίτομη Ερμηνεία του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 2η έκδοση, 2005, σελ. 689, 915.
7) Λ. Μαργαρίτης, Προσωρινή κράτηση : Άρση – Αντικατάσταση, Εκδόσεις Ουσιαστικού και Δικονομικού Ποινικού Δικαίου 7, 2009.
8) Λ. Μαργαρίτης, Εμβάθυνση στην Ποινική Δικονομία, Θεωρία-Νομολογία, 2006, σελ. 107, 109-111, 143-144, 165-172, 217, 538-539, 734-736, 891, 968.
9) Λ. Μαργαρίτης, Ο νόμος 1608/1950 και οι καταχραστές δημοσίου και (παρα)τραπεζικού χρήματος, 2000, σελ. 64-68.
10) Λ. Μαργαρίτης, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο Ανηλίκων. Κριτική επισκόπηση νομολογίας, Βιβλιοθήκη «Υπεράσπισης» 3, 1994, σελ. 88.
11) Λ. Μαργαρίτης, Ποινική Δικονομία και Πράξη. Διάλογος με τη Νομολογία, 1993, σελ. 144.
12) Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 2008, σελ. 478, 569.
13) Α. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, Θεωρία-Πράξη-Νομολογία, 5η έκδοση, 2011, σελ. 367-405.
14) Χ. Σεβαστίδης, Οι νέες τροποποιήσεις του Ν.3346/2005 στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Κατ’ άρθρο ερμηνεία του Ν.3346/2005, 2005, σελ. 61.
15) Ν. Τσάκος, Η προσωρινή κράτηση, 2003.
16) Π. Τσιρίδης, Ο νέος νόμος για την επιτάχυνση της ποινικής δίκης (ν.3346/2005), 2005, σελ. 99.

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

1) Β. Αδάμπας, Παρατηρήσεις στην ΤρΔικΑνηλΒολ 15/10, Ποιν.Δικ.2011, σελ. 168.
2) Β. Αδάμπας, Παρατηρήσεις στη ΣυμβΕφΑιγ 128/10, Ποιν.Δικ.2010, σελ. 1138.
3) Ν. Ανδρουλάκης, Contra legem επιβαλλόμενες και συντηρούμενες διαδοχικές προσωρινές κρατήσεις. Μετά την αναθεώρηση του άρθρου 6 § 4 του Συντάγματος, Τιμ.Τομ.Α.Καρρά, 2010, σελ. 295.
4) Κ. Βαθιώτης, Πολύνεκρα δυστυχήματα: λόγος για αυστηρότερη τιμώρηση των αμελών; Συνηγ.2004, σελ. 482.
5) Χ. Βουρλιώτης, Η στέρηση της ελευθερίας ως μέτρο δικονομικού καταναγκασμού και τα όρια επιβολής του, Π.Χρ.2002, σελ. 395.
6) Θ. Δαλακούρας, Εφαρμογές της αρχής της αναλογικότητας από τον Έλληνα ποινικό δικαστή, ΔτΑ 2006, σελ. 123.
7) Α. Ζαχαριάδης, Σημείωση στη ΣυμβΠλημΡοδ 49/06, Αρμ.2007, σελ. 268.
8) Α. Ζαχαριάδης, Οι δικονομικές διατάξεις του νομοσχεδίου «για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και άλλες διατάξεις», Ποιν.Δικ.2005, σελ. 195.
9) Ι. Ηρειώτης, Προσωρινή κράτηση : Δικονομικό μέτρο ή προκαταβολή ποινής ; Νο.Β.2009, σελ. 1592.
10) Γ. Καλφέλης, Οι τελευταίες τροποποιήσεις στο καθεστώς της προσωρινής κράτησης – και ιδιαίτερα στο μέγεθος της επικινδυνότητας – με το Ν 3811/2009, Ποιν.Δικ.2009, σελ. 1359.
11) Κ. Κοσμάτος, Παρατηρήσεις στη ΣυμβΠλημΘεσσαλ 1320/10, Ποιν.Δικ.2011, σελ. 705.
12) Κ. Κοσμάτος, Σημείωμα στη ΣυμβΠλημΘεσσαλ 343/10, Ποιν.Δικ.2010, σελ. 687.
13) Κ. Κοσμάτος, Οι νέες τροποποιήσεις του ποινικού δικαίου των ανηλίκων με το Ν.3860/2010, Ποιν.Δικ.2010, σελ. 804.
14) Γ. Μακρής, Η προδικαστική στέρηση της ελευθερίας, Π.Χρ.2006, σελ. 100.
15) Λ. Μαργαρίτης, Διάρκεια προσωρινής κρατήσεως και έλεγχος αυτής, Ποιν.Δικ.2008, σελ. 51, 323, 1038, 1340, Ποιν.Δικ.2009, σελ. 86, 216, 637, 1015, 1304 και Ποιν.Δικ.2010, σελ. 105.
16) Λ. Μαργαρίτης, Παράταση προσωρινής κρατήσεως με δικαστική απόφαση (: άρθρο 291 παρ.1 εδ.β΄ΚΠΔ), Ποιν.Δικ.2008, σελ. 67.
17) Λ. Μαργαρίτης, Προσωρινή κράτηση : Ο με πρωτοβουλία του κατηγορουμένου τερματισμός της διάρκειας αυτής πριν από τη συμπλήρωση του ανωτάτου ορίου της, Ποιν.Δικ.2008, σελ. 187, 451, 601, 750, 877, 1056, 1206, 1359, 1491, Ποιν.Δικ.2009, σελ. 55, 189, 308, 425, 593, 722, 935, 1103, 1408 και Ποιν.Δικ.2010, σελ. 60.
18) Λ. Μαργαρίτης, Έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής για κακούργημα αποφάσεως και απών κατηγορούμενος, Ποιν.Δικ.2007, σελ. 59.
19) Λ. Μαργαρίτης, Σημείωμα στην ΠαραγγΕισαγγΕφΛαρ (Σ.Δασκαλόπουλου) 40/07, Ποιν.Δικ.2007, σελ. 852.
20) Λ. Μαργαρίτης, Προσωρινή κράτηση και έκτιση ποινής, Ποιν.Δικ.2007, σελ. 994.
21) Λ. Μαργαρίτης, Εξακολούθηση – παράταση προσωρινής κρατήσεως και δικαίωμα ακροάσεως του κατηγορουμένου, Ποιν.Δικ.2007, σελ. 1298.
22) Λ. Μαργαρίτης, Το νέο Νομοσχέδιο για την επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας : Μια πρώτη προσέγγιση, Ποιν.Δικ.2004, σελ. 1288.
23) Λ. Μαργαρίτης, Παρατηρήσεις στη ΔιατΑνακρΚερκ (Κ.Βουλγαρίδη) 72/02, Ποιν.Δικ.2003, σελ. 154.
24) Λ. Μαργαρίτης, Αίτηση περί ανακλήσεως βουλεύματος που ανακάλεσε απόλυση υπό όρο (άρθρα 107 και 110 ΠΚ), Ποιν.Δικ.2003, σελ. 161.
25) Λ. Μαργαρίτης, Παρατηρήσεις στη ΣυμβΠλημΒερ 43/03, Ποιν.Δικ.2003, σελ. 521.
26) Λ. Μαργαρίτης, Προσωρινή κράτηση : Εισαγγελική εφευρηματικότητα – Υπερασπιστική αποτελεσματικότητα – Δικαστική ισορροπία, Ποιν.Δικ.2003, σελ. 957.
27) Λ. Μαργαρίτης, Προσωρινή κράτηση και Περιοριστικοί όροι : Ανακριτική κυριαρχία και Εισαγγελική υποταγή, Ποιν.Δικ.2002, σελ. 1291.
28) Χ. Μυλωνόπουλος, Διάρκεια κράτησης επί σκοπώ εκδόσεως – Έλεγχος αυτής και αρμόδιο δικαστήριο, Π.Χρ.2010, σελ. 503.
29) Α. Παπαδαμάκης, Άρση ή αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης στη διάρκεια της ανάκρισης (άρθρο 286 παρ.2 ΚΠΔ) – Το πρόβλημα της κράτησης του αιτούντος ως προϋπόθεση του τυπικά παραδεκτού της αίτησης, Ποιν.Δικ.2003, σελ. 1108.
30) Γ. Πεπόνης, Υφ’ όρον απόλυση καταδίκων νοσούντων από σύνδρομον επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας και περιοριστικοί όροι, Ποιν.Δικ.2004, σελ. 1323.
31) Δ. Συμεωνίδης, Δικονομικές παράμετροι της συζήτησης για την οριοθέτηση ενδεχόμενου δόλου και συνειδητής αμέλειας και δυνατότητα επιβολής προσωρινής κράτησης σε περίπτωση συρροής ανθρωποκτονιών από αμέλεια (άρθρο 11 Ν.3346/2005), Ποιν.Δικ.2006, σελ. 451.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ
Απαγόρευση εξόδου από τη χώρα
ΣυμβΕφΠατρ 43/11
(Π.Χρ.2011, σελ.368)

Περίληψη
…Παραπέμπεται για την πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ’ εξακολούθησιν, σε βάρος Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή, με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος άνω των 150.000 ευρώ, ο κατηγορούμενος (εργολάβος), ο οποίος, καίτοι είχε εκχωρήσει λόγω ενεχύρου στην Εμπορική Τράπεζα (προς εξασφάλισιν των απαιτήσεών της από δάνειο με αλληλόχρεο λογαριασμό που του χορήγησε) την απαίτησή του κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας, απαίτηση η οποία αποτελούσε το σύνολο της εργολαβικής του αμοιβής από την μεταξύ τους σύμβαση έργου για την κατασκευή οδού, δεν ανήγγειλε, ως όφειλε, την εν λόγω εκχώρηση στα αρμόδια όργανα της Νομαρχίας, αποκρύπτοντας εν συνεχεία αθέμιτα από υπαλλήλους της ταμειακής υπηρεσίας αυτής, κατά τις περιοδικές εμφανίσεις του ενώπιόν της, τόσο το γεγονός της εκχώρησης της απαιτήσεώς του καθεαυτήν στην τράπεζα, όσο και την παράλειψη αναγγελίας της, με αποτέλεσμα να εισπράξει επανειλημμένως ποσά, των οποίων δεν ήταν δικαιούχος, αφού εκδοχέας της αμοιβής του δεν ήταν πλέον αυτός αλλά η τράπεζα, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η τελευταία, εφόσον ελάμβανε το σύνολο της εργολαβικής αμοιβής, θα απέδιδε ένα μέρος του ποσού στον κατηγορούμενο, μετά την αφαίρεση της απαίτησης, των τόκων και των εξόδων, ποσό το οποίο ζητά με αγωγή της. – Διατηρείται σε ισχύ, χάριν διασφαλίσεως των κατ’ αρ. 296 ΚΠΔ σκοπών, ο επιβληθείς στον κατηγορούμενο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου του από την Χώρα. – Αντίθετη εισαγγελική πρόταση: Τρόπος περάτωσης της κυρίας ανακρίσεως επί των κατ’ αρ. 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 αδικημάτων• δικαιολογητικός λόγος της σχετικής απόκλισης. – Ο Ν. 1608/1950 δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία των αναφερομένων στο αρ. 1 αυτού εγκλημάτων, αλλά επαυξάνει υπό προϋποθέσεις την ποινή και καθιστά την εκάστοτε πράξη κακούργημα. – Περί των προβλεπομένων στην ως άνω διάταξη ιδιαζόντως επιβαρυντικών περιστάσεων. – Δεν ισχύει επί βουλευμάτων, είτε πρωτοβαθμίων είτε δευτεροβαθμίων συμβουλίων, η απαγόρευση χειροτέρευσης της θέσεως του κατηγορουμένου, αρκεί να μην μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα η κατηγορία• πότε συντρέχει τέτοια περίπτωση. – Νομική φύση και στοιχεία απάτης. – Στην προκειμένη υπόθεση, η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη της απάτης φέρει πλημμεληματικό και όχι κακουργηματικό χαρακτήρα, αφού η ζημία που πράγματι επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, και την οποία και η ίδια η τράπεζα επικαλείται, ανέρχεται σε 90.236,81 ευρώ, τοσούτω δε μάλλον που και αυτό ακόμη το ποσό δεν συνδέεται στο σύνολό του αιτιωδώς με την πράξη της απάτης, δεν συνιστά δηλαδή την άμεση και αποκλειστική ζημία αυτής, καθώς, αφαιρουμένων των τόκων και προσαυξήσεων, η επελθούσα βλάβη υπολείπεται κατά πολύ αυτού• περαιτέρω, η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου πρέπει να παύσει οριστικώς, ένεκα της παρελεύσεως του προβλεπόμενου για το εν λόγω πλημμέλημα χρόνου παραγραφής, να αρθεί δε ο επιβληθείς σε αυτόν περιοριστικός όρος.

ΣυμβΕφΚερκ 1/10
(Π.Χρ.2011, σελ.296)

Περίληψη
Προϋποθέσεις εκδόσεως εισαγγελικής διατάξεως απαγορευτικής της εξόδου του καθ’ ου η ποινική δίωξη από την Χώρα κατ’ αρ. 2 εδ. β΄ του Ν. 2475/1920. – Πότε συντρέχουν οι απαιτούμενοι από την ως άνω διάταξη “λόγοι δημοσίου συμφέροντος”. – Απορρίπτεται η προσφυγή του κατηγορουμένου-αντιδημάρχου κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, με το οποίο επικυρώθηκε η διάταξη του εισαγγελέως πλημμελειοδικών περί απαγορεύσεως εξόδου αυτού από την Χώρα και επεβλήθη ο σχετικός περιοριστικός όρος, διότι α) προκύπτουν ενδείξεις ενοχής τού ως άνω κατηγορουμένου για την τέλεση των κακουργηματικών πράξεων της απιστίας περί την υπηρεσία και της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία που του αποδίδονται και β) πιθανολογείται ότι θα διαφύγει από την χώρα, κατ’ ακολουθίαν δε, και συνεκτιμωμένης της βαρύτητας των προαναφερθεισών εγκληματικών πράξεων, συντρέχουν οι αναγκαίοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που καθιστούν επιβεβλημένη την διατήρηση της επιβληθείσης απαγορεύσεως. – Κατά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, για την επιβολή της επίμαχης απαγόρευσης απαιτείται να είναι βεβαιωμένη ή πολύ πιθανή η πρόθεση του διωκομένου όχι απλώς να μεταβεί στο εξωτερικό αλλά και να μην επανέλθει προς απολογίαν, η πιθανολόγηση δε αυτή δεν πρέπει να εδράζεται στην φύση του εγκλήματος ή στις προγνωστικές ικανότητες του δικαστή αλλά σε αντικειμενικά στοιχεία, που όμως δεν φαίνεται να συντρέχουν εν προκειμένω, αφού δεν αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι είναι βέβαιος ή, έστω, σφόδρα πιθανός ο κίνδυνος φυγής του κατηγορουμένου και μη επανόδου του στην Χώρα.

ΣυμβΠλημΘεσσαλ 523/09
(Π.Χρ.2011, σελ.309)

Περίληψη
…Κηρύσσεται απαράδεκτη η ποινική δίωξη κατά του ως άνω κατηγορουμένου για την πράξη της απειλής κατά συρροή, ελλείψει υποβολής της απαιτούμενης έγκλησης, περαιτέρω δε δεν πρέπει να γίνει κατ’ αυτού κατηγορία για οπλοχρησία, καθώς το όπλο με το οποίο χτύπησε τους παθόντες δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τον λειτουργικό του προορισμό, αλλά ως οποιοδήποτε άλλο μέσο για την καταφορά των επίμαχων χτυπημάτων. – Αίρεται η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο προσωπική κράτηση και επιβάλλονται οι περιοριστικοί όροι της καταβολής εγγυοδοσίας, της απαγόρευσης εξόδου από την Χώρα και της υποχρέωσης περιοδικής εμφάνισής του στο αστυνομικό τμήμα του τόπου της κατοικίας του

Απόλυση υφ’ όρον

ΣυμβΠλημΝαυπλ 303/09
(Π.Χρ.2009, σελ.857)

Περίληψη
Ανάκληση βουλεύματος με το οποίο ανακαλείται χορηγηθείσα υφ’ όρον απόλυση. – Η παραβίαση περιοριστικού όρου, όχι εκ προθέσεως αλλά σε συμμόρφωση με οδηγία θεραπευτικού κέντρου, στο οποίο ο καθ’ ου παρακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης, συνιστά πραγματική αδυναμία αυτού για τήρηση του επιβληθέντος όρου. – Ανακαλείται το βούλευμα με το οποίο είχε ανακληθεί η αρχικώς χορηγηθείσα στον αιτούντα υφ’ όρον απόλυση, αφού η μη συμμόρφωσή του στην υποχρέωση εμφάνισης στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα ήταν αποτέλεσμα της ανελλιπούς παρουσίας του σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο του αστυνομικού τμήματος λόγω της συμμετοχής του σε θεραπευτικό πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ, πράγμα που βεβαιώνεται και από το προσωπικό αυτού. – Κατά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να μην αναβιώσει ακολούθως η υφ’ όρον απόλυση, διότι ο αιτών δεν προσκομίζει νεότερα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η αδυναμία τήρησης του προαναφερθέντος περιοριστικού όρου, λαμβανομένου υπόψιν ότι κατά την δεύτερη φάση του προγράμματος (“κοινωνική επανένταξη”), την οποία διανύει, υπάρχει η δυνατότητα απομάκρυνσης από το θεραπευτικό κέντρο, αφού αυτή δεν είναι “κλειστού τύπου” όπως η πρώτη (“θεραπεία”).

Διαμονή αιτούντος στη θεραπευτική κοινότητα
ΣυμβΕφΘρακ 39/08
(Ποιν.Δικ.2009, σελ.414)

Περίληψη

Αντικαθίσταται η προσωρινή κράτηση του αιτούντος με τους εξής περιοριστικούς όρους: α) της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, β) της ολοκλήρωσης του θεραπευτικού προγράμματος που ήδη παρακολουθεί στη θεραπευτική κοινότητα «Ιθάκη» και σε περίπτωση ενάρξεως του σταδίου της κοινωνικής επανένταξης του ανωτέρω εγκεκριμένου θεραπευτικού προγράμματος (που και αυτό αποτελεί διαδικασία θεραπείας), της παραμονής και φιλοξενίας αυτού στον ξενώνα του ΚΕΘΕΑ στη Θεσσαλονίκη, πραγματικά περιστατικά που θα βεβαιώνονται κάθε μήνα με διαβίβαση σχετικού εγγράφου προς το Α.Τ. της περιοχής διαμονής του. Οι ως άνω περιοριστικοί όροι κρίνονται ικανοί να οδηγήσουν στην πρόληψη διαπράξεως εκ μέρους του νέων εγκλημάτων και να εξασφαλίσουν ότι θα παραστεί στο Δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της εκδοθησομένης απόφασης, αφού διαφαίνεται σοβαρή και επίμονη προσπάθειά του για απεξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες.

Εγγυοδοσία
ΣυμβΠλημΘεσσαλ 14/07
(Π.Χρ.2008, σελ.753)

Περίληψη
Σε περίπτωση περάτωσης της ποινικής δίκης με αθώωση του κατηγορουμένου ή παύση (οριστική ή προσωρινή) της ποινικής διώξεως εναντίον του δι’ αποφάσεως ή βουλεύματος και για οποιονδήποτε λόγο, η εγγύηση αποδίδεται στον καταθέσαντα αυτήν, ακόμη και αν συνέτρεξε κάποια περίπτωση καταπτώσεως κατ’ αρ. 302 ΚΠΔ. – Ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίσει σχετικά με την τύχη της εγγυήσεως. – Χρόνος έκδοσης της σχετικής απόφασης. – Την απόδοση της κατ’ αρ. 497 παρ. 2 ΚΠΔ εγγυήσεως την διατάσσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην ίδια δικάσιμο που δικάζει την έφεση, ενώ όταν παραλείψει να αποφανθεί σχετικά με την τύχη της εγγυήσεως για οποιοδήποτε λόγο, αρμόδιο είναι το συμβούλιο πλημμελειοδικών. – Γίνεται δεκτή η αίτηση απόδοσης της εγγύησης.

Εισαγωγή κρατουμένου σε νοσηλευτικό ίδρυμα εκτός των φυλακών
ΣυμβΕφΑθ 1744/09
(Ποιν.Δικ.2011, σελ.319)

Περίληψη

Σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας προσωρινώς κρατουμένου, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί εντός του νοσοκομείου των φυλακών και επιβάλλεται η εισαγωγή και παραμονή του σε νοσηλευτικό, εκτός του νοσοκομείου των φυλακών, ίδρυμα, το επιλαμβανόμενο της σχετικής αίτησης Συμβούλιο μπορεί, αφενός μεν, να αντικαταστήσει την προσωρινή κράτηση (όχι αορίστως όπως είναι ο κανόνας, αλλά) για ορισμένο χρονικό διάστημα, όσο δηλαδή επιβάλλει η ασθένεια, αφετέρου δε, να θέσει τους κατάλληλους περιοριστικούς όρους και δη τέτοιους που στοιχούνται στο λόγο για τον οποίο έγινε η αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης, και που δεν είναι άλλος από τη σοβαρή ασθένεια του κρατουμένου. Στην υπό κρίση περίπτωση, η αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης έγινε μόνον ένεκα της βεβαιωμένης ασθένειας του αιτούντος και για το χρονικό διάστημα των δυόμιση μηνών, όσο δηλαδή χρονικό διάστημα απαιτεί η αντιμετώπιση της ασθένειας αυτού και συνακόλουθα οι επιβληθέντες περιοριστικοί όροι της συνεχούς παραμονής του στο νοσηλευτικό ίδρυμα, της διαρκούς επιτήρησής του κατά το χρόνο της νοσηλείας του από το ΑΤ καθώς και η απαγόρευση εξόδου του από τη χώρα (για τους οποίους και παραπονείται), εξυπηρετούν τον άνω σκοπό, και πράγματι τούτοι είναι αναγκαίοι και κατάλληλοι γι’ αυτό που τάχθηκαν να διασφαλίσουν και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα είναι μη νόμιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα.

Έφηβοι κατηγορούμενοι
ΣυμβΠλημΘεσσαλ 185/11
(Ποιν.Δικ.2011, σελ.322)

Περίληψη

Η δυνατότητα επιβολής περιοριστικών όρων σε βάρος του εφήβου κατηγορουμένου επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες είναι δυνατή η κατ’ αυτού επιβολή προσωρινής κράτησης (δηλαδή για τις πράξεις που τιμωρούνται με ποινή καθείρξεως κατ’ ελάχιστο όριο δέκα ετών) και όχι σε όλες τις περιπτώσεις που μπορούν να επιβληθούν (περιοριστικοί όροι) κατά ενηλίκων. Εν προκειμένω, η απειλούμενη στο νόμο ποινή για την πράξη της κλοπής από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια για την οποία παραπέμφθηκε να δικαστεί ο κατηγορούμενος (έφηβος), είναι κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και, συνεπώς, δεν είναι δυνατή η επιβολή περιοριστικών όρων εις βάρος του• έτσι, πρέπει να καταργηθεί η ισχύς της διατάξεως της Ανακρίτριας, με την οποία του επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της εμφανίσεώς του στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας του (αντιθ. εισαγγ. προτ.).

Παραγγελία κυρίας ανάκρισης
Εισαγγ.προτ.(Ο.Λαμπροπούλου) στη ΣυμβΠλημΠατρ 435/10
(Ποιν.Δικ.2011, σελ.324)

… Από τη διάταξη του άρθρου 246 παρ. 3 ΚΠΔ συνάγεται ότι η κύρια ανάκριση διενεργείται κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα προς τον Ανακριτή σε κακουργήματα (άρθρο 18 εδ. α΄ ΠΚ) και σε πλημμελήματα (άρθρο 18 εδ. β΄ ΠΚ), στα οποία κατά την κρίση του συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι στον κατηγορούμενο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 282 ΚΠΔ, η οποία (παραγγελία) καθ’ εαυτή αποτελεί την κίνηση της ποινικής δίωξης. Αν όμως η ποινική δίωξη έχει κινηθεί ήδη με παραγγελία τακτικής προανάκρισης, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μπορεί να απευθύνει παραγγελία προς τον Ανακριτή σε οποιοδήποτε στάδιο της προανάκρισης, εφόσον φυσικά συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις (Μαργαρίτης, «Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας», εκδ. 2008, άρθρο 246 σελ. 477, σημ. 2 επ.)…

Ποινική ευθύνη Υπουργών
ΣυμβΕφΑθ 1943/10
(Ποιν.Δικ.2011, σελ.961)

Περίληψη

Αίρεται η ανακύψασα ως προς την επιβολή ή μη προσωρινής κράτησης διαφωνία μεταξύ Εισαγγελέα Εφετών και Ανακρίτριας υπέρ της δεύτερης και επιβάλλονται περιοριστικοί όροι σε βάρος του κατηγορουμένου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα τελεσθείσα. Ειδικότερα, υπάρχουν μεν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη πράξη, ωστόσο το ότι έχει γνωστή διαμονή στην Ελλάδα, στο παρελθόν δεν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος και δεν προέβη μέχρι σήμερα σε οποιαδήποτε προπαρασκευαστική ενέργεια για να διευκολύνει τη φυγή του (αντίθετα προσήλθε οικειοθελώς ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής και κατέθεσε σχετικά με την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη αν και βρισκόταν στο εξωτερικό όπου εργαζόταν) συνιστούν γεγονότα από τα οποία δεν προκύπτει σκοπός φυγής του. Επιπλέον, από την κατά τα άνω αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν με την ιδιότητά του ως Υπουργού, δεν κρίνεται με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τέλεσης αυτής ότι ο κατηγορούμενος εάν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Και τούτο διότι δεν έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη άλλων αντικειμενικών δεδομένων που να δικαιολογούν τη συνέχιση της εγκληματικής του δραστηριότητας, δεδομένου ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος επί μακρό χρονικό διάστημα από το χρόνο τέλεσης της οικείας πράξης και συγκεκριμένα πλέον της δεκαετίας δεν έχει απασχολήσει τις αρχές για άλλη αξιόποινη πράξη, εργάζεται ως δικηγόρος διατηρώντας προς τούτο γραφείο, δεν κατέχει πλέον δημόσια θέση, ενώ δεν προκύπτει μέχρι σήμερα εκδήλωση εκ μέρους του οποιασδήποτε αξιόποινης συμπεριφοράς στο πλαίσιο της επαγγελματικής, οικογενειακής και εν γένει κοινωνικής του ζωής (αντιθ. εισαγγ. προτ.).

Υποχρέωση εμφανίσεως στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας ή διαμονής
ΣυμβΠλημΑθ 3297/09
(Π.Χρ.2011, σελ.298)

Περίληψη

…Δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εις βάρος των ανωτέρω κατηγορουμένων για την πράξη του αρ. 19 παρ. 1, 3, και 10 ΚΟΚ, περί ταχύτητας και απόστασης των οχημάτων, αφού αυτή συνιστά πλέον (ήτοι μετά την αντικατάσταση του άρθρου 19 παρ. 10 ΚΟΚ με το αρ. 17 παρ. 2 του Ν. 3542/2007) διοικητική παράβαση. – Διατηρείται ο επιβληθείς σε έκαστο των κατηγορουμένων περιοριστικός όρος της εμφανίσεώς του στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του.

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΡΑΤΗΣΗ
Αναγκαιότητα επιβολής προσωρινής κράτησης
ΕΔΔΑ – Απόφαση της 18-12-2008
Υπόθεση Nerattini κατά Ελλάδας
(Ποιν.Δικ.2009, σελ.303)

Περίληψη

Το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ ( τεκμήριο αθωότητας ), δεδομένου ότι η απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σάμου που απέρριψε αίτηση του προσφεύγοντος για άρση της προσωρινής του κράτησης απηχούσε την άποψη ότι αυτός ήταν ένοχος υπεξαίρεσης αρχαιοτήτων, αδικήματος για το οποίο δεν είχε τυπικά κατηγορηθεί κατά την οικεία περίοδο. Σημειωτέον ότι για το αδίκημα αυτό ασκήθηκε συμπληρωματική ποινική δίωξη έξι μήνες αργότερα από την έκδοση της ως άνω απόφασης. Περαιτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση και του άρθρου 5 παρ.3 της Σύμβασης, δεδομένου ότι η προσωρινή κράτηση του προσφεύγοντος δεν ήταν εύλογη και αιτιολογημένη. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι οι υπόνοιες σε βάρος του προσφεύγοντος για τη διάπραξη αδικήματος σχετικά με ναρκωτικά μπορούσαν αρχικώς να δικαιολογήσουν την προσωρινή του κράτηση, δεν ήταν όμως δυνατόν να συνιστούν ένα επαρκές αιτιολογικό έρεισμα για τη διατήρησή του υπό κράτηση καθ’ όλη την εξεταζόμενη χρονική περίοδο. Επίσης, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών δεν παρείχε εξηγήσεις για ποιο λόγο εναλλακτικά μέσα δε θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την παρουσία του προσφεύγοντος στη δίκη, ούτε και γιατί, σε περίπτωση που ο προσφεύγων είχε απολυθεί προσωρινώς, η δίκη του δε θα είχε ακολουθήσει την προβλεπόμενη κατάλληλη πορεία

Αναίρεση

ΣυμβΑΠ 879/11
(Τ.Ν.Π. Δ.Σ.Α.)

… Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος είτε οριστικού, είτε προδικαστικού ή παρεμπίπτοντος, επομένως και εκείνου που παρατείνει ή δεν παρατείνει την προσωρινή κράτηση κατηγορουμένου επί εξάμηνο ακόμη, μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την έκδοση και για οιοδήποτε λόγο από εκείνους που προβλέπονται στο άρθρο 484 του ΚΠΔ, όπως και για έλλειψη της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Το δικαίωμα αυτό του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ζητεί την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, δηλαδή και εκείνων των βουλευμάτων, που δεν παρέχεται από τον ΚΠΔ αντίστοιχο δικαίωμα στον κατηγορούμενο, μετά την κατάργηση του άρθρου 482,με το άρθρο 34 του Ν. 3904/2010, αιτιολογείται, διότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 88 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και από άλλες διατάξεις του ΚΠΔ, (άρθρα 464, 475 παρ. 2, 505 παρ. 2), ο εισαγγελέας, ως ισόβιος δικαστικός λειτουργός, ασκεί εξουσία με την ιδιότητά του αυτή, δηλαδή λειτουργεί ως αμερόληπτο όργανο της δικαιοσύνης, που βοηθεί τον δικαστή στη διάγνωση της αλήθειας και την απονομή του δικαίου και δεν εξομοιώνεται ούτε ταυτίζεται με διάδικο, σε κάθε δε περίπτωση δεν θεωρείται αντίδικος του κατηγορουμένου. Επομένως, η ένδικη με αριθμό 18/4-5-2011 έκθεση αναιρέσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του 807/28-4-2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αυτό αποφάνθηκε, πλην άλλων, και τη μη παράταση της προσωρινής κράτησης των τριών κατηγορουμένων Ε. Σ., Χ. Κ. και Σ. Ν., επί ένα εξάμηνο ακόμη, πέραν του έτους μέχρι τη συμπλήρωση του ανωτάτου ορίου των 18 μηνών και αντικατέστησε με περιοριστικούς όρους, όσον αφορά τους δύο πρώτους, την προσωρινή κράτηση που είχε επιβληθεί σε όλους με εντάλματα της Ανακρίτριας του 19ου τακτικού τμήματος πλημμελειοδικών Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Το εκ μέρους του κατηγορουμένου Χ. Κ. υποβληθέν, με έγγραφο υπόμνημά του, κατατεθέν στο γραμματέα του παρόντος Συμβουλίου του Αρείου Πάγου την 13-5-2011 αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου περί του οποίου η προπαρατεθείσα εισαγγελική πρόταση πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτο γιατί υποβλήθηκε μετά τη γενόμενη την 11-5-2011, σε Συμβούλιο, συζήτηση της ένδικης υποθέσεως, αφορώσας αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά βουλεύματος και επομένως υποβληθέν μετά την προφορική ανάπτυξη της προτάσεως του αρμοδίου Εισαγγελέα του Συμβουλίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 282 παρ. 3 του ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 24 παρ.1 του Ν. 3811/2009, "προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί για περιοριστικούς όρους - εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι οι τελευταίοι δεν επαρκούν - εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μόνο αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής, εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Εάν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στο νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης". Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 287 του ΚΠΔ, ορίζονται: "1. Αν η προσωρινή κράτηση διαρκέσει έξι μήνες, το δικαστικό συμβούλιο αποφαίνεται με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμά του, αν πρέπει να απολυθεί ο κατηγορούμενος από τις φυλακές ή να εξακολουθήσει η προσωρινή κράτησή του. . .
2. Σε κάθε περίπτωση έως και την έκδοση της οριστικής απόφασης, η προσωρινή κράτηση για το ίδιο έγκλημα δεν μπορεί να υπερβεί το έτος. Σε εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις η προσωρινή κράτηση μπορεί να παραταθεί για έξι το πολύ μήνες με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα: α) του συμβουλίου εφετών, αν η υπόθεση εκκρεμεί σε αυτό ύστερα από έφεση κατά βουλεύματος ή έχει εισαχθεί στο ακροατήριο του εφετείου ή του μικτού ορκωτού δικαστηρίου ή αν το συμβούλιο αυτό είναι αρμόδιο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό . . . και 4. Όσα αναφέρονται στην παρ. 5 του άρθρου 285 και στο άρθρο 282 για την επιβολή περιοριστικών ή άλλων όρων, εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις του άρθρου αυτού. Τέλος, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκτείνεται σε όλα χωρίς εξαίρεση τα βουλεύματα, ανεξάρτητα αν αυτά είναι οριστικά ή παρεμπίπτοντα, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου που τα εξέδωσε. Ειδικότερα το βούλευμα που δεν παρατείνει την προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου, αλλά την αίρει ή την αντικαθιστά με περιοριστικούς όρους, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένο, δηλαδή να προκύπτει από την αιτιολογία του ότι το συμβούλιο που το εξέδωσε έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και να περιέχει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων που ορίζονται από το νόμο για την επιβολή της προσωρινής κρατήσεως, κατά το χρόνο της εν λόγω παρατάσεως. Όταν δε ο κατηγορούμενος παραπέμπεται για κακουργήματα που απειλούνται με ισόβια ή με πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη, πρέπει επί πλέον να εκθέτει και να αιτιολογεί ειδικά ότι ο κατηγορούμενος που θα αφεθεί ελεύθερος δεν είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα με βάση συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εγκλημάτων για τα οποία υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του…

… Με τις παραδοχές του όμως αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο 807/2011 βούλευμά του την απαιτούμενη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σχετικά με τη μη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων, που προαναφέρθηκαν, για την επί εξάμηνο ακόμη, πέραν του έτους, παράταση της προσωρινής κρατήσεως, που είχε επιβληθεί και στους παραπάνω τρεις κατηγορουμένους. Η πιο πάνω αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι ελλιπής, διότι δεν εκτίθενται σε αυτό πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και τη διαδικασία, από τα οποία το Συμβούλιο κατέληξε στην κρίση ότι οι εν λόγω τρεις κατηγορούμενοι δεν είναι πολύ πιθανό ότι θα διαπράξουν και στο μέλλον άλλα ανάλογα εγκλήματα, ενόψει των χαρακτηριστικών, ως προς τα κίνητρα και τον τρόπο εκτελέσεως των ανωτέρω σοβαρών κακουργημάτων, που απειλούνται με ισόβια και πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη. Περαιτέρω, το προσβαλλόμενο βούλευμα, 1) αναφέρει ως λόγους της μη παράτασης τη μη συνδρομή των στοιχείων του άρθρου 282 παρ.3 του ΚΠΔ, που ήσαν γνωστά τόσο όταν διατάχθηκε η κράτησή τους, όσο και όταν διατάχθηκε η εξακολούθηση της, ενώ αγνοεί και δεν αιτιολογεί την έλλειψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των πράξεων που αποδίδονται στους κατηγορουμένους με βάση τα οποία διατάχθηκε η προσωρινή κράτηση τους ώστε να αποτραπεί η περαιτέρω εγκληματική τους δράση Β) δεν αιτιολογεί τους λόγους μη πιθανής νέας εγκληματικής δραστηριότητας των κατηγορουμένων παρά το ότι αποδέχεται την εισαγγελική πρόταση όσον αφορά τους λοιπούς τρείς κατηγορουμένους, όπου αναφέρονται αναλυτικά και με σαφήνεια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εγκληματικής δράσης, όλων 2)αποδέχεται ως λόγο μη παράτασης της προσωρινής κρατήσεως του κατηγορουμένου Ε. Σ. τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει χωρίς να αιτιολογεί γιατί τα προβλήματα αυτά υγείας που υπάρχουν από το 2001 και χωρίς πρόσφατη επιβεβαίωση ή επιδείνωση : α) δεν απέτρεψαν τον ίδιο να εμπλακεί στην παραπάνω πολύπλοκη, μακροχρόνια και εξαιρετικής βαρύτητας εγκληματική δραστηριότητα β) δεν θα τον αποτρέψουν από νέα αντίστοιχη μελλοντική εγκληματική δράση και γ) δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν είτε στο Νοσοκομείο των Κρατουμένων είτε σε άλλα κρατικά νοσοκομεία. Συνεπώς είναι βάσιμοι ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ΄του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως και πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή ως βάσιμη, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ.1 και 519 ΚΠΔ)...

ΣυμβΑΠ 450/11
(Τ.Ν.Π. Δ.Σ.Α.)

… Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α ΚΠΔ "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/ 2003 "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ... και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 285, 286, 287 παρ. 2 και 5, 288 και 291 του ίδιου Κώδικα, που προβλέπουν τη δυνατότητα προσφυγής κατά του εντάλματος για την προσωρινή κράτηση, τη διάρκεια (εξακολούθηση και παράταση) της προσωρινής κρατήσεως και την αντικατάσταση αυτής, μετά το παραπεμπτικό βούλευμα, με περιοριστικούς όρους, και πώς επιλύεται κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση ως προς την παράταση ή τη συμπλήρωση των ανώτατων ορίων της προσωρινής κράτησης, προκύπτει ότι το βούλευμα που αποφαίνεται επί της προσφυγής ή επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για την άρση ή την αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως με περιοριστικούς όρους ή την αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με άλλους, δεν υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 906/ 2010, 2061/ 2009, 1047/ 2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον ... βουλεύματος για το οποίο δεν προ βλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση ... του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Η άνω αίτηση αναιρέσεως της Κ. Μ., που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, στρέφεται κατά του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών μόνο κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτό η από 25-12-2009 αίτηση της για αντικατάσταση με περιοριστικούς όρους της προσωρινής κράτησης, που της επιβλήθηκε με το 22/ 2009 ένταλμα προσωρινής κράτησης του ειδικού Εφέτη ανακριτή και προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 287 και 288 ΚΠΔ. σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 1 του Συντάγματος, 5 παρ. 1, 3 και 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, καθώς και την έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται κατά το προαναφερόμενο μέρος του αυτοτελώς σε αναίρεση, αφού για την περίπτωση αυτή δεν προβλέπεται το ένδικο αυτό μέσο. Επομένως, η αίτηση της άνω αναιρεσείουσας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 και 513 ΚΠΔ) και πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ)…

Ανήλικοι
ΣυμβΠλημΘεσσαλ 1320/10
(Ποιν.Δικ.2011, σελ.705)

Περίληψη
Η απόφαση που επιβάλλει αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν είναι καταδικαστική, αφού τέτοια είναι η απόφαση που κηρύσσει ενοχή και επιβάλλει ποινή, στην περίπτωση δε απαγγελίας τέτοιων αναμορφωτικών μέτρων δεν γεννάται θέμα καταδίκης, έστω και αν οι δικαστικές αποφάσεις που τα επιβάλλουν καταγράφονται στο ποινικό μητρώο, σύμφωνα με το άρθρο 574 παρ. 1 περ. ε΄ ΚΠΔ. Αντικαθίσταται η προσωρινή κράτηση του αιτούντος κατηγορουμένου, δεδομένου ότι οι αποφάσεις με τις οποίες του επιβλήθηκαν αναμορφωτικά μέτρα, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «καταδικαστικές», αφού τα επιβληθέντα ως άνω αναμορφωτικά μέτρα έχουν διοικητικό χαρακτήρα, συνιστούν αυτοτελείς κατηγορίες των εννόμων συνεπειών του ποινικού δικαίου ανηλίκων, είναι μέτρα ασφαλείας sui generis ή αναπληρωματικά της ποινής και δεν υπάγονται στην αρχή της ενοχής. Περαιτέρω, δυνάμει των προαναφερθεισών αποφάσεων, ο αιτών κατηγορούμενος δεν κηρύχθηκε «ένοχος» από το δικαστήριο, αλλά τούτο αποφάνθηκε ότι αυτός «τέλεσε την πράξη» που του αποδιδόταν, με συνέπεια όλων των ανωτέρω οι αποφάσεις να μην θεωρούνται «καταδικαστικές» ή «καταδίκες», κατά την έννοια της νέας διάταξης του άρθρου 282 παρ. 3 ΚΠΔ, αφού τέτοιες είναι οι αποφάσεις που κηρύσσουν ενοχή και επιβάλλουν ποινή

Αντικατάσταση με περιοριστικούς όρους

ΣυμβΕφΘεσσαλ 131/10
(Ποιν.Δικ.2010, σελ.697)

Περίληψη

Αντικαθίσταται η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου με τους περιοριστικούς όρους της εγγυοδοσίας ποσού 5.000 ευρώ και εμφάνισής του ενώπιον του ΑΤ του τόπου κατοικίας του κάθε πρώτο 5νθήμερο του μηνός, αφενός, διότι, όπως προκύπτει από την ιατροδικαστική έκθεση, πρόκειται για άτομο εξαρτημένο στη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, αφετέρου, η πράξη για την οποία κρατείται είναι πλημμέλημα και συνεπώς δεν συγχωρείται προσωρινή κράτηση.

ΣυμβΕφΑθ 1638/09
(Νο.Β.2009, σελ.2192)

Περίληψη

Δικονομία ποινική. Προσωρινή κράτηση λόγω του κακουργήματος της παραβίασης του νόμου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η προσωρινή κράτηση για το έγκλημα αυτό δεν υπερβαίνει το έτος. Αίτηση αντικατάστασης της κράτησης με περιοριστικούς όρους. Εισάγεται αυτεπαγγέλτως από τον Εισαγγελέα στο Συμβούλιο Εφετών. Δεκτή η αίτηση αντικατάστασης λόγω συμπλήρωσης του χρόνου της προσωρινής κράτησης.

ΣυμβΕφΑθ 1292/09
(Π.Χρ.2011, σελ.221)

Περίληψη

Έννοια των “προπαρασκευαστικής φύσεως” αποφάσεων και βουλευμάτων, τα οποία είναι δυνατόν να ανακληθούν κατ’ αρ. 548 ΚΠΔ. – Απορρίπτεται η αίτηση του κατηγορουμένου, και νυν κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, περί ανακλήσεως του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, με το οποίο απερρίφθη το αίτημά του για αντικατάσταση της επιβληθείσης σε αυτόν προσωρινής κρατήσεως με περιοριστικούς όρους, παρά την έκδοση αποφάσεως του τριμελούς πλημμελειοδικείου, με την οποία αποφασίσθηκε η διακοπή εκτελέσεως της κατ’ αυτού ποινής, αφού το επίμαχο βούλευμα, ως έχον μη προπαρασκευαστικό χαρακτήρα, δεν ανακαλείται. – Κατά παγίως εδραιωθείσα άποψη, επί συμπτώσεως του χρόνου της προσωρινής κρατήσεως με τον χρόνο εκτίσεως της ποινής, η προσωρινή κράτηση αναστέλλεται ή διακόπτεται, εωσότου αποτιθεί ολοσχερώς ή παύσει για οποιονδήποτε λόγο η έκτιση της ποινής• κατ’ ακολουθίαν, ενδεχόμενη διακοπή εκτελέσεως της ποινής σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έχει ως αποτέλεσμα την αποφυλάκιση του κατηγορουμένου, καθώς προηγουμένως πρέπει να αρθεί ή να αντικατασταθεί η, εν τω μεταξύ αναβιώσασα, προσωρινή κράτηση. – Αρμοδιότητα του συμβουλίου εφετών σε περιπτώσεις όπως η ανωτέρω. – Η ύπαρξη σοβαρών προβλημάτων υγείας ή ο κίνδυνος ανηκέστου βλάβης αυτής ενδέχεται να οδηγήσουν στην άρση ή στην αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως με περιοριστικούς όρους. – Αντικαθίσταται η προσωρινή κράτηση που επεβλήθη στον κατηγορούμενο, και νυν κρατούμενο στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, με τους περιοριστικούς όρους της συνεχούς παραμονής του σε ιδιωτικό νοσηλευτικό κέντρο για νοσηλεία, της διαρκούς επιτηρήσεώς του κατά την διάρκεια της νοσηλείας του αυτής και της απαγόρευσης εξόδου από την χώρα λόγω κινδύνου ανηκέστου βλάβης της υγείας του, λαμβανομένων υπόψιν τόσο του προβλήματος υγείας που ο αιτών αντιμετωπίζει, όσο και των περιστατικών διαφυγής του από ίδρυμα όπου είχε νοσηλευθεί στο παρελθόν. – Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση του ως άνω κατηγορουμένου περί εφαρμογής του αρ. 317 παρ. 2 ΚΠΔ, διότι αφενός μεν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, αφετέρου δε δι’ αυτής καθιερώνεται δικαίωμα του εισαγγελέως και όχι του κατηγορουμένου ή των διαδίκων. – Απορρίπτεται επίσης ως απαράδεκτη η αίτηση του ίδιου κατηγορουμένου περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς του ενώπιον του συμβουλίου εφετών, αφού μια τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπεται σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη.

ΣυμβΕφΠειρ 34/09
(Π.Χρ.2009, σελ.550)

Περίληψη
Προϋποθέσεις επιβολής προσωρινής κράτησης και περιοριστικών όρων. – Απόφαση με την οποία βεβαιώνεται η ενοχή ή η αθωότητα του κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη που του έχει αποδοθεί αποτελεί οιονεί δεδικασμένο για την κρίση περί διατηρήσεως ή μη της ισχύος τού ήδη επιβεβλημένου, για την ίδια πράξη, μέτρου της προσωρινής κράτησης. – Δεκτή η αίτηση του κατηγορουμένου περί αντικαταστάσεως της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους ένεκα της προσκομίσεως από τον ίδιο μεταγενέστερης δικαστικής απόφασης με την οποία αθωώνεται για το αδίκημα της διακεκριμένης κλοπής για το οποίο εκρατείτο προσωρινά.

ΔιατΑνακρΑθ (Μ.Χρυσού) 114/11
(Π.Χρ.2011, σελ.316)

Περίληψη
Προϋποθέσεις επιβολής προσωρινής κράτησης και σκοπός επιβολής περιοριστικών όρων κατά τον ΚΠΔ. – Η προσωρινή κράτηση συνιστά επαχθές μέτρο δικονομικού καταναγκασμού, η επιβολή του οποίου είναι δυνητική και διέπεται από την αρχή της αναλογικότητας. – Συμβατότητα του ως άνω μέτρου με τις τασσόμενες εκ της διατάξεως του αρ. 5 παρ. 1 εδ. γ΄ ΕΣΔΑ εγγυήσεις. – Το δικαίωμα σιωπής του κατηγορουμένου, έκφανση του οποίου αποτελεί η απαγόρευση αυτοενοχοποιήσεώς του, συνέχεται με την κατ’ αρ. 6 της ΕΣΔΑ αρχή της δίκαιης δίκης και το τεκμήριο αθωότητας. – Προστατευτική λειτουργία του δικαιώματος σιωπής κατά την αποδεικτική διαδικασία• ειδικότερα, συναγωγή συμπερασμάτων εκ της αρνήσεως του κατηγορουμένου να δώσει σωματικά δείγματα στις αρχές (π.χ. αίμα, DNA). – Αντικαθίσταται με τους περιοριστικούς όρους της εμφανίσεως μια φορά το μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας της και της απαγόρευσης εξόδου της από τη χώρα, η επιβληθείσα στην κατηγορουμένη προσωρινή κράτηση για κακουργηματικές πράξεις τρομοκρατικού χαρακτήρα (τρομοκρατική οργάνωση, τρομοκρατική πράξη από κοινού και διακεκριμένη περίπτωση κατοχής όπλων από κοινού), αφού από τα μέχρι τούδε ευρήματα της προδικασίας δεν φαίνεται να προκύπτει (χωρίς παρά ταύτα να αποκλείεται) η σύνδεσή της με την έκνομη δραστηριότητα των συγκατηγορουμένων της, ούτε επιπλέον συντρέχει άλλος λόγος που να καθιστά απολύτως αναγκαία την συνέχιση στερήσεως της ελευθερίας της, λαμβανομένων μάλιστα υπόψιν αφενός μεν της συνεργασίας τής ως άνω κατηγορουμένης με τις αρχές, καθώς εκείνη, σε αντίθεση με τους συγκατηγορουμένους της, απολογήθηκε στον ανακριτή και παρέσχε τις αναγκαίες εξηγήσεις (ενώ η άρνησή της να δώσει δείγμα DNA εκλαμβάνεται ως “μερική σιωπή”, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να αποβεί εις βάρος της), αφετέρου δε της ομαλής οικογενειακής, κοινωνικής και εργασιακής της ζωής

ΔιατΑνακρΑθ (Ο.Φλεριανού) 643/09
(Π.Χρ.2011, σελ.474)

Περίληψη
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση του κατηγορουμένου, αστυνομικού διευθυντή της ΕΛ.ΑΣ., και ήδη προσωρινώς κρατουμένου για της πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθησιν, περί μειώσεως από τον ανακριτή του ποσού της επιβληθείσης σε αυτόν εγγυοδοσίας, αφού η μη συμμόρφωσή του με τον αμέσως εκτελεστό αυτόν περιοριστικό όρο συνεπάγεται αυτομάτως την εξακολούθηση της προσωρινής κρατήσεως, με αποτέλεσμα να είναι πλέον δυνατή η υπό του κατηγορουμένου υποβολή νέας αίτησης για άρση της προσωρινής κράτησης ή αντικατάστασή της με περιοριστικούς όρους

ΣυμβΠλημΘηβ 234/09
(Ποιν.Δικ.2009, σελ.1215)

Περίληψη

Αν και προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής της κατηγορουμένης και ήδη προσωρινά κρατούμενης στις φυλακές Κορυδαλλού για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της οπλοχρησίας, οι οποίες (σοβαρές ενδείξεις ενοχής), δεν εξασθένησαν κατά τη μέχρι στιγμής πορεία της κύριας ανάκρισης, πλην όμως από τη συνολική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν συντρέχουν οι δεσμευτικές και απαραίτητες για την εξακολούθηση του εξαιρετικού μέτρου της προσωρινής κράτησης προϋποθέσεις, αφού έχει (και είχε) γνωστή διαμονή στη Χώρα, δεν έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή της, ούτε υπήρξε κατά το παρελθόν φυγόποινος ή φυγόδικος, δεν κρίθηκε ένοχη για απόδραση ή παραβίαση περιορισμών διαμονής αλλά, αντίθετα, προσήλθε οικειοθελώς στο Τμήμα Ασφαλείας και ομολόγησε την τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης. Δεν είναι δε πιθανό, εάν αφεθεί αυτή ελεύθερη, να διαπράξει και νέα εγκλήματα, με δεδομένο ότι τα αίτια που την οδήγησαν στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη συνδέονταν αποκλειστικά με το πρόσωπο του παθόντος, η δε εγκληματική της βούληση εξαντλήθηκε στην τέλεση της απόπειρας ανθρωποκτονίας και δεν έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη άλλων αντικειμενικών δεδομένων που να δικαιολογούν τη συνέχιση της εγκληματικής της δραστηριότητας, ενόψει μάλιστα και του θανάτου του παθόντος που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της προσωρινής της κράτησης. Προκειμένου όμως να διασφαλισθεί ότι η κατηγορουμένη θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της σχετικής απόφασης, αντικαθίσταται η προσωρινή κράτηση με τους περιοριστικούς όρους της απαγόρευσης εξόδου από τη Χώρα και της εμφάνισης αυτής εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα στο ΑΤ του τόπου κατοικίας της.

Ανώτατο όριο προσωρινής κράτησης
ΣυμβΠλημΠειρ 920/07
(Ποιν.Δικ.2008, σελ.425)

Aντικαθίσταται η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου (ήδη προσωρινώς κρατουμένου στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα) με τους περιοριστικούς όρους της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της εμφανίσεώς του το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα στο Α.Τ. της κατοικίας του, διότι δεν συντρέχουν οι δεσμευτικές προϋποθέσεις του νόμου για τη διατήρησή της. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, φόνευσε μεν με ειδεχθή τρόπο τον πατέρα του, τα αίτια όμως που τον οδήγησαν στην εν λόγω πράξη συνδέονταν αποκλειστικά και μόνο με το πρόσωπο του θύματος (επρόκειτο για πατέρα μέθυσο και βίαιο, ο οποίος όχι μόνο δεν στήριζε οικονομικά τη σύζυγο και τα τέκνα του αδιαφορώντας για την ανατροφή τους, αλλά βιαιοπραγούσε και εις βάρος όλων των μελών της οικογενείας του, όταν μάλιστα την κρίσιμη ημέρα ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι που έμενε πλέον ο πατέρας του για να συζητήσουν, ο τελευταίος έβρισε τον πρώτο και τη μητέρα του, η οποία είχε πεθάνει από ισχαιμία του μυοκαρδίου συνεπεία των κακουχιών που υφίστατο από τη συμπεριφορά του θύματος), η δε εγκληματική του βούληση εξαντλήθηκε με την επίτευξη του σκοπουμένου από εκείνον αποτελέσματος, ενώ δεν έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη άλλων αντικειμενικών δεδομένων που να δικαιολογούν τη συνέχιση της εγκληματικής δραστηριότητάς του. Περαιτέρω, ως πρόσθετο κριτήριο συνεκτιμάται και το γεγονός ότι ο εν λόγω υπόδικος τελεί ήδη σε προσωρινή κράτηση για χρονικό διάστημα άνω των έξι μηνών. Συνεπώς, ενόψει των προεκτεθέντων, καταφάσκεται ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει σταθερή και ισχυρή ροπή στη διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων και είναι σαφές ότι η εξασφάλιση της παρουσίας του στο δικαστήριο, καθώς και η υποβολή του στην εκτέλεση της τυχόν εκδοθησομένης καταδικαστικής απόφασης είναι δυνατόν να επιτευχθεί μόνο με περιοριστικούς όρους (αντιθ. εισαγγ. προτ.).

Απόρριψη αίτησης άρσης ή αντικατάστασης προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους
ΣυμβΕφΛαμ 146/08
(Ποιν.Δικ.2008, σελ.1181)

Περίληψη

Απορρίπτεται η αίτηση του υποδίκου και ήδη προσωρινώς κρατουμένου για άρση ή αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους, διότι με βάση τα πραγματικά περιστατικά της προηγούμενης ζωής του και ιδίως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται (κατοχή ναρκωτικών ουσιών και εισαγωγή αυτών σε σωφρονιστικό κατάστημα) προέκυψαν κατ’ αυτού σοβαρές ενδείξεις ενοχής περί του ότι θα τελέσει και στο μέλλον νέα ομοειδή ή ετεροειδή εγκλήματα, με συνέπεια να μην εξασφαλίζεται η παρουσία του στο δικαστήριο και η εκτέλεση της ποινής που τυχόν θα του επιβληθεί. Στην περαιτέρω κράτησή του συνηγορούν όχι μόνο η ύπαρξη των σοβαρών ενδείξεων ενοχής για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, η βαρύτητα καθώς και η έντονη κοινωνική απαξία του εγκλήματος που φέρεται ότι διέπραξε αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξεως, δηλαδή ο τρόπος και οι περιστάσεις υπό από τις οποίες έδρασε. Περαιτέρω απορριπτέα τυγχάνουν και τα αιτήματα: α) γνώσης της εισαγγελικής πρότασης διότι το εν λόγω δικαίωμα ασκείται μόνο εφόσον ο Εισαγγελέας πρόκειται να εισαγάγει πρόταση στο αρμόδιο Συμβούλιο επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι επί υποβληθείσας αίτησης για αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους και β) αυτοπρόσωπης εμφάνισής του ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων και διασαφήσεων, δεδομένου ότι αυτοπρόσωπη εμφάνιση στην αίτηση άρσεως ή αντικαταστάσεως της προσωρινής κράτησης δεν προβλέπεται από καμία διάταξη νόμου.

Αρχή αναλογικότητας

ΣυμβΠλημΘεσσαλ 343/10
(Ποιν.Δικ.2010, σελ.687)

Περίληψη
Γίνονται δεκτές οι αιτήσεις των κατηγορουμένων για αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης, που τους επιβλήθηκε για τα εγκλήματα της έκρηξης, παράβασης του άρθρου 272 ΠΚ, διατάραξης της ασφαλείας των συγκοινωνιών και απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, διότι, όπως προκύπτει από τα προσωπικά και οικογενειακά χαρακτηριστικά τους (των κατηγορουμένων), μεταξύ των οποίων το λευκό ποινικό μητρώο, το ότι στο παρελθόν δεν συμμετείχαν σε τέτοιες έκνομες δραστηριότητες καθώς και το νεαρό της ηλικίας τους, δεν υφίσταται κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων. Εξάλλου, η εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης στην προκειμένη περίπτωση αντιτίθεται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και στο άρθρο 5 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (αντιθ. εισαγγ. πρότ.).

ΣυμβΠλημΛαρ 424/09
(Ποιν.Δικ.2011, σελ.39)

Περίληψη

Αντικαθίσταται η προσωρινή κράτηση του υποδίκου με περιοριστικούς όρους και διατάσσεται η απόλυσή του από το κατάστημα κράτησης Κορυδαλλού, όπου κρατείται για τις κακουργηματικής φύσεως πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, και τα πλημμελήματα της απρόκλητης σωματικής βλάβης από κοινού κατά συρροή, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας. Ειδικότερα, όσον αφορά στην κακουργηματική πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας υπάρχουν εμπειρικά διαπιστώσιμα στοιχεία που δημιουργούν ικανές αμφιβολίες για την ύπαρξη πρόθεσης ανθρωποκτονίας• περαιτέρω αυτός έχει γνωστή διαμονή, είναι έγγαμος και πατέρας ενός κοριτσιού 17 ετών, έχει λευκό ποινικό μητρώο, ενώ και μετά το συμβάν και την άσκηση ποινικής δίωξης προσήλθε αυθορμήτως στον Ανακριτή. Επομένως, υπάρχουν ερείσματα που θα τον απέτρεπαν από την επιλογή της φυγής ή της διάπραξης κακουργηματικών πράξεων

Διάρκεια προσωρινής κράτησης
ΣυμβΕφΑθ 575/09
(Π.Χρ.2010, σελ.242)

Περίληψη
Η αναγκαία προϋπόθεση της δίωξης του κατηγορουμένου για κακούργημα προκειμένου να επιβληθεί το μέτρο της προσωρινής κράτησης αναφέρεται στον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της επίμαχης πράξεως, χωρίς να ασκεί επιρροή η τυχόν συνδρομή ειδικών περιστάσεων (π.χ. ελαφρυντικών περιστάσεων, εφαρμογή του αρ. 83 ΠΚ), μειωτικών της ποινής. – Για την πέραν του έτους παράταση της προσωρινής κράτησης είναι απαραίτητη η τήρηση των προβλεπομένων στην διάταξη του αρ. 287 παρ. 2 ΚΠΔ όρων, διαφορετικά παραβιάζονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου αλλά και η διάταξη του αρ. 5 παρ. 4 της ΕΣΔΑ, γεννάται δε απόλυτη ακυρότητα. – Δεν επάγεται ακυρότητα οποιουδήποτε είδους ούτε γεννά αξίωση του κατηγορουμένου προς απόλυσιν η παραβίαση της οριζομένης στο αρ. 287 παρ. 2 στοιχ. β ΚΠΔ προθεσμίας των 25 ημερών σχετικά με την υποβολή της προτάσεως από τον εισαγγελέα στο συμβούλιο για παράταση ή μη της προσωρινής κράτησης ή η έκδοση απόφασης κατόπιν συμπλήρωσης του ανωτάτου ορίου αυτής. – Έννοια “εντελώς εξαιρετικών περιστάσεων” κατά την ως άνω διάταξη. – Πρέπει να παραταθεί η προσωρινή κράτηση του ήδη κρατηθέντος επί ένα έτος κατηγορουμένου (μεταξύ άλλων) για απόπειρα ληστείας, για ένα επιπλέον εξάμηνο, διότι, αφενός μεν η προσωρινή κράτηση παραδεκτώς επιβάλλεται εν προκειμένω, αφού η πράξη της ληστείας φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα, η δε εν αποπείρα τέλεσή της δεν επηρεάζει τον νομικό χαρακτηρισμό αυτής αλλά μόνο την επιβληθείσα ποινή, αφετέρου δε από τις συνθήκες τελέσεως της πράξης προκύπτει η συνδρομή των εντελώς εξαιρετικών περιστάσεων που αξιώνει η διάταξη του αρ. 287 παρ. 2 του ΚΠΔ.

Δικαστικά συμβούλια
ΣυμβΕφΚερκ 2/10
(Π.Χρ.2011, σελ.464)

Περίληψη
Γίνεται τυπικώς δεκτή η (ασκηθείσα διά του εισαγγελέως πλημμελειοδικών) έφεση του εισαγγελέως εφετών, κατά βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αφού αυτή ασκήθηκε παραδεκτώς, εμπροθέσμως, νομοτύπως και με την αναφορά σαφούς, ορισμένου και νομίμου λόγου ασκήσεως. – Κατά το διάστημα που μεσολαβεί από την περάτωση της κυρίας ανακρίσεως μέχρι την υποβολή της υπόθεσης στον εισαγγελέα εφετών, και ενόσω αυτή εκκρεμεί εις χείρας του εισαγγελέως πλημμελειοδικών, αρμόδιο προς επίλυσιν ζητημάτων αναφορικά με την προσωρινή κράτηση, στις περιπτώσεις όπου ορίζεται ειδικός τρόπος παραπομπής της υπόθεσης στο ακροατήριο, όπως σε εκείνες του Ν. 663/1977, είναι, κατά μία άποψη, το συμβούλιο εφετών, κατ’ άλλη δε (και ορθότερη) άποψη, το συμβούλιο πλημμελειοδικών. – Η τελευταία λύση επιρρωνύεται και από την γενικότερη παραδοχή ότι τα ιδιαιτέρως επείγοντα θέματα της προσωρινής κράτησης επιλύονται από το συμβούλιο του δικαστηρίου στο οποίο βρίσκεται η δικογραφία καθ’ ον χρόνον ανακύπτουν αυτά, παραδοχή που ακολουθείται από την νομολογία, αλλά υπαγορεύεται και από το πνεύμα των διατάξεων του ΚΠΔ, εφαρμοζομένων συνδυαστικώς (αρ. 287, 291, 307, 308, 315 ΚΠΔ). – Γίνεται (και) κατ’ ουσίαν δεκτή η ως άνω εισαγγελική έφεση κατά του βουλεύματος με το οποίο το συμβούλιο πλημμελειοδικών κήρυξε εαυτό αναρμόδιο για να αποφανθεί επί της αιτήσεως της κατηγορουμένης σχετικά με την άρση ή αντικατάσταση της προσωρινής της κράτησης, αφού η εν λόγω αίτηση υπεβλήθη μετά την περάτωση της κυρίας ανακρίσεως αλλά πάντως πριν από την υποβολή της δικογραφίας στον εισαγγελέα εφετών, ακολούθως δε αρμόδιο να κρίνει επ’ αυτής είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το συμβούλιο των πλημμελειοδικών

Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης
ΣυμβΑΠ 627/11
(Τ.Ν.Π. Δ.Σ.Α.)

…Ο εκζητούμενος με την υπό κρίση έφεση του, χωρίς να στρέφεται κατά της εγκυρότητας του εν λόγω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης διατείνεται, κατόπιν παραθέσεως γενικών παρατηρήσεων επί του νομικού πλαισίου της προσωρινής κράτησης (αρθρ. 282 ΚΠΔ), ότι η προσβαλλόμενη 19/2011 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών αβάσιμα απέρριψε το αίτημα του περί άρσεως της προσωρινής του κράτησης, καθόσον οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται με βάση το ισχύον νομικό, ποινικό πλαίσιο της χώρας από την οποία εκζητείται, δηλαδή του Σουηδικού Κράτους, είναι πλημμέλημα, για το οποίο δεν συγχωρείται προσωρινή κράτηση και εξ αυτού έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος και μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκδόσεως του στη Σουηδία, αφού έχει γνωστή διαμονή και δεν είναι ύποπτος φυγής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το σχετικό αίτημα του δεν ερευνήθηκε στην ουσία από την εκκαλουμένη, αλλά ορθώς απορρίφθηκε από αυτήν ως εκπροθέσμως ασκηθέν, κατ 'άρθρο 16 παρ.2 του ν. 3251/2004. Επομένως, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Περαιτέρω ο εκζητούμενος ζητεί με την έφεση του από το παρόν δικαστήριο (Άρειο Πάγο) την άρση της προσωρινής του κράτησης, άλλως την αντικατάσταση αυτής με περιοριστικούς όρους μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκδόσεως του στη Σουηδία. Το ίδιο αίτημα προέβαλε αυτός και προφορικά στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της εφέσεως του. Συγκεκριμένα, ο εκζητούμενος, αφού δήλωσε στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου "ότι πράγματι είναι αυτός που ζητούν οι Αρχές της Σουηδίας και επιθυμεί να εκδοθεί στη Σουηδία και να δικαστεί εκεί για τις πράξεις που κατηγορείται, τις οποίες αρνείται ότι έχει διαπράξει", στη συνέχεια ζήτησε μόνο την άρση της προσωρινής του κράτησης μέχρι την έκδοση του. Ενώ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατά την προφορική ανάπτυξη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου της κρινόμενης εφέσεως ζήτησε "την αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως του με περιοριστικούς όρους, επικαλούμενος ότι η πράξη για την οποία κατηγορούν τον εκζητούμενο οι Αρχές της Σουηδίας είναι πλημμέλημα και δεν δικαιολογεί την προσωρινή του κράτηση". Όμως, το αίτημα αυτό του εκκαλούντος από το όρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 3251/2004 για άρση της προσωρινής του κράτησης ή για αντικατάσταση αυτής με περιοριστικούς όρους πρέπει να απορριφθεί, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 449 παρ. 2 εδαφ.γ' του ΚΠΔ, η προσωρινή απόλυση και αν ακόμη είχε διαταχθεί νομίμως αίρεται αυτοδικαίως μόλις δημοσιευθεί η απόφαση που εγκρίνει την έκδοση και συνεπώς μετά την απόρριψη από τον Άρειο Πάγο της κρινόμενης Έφεσης του εκζητουμένου κατά της απόφασης του Εφετείου, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του, δεν είναι επιτρεπτή η προσωρινή απόλυση του και η αντικατάσταση της κράτησης του με περιοριστικούς όρους…

Κρατούμενος άνω των 70 ετών
ΣυμβΠλημΣαμ 5/08
(Ποιν.Δικ.2009, σελ.293)

Περίληψη

Δεν κρίνεται απολύτως αναγκαία η εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης του κατηγορουμένου, αφού είναι γνωστής διαμονής, έχει οικογένεια και περιουσία στην Ελλάδα, δεν έχει προβεί σε οποιεσδήποτε προπαρασκευαστικές ενέργειες φυγής, δεν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος, ενώ επίσης δεν πιθανολογείται με βάση το ποινικό του μητρώο αλλά και την κοινωνική και επαγγελματική του κατάσταση ότι σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος είναι πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα και να συνεχίσει την ίδια παραβατική συμπεριφορά. Ενόψει, επομένως, των ανωτέρω αλλά και του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είναι μεγάλης ηλικίας (70 ετών), έχει σοβαρά προβλήματα υγείας και έδειξε μετανιωμένος για την πράξη του, μη προβαίνοντας ο ίδιος στο πλαίσιο της εξάμηνης έως τώρα κράτησής του σε χρήση ινδικής κάνναβης, αντικαθίσταται η προσωρινή του κράτηση με τους περιοριστικούς όρους της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της εμφάνισής του την 1η και 15η ημέρα κάθε μήνα στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου διαμονής του.


Παραβάσεις νόμου περί ναρκωτικών

ΣυμβΠλημΛαρ 243/10
(Ποιν.Δικ.2011, σελ.710)

Περίληψη

Απορρίπτεται η αίτηση για αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης, καθόσον συνάγεται ότι δεν εξέλιπαν οι λόγοι για τους οποίους επεβλήθη στον αιτούντα, αφού τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης για την οποία αυτός κατηγορείται (μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, δυνατότητα ανεύρεσης αυτής σε μικρό χρονικό διάστημα) καθιστούν πιθανή τη διάπραξη και άλλων εγκλημάτων, αν αφεθεί ελεύθερος, η δε επιβολή περιοριστικών όρων δεν αρκεί για να τον αποτρέψει.

Παράταση προσωρινής κράτησης ανηλίκου κατηγορουμένου
ΤρΔικΑνηλΒολ 15/10
(Ποιν.Δικ.2011, σελ.168)

Περίληψη
Παρατείνεται η προσωρινή κράτηση του ανήλικου κατηγορουμένου μέχρι τη συμπλήρωση του (ανώτατου) νόμιμου ορίου των εννέα μηνών, καθώς από τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κακουργηματικών πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, οι οποίες αμφότερες του αποδίδονται ως τετελεσμένες σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, συνάγεται ότι αυτός είναι πολύ πιθανό, αν αφεθεί ελεύθερος, να επαναλάβει όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Ακόμα δε και αν εξεταστεί η προσωρινή του κράτηση υπό την αρχή της αναλογικότητας, που το ενδεχόμενο παραβίασής της πρέπει να εξετάζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και δη κατά την κρίση περί αναγκαιότητας του να διατηρηθεί η προσωρινή κράτηση κάποιου κατηγορουμένου, δεν κρίνεται ότι η διατήρηση της προσωρινής του κράτησης υπερβαίνει την αναλογία αυτής (προσωρινής κράτησης) ως μέσο προς τον επιδιωκόμενο με αυτή σκοπό, ιδίως λαμβανομένου υπόψη αφενός ότι πρόκειται για κατηγορούμενο που κατά την τέλεση των αποδιδόμενων κακουργηματικών πράξεων είχε ήδη συμπληρωμένο το 17ο έτος της ηλικίας του και αφετέρου της βαρύτητας των εγκλημάτων που φέρεται ότι τέλεσε

Προθεσμία υποβολής πρότασης για παράταση ή μη της προσωρινής κράτησης
ΣυμβΕφΛαμ 96/09
(Ποιν.Δικ.2009, σελ.1214)

Περίληψη
Η μη επακριβής τήρηση από τον Εισαγγελέα της 25ήμερης προθεσμίας πριν από τη συμπλήρωση του ανωτάτου ορίου της προσωρινής κράτησης, προκειμένου να υποβάλει στο αρμόδιο Συμβούλιο πρόταση για παράταση ή μη, καθώς και η τυχόν έκδοση του σχετικού βουλεύματος για παράταση της προσωρινής κράτησης μετά τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου της δεν δημιουργεί ακυρότητα, αφού τέτοια ακυρότητα δεν απαγγέλλεται από τις διατάξεις του άρθρου 287 παρ. 2 ΚΠΔ, ούτε δημιουργείται δικαίωμα του προσωρινά κρατουμένου να απολυθεί πριν αποφανθεί για την παράταση ή όχι της κράτησής του το αρμόδιο δικαστικό Συμβούλιο. Διατάσσεται η παράταση της προσωρινής κράτησης του κατηγορουμένου και ήδη προσωρινά κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, καθόσον προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτός τέλεσε τις κακουργηματικές πράξεις της στάσης κρατουμένων και εμπρησμού από πρόθεση, από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, για τις οποίες κατηγορείται, τα δε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δύο ως άνω κακουργηματικών πράξεων και ειδικότερα ο όλος σχεδιασμός αυτών καθόσον, όντας στη φυλακή, ένωσε τις δυνάμεις του με άλλους συγκρατούμενούς του και προέβησαν σε βιαιοπραγίες κατά πραγμάτων και προσώπων, καταστρέφοντας κιγκλιδώματα και πόρτες και εκσφενδονίζοντας πέτρες κατά πυροσβεστών, σωφρονιστικών υπαλλήλων και αστυνομικών οργάνων, που επεχείρησαν την κατάσβεση της φωτιάς που είχαν οι ίδιοι βάλει σε στρώματα, κουβέρτες και σεντόνια των θαλάμων, όπου κρατούνταν, από την οποία μάλιστα προέκυψε κίνδυνος για την υγεία των λοιπών συγκρατουμένων τους, με μοναδικό σκοπό να αποδράσουν, αφού δεν υπέβαλαν, οποιοδήποτε αίτημα, του οποίου να επεδίωξαν με τις ενέργειές τους αυτές την ικανοποίηση, αλλά και το γεγονός ότι δεν προσήλθε να απολογηθεί κατά την ημέρα που κλήθηκε προς τούτο, δεικνύουν ότι πρόκειται για επικίνδυνο άτομο, το οποίο εάν αφεθεί ελεύθερο είναι πολύ πιθανό να τελέσει στο μέλλον και νέες και δη παρόμοιες αξιόποινες πράξεις.

Προϋποθέσεις έκδοσης δεύτερου εντάλματος προσωρινής κράτησης κατά του ίδιου κατηγορουμένου
ΔιατΕισαγγΕφΛαρ (Σ.Δασκαλόπουλου) 41/07
(Π.Χρ.2009, σελ.666)

Περίληψη
Η διάταξη του αρ. 288 παρ. 2 ΚΠΔ καθιερώνει το καταρχήν απαράδεκτον της επιβολής νέας προσωρινής κράτησης για άλλη πράξη του ίδιου κατηγορουμένου, εφόσον ήταν δυνατή η άσκηση ποινικής δίωξης ή η απαγγελία κατηγορίας παράλληλα ή μέσα σε εύλογο χρόνο από την πρώτη. – Κατ’ εξαίρεσιν, έχει κριθεί ότι είναι επιτρεπτή η έκδοση δεύτερου εντάλματος προσωρινής κράτησης κατά του αυτού κατηγορουμένου, όταν οι επίμαχες κακουργηματικές πράξεις για τις οποίες εκδόθηκε δεν τελούν σε κατ’ ιδέαν συρροή ούτε συνιστούν εξακολούθηση του εγκλήματος ή των εγκλημάτων για τα οποία είχε κρατηθεί προσωρινά ο κατηγορούμενος δυνάμει του πρώτου εκδοθέντος εντάλματος. – Σε περιπτώσεις όπως η ανωτέρω, είναι επιβεβλημένη η έκδοση νέου εντάλματος προσωρινής κράτησης και όχι η παράταση της ισχύος του ήδη υπάρχοντος (γεγονός το οποίο αποτελεί λανθασμένη πρακτική), η δε έναρξη αυτού του δευτέρου αρχίζει από την, για οποιονδήποτε λόγο, λήξη του χρόνου της ήδη εκτιομένης προσωρινής κρατήσεως• τέτοιον λόγο συνιστά και η συμπλήρωση του μεγίστου ορίου των 18 μηνών κράτησης. – Το κατ’ αρ. 187 παρ. 1 ΠΚ έγκλημα της συγκρότησης ή ένταξης σε εγκληματική οργάνωση συρρέει αληθώς πραγματικά με τα κατ’ ιδίαν αδικήματα που διαπράττουν τα μέλη της. – Εγκύρως εκδόθηκε δεύτερο ένταλμα προσωρινής κράτησης μετά την λήξη, κατόπιν παρόδου του δεκαοκταμήνου, του προγενεστέρου, κατά του κατηγορουμένου και ήδη προσωρινώς κρατουμένου για σωρεία αξιόποινων πράξεων, διότι: α) τα εγκλήματα για τα οποία εκδόθηκε το δεύτερο αυτό ένταλμα τελούν σε αληθινή πραγματική συρροή με εκείνα για τα οποία είχε εκδοθεί το πρώτο, β) δεν ήταν δυνατή, δυνάμει των ήδη συγκεντρωμένων αποδεικτικών στοιχείων, η άσκηση ποινικής δίωξης ή η απαγγελία κατηγορίας για τα ως άνω αδικήματα κατά τον χρόνο ασκήσεως της πρώτης ποινικής δίωξης και γ) οι εγκληματικές πράξεις αυτές καθεαυτές δεν ήσαν γνωστές κατά τον ίδιο χρόνο σε ανακριτή και εισαγγελέα.

ΠαραγγΕισαγγΕφΛαρ (Σ.Δασκαλόπουλου) 40/07
(Ποιν.Δικ.2007, σελ.852)

Περίληψη
Εγκύρως εκδόθηκε δεύτερο ένταλμα προσωρινής κράτησης κατά του ιδίου ήδη προσωρινώς κρατουμένου κατηγορουμένου, ο δε χρόνος αυτού αρχίζει να προσμετράται για τον υπολογισμό των κατ' άρθρο 287 ΚΠΔ ορίων προσωρινής κράτησης μετά τη λήξη με οποιοδήποτε τρόπο του χρόνου της προσωρινής κράτησης από το προγενεστέρως εκδοθέν ένταλμα. Προϋπόθεση έκδοσης δευτέρου εντάλματος είναι αφενός τα εγκλήματα για τα οποία εκδόθηκε να έχουν σχέση αληθινής πραγματικής συρροής με τα εγκλήματα για τα οποία είχε εκδοθεί το πρώτο ένταλμα προσωρινής κράτησης και αφετέρου να μην ήταν δυνατόν να ασκηθεί ποινική δίωξη ή να απαγγελθεί κατηγορία για τις επίμαχες κακουργηματικές πράξεις για τις οποίες εκδόθηκε το δεύτερο ένταλμα

Στοιχεία βαρύτητας της πράξης και πιθανότητας εκ νέου εκδήλωσης αξιόποινης πράξης
ΣυμβΠλημΣαμ 49/07
(Ποιν.Δικ.2009, σελ.295)

Περίληψη
Απορρίπτεται η αίτηση του κατηγορουμένου και ήδη προσωρινώς κρατουμένου για άρση της προσωρινής του κράτησης, καθώς από τη μέχρι τώρα διενεργηθείσα ανάκριση προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται (παραλαβή δέματος περιέχοντος ινδική κάνναβη προς διάθεση και παράνομη κατοχή σημαντικού αριθμού αρχαιοτήτων), ότι εφόσον αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα, με συνέπεια να μη μπορεί να εξασφαλισθεί η παρουσία του στο Δικαστήριο και κατ’ ακολουθία η υποβολή του στην εκτέλεση της ποινής που τυχόν θα του επιβληθεί

Σύμπτωση του χρόνου προσωρινής κράτησης με το χρόνο έκτισης της ποινής
ΣυμβΑΠ 756/11
(Τ.Ν.Π. Δ.Σ.Α.)

… Με το άρθρο 3 παρ. 10 του νομού 2408/1996 ορίζεται ότι προκειμένου να εκτιθούν ποινές φυλάκισης, που έχουν μετατραπεί, από προσωρινώς κρατούμενο για άλλο έγκλημα, γίνεται τυπική διακοπή της προσωρινής κράτησης και επαναφυλάκιση, μόνο εάν ο προσωρινώς κρατούμενος δηλώσει ότι δεν καταβάλλει το ποσό της μετατροπής. Δικαίωμα εξαγοράς έχουν και εκείνοι που μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εξέτισαν πραγματικά ποινές μετατραπείσες μετά από τυπική διακοπή της προσωρινής κράτησης. Εάν καταβάλλουν το ποσό της μετατροπής, ο χρόνος κρατήσεως για τις ποινές που εξαγοράσθηκαν θεωρείται χρόνος προσωρινής κρατήσεως και αφαιρείται από το χρόνο της ποινής που εκτίεται ή θα εκτιθεί. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καθιερώνεται νέα ευνοϊκή ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία, σε αντίθεση με την προηγούμενη πάγια τακτική, δεν διακόπτεται η προσωρινή κράτηση του υποδίκου για να εκτιθεί ποινή φυλακίσεως για άλλο έγκλημα, που έχει μετατραπεί, εκτός αν ο προσωρινά κρατούμενος δηλώσει ότι δεν καταβάλλει το ποσό της μετατροπής. Μόνο στην περίπτωση αυτή της αρνητικής δηλώσεως διακόπτεται τυπικά ή δεν αρχίζει η προσωρινή κράτηση και αρχίζει η έκτιση της ποινής. Η αρνητική αυτή δήλωση μπορεί να γίνει από τον προσωρινώς κρατούμενο είτε μετά από κλήση του για να καταβάλει το ποσό της μετατροπής, είτε και αυτοβούλως χωρίς προηγούμενη κλήση του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 287 παρ. 2 και 5 του ΚΠΔ, κάθε αντίρρηση ως προς τη συμπλήρωση των ανώτατων ορίων της προσωρινής κράτησης επιλύεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο, στην περίπτωση που η υπόθεση έχει εισαχθεί στο ακροατήριο του Εφετείου, είναι το συμβούλιο Εφετών. Οι ανωτέρω αντιρρήσεις μπορούν να αφορούν και τη μη συμπλήρωση των ανώτατων ορίων της προσωρινής κράτησης, λόγω τυπικής διακοπής της, προκειμένου να εκτεθεί μετατραπείσα ποινή. Στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να απορρίψει τις αντιρρήσεις, οφείλει να εξετάσει αν έλαβε χώρα δήλωση του κρατουμένου ότι δεν καταβάλει το ποσό της μετατροπής, ώστε να επιτρέπεται η τυπική διακοπή της προσωρινής του κράτησης, και να αναφέρει το γεγονός αυτό στο βούλευμά του, αλλιώς το τελευταίο στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο κατηγορούμενος Γ. Τ. κρατείται προσωρινά από την 4-7-2009 για τις πράξης της αρπαγής κατά συναυτουργία, της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης, της διακεκριμένης κλοπής κατά συναυτουργία και της ηθικής αυτουργίας σε παραβάσεις σχετικές με εκρηκτικές ύλες, ήδη δε έχει εισαχθεί η υπόθεση στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Την 22-3-2010 διεκόπη τυπικά η προσωρινή του κράτηση, προκειμένου να εκτίσει ποινή φυλακίσεως είκοσι [20] ημερών η οποία του επιβλήθηκε με την υπ'αριθ. 1277/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και η οποία έχει μετατραπεί σε χρηματική. Ο κατηγορούμενος άσκησε τις από 27-12-2010 αντιρρήσεις σχετικά με τη μη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου της προσωρινής του κράτησης λόγω της μεσολάβησης της ανωτέρω τυπικής διακοπής της. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 40/2011 βούλευμά του απέρριψε τις ανωτέρω αντιρρήσεις με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως δεν διαλαμβάνεται καμία αιτιολογία, ούτε αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν καταβάλει το ποσό της μετατροπής, ώστε να επιτρέπεται η διακοπή της προσωρινής του κράτησης. Επομένως ο σχετικός λόγος των αναιρέσεων από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, είναι βάσιμος…

Συρροή εγκλημάτων
ΣυμβΕφΑιγ 128/10
(Ποιν.Δικ.2010, σελ.1138)

Περίληψη
Επί εγκλημάτων που συρρέουν πραγματικά, η προθεσμία της προσωρινής κρατήσεως του άρθρου 287 ΚΠΔ δεν αρχίζει από την έναρξη της διαταχθείσας για ένα από αυτά προσωρινής κρατήσεως, αλλά ο χρόνος αυτός υπολογίζεται χωριστά για κάθε πραγματικώς συρρέον έγκλημα και αρχίζει για κάθε ένα από αυτά, όχι από την έκδοση του οικείου εντάλματος αλλά από την εκτέλεσή του. Με τις ένδικες αντιρρήσεις ο αντιλέγων ισχυρίζεται ότι το ανώτατο όριο της προσωρινής του κράτησης σε εκτέλεση του εντάλματος προσωρινής κρατήσεως (με το οποίο ήδη κρατείται) συμπληρώθηκε και επομένως κακώς κρατείται ακόμα προσωρινά. Ο εν λόγω ισχυρισμός, όμως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι τα εγκλήματα για τα οποία διώκεται (κακουργηματική απάτη και πλαστογραφία) είναι διαφορετικά μεταξύ τους και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της κατ’ ιδέαν συρροής αυτών ή της κατ’ εξακολούθηση τελέσεώς τους, αλλά πρόκειται περί πραγματικής συρροής και δεν χωρεί, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, συνέκτιση δύο χρονικώς επικαλυπτόμενων ενταλμάτων προσωρινής κράτησης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

1) Το άρθρο 282 ΚΠΔ μετά τις τροποποιήσεις των ν.3811/09 και 3860/10

Αρθρο 282 - Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι

1. `Οσο διαρκεί η προδικασία, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, είναι δυνατό να διαταχθούν περιοριστικοί όροι, εφόσον αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των αναφερόμενων στο άρθρο 296 σκοπών.

2. Περιοριστικοί όροι είναι ιδίως η παροχή εγγύησης, η υποχρέωση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται κατά διαστήματα στον ανακριτή ή σε άλλη αρχή, η απαγόρευση να μεταβαίνει ή να διαμένει σε ορισμένο τόπο ή στο εξωτερικό, η απαγόρευση να συναναστρέφεται ή να συναντάται με ορισμένα πρόσωπα.

«Για τους ανηλίκους ως περιοριστικοί όροι είναι δυνατόν να διατάσσονται και ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα που ορίζονται στο άρθρο 122 του Ποινικού Κώδικα.»

*** Το δεύτερο εδάφιο της παρ.2 προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 Ν.3860/2010, ΦΕΚ Α 111/12.7.2010.

«3. Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί για περιοριστικούς όρους - εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι οι τελευταίοι δεν επαρκούν - εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μόνο αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής, εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Εάν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στο νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης.

Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον αιτιολογημένα κρίνεται ότι δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι, μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αν προκύπτει σκοπός φυγής του κατηγορουμένου, με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης είναι διάρκειας έως έξι μηνών.»

*** Η παρ.3,όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ.11 περ.α` άρθρ.2 Ν.2408/1996 και συμπληρωθεί με το άρθρο 11 Ν.3346/2005, αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 24 παρ.1 Ν.3811/2009, ΦΕΚ Α 231/18.12.2009.

"4. Οι περιοριστικοί όροι που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο για κακούργημα ή πλημμέλημα, εάν παραβιασθούν από αυτόν, είναι δυνατόν να αντικατασταθούν με προσωρινή κράτηση κατά το άρθρο 298".

*** Η παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω με την περ.β`παρ.11 άρθρ.2 Ν.2408/1996 (Α 104).

«5. Η παράγραφος 3 εφαρμόζεται και για ανήλικο κατηγορούμενο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, εφόσον η πράξη για την οποία κατηγορείται απειλείται στο νόμο με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Στην περίπτωση αυτή η προσωρινή κράτηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες και μπορεί να παρατείνεται μόνο για τρεις μήνες από το δικαστήριο, στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 291. Η παραβίαση των περιοριστικών όρων που έχουν επιβληθεί στον ανήλικο δεν επιτρέπεται να οδηγήσει από μόνη της σε προσωρινή κράτηση.»

*** Η παρ.5 ,η οποία είχε αντικατασταθεί με την παρ.4 άρθρ.4
Ν.3189/2003,ΦΕΚ Α 243,αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 8 παρ.2
Ν.3860/2010,ΦΕΚ Α 111/12.7.2010.


*** Το άρθρο 282,όπως είχε συμπληρωθεί από το άρθρο 3  Ν.2145/1993
αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.1 άρθρου 2 Ν.2207/1994 (ΦΕΚ Α 65).

2) Το άρθρο 287 § 1 εδ.α΄ΚΠΔ μετά τις τροποποιήσεις του ν.3811/09

Άρθρο 287 - Διάρκεια της προσωρινής κράτησης

1.«Αν η προσωρινή κράτηση διαρκέσει έξι μήνες, ή στην εντελώς εξαιρετική περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή τους τρεις μήνες, το δικαστικό συμβούλιο αποφαίνεται με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα του, αν πρέπει να απολυθεί ο κατηγορούμενος από τις φυλακές ή να εξακολουθήσει ηπροσωρινή κράτηση του.»

*** Το πρώτο εδάφιο της παρ.1,όπως αυτό είχε τροποποιηθεί με την παρ.4 του
άρθρου 5 του Ν.2298/1995 (Α 62)και με το εδάφ.α άρθρ.2  Ν.2408/1996 (Α 104),
αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 24 παρ.2 Ν.3811/2009,ΦΕΚ Α 231/18.12.2009
3) Το άρθρο 296 ΚΠΔ μετά τις τροποποιήσεις του ν.3811/09

Άρθρο  296 - Σκοπός των περιοριστικών όρων

«Ο σκοπός των περιοριστικών όρων είναι να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων και να εξασφαλιστεί ότι εκείνος στον οποίο επιβλήθηκαν θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στηνεκτέλεση της απόφασης.»

*** Το άρθρο 296 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 24 παρ.3 Ν.3811/2009, ΦΕΚ Α 231/18.12.2009.
4) Το άρθρο 315 ΚΠΔ μετά τις τροποποιήσεις του ν.3904/10

Άρθρο 315 - Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι
1. Αν ο κατηγορούμενος κρατείται προσωρινά ή τελεί υπό περιοριστικούς όρους, το συμβούλιο αποφασίζει ταυτόχρονα και για την απόλυσή του ή τη συνέχιση της προσωρινής του κράτησης, καθώς και για τη διατήρηση ή όχι της ισχύος των περιοριστικών όρων. (Όπως ο τίτλος του άρθρου και η παρ. 1 αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του Ν 3904/2010)
2. Αν είχε εκδοθεί εναντίον του κατηγορουμένου ένταλμα σύλληψης και αυτός διέφυγε, το συμβούλιο διατάσσει ταυτόχρονα την κατάργηση ή τη διατήρηση της ισχύος του εντάλματος, καθώς και την προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου στην περίπτωση που θα συλληφθεί σύμφωνα με τις διακρίσεις της παρ. 1.
3. Το συμβούλιο, παραπέμποντας τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, επιβάλλει περιοριστικούς όρους ή διατάσσει τη σύλληψη και προσωρινή κράτησή του, ακόμη και αν δεν έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης ή προσωρινής κράτησης. (Όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 19 παρ. 3 του Ν 3904/2010).
4. Όταν η υπόθεση παραπέμπεται στο πταισματοδικείο, ο προσωρινά κρατούμενος απολύεται, και διατάσσεται η κατάργηση του εντάλματος προσωρινής κράτησης.

5) Οι επερχόμενες αλλαγές στην προσωρινή κράτηση από το σχέδιο νόμου «για τη δίκαιη δίκη και την εύλογη διάρκεια αυτής»

Άρθρο 31 - Τροποποίηση των περί προσωρινής κράτησης διατάξεων

1. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Εάν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στο νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη ή εάν το έγκλημα τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων απ’ αυτό, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν, με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα».
2. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 283 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Σε περίπτωση διαφωνίας για την προσωρινή κράτηση ή για τους όρους που πρέπει να τεθούν, αποφαίνεται εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τότε που απολογήθηκε ο κατηγορούμενος το τριμελές πλημμελειοδικείο, το οποίο συνεδριάζει ως συμβούλιο και αποφασίζει αφού ακούσει τον εισαγγελέα και τον κατηγορούμενο. Εάν η ανάκριση ενεργείται στο εφετείο αρμόδιο είναι το τριμελές εφετείο. Όταν υπάρξει διαφωνία περί της προσωρινής κράτησης, ο ανακριτής υποχρεούται να εκδώσει αμέσως ένταλμα σύλληψης του κατηγορουμένου, το οποίο ισχύει μέχρι την έκδοση της απόφασης του άνω δικαστηρίου».
ΠΗΓΗ: http://criminal.law.duth.gr

Σχόλια