Αρθρα 308 - 315 ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ - ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ - ΑΡΘΡΟ 237 ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ .....είναι δυνατό να απαλλαγεί από κάθε ποινή αν παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών εναντίον του - Άρθρο 308Α Απρόκλητη σωματική βλάβηΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ ( Αριθμός 2040/2006 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ) - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ Απόφαση 1105 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

 Άρθρο 237 Σωματική βλάβη




1. Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση ως τρία έτη ή χρηματική ποινή. Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι ....
εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με χρηματική ποινή.2. Για τη δίωξη της πράξης της προηγούμενης παραγράφου απαιτείται έγκληση, εκτός αν ο παθών είναι δημόσιος υπάλληλος και η πράξη τελέστηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή για λόγους σχετικούς με την εκτέλεσή της, οπότε η δίωξη είναι αυτεπάγγελτη.
3. Η σωματική βλάβη της παραγράφου 1 δεν είναι άδικη, όταν επιχειρείται με τη συναίνεση του παθόντος και δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη.
4. Ο υπαίτιος της πράξης της παραγράφου 1 είναι δυνατό να απαλλαγεί από κάθε ποινή αν παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών εναντίον του ή ενώπιόν του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση.
Ανάλυση για την κατηγορία του δέκατου έκτου κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα (άρθρα 308 – 315Α), τις Σωματικές βλάβες (έννοια, προστατευόμενο έννομο αγαθό, αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, κλπ) Οι τυποποιημένες προσβολές (αρ. 308 – 315Α) στρέφονται εναντίον άλλου, πλην του δράστη, οποιουδήποτε δηλαδή προσώπου. Αντικείμενο του εγκλήματος είναι πάντοτε ο «άλλος άνθρωπος».
Οι πράξεις αυτοτραυματισμού είναι πάντοτε αδιάφορες όσο δεν προσβάλλουν και κάποιο άλλο έννομο αγαθό, εκτός από τη σωματική ακεραιότητα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του αυτοτραυματισμού, προκειμένου να αποφευχθεί η στράτευση (αρ. 203 § 1 ΠΚ).
Τις σωματικές βλάβες ήτοι τα εγκλήματα κατά της ακεραιότητας και της υγείας το Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο διακρίνει σε τέσσερα (4) είδη:

  1. την απλή σωματική βλάβη (αρ. 308 ΠΚ)
  2. την επικίνδυνη σωματική βλάβη (αρ. 309 ΠΚ)
  3. την βαριά σωματική βλάβη (αρ. 310 ΠΚ)
  4. την θανατηφόρα σωματική βλάβη (αρ. 311 ΠΚ).
Ως ιδιώνυμα εγκλήματα σωματικών βλαβών, το Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο χαρακτηρίζει:

  •  την σωματική βλάβη ανηλίκων (αρ. 312 ΠΚ)
  •  την συμπλοκή (αρ. 313 ΠΚ)
Όλες οι ανωτέρω σωματικές βλάβες τιμωρούνται όταν τελούνται εκ δόλου, αδιακρίτως του είδους αυτού.
Την εξ αμελείας τελούμενη σωματική βλάβη, το Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο τιμωρεί στο αρ. 314 ΠΚ αδιακρίτως του είδους αυτής, είτε δηλαδή αυτή είναι απλή ή επικίνδυνη ή βαριά.
Αν η εξ αμελείας σωματική βλάβη είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του παθόντος, η πράξη προσλαμβάνει τη μορφή της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (αρ. 302 ΠΚ).



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ

Σωματικές βλάβες

Άρθρο 308

Απλή σωματική βλάβη

  1. 1.  Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι όλως  ελαφρά, τιμωρείται με κράτηση έως 6 μήνες ή με πρόστιμο έως 3.000 ευρώ.
  2. 2.  Η σωματική βλάβη της παρ. 1 δεν είναι άδικη όταν επιχειρείται με τη συναίνεση του παθόντος και δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη.
  3. 3.  Ο υπαίτιος της πράξης της παρ. 1 είναι δυνατό να απαλλαγεί από κάθε ποινή αν παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών εναντίον του ή ενώπιόν του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση.



  1. 1.    Έννοια
Απλή σωματική βλάβη διαπράττει εκείνος ο οποίος, εκ προθέσεως προξενεί σε άλλο άνθρωπο σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας αυτού.

  1. 2.    Προστατευόμενο έννομο αγαθό
Το έννομο αγαθό που προστατεύεται στο σχετικό άρθρο, έχει αποτελέσει αντικείμενο σοβαρών συζητήσεων. Για το ερευνώμενο ζήτημα υποστηρίχθηκαν τρεις (3) απόψεις, οι οποίες κάθε μία φωτίζει διαφορετικά την έννοια της προστασίας του έννομου αγαθού. Οι απόψεις αυτές είναι οι εξής:
α’ άποψη
Κατά την άποψη αυτή, προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η σωματική ακεραιότητα.
β’ άποψη
Σύμφωνα με την άποψη αυτή, προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η υγεία (σωματική, ψυχική)
γ’ άποψη
Κατά την άποψη αυτή όπου γίνεται δεκτή και από τη νομολογία, προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι τόσο η ακεραιότητα, όσο και η υγεία του σώματος. Η ακεραιότητα του σώματος δε σημαίνει μόνο εξωτερική (μορφική) ακεραιότητα, αλλά και λειτουργική ακεραιότητα (υγεία). Όταν μιλούμε για έννομο αγαθό της σωματικής ακεραιότητας, εννοούμε και την υγεία.
Έτσι, σύμφωνα με την άποψη αυτή, έννομο αγαθό είναι μόνο ένα, η σωματική ακεραιότητα, η οποία περιλαμβάνει τόσο τη μορφική, όσο και τη λειτουργική ακεραιότητα του οργανισμού που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Ο φορέας του έννομου αγαθού ενδιαφέρεται τόσο στο να έχει ένα υγιές σώμα, όσο και εξωτερικά άθικτο σώμα.

  1. 3.    Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εγκλήματος
Το έγκλημα αυτό είναι κοινό, βλάβης, απλό αποτελέσματος (ουσιαστικό), γνήσιο πολύτροπο ή υπαλλακτικό ή διαζευκτικό, ενέργειας, στιγμιαίο, μη ιδιόχειρο.

  1. 4.    ΕΙΔΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ – ΝΟΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟ (αρ. 7 § 1 Σ)
Α. Αντικειμενική υπόσταση
α) Υποκείμενο του εγκλήματος
Εφόσον το έγκλημα είναι κοινό, δράστης του εγκλήματος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε.
β) Υλικό αντικείμενο της πράξεως
Είναι ο άλλος άνθρωπος εκτός από τον δράστη. Ο άλλος άνθρωπος πρέπει να είναι ζωντανός, διότι η σωματική βλάβη προϋποθέτει ανθρώπινη ζωή. Για σωματική βλάβη εμβρύου υφίσταται η διάταξη του αρ. 304 Α ΠΚ. Για σωματική βλάβη σε εαυτόν (αυτοτραυματισμός), υπάρχει η διάταξη του αρ. 203 ΠΚ και 388 ΠΚ.
γ) Η πράξη προσβολής του έννομου αγαθού (εγκληματική συμπεριφορά)
Η πράξη εκδηλώνεται με δύο μορφές:

  • με τη μορφή της τέλεσης, κάποιας πράξης πρόσφορης να προκαλέσει σωματική κάκωση και
  • με τη μορφή της τέλεσης κάποιας πράξης πρόσφορης να επιφέρει βλάβη της υγείας.
Η πρόκληση σωματικής βλάβης της υγείας μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο.
γ1) Πράξη πρόσφορη να προκαλέσει σωματική κάκωση (αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ)
γ1.1) Έννοια της σωματικής κάκωσης σύμφωνα με την ιατροδικαστική επιστήμη
Κάκωση είναι, σύμφωνα με την παραπάνω επιστήμη κάθε βλάβη του σώματος που συνεπάγεται λύση ή όχι της συνέχειας των ιστών από επίδραση εξωτερικής βίας, φύσεως μηχανικής, φυσικής, χημικής. Κατά συνέπεια η διάκριση των κακώσεων είναι:

  • Μηχανικές (παράγονται από οποιαδήποτε εξωτερική ενέργεια και ρήξη των ιστών, διάταση, διακίνηση, διάσειση εγκεφάλου)
  • Φυσικές (επέρχονται μετά από επίδραση διαφόρων φυσικών παραγόντων, όπως μεγάλες ή μικρές θερμοκρασίες, ηλεκτρισμού φυσικού ή τεχνητού)
  • Χημικές (επέρχονται από την επίδραση καυστικών ή διαβρωτικών ουσιών επί των ιστών)
Από άποψη εμφανούς αποτελέσματος οι κακώσεις διαιρούνται σε:

  • Αναίμακτες  (δεν έχουμε λύση συνέχειας δέρματος ή βλεννογόνου χωρίς εξωτερική αιμορραγία – κλειστές κακώσεις)
  • Αιματηρές (έχουμε λύση συνέχειας δέρματος ή βλεννογόνου και έξοδο αίματος όπου το είδος της κακώσεως αυτής είναι το τραύμα)
γ1.2) Έννοια της σωματικής κάκωσης σύμφωνα με την ποινική επιστήμη
Ο όρος «κάκωση» στο σχετικό άρθρο, σημαίνει μόνο βλάβη. Συνακόλουθα, ο όρος «σωματική κάκωση», δεν μπορεί παρά να σημαίνει βλάβη του σώματος, ειδικότερα, βλάβη της μορφικής (εξωτερικής) ακεραιότητας του σώματος. Ως βλάβη της μορφικής ακεραιότητας του σώματος, θα πρέπει βασικά να θεωρηθεί κάθε απώλεια ή αλλοίωση της ύλης του σώματος, η οποία αντικειμενικά δημιουργεί για το έννομο αγαθό κατάσταση χειρότερη της προηγούμενης.
Με βάση τον ορισμό αυτό, κλασσικές περιπτώσεις βλάβης αποτελούν:

  • οι απώλειες μερών του σώματος, όπως οι απώλειες της μύτης, του αυτιού, των δακτύλων (ποδιών και χεριών), των δοντιών (έστω και αν αυτά είναι τεχνητά),
  • οι αλλοιώσεις της ύλης του σώματος, όπως οι πληγές, οι ρινορραγίες, οι ουλές, τα οιδήματα, οι εκδορές, οι εκχυμώσεις, τα εγκαύματα, οι εξαρθρώσεις, τα διαστρέμματα και οι μώλωπες.
Κοινό, αλλά και θεμελιακό χαρακτηριστικό γνώρισμα και των δύο ως άνω κατηγοριών περιπτώσεων σωματικής βλάβης, είναι το υλικό ίχνος της υπάρξεώς της. Η πρόκληση πόνου δεν αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο της βλάβης, παρόλο ότι σε πρακτικό επίπεδο, κατά κανόνα είναι σύμπτωμα που εμφανίζεται. Συνακόλουθα, είναι δυνατή η βλάβη του σώματος ανθρώπου που βρίσκεται σε κατάσταση λιποθυμίας ή αναισθησίας.
Συνοψίζοντας, στο σημείο αυτό όσα έχουν διατυπωθεί για το επίμαχο ζήτημα της σωματικής κάκωσης, μπορούμε να πούμε ότι, σωματική κάκωση αποτελεί κάθε επενέργεια στο κορμί του άλλου, με την οποία προκαλείται είτε κάποιο σχίσιμο ή κάποια εκδορά του σώματος, είτε κάποια εκχύμωση (μελάνιασμα) είτε κάποιο κάταγμα ή διάστρεμμα (στραμπούληγμα, εξάρθρωση).
Έτσι, σωματική κάκωση είναι η βλαπτική για την υγεία εξωτερική επενέργεια στο σώμα, η ανθυγιεινή κακομεταχείριση της οποίας συνηθέστατο, αλλά όχι απαραίτητο σύμπτωμα είναι ο πόνος.
Για το λόγο αυτόν, όπου υπάρχει πόνος, υπάρχει και κάκωση, ενώ το αντίθετο δεν αληθεύει κατ’ ανάγκη, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο υφιστάμενος την κακομεταχείριση τελεί σε αναισθησία. Με τη σωματική κάκωση (ανάρμοστη κακομεταχείριση) επηρεάζεται η σωματική ευεξία  ή θίγεται η σωματική ακεραιότητα του συγκεκριμένου ατόμου (εξωτερική εμφάνιση), αδιακρίτως φύλου, ηλικίας και υγιεινής καταστάσεως.
Με βάση τις επισημάνσεις αυτές, ο όρος «κάκωση» σημαίνει δύο (2) καταστάσεις:

  • μία μορφή επικίνδυνης συμπεριφοράς για την υγεία και
  • το ενδεχομένως επελθόν αποτέλεσμα αυτής.
Η δεύτερη αυτή κατάσταση, εκφράζεται από το νομοθέτη με εκφράσεις, όπως «προκάλεσε», «υπέστη», «φέρει κακώσεις». Εφόσον παρήχθη η τελευταία αυτή κατάσταση, η κάκωση του σώματος συνιστά και βλάβη της υγείας. Αντίστροφα, κάθε βλάβη της σωματικής υγείας προκαλούμενη με εξωτερική επενέργεια, συνιστά και κάκωση.
γ1.3) Προβληματική που αναφέρεται στην ποινική αξιολόγηση των βίαιων επενεργειών επί του σώματος, όπως το απλό πλήγμα, το ράπισμα, η βίαια απώθηση, το ρίξιμο κάποιου στο έδαφος ή πάνω σε ένα στερεό σώμα, το τράβηγμα των μαλλιών ή των αυτιών.
Στη θεωρία και στη νομολογία, υποστηρίχθηκε ρητά η υπαγωγή των παραπάνω περιπτώσεων στην έννοια της όλως ελαφρά σωματικής βλάβης. Για το παρακάτω όμως ζήτημα υποστηρίχθηκε θεωρητικά και μία άλλη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία, οι καταστάσεις αυτές αξιολογούνται ως εκδηλώσεις καταφρονήσεως, δηλαδή ως έργω εξύβριση (αρ. 361 ΠΚ).
γ1.4) Ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται στην ποινική αξιολόγηση των σωματικών κακώσεων
Στην ευρύτατη αυτή κατηγορία κατατάσσονται οι εξής περιπτώσεις:

  • η ρύπανση του σώματος με ελαιοχρώματα ή με πίσσα ή με διάφορα άλλα μέσα,
  • η διάρρηξη του παρθενικού υμένα κατά τη διακόρευση,
  • η αχρήστευση ή μείωση της λειτουργίας εσωτερικών οργάνων (νεφρού, χολής),
  • η αχρήστευση ή η μείωση της λειτουργίας της οράσεως, της γεύσεως ή της οσφρήσεως,
  • οι ενέργειες που προκαλούν αηδία στον παθόντα, όπως η χορήγηση υγρού που έχει δυσάρεστη γεύση, όσο και η προσφορά ποτού σε δοχεία που συνήθως χρησιμοποιούνται για ούρηση.
γ2) Πράξη πρόσφορη να επιφέρει βλάβη της υγείας
γ2.1) Έννοια του όρου «βλάβη της υγείας»
Ο δεύτερος τρόπος τέλεσης του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης συγκροτείται με τη βλάβη της υγείας. Ως τέτοια θεωρείται κάθε πρόκληση ή επίταση μιας αποκλίνουσας προς το χειρότερο ανώμαλης καταστάσεως της λειτουργίας και συλλειτουργίας των ανθρώπινων οργάνων ή απλούστερα κάθε πρόκληση ή επίταση μιας παθολογικής καταστάσεως.
Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω, βλάβη της υγείας είναι η πρόκληση ή επίταση μιας παθολογικής κατάστασης, η οποία απαραίτητα πρέπει να μην είναι στιγμιαία ή παροδική και να απαιτεί μία διαδικασία θεραπείας είτε με ιατρική περίθαλψη είτε με μόνες τις φυσικές δυνάμεις του οργανισμού.
Στην προκειμένη περίπτωση μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι, η συμπεριφορά του δράστη προκαλεί μια παθολογική κατάσταση στο θύμα ή χειροτερεύει μια ήδη υπάρχουσα παθολογική κατάσταση του θύματος, για την αντιμετώπιση της οποίας χρειάζεται να τεθεί σε εφαρμογή κάποιος μηχανισμός θεραπείας. Στις βλάβες της υγείας υπάγονται ασθένειες του σώματος, εσωτερικές αιμορραγίες, κατάγματα, μολύνσεις, δηλητηριάσεις, πρόκληση βαριάς μέθης με οινοπνευματώδη ποτά ή ναρκωτικά, ψυχικές και πνευματικές διαταραχές, λιποθυμία, ψυχικός κλονισμός από ψευδή είδηση θανάτου στενού συγγενούς, πρόκληση ισχυρού τρόμου, ακόμη και τα κρυολογήματα.
γ2.2) Διάκριση μεταξύ σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας.
Η σωματική κάκωση αποτελεί εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, ενώ η βλάβη της υγείας διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών.
Σωματική κάκωση είναι η κακομεταχείριση η ταλαιπωρία, η οποία δύναται να έχει δυσμενείς συνέπειες για την ευεξία ή απλώς για την εξωτερική εμφάνιση του συγκεκριμένου προσώπου (υποχρεωτική αϋπνία, ορθοστασία, κόπωση), σωματικός σωφρονισμός (ξυλοκόπημα). Είναι κάθε διατάραξη της σωματικής ευεξίας ως και αυτή που αλλοιώνει τη σωματική ακεραιότητα. Δεν απαιτείται αυτή να επηρεάζει σημαντικά τη σωματική ευεξία ή σωματική ακεραιότητα, αφού τούτο έχει σημασία μόνο για τη διαβάθμιση του αξιοποίνου. Στον όρο κάκωση = τραύματα, νοείται και οποιαδήποτε βλάβη του σώματος.
Βλάβη της υγείας υπάρχει αντιθέτως, όταν οι σωματικές κακώσεις έχουν ως συνέπεια την πρόκληση ορισμένων παθολογικών συμπτωμάτων. Δύναται δε να πρόκειται για πάθηση σωματικής ή διανοητικής υγείας ή και για επίταση μιας ασθένειας που ήδη υπάρχει.
Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι η σωματική βλάβη δύναται, συγχρόνως, να είναι και βλάβη της υγείας, δύναται να επέλθει άνευ σωματικής κακώσεως, ως επίσης είναι δυνατό είτε να εμφανισθούν χωριστά, είτε να είναι η μία συνέπεια της άλλης.
γ2.3) Πρόκληση της σωματικής κακώσεως ή της βλάβης της υγείας.
Η προξένηση της σωματικής κακώσεως ή της βλάβης της υγείας δύναται  να προξενηθεί με οποιονδήποτε τρόπο.
Έτσι μπορεί να προκληθεί:

  • άμεσα, με ενέργεια επί του σώματος, όπως με χτύπημα με τα χέρια ή με τα πόδια. Η νομολογία των ποινικών δικαστηρίων δέχθηκε τέλεση σωματικής βλάβης  με την πόρτα αυτοκινήτου, με τα κενά μπουκάλια κρασιού, με την ξύλινη ράβδο, με τον αορτήρα όπλου, με την ξύλινη μολυβοθήκη, με τον τσιμεντόλιθο, με το πιρούνι και την αξίνα
  • έμμεσα με κάποιο αντικείμενο που χειρίζεται με τα χέρια του ο δράστης, ή με ζώο ή με άνθρωπο ακαταλόγιστο. Το μέσο με το οποίο έγινε η πράξη, δε συνιστά στοιχείο του αδικήματος. Η χρήση του μέσου, όπως όπλο, προκειμένου περί τραυμάτων δεν αποτελεί στοιχείο του αδικήματος, αφού τούτο μπορεί να διαπραχθεί και με άλλο μέσο.
Στο σημείο όμως αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι, δυσμενείς για την υγεία παρενέργειες που προκαλούνται, είτε με την εκπομπή τοξικών ουσιών από τις βιομηχανίες, είτε με δόσιμο σε αθλητές ουσιών διεγερτικών ή κατευναστικών (αναβολικών) για να επιτευχθεί τεχνητή επαύξηση της επιδόσεώς τους (doping), μπορούν να θεμελιώσουν εφαρμογή του αρ. 308 § 1 ΠΚ.
Η προσβολή της σωματικής ακεραιότητας, δύναται να επέλθει και χωρίς επιδράσεως επί του σώματος του άλλου, άνευ επαφής του σώματος, όπως δια προκλήσεως νευρικού κλονισμού, χρησιμοποιήσεως φαντασμάτων, δια προξενήσεων δίψας, πείνας, ναυτίας. Δεν είναι απαραίτητο ο παθών να νοσήσει, ούτε να αισθάνθηκε τη σωματική βλάβη.
γ2.4) Η μετάδοση μιας νόσου όπως το AIDS αποτελεί βλάβη της υγείας.
Η μετάδοση μιας νόσου αποτελεί βλάβη της υγείας, αυτού, στον οποίο μεταδίδεται.
Επομένως αν κάποιος με πράξη μεταδώσει μια νόσο σε άλλον, διαπράττει σωματική βλάβη κατά το αρ. 308 § 1 ΠΚ (μετάδοση από πρόθεση ή αμέλεια AIDS ή αφροδίσια νοσήματα σε άλλον άνθρωπο).
Η μετάδοση μιας ασθένειας μπορεί να συνιστά:

  • είτε έγκλημα βλάβης (στην κατηγορία αυτή ανήκει η σωματική βλάβη  σε όλες τις μορφές και η ανθρωποκτονία με πρόθεση)
  • είτε έγκλημα διακινδυνεύσεως (στην κατηγορία αυτή ανήκει η παραβίαση μέτρων για την πρόληψη ασθενειών – αρ. 284 ΠΚ και η επικίνδυνη για την υγεία συνάφεια – αρ. 425 ΠΚ.
γ2.5) Ποιες  ενέργειες δε συνιστούν σωματική βλάβη.
Δεν συνιστούν σωματική βλάβη οι εξής ενέργειες:

  • το φτύσιμο στο πρόσωπο δεν συνιστά βλάβη της μορφικής ακεραιότητας του σώματος, μια και ούτε την ύλη αυτών αλλοιώνει, ούτε και προσπάθεια απαιτείται για την εξάλειψη της προκαλούμενης ρυπάνσεως. Αξιολογείται αφού προφανώς πρόκειται για εκδήλωση καταφρονήσεως ως έργω εξύβριση (αρ. 361 § 1 ΠΚ),
  • η πρόκληση εμετού ή διάρροιας, εφόσον δε συνεπάγεται την κινητοποίηση μιας διαδικασίας ιάσεως, αναγκαία για την αποκατάσταση της ομαλότητας ,
  • η περιαγωγή κάποιου σε κατάσταση ευθυμίας με τη χρήση οινοπνεύματος,
  • η πρόκληση ύπνου με τη χορήγηση επικίνδυνου υπνωτικού, διότι ο ύπνος καίτοι αποδυναμώνει προσωρινώς, αποτελεί πηγή δυνάμεως
  • η πρόκληση εγκυμοσύνης, διότι αυτή αποτελεί φυσιολογική λειτουργία του ανθρώπινου σώματος.
δ) Το αποτέλεσμα της πράξης
Το αποτέλεσμα της πράξης μπορεί να εκδηλωθεί και αυτό με δύο μορφές ήτοι:
δ1) με τη μορφή της σωματικής κάκωσης και
δ2) με τη μορφή της βλάβης της υγείας
ε) Αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην πράξη προσβολής και το αποτέλεσμα
Ανάμεσα στην πράξη του δράστη και το αποτέλεσμα που επήλθε, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, όπως την προσδιορίζει η κρατούσα στην επιστήμη και στη νομολογία θεωρία του ισοδυνάμου των όρων. Με βάση τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων για να χρεωθεί στο δράστη η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του θύματος, πρέπει αυτή να έχει ως αιτία τη σχετική πράξη ή την παράλειψη του δράστη. Εάν η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας που προκλήθηκε, δεν έχει ως άμεση γενεσιουργό αιτία τη συμπεριφορά του δράστη, αλλά άλλη άσχετη αιτία, τότε ο δράστης που δεν επέφερε αιτιακά το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δε μπορεί να τιμωρηθεί για τετελεσμένο έγκλημα του αρ. 308 ΠΚ, αλλά μόνο για απόπειρα αυτού, εφόσον φυσικά συντρέχουν τα στοιχεία της απόπειρας.
Β) Υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος
Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης απαιτείται κατά ρητή επιταγή του νόμου, πρόθεση – δόλος. Περιεχόμενο του δόλου είναι η γνώση και η θέληση πραγματώσεως όλων των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως, δηλαδή η γνώση και η θέληση προκλήσεως σε άλλον σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του.
Ενόψει του ότι η σχετική διάταξη του νόμου δεν κάνει διάκριση, οποιαδήποτε μορφή δόλου αρκεί, για την κατάφαση του οντολογικού στοιχείου του καταλογισμού.
Έτσι, ο δόλος μπορεί να είναι είτε άμεσος (α’ ή β’ βαθμού), είτε ενδεχόμενος. Ενδεχόμενος δόλος υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο Α, ρίχνει ένα τσιμεντόλιθο εναντίον του εγγύτατα ευρισκόμενου Θ, για εκφοβισμό, αποδεχόμενος όμως το γνωστό σ’ αυτόν ενδεχόμενο αποτέλεσμα του τραυματισμού του.
Μόλις χρειάζεται να τονιστεί, ότι αν δεν υπάρχει δόλος αλλά αμέλεια, εφαρμογή έχει, όχι η διάταξη του αρ. 308 § 1α ΠΚ, αλλά η διάταξη του αρ. 314 ΠΚ.

  1. 5.    Τετελεσμένο έγκλημα και απόπειρα εγκλήματος
Το έγκλημα της σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1α ΠΚ) είναι τελειωμένο με την πρόκληση της σωματικής κακώσεως ή της βλάβης της υγείας. Κάθε προηγούμενη συμπεριφορά συνιστά είτε (ατιμώρητη) προπαρασκευαστική πράξη είτε (τιμωρητή) απόπειρα. Ενόψει του χαρακτήρα του ερευνώμενου εγκλήματος ως φυσικού, η διάκριση ανάμεσα στην προπαρασκευαστική πράξη και την απόπειρα μπορεί να στηριχθεί στην ακόλουθη άποψη: υπάρχει αξιόποινη απόπειρα (αρχή εκτελέσεως) από τη στιγμή που ο δράστης εξαπολύει πάνω στο υλικό αντικείμενο, το οποίο εξατομικεύει το έννομο αγαθό, τη φυσική εκείνη ενέργεια που είναι σε θέση in concreto να προκαλέσει το (αξιόποινο φυσικό) αποτέλεσμα ή από τη στιγμή που αφήνει το υλικό αντικείμενο στη φυσική εκείνη κατάσταση που αιτιακά προκαλεί το (αξιόποινο) αποτέλεσμα. Πριν από το χρονικό τούτο σημείο βρισκόμαστε στο χώρο της μη αξιόποινης προπαρασκευής του εγκλήματος. Μόλις χρειάζεται να τονιστεί ότι για την κατάφαση του αξιοποίνου της απόπειρας απαιτείται υποκειμενικά δόλος του δράστη, ο οποίος καλύπτει όχι μόνον την αρχή εκτελέσεως του συγκεκριμένου πλημμελήματος, αλλά και το αποτέλεσμα που πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση στην ολότητά της και αυτό διότι η απόπειρα είναι έγκλημα με πλήρη υποκειμενική και κολοβή αντικειμενική υπόσταση, δηλαδή έγκλημα ευρύτερης (ή υπερχειλούς) υποκειμενικής (και αντίστοιχα στενότερης αντικειμενικής) υποστάσεως.
Με βάση το παραπάνω κριτήριο κλασικές εκφράσεις απόπειρας απλής σωματικής βλάβης αποτελούν, για παράδειγμα, οι περιπτώσεις όπου ο δράστης εξακοντίζει ή υψώνει και κατευθύνει εναντίον του θύματος κάποιο αντικείμενο.
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο Α, στον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ ΠΑΟΚ και ΑΡΗ στο γήπεδο της Τούμπας, επιχείρησε να χτυπήσει στα γεννητικά όργανα τον Υπαστυνόμο Β, λόγω διένεξης, πλην όμως ο Α, λόγω απότομης μετακινήσεως του Υπαστυνόμου Β απέτυχε το σκοπό του, ο Α θα κριθεί – τιμωρηθεί για απόπειρα απλής σωματικής βλάβης (αρ. 42 § 1 ΠΚ σε συνδ. με αρ. 308 § 1 εδ. α ΠΚ).
Ομοίως, στην περίπτωση κατά την οποία ο γεωργός Γ, έθεσε αιφνίδια και απότομα σε κίνηση τον γεωργικό ελκυστήρα με ταχύτητα και επιχείρησε να παρασύρει τον Αστυνόμο Α, λόγω διένεξης, που στεκόταν μπροστά του με στολή, ο οποίος όμως με ένα άλμα επέτυχε να συγκρατηθεί από το καπό της μηχανής του ελκυστήρα, ο Γ θα κριθεί – τιμωρηθεί για απόπειρα απλής σωματικής βλάβης (αρ. 42 § 1 ΠΚ σε συνδ. με αρ. 308 § 1 εδ. α ΠΚ).

  1. 6.    Πραγμάτωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης με παράλειψη – σχέση του αρ. 308 § 1 ΠΚ με αρ. 15 ΠΚ
Σε κάθε περίπτωση, το έγκλημα τελείται κατ’ αρχήν με θετική ενέργεια. Η σωματική βλάβη μπορεί όμως, αφού αποτελεί έγκλημα ουσιαστικό – αποτελέσματος, να τελεστεί και με παράλειψη. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι όμως το πρόσωπο που δεν ενεργεί, να βαρύνεται με ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για παρεμπόδιση επελεύσεως του αποτελέσματος (αρ. 15 ΠΚ).
Έτσι, συνιστά σωματική βλάβη τελούμενη με παράλειψη (αρ. 308 § 1 ΠΚ σε συνδ. με αρ. 15 ΠΚ):
α) η μη παροχή επαρκούς τροφής στο παιδί από τους γονείς,
β) η μη χορήγηση φαρμάκου σε ασθενή από τη νοσοκόμα,
γ) η μη πρόσκληση από το σύζυγο, ιατρού για θεραπεία της άρρωστης συζύγου του,
δ) η  μη παρεμπόδιση της χρήσης ναρκωτικών ουσιών των νεαρών ατόμων από τους γονείς, δασκάλους ή άλλους επιφορτισμένους με την επιμέλειά των.

  1. 7.    Διαβάθμιση της απλής σωματικής βλάβης. Διακεκριμένες  – προνομιούχες μορφές.
α) Διάκριση της απλής σωματικής βλάβης
Η απλή σωματική βλάβη αποτελεί μία μέσης βαρύτητας σωματική βλάβη και τυποποιείται στο αρ. 308 § 1α ΠΚ. Το έγκλημα αυτό δεν συνιστά παραλλαγή (αυστηρότερο ή στο επιεικέστερο) κάποιου άλλου εγκλήματος.
Η απλή σωματική βλάβη έχει όλα τα γενικά γνωρίσματα της πράξεως, δηλαδή τη σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, η οποία προκαλείται εκ προθέσεως, στερείται όμως των ιδιαζόντων χαρακτηριστικών  της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308 Α, ΠΚ), της επικινδύνου (αρ. 309 ΠΚ), της βαριάς (αρ. 310 ΠΚ), της θανατηφόρου (αρ. 311 ΠΚ), και της όλως ελαφράς (αρ. 308 § 1, εδ. β ΠΚ).
Στη συνέχεια η απλή σωματική βλάβη διαβαθμίζεται προς τα πάνω – διακεκριμένες μορφές σωματικής βλάβης, (απρόκλητη σωματική βλάβη – αρ. 308Α, ΠΚ, επικίνδυνη – αρ. 309 ΠΚ, βαριά – αρ. 310 ΠΚ, θανατηφόρα – αρ. 311 ΠΚ, και προς τα κάτω – προνομιούχες μορφές σωματικής βλάβης (φέρονται στο αρ. 308 ΠΚ με τη γενική ονομασία «απλή σωματική βλάβη» (αρ. 308 § 1 ΠΚ).
β) Προνομιούχα σωματική βλάβη
Όλως ελαφρά σωματική βλάβη (αρ. 308 § 1, εδ. β, ΠΚ)
Όλως ελαφρά σωματική βλάβη είναι αυτή που είναι μικρής σημασίας σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, η οποία χωρίς να είναι επουσιώδης, έχει όλως επιπόλαιες συνέπειες, όπως ένα ελαφρό χαστούκι.

  1. 8.    Άρση του αδίκου χαρακτήρα της απλής σωματικής βλάβης που γίνεται με τη συναίνεση παθόντος (αρ. 308 § 2 ΠΚ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 308 § 2 ΠΚ, η σωματική βλάβη της παραγράφου 1 δεν είναι άδικη, όταν επιχειρείται με τη συναίνεση του παθόντος και δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη. Η ρύθμιση της σχετικής διάταξης προϋποθέτει προσβολή του έννομου αγαθού της μορφικής και λειτουργικής ακεραιότητας, με την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως το εγκλήματος. Το αρχικό άδικο δηλαδή, καταφάσκεται, η προσβολή όμως δεν είναι και τελικά άδικη, δικαιολογούμενη ακριβώς  από την υπάρχουσα συναίνεση.
Για να οδηγηθούμε στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως της σωματικής βλάβης, θα πρέπει να συντρέχουν όλες εκείνες οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να είναι έγκυρη η συναίνεση.
Έτσι, θα πρέπει να υπάρχουν απαραίτητα οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Πρέπει ο φορέας του έννομου αγαθού να έχει ικανότητα για συναίνεση, δηλαδή αξιολογήσεως του αγαθού,  κατά τη στιγμή της διαθέσεώς του. Δεν ενδιαφέρει η δικαιοπρακτική του ικανότητα για καταλογισμό. Επομένως, έγκυρη συναίνεση μπορεί να δώσει και ένας ανήλικος ή ένας ακαταλόγιστος, αρκεί βέβαια να έχει συνείδηση της πράξης του εκείνη τη χρονική στιγμή.
β) Η συναίνεση του φορέα του έννομου αγαθού να ανταποκρίνεται στην αληθινή βούληση του συναινούντος, να μην είναι δηλαδή προϊόν βίας, απάτης, ή απειλής. Επί πλέον απαιτείται να δίνεται πριν από την προσβολή μία και εκ των υστέρων έγκριση δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της.
γ) Πρέπει ακόμη η συναίνεση να υπάρχει αντικειμενικά κατά το χρόνο της πράξης. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι, συναίνεση ισχύει μόνο για τη συγκεκριμένη, ατομικά προσδιορισμένη στιγμή του αγαθού και καλύπτει τη συγκεκριμένη πράξη προσβολής.
δ) Πρέπει τέλος, η πράξη που προσβάλλει το έννομο αγαθό, εδώ δηλαδή η σχετική σωματική βλάβη, να μην είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη να μην αποδοκιμάζεται δηλαδή, από τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις.  Η έννοια των χρηστών ηθών λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στο αστικό δίκαιο. Ταυτίζονται δε αυτά προς το συναίσθημα της κοσμιότητας όλων των δικαίως και επιεικώς σκεπτομένων. Έτσι, προσκρούει στα χρηστά ήθη η σωματική βλάβη που έγινε με τη συναίνεση του παθόντος, προς το σκοπό εισπράξεως ασφαλιστικής αποζημιώσεως (αρ. 388 § 1 ΠΚ), η πράξη που αποβλέπει σε ανώμαλες γενετήσιες απολαύσεις (σαδισμός – μαζοχισμός – φετιχισμός) ή σε διευκόλυνση ή απόκρυψη εγκλήματος (πρόκληση ανικανότητας για την αποφυγή στρατιωτικής υπηρεσίας  – αρ. 203 ΠΚ), αλλαγή σωματικών γνωρισμάτων για την αποφυγή συλλήψεως δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέστηκε ή σχεδιάστηκε.
Αντίθετα κρίθηκε σύμφωνη με τα χρηστά ήθη η αιμοδοσία, η μεταμόσχευση επιδερμίδας και η προκαλούμενη στα πλαίσια πειραμάτων για θεραπευτικούς ή για αισθητικούς σκοπούς βλάβη. Η αυτούσια μεταφορά της διάταξης, υπήρξε προϊόν αβασάνιστης υποταγής σε ξένο πρότυπο, την οποία κανένας πραγματικός λόγος δεν επέβαλε.
Έτσι, εκείνο που τελικά επιτεύχθηκε είναι η δημιουργία και όχι η αντιμετώπιση προβλημάτων. Αυτό, διότι εισήχθη στο χώρο του ποινικού δικαίου έννοια, της οποίας το ασαφές και αόριστο περιεχόμενο είναι προφανώς ασυμβίβαστο με τις επιταγές του, για σαφείς και ορισμένες διατυπώσεις.

  1. 9.    Σωματικές βλάβες που τελούνται κατά τη διάρκεια αθλητικών αγώνων (ποδόσφαιρο, μπάσκετ, πυγμαχία).
Οι πράξεις αυτές αρχικά είναι άδικες, ο τελικά όμως άδικος χαρακτήρας τους αίρεται, εφόσον αυτές τελούνται στα πλαίσια μιας επιτρεπόμενης κινδυνώδους δράσης.
Είναι προφανές ότι αυτό αφορά μόνο σωματικές βλάβες που προκαλούνται κατά τη σύμφωνη με τους οικείους κανονισμούς διεξαγωγή του αγωνίσματος ή έστω με ασήμαντη παρέκκλιση από αυτούς. Εάν υπάρχει σοβαρή παραβίαση του κανονισμού, η σωματική βλάβη παραμένει άδικη, είτε η παραβίαση οφείλεται σε δόλο, είτε σε αμέλεια.
Οι παραπάνω εκτιμήσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μπορούν να δικαιολογηθούν και ορισμένες σωματικές βλάβες σε βάρος ευρισκόμενων στον αθλητικό χώρο θεατών ενός αγώνα.
Έτσι, στην περίπτωση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ ομάδων Α’ Εθνικής, αν ο ποδοσφαιριστής Π χτυπήσει τη μπάλα δυνατά και αυτή στη συνέχεια τραυματίσει τον φίλαθλο Φ που βρισκόταν στην κερκίδα, η πράξη του Π, ναι μεν είναι αρχικά άδικη, τελικά όμως αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης. Γίνεται πάντως δεκτό πως μια τέτοια δικαιολόγηση, δεν είναι δυνατή όταν η σωματική βλάβη του θεατή προκαλείται κατά τη διάρκεια του διαλείμματος.
Άρση  του άδικου χαρακτήρα με βάση την επικίνδυνη ζωή του έννομου αγαθού θα μπορούσε να υποστηριχθεί και στην περίπτωση της σωματικής βλάβης του διαιτητή, η οποία προξενείται ύστερα από κτύπημα της μπάλας ή αμελή πρόσκρουση αθλητή επάνω του.

  1. 10.      Σωματικές βλάβες που τελούνται κατά τη διάρκεια ιατροχειρουργικών επεμβάσεων.
Ιδιαίτερα έντονα έχει απασχολήσει στο χώρο του αδίκου, η ποινική εκτίμηση των ιατροχειρουργικών επεμβάσεων. Σε σχέση με το θέμα αυτό θα πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής:
α) Μια ιατροχειρουργική επέμβαση που είναι ιατρικά ενδεδειγμένη γίνεται lege artis και πετυχαίνει, δεν πραγματώνει καν την αντικειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης, αφού μεταβολή της υγείας του ασθενή προς το χειρότερο δεν υπάρχει. Αν η πράξη γίνεται παρά τη θέληση του ασθενή, μπορεί να στοιχειοθετείται μόνο η νομοτυπική μορφή της παράνομης βίας (αρ. 330 ΠΚ).
β) Χειρουργική επέμβαση που είναι ιατρικά ενδεδειγμένη γίνεται lege artis αλλά τελικά δεν πετυχαίνει, πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης, αφού η υγεία του ασθενή γίνεται χειρότερη. Η πράξη όμως τελικά δεν είναι άδικη, εφόσον γίνεται στα πλαίσια μιας κοινωνικά αναγνωρισμένης κινδυνώδους δράσης.
γ) Χειρουργική επέμβαση που είναι ιατρικά ενδεδειγμένη, αλλά δεν γίνεται  lege artis και δεν πετυχαίνει, πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης και συνιστά τελικά άδικη μορφή συμπεριφοράς.
δ) Χειρουργική επέμβαση που δεν επιβάλλεται από λόγους υγείας (αλλαγή φύλλου, στείρωση, πλαστική εγχείρηση, αισθητικές παρεμβάσεις), πληροί την αντικειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης, το άδικο όμως αίρεται όταν η πράξη γίνεται από ειδικό γιατρό, στα πλαίσια μιας κοινωνικά αναγνωρισμένης κινδυνώδους δράσης, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του ενδιαφερομένου.
ε) Επεμβάσεις που γίνονται για θεραπεία τρίτου (μεταμόσχευση οργάνων, αιμοδοσία), μπορούν να δικαιολογηθούν μόνο αν υπάρχει η συναίνεση του ασθενή ή υπάρχει κατάσταση ανάγκης (αρ. 25 ΠΚ).
11. Σχέση του αρ. 308 ΠΚ – απλή σωματική βλάβη με τα αρ. 45-49 ΠΚ – συμμετοχή,
Συμμετοχή στο έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1 ΠΚ), είναι δυνατή με τη μορφή της συναυτουργίας (αρ. 45 ΠΚ), της ηθικής αυτουργίας (αρ. 46 § 1α ΠΚ), της συνέργειας, άμεσης (αρ. 46 § 1β ΠΚ) και απλής (αρ. 47 § 1 ΠΚ).
Ειδικότερα:
α) Συναυτουργία (αρ. 45 ΠΚ σε σχέση με την απλή σωματική βλάβη (αρ. 308 § 1 ΠΚ).
Ενόψει του χαρακτήρα του εγκλήματος του αρ. 308 ΠΚ ως γνήσιο πολύτροπο υπαλλακτικώς μικτό είναι δυνατό ο ένας συναυτουργός να προκαλέσει στο θύμα σωματική κάκωση και ο άλλος βλάβη της υγείας του.
Εξάλλου, συναυτουργία μπορεί να υπάρξει και με παράλειψη, όταν πρόσωπα που βαρύνονται με ιδιαίτερη νομική υποχρέωση (αρ. 15 ΠΚ), συναποφασίζουν και πραγματώνουν από κοινού ανάσχεση της κινήσεως, η οποία λειτουργεί ως αιτιακή συνθήκη του αποτελέσματος.
Έτσι, στην περίπτωση που οι γονείς Α και Β, παραλείπουν να χορηγήσουν τροφή στο παιδί τους Π, με συνέπεια να υποστεί αυτό σωματική βλάβη, οι Α και Β θα κριθούν ως συναυτουργοί απλής σωματικής βλάβης που τελέστηκε με παράλειψη (αρ. 45 ΠΚ σε συνδ. με το αρ. 308 § 1, εδ. α ΠΚ και 15 ΠΚ).
γ) Συνέργεια (άμεση – αρ. 46 § 1β ΠΚ, απλή – αρ. 47 § 1 ΠΚ) σε σχέση με την απλή σωματική βλάβη (αρ. 308 § 1 ΠΚ).
Στο χώρο της συνέργειας, βασικό ζήτημα, παραμένει βέβαια η διάκριση της άμεσης από την απλή συνέργεια. Αποτελεσματικότερο κριτήριο διαφοροποιήσεως των δύο επίμαχων μορφών συμμετοχής είναι το εξής.
Ο άμεσος συνεργός, ως δράστης συγκεκριμένης επικίνδυνης ενέργειας για συγκεκριμένη μονάδα εννόμου αγαθού, είναι το πρόσωπο που τοποθετεί – κατευθύνει ή κρατά το έννομο αγαθό σε θέση προσβολής του από τον φυσικό αυτουργό.
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο Α, κρατά τα χέρια του Θ για να τον ξυλοκοπήσει ο Κ, ο Κ είναι φυσικός (άμεσος) αυτουργός απλής σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1, εδ. α ΠΚ), ενώ ο Α είναι άμεσος συνεργός απλής σωματικής βλάβης (αρ. 46 § 1β, σε συνδ. με αρ. 308 §1, εδ. α ΠΚ).
Αντίθετα, απλός συνεργός ως δράστης και αυτός συγκεκριμένα επικίνδυνης ενέργειας για συγκεκριμένη μονάδα εννόμου αγαθού, είναι το πρόσωπο που χωρίς να έχει την ιδιότητα του ηθικού αυτουργού ή άμεσου συνεργού τελεί πράξη που είναι επικίνδυνη για τη συγκεκριμένη μονάδα εννόμου αγαθού, ενόψει της επικείμενης ή πραγματοποιούμενης προσβολής του από το φυσικό αυτουργό.
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο Α, κρατά τσίλιες έξω από το σπίτι μέσα στο οποίο ο Κ ξυλοκοπεί τον ανήλικο Λ που εκείνη την ώρα είναι μόνος του, ο Α θα είναι απλός συνεργός της απλής σωματικής βλάβης (αρ. 47 § 1, ΠΚ), διότι αντικειμενικά η πράξη του βοήθησε – συνέβαλε στην τέλεση της απλής σωματικής βλάβης και ήταν επικίνδυνη για το έννομο αγαθό της μορφικής και λειτουργικής ακεραιότητας του σώματος του ανηλίκου Λ, στο μέτρο που εξουδετέρωνε τη λειτουργία της προστασίας του από τους γονείς ή άλλους (αστυνομία – τρίτους). Ο Κ στην προκειμένη περίπτωση θα κριθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός της απλής σωματικής βλάβης που τέλεσε σε βάρος του Λ (αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ).
Σε αντίθετη περίπτωση κατά την οποία ο Ζ δώσει στον Η το περίστροφο που βρισκόταν στο τραπέζι και που θα μπορούσε ο Η και μόνος του να το πάρει, όπου με αυτό ο Η τραυματίζει τον Θ, ο Ζ δεν είναι απλός συνεργός, αφού δε βοήθησε ουσιαστικά τον Η, που μπορούσε και μόνος του να πάρει το περίστροφο. Λείπει εδώ το απαραίτητο αντικειμενικό στοιχείο της συνδρομής που απαιτεί ο νόμος (αρ. 47 § 1 ΠΚ)
12. Σχέση του αρ. 308 ΠΚ – απλή σωματική βλάβη με το αρ. 310 ΠΚ – βαριά σωματική βλάβη και με το αρ. 311 ΠΚ – θανατηφόρα σωματική βλάβη.
Ανάμεσα στην απλή αφενός και στη βαριά ή θανατηφόρα σωματική βλάβη αφετέρου, η συρροή είναι φαινομενική. Οι διατάξεις των αρ. 310 ΠΚ και 311 ΠΚ, εφαρμόζονται μόνες τους αφού τα εγκλήματα που αυτές τυποποιούν, απορροφούν το έγκλημα που το αρ. 308 ΠΚ προβλέπει.
13. Σχέση του αρ. 308 ΠΚ – απλή σωματική βλάβη με το αρ. 299 ΠΚ – ανθρωποκτονία με πρόθεση ή με το αρ. 42 § 1 ΠΚ σε συνδ. με αρ. 299 ΠΚ – απόπειρα ανθρωποκτονίας.
Για τη σχέση ανθρωποκτονίας – σωματικής βλάβης έχουν διατυπωθεί βασικά δύο θεωρίες: η «θεωρία της ενότητας» και η «θεωρία της αντιθέσεως».
Ειδικότερα:
Κεντρική ιδέα της «θεωρίας της ενότητας» που σήμερα επικρατεί απόλυτα, είναι η σκέψη πως ανθρωποκτονία με πρόθεση και σωματική βλάβη με πρόθεση δεν αποτελούν δύο διαφορετικά εγκλήματα. Η σωματική βλάβη προηγείται πάντοτε έστω και κατ’ ελάχιστο της ανθρωποκτονίας, έτσι ώστε, ανθρωποκτονία χωρίς προηγούμενη σωματική βλάβη να μην φαίνεται νοητή. Ο ανθρωποκτόνος, εξάλλου, δόλος όχι απλώς δεν αποκλείει το δόλο της σωματικής βλάβης, αλλά αντίθετα κατά κανόνα τον περικλείει. Εκείνος που αποδέχεται να αφαιρέσει τη ζωή ενός άλλου, αποδέχεται και το ενδεχόμενο να του προκαλέσει σωματική βλάβη. Κατά συνέπεια η ανθρωποκτονία εμπεριέχει και το άδικο των σωματικών βλαβών που μπορεί να έχει προξενήσει ο δράστης.
Έχοντας τέτοιο περιεχόμενο η «θεωρία της ενότητας», είναι φανερό πως αξιολογεί την αποτυχημένη απόπειρα ανθρωποκτονίας που κατέληξε σε τελειωμένη σωματική βλάβη: Κρίνεται ότι η απαξία της σωματικής βλάβης υπερκαλύπτεται από την αντίστοιχη της ανθρωποκτόνας δράσεως ακόμη και όταν η τελευταία δεν έχει υπερβεί το στάδιο της απόπειρας. Με άλλα γίνεται αποδεκτή σχέση φαινομενικής συρροής. Ο δράστης τιμωρείται μόνον για απόπειρα ανθρωποκτονίας, η οποία και απωθεί τη σωματική βλάβη. Για σωματική, όμως, βλάβη τιμωρείται ο δράστης εάν υπαναχώρησε, έτσι ώστε η απόπειρα ανθρωποκτονίας να μένει ατιμώρητη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 44 § 1 ΠΚ.

  1. 14.        Σχέση του αρ. 308 ΠΚ – απλή σωματική βλάβη με το αρ. 167 § 1, 2 ΠΚ – αντίσταση
Η συρροή  ανάμεσα στο έγκλημα της αντιστάσεως (αρ. 167 § 1 ΠΚ) και της σωματικής βλάβης οιασδήποτε εντάσεως (αρ. 308 – 315 ΠΚ), είναι αληθινή κατ’ ιδέα (αρ. 94 § 2 ΠΚ).
Αυτό συμβαίνει διότι οι δημόσιοι υπάλληλοι, όταν εξατομικεύουν το έννομο αγαθό της πολιτειακής εξουσίας, εξατομικεύουν παράλληλα και το έννομο  αγαθό της μορφικής και λειτουργικής ακεραιότητας. Η ίδια λύση αληθινή κατ’ ιδέα συρροή μεταξύ αντιστάσεως στη βασική μορφή και σωματικής βλάβης, πρέπει να γίνει δεκτή και στην περίπτωση που η αντίσταση είναι διακεκριμένη (αρ. 167 § 2 ΠΚ).

  1. 15.           Σχέση του αρ. 308 ΠΚ – απλή σωματική βλάβη με το αρ. 137Α § 3 ΠΚ – βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η απλή σωματική βλάβη (αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ) αναφέρεται ρητά ως ουσιαστικό στοιχείο για έναν από τους τρόπους τελέσεως του εγκλήματος των άλλων προσβολών της ανθρώπινης  αξιοπρέπειας, που αποτελεί την ελαφριά μορφή των βασανιστηρίων (αρ. 137 Α § 3 ΠΚ). Συνακόλουθα, η μεταξύ τους συρροή είναι φαινομενική κατ’ ιδέα, με βάση την αρχή της απορροφήσεως εφαρμογή έχει μόνο η διάταξη του αρ.  137 Α § 3 ΠΚ.

  1. 16.           Σχέση του αρ. 308 ΠΚ – απλή σωματική βλάβη με το αρ. 239 α ΠΚ – κατάχρηση εξουσίας.
Το έγκλημα της κατάχρησης εξουσίας στην πρώτη του μορφή (αρ. 239α ΠΚ), προσβάλλει το έννομο αγαθό της προσωπικής ελευθερίας, δηλαδή έννομο αγαθό, διαφορετικό από εκείνο που προσβάλλει το έγκλημα της σωματικής βλάβης (σωματική – ψυχική υγεία). Αυτονόητο είναι επομένως ανάμεσα στα δύο εγκλήματα της σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1 ΠΚ) και κατάχρησης εξουσίας (αρ. 239α ΠΚ), η συρροή να είναι αληθινή.

  1. 17.           Σχέση του αρ. 308 ΠΚ – απλή σωματική βλάβη με το αρ. 306 § 1 ΠΚ – Έκθεση
Σε περίπτωση που ο δράστης τραυματίσει υπαίτια (με πρόθεση ή από αμέλεια) το θύμα και στη συνέχεια αφήσει αυτό αβοήθητο, εφόσον δεν επήλθε βαριά βλάβη της υγείας ή θάνατος αυτού, υπάρχει αληθινή συρροή σωματικής βλάβης (αρ. 308 ή 309 ή 314 ΠΚ) και εκθέσεως στη βασικής της μορφή (αρ. 306 § 1 ΠΚ). Αυτό συμβαίνει διότι η έκθεση, όντας στη συγκεκριμένη περίπτωση έγκλημα απλό και όχι εκ του αποτελέσματος,  καλύπτει μόνο τη διακινδύνευση και όχι και τη βλάβη του παθόντα.

  1. 18.           Σχέση του αρ. 308 ΠΚ – απλή σωματική βλάβη με το αρ. 322 – 335 ΠΚ – εγκλήματα κατά της προσωπικής ελευθερίας.
Η συρροή ανάμεσα στη σωματική βλάβη και στα εγκλήματα των αρ. 322 – 335 ΠΚ είναι αληθινή, εξαιτίας της ετερότητας των εννόμων αγαθών που αυτά προσβάλλουν (μορφική και λειτουργική ακεραιότητα – σωματική και ψυχική υγεία – αρ. 308 ΠΚ,  προσωπική ελευθερία – αρ. 322 – 335 ΠΚ).

  1. 19.        Σχέση του αρ. 308 ΠΚ – απλή σωματική βλάβη με το αρ. 361 ΠΚ – εξύβριση.
Στο βαθμό που η διάταξη του αρ. 361 ΠΚ προστατεύει το έννομο αγαθό της τιμής, δηλαδή έννομο αγαθό διαφορετικό από εκείνο της μορφικής και λειτουργικής ακεραιότητας που προστατεύει το αρ. 308 § 1 ΠΚ, η συρροή μεταξύ απλής σωματικής βλάβης και εξύβρισης (αρ. 361 ΠΚ), είναι αληθινή πραγματική (αρ. 94 § 1 ΠΚ).

  1. 20.        Σχέση του αρ. 308 ΠΚ – απλή σωματική βλάβη με το αρ. 30 ΠΚ – πραγματική πλάνη.
Η πλάνη του δράστη ως προς τη συνδρομή στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως, είναι πραγματική και έχει ως συνέπεια τον αποκλεισμό του δόλου (αρ. 30 § 1 ΠΚ). Αν όμως η άγνοια του στοιχείου αυτού μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του υπαιτίου, η πράξη του  καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια (αρ. 30 § 1 ΠΚ), θα τιμωρηθεί δηλαδή σε μια τέτοια περίπτωση, για σωματική βλάβη από αμέλεια (αρ. 314 ΠΚ). Η ίδια ακριβώς λύση πρέπει να δοθεί και όταν η σωματική βλάβη τελείται με παράλειψη και ο δράστης βρίσκεται σε πλάνη ως προς την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ενέργειας.
Αντιθέτως, η πλάνη ως προς λόγο δικαιολογήσεως (άρσεως του αδίκου), είναι νομική (αρ. 31 ΠΚ).
Έτσι, στην περίπτωση που ο Α, νομίζοντας ότι έχει δικαίωμα (αρ. 20 ΠΚ) να σωφρονίσει εκτός από τα δικά του και κάθε μικρό παιδί που ατακτεί, χτυπά το παιδί του γείτονα Γ, ο Α βρίσκεται σε νομική πλάνη, οπότε θα αρθεί ο καταλογισμός του, εφόσον η πλάνη του αυτή κριθεί συγγνωστή (αρ. 31  § 2 ΠΚ).

  1. 21.        Ποινική κύρωση του εγκλήματος
α) Η προβλεπόμενη για την απλή σωματική βλάβη ποινή, είναι φυλάκιση μέχρι τρία χρόνια (πλαίσιο ποινής 10 ημέρες μέχρι 3 χρόνια – αρ. 53 ΠΚ).
β) Αν όμως ο δράστης διέπραξε μια απλή σωματική βλάβη μπορεί να μείνει ατιμώρητος, εφόσον ετέλεσε  την πράξη του σε μια ψυχολογική κατάσταση δικαιολογημένης αγανάκτησης (αρ. 308 § 3 ΠΚ).
Μεταξύ της σωματικής βλάβης και της αγανακτήσεως, πρέπει να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος, ενώ το δικαιολογημένο αποτελεί συνάρτηση του μεγέθους της αδικίας την οποία διέπραξε ο παθών.
Στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για δυνητικό προσωπικό λόγο απαλλαγής του δράστη από την ποινή. Για να εφαρμοστεί όμως η ρύθμιση αυτή, ο νόμος θέτει τρείς (3) προϋποθέσεις:
β1) Να προηγήθηκε άμεσα η συμπεριφορά του θύματος που έδωσε αφορμή στη σωματική του βλάβη. Η συμπεριφορά του θύματος δεν πρέπει να είναι σε εξέλιξη, διότι τότε υπάρχει παρούσα επίθεση που δίνει δικαίωμα άμυνας στο  δράστη. Επομένως η ρύθμιση του αρ. 308 § 3 ΠΚ διαφέρει από την άμυνα (αρ. 22 ΠΚ) ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης από την πλευρά του παθόντος.  Ενώ για να υπάρχει άμυνα πρέπει, η επίθεση να είναι παρούσα, στο αρ. 308 § 3 ΠΚ  πρέπει, η πράξη του παθόντα να είναι αμέσως προηγούμενη, να έχει επομένως ολοκληρωθεί.
β2) Η συμπεριφορά του θύματος να τελέστηκε εναντίον ή ενώπιον του δράστη της σωματικής βλάβης και
β3) Η συμπεριφορά του θύματος προς το  δράστη να ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση. Συνήθως θα πρόκειται για μια σωματική βλάβη ή εξύβριση εκ μέρους του θύματος, αλλά μπορεί να είναι και οτιδήποτε άλλο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης Δ αγανάκτησε, επειδή το θύμα Θ αφαίρεσε το μπαστούνι του τυφλού Τ.
Ομοίως, στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης Α αγανάκτησε, επειδή το θύμα Β βασάνιζε με σκληρό τρόπο ένα σκύλο μπροστά του.
Οι έννοιες «σκληρή» και «βάναυση» είναι αόριστες νομικές έννοιες. Η ένταση και η μορφή  της σκληρότητας ή της βαναυσότητας, κρίνονται διακεκριμένα με βάση τις ειδικές συνθήκες, όπως αυτές προβάλλονται. Όταν η βάναυση διαγωγή του παθόντος εξεδηλώθη εναντίον τρίτου, η επέμβαση του δράστη πρέπει να ευρεθεί εξ ειδικής αιτίας εύλογη, όπως συγγενικός ή φιλικός δεσμός, άγρια χειροδικία του δράστη εναντίον ανυπεράσπιστου προσώπου.
Έτσι, η διαπίστωση ασυστάτων παραπόνων εκ μέρους του μαθητή Μ προς τον Διευθυντή του σχολείου Δ, σε ύφος έντονο και ανάρμοστο που έγινε ενώπιον των συναδέλφων του, συνιστά ενέργεια ιδιαίτερα  σκληρή και βάναυση.
Ομοίως, ως ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση θεωρήθηκε από τη νομολογία το χτύπημα με σφιγμένο χέρι και την απειλή με κατσαβίδι, το άρπαγμα από τα μαλλιά, το δάγκωμα και την απειλή σύλληψης ή θανάτωσης.
Έτσι, με αφετηρία τις παραπάνω αναλύσεις – προϋποθέσεις προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο Υ, υπαίτιος σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1 ΠΚ) σε βάρος του Ζ που τον χτύπησε με μια πέτρα στο κεφάλι επειδή αυτός παρενοχλούσε τη Σ σύζυγο του Υ επί παρουσία του, ο Υ θα απαλλαχτεί της ποινής, επειδή ενήργησε έτσι από δικαιολογημένη αγανάκτηση.
γ) Τέλος η όλως ελαφρά σωματική βλάβη τιμωρείται με κράτηση έως 6 μήνες ή με πρόστιμο έως 3.000 ευρώ.

  1. 22.          Ποινική δίωξη του εγκλήματος (αρ. 27, 36, 43, 46 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με αρ. 308 ΠΚ).
Η ποινική δίωξη του εγκλήματος ασκείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα ή δημόσιο κατήγορο μόνο ύστερα από την υποβολή έγκλησης αρ. 315 § 1 ΠΚ. Η νομοθετική αυτή επιλογή στηρίζεται στην όχι μεγάλη βαρύτητα της προσβολής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτή έχει ως αντικείμενο ένα καθαρά ατομικό έννομο αγαθό, για την προστασία του οποίου από την πολιτεία δεν υπάρχει ιδιαίτερο αυτοτελές ενδιαφέρον όταν δεν δηλώνεται αντίστοιχη βούληση του φορέα του. Επιπλέον η συγκεκριμένη ρύθμιση ευθυγραμμίζεται και με την πρόβλεψη, ότι η συναίνεση του παθόντος αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως (αρ. 308 § 2 ΠΚ).
Στο βαθμό όμως που το ερευνώμενο έγκλημα είναι πλημμέλημα, μπορεί να εφαρμοστεί η ειδική – συνοπτική διαδικασία της άμεσης παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (αρ. 417 επ. ΚΠΔ) εφόσον η πράξη έχει καταληφθεί επ’ αυτοφώρω. Διευκρινίζεται, πάντως, ότι δεν επιτρέπεται σύλληψη του δράστη έστω και αν είναι αυτόφωρο το έγκλημα, αν τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση διώκεται κατ’ έγκληση και αυτή δεν έχει υποβληθεί ούτε και προφορικά (αρ. 275 § 2 ΚΠΔ).
Από όσα ήδη έχουν αναφερθεί συνάγεται με σαφήνεια το συμπέρασμα ότι η απλή σωματική βλάβη (αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ) η όλως ελαφρά σωματική βλάβη (αρ. 308  1, εδ. β ΠΚ) διώκονται μόνο ύστερα από έγκληση (αρ. 315 § 1 ΠΚ). Η ρύθμιση αυτή αποτελεί  τον κανόνα.
Εξαίρεση του κανόνα (αυτεπάγγελτη δίωξη της απλής σωματικής βλάβης):

Αν ο παθών είναι δημόσιος υπάλληλος και επιπλέον η πράξη τελέστηκε είτε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, είτε για λόγους που σχετίζονται με την εκτέλεση της υπηρεσίας αυτής, η δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως (αρ. 315 § 2 ΠΚ).

Άρθρο 308Α
Απρόκλητη σωματική βλάβη
1. Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι  μηνών τιμωρείται η απλή σωματική βλάβη (αρ. 308 § 1 εδ. α’ ΠΚ) αν έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα.
2. Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έχει το χαρακτήρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης (αρ. 309 ΠΚ) ή αν σ’ αυτή συμμετείχαν δύο ή περισσότεροι, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
3. Ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 2 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών, εάν ενήργησαν με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους.
  1. 1.            Έννοια
Απρόκλητη σωματική βλάβη διαπράττει εκείνος ο οποίος:
α) με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του (απλή σωματική βλάβη – αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ) χωρίς πρόκληση από τον παθόντα (αρ. 308 Α § 1, ΠΚ).
β) με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του  (απλή σωματική βλάβη – αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ) χωρίς πρόκληση από τον παθόντα (αρ. 308 Α § 1, ΠΚ), αλλά με τη συμμετοχή στην πράξη δύο ή περισσότερων ατόμων ή η τέλεση της πράξης να έγινε με τέτοιο τρόπο, ώστε να έχει τον χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, σύμφωνα με το αρ. 309 ΠΚ (αρ. 308 Α § 2 ΠΚ).
  1. 2.            Προστατευόμενο έννομο αγαθό
Είναι η υγεία του ανθρώπου σε όλες τις μορφές της, δηλαδή τόσο η σωματική, όσο και η ψυχική υγεία.
  1. 3.            Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εγκλήματος
Το αρ. 308 Α ΠΚ τυποποιεί δύο (2) διακεκριμένα εγκλήματα σε σχέση με το βασικό έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ)
α) ένα σχετικό διακεκριμένο έγκλημα της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308 Α § 1 ΠΚ) και
β) ένα απόλυτο διακεκριμένο έγκλημα, απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308 Α § 2 ΠΚ). Οι παραπάνω διακρίσεις – αναλύσεις της απρόκλητης σωματικής βλάβης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το έγκλημα αυτό, έχει τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα με την απλή σωματική βλάβη (αρ. 308 § 1, εδ. α ΠΚ), είναι δηλαδή κοινό, απλό, βλάβης, γνήσιο πολύτροπο υπαλλακτικώς ή διαζευτικώς μικτό, βλάβης, μικτό, ενέργειας αποτελέσματος (ουσιαστικό) στιγμιαίο, μη ιδιόχειρο.
  1. 4.            ΑΠΡΟΚΛΗΤΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ – ΣΧΕΤΙΚΟ ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΑΠΡΟΚΛΗΤΗΣ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ (αρ. 308 Α § 1 ΠΚ).
ΕΙΔΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ – ΝΟΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΞΙΩΣΗ (αρ. 7 § 1Σ)
Α) Αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος
α) Υποκείμενο του εγκλήματος
Μπορεί να είναι οποιοσδήποτε
β) Υλικό αντικείμενο της πράξεως
Είναι ο άλλος άνθρωπος
γ) Η πράξη προσβολής του έννομου αγαθού (εγκληματική συμπεριφορά).
Η πράξη με την οποία στοιχειοθετείται το αδίκημα συνίσταται στην προξένηση από το δράστη σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας σε άλλον. Αυτό, αποτελεί και τη βασική αντικειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης, η δε σχετική διάταξη συμπληρώνει αυτή, με ένα επί πλέον στοιχείο επιβαρυντικό, που είναι η τέλεση της πράξης χωρίς πρόκληση από τον παθόντα.
Όταν το επιβαρυντικό αυτό στοιχείο  ελλείπει, τότε είναι δεδομένο ότι  η πράξη χαρακτηρίζεται μόνο ως απλή σωματική βλάβη (αρ. 308 § 1 εδ. α ΠΚ).
Έτσι, υπάγονται σαφώς στο αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ – απλή σωματική βλάβη και όχι στο αρ. 308Α ΠΚ – απρόκλητη σωματική βλάβη οι εξής περιπτώσεις:
  • οι απλές σωματικές βλάβες του πολίτη Π, που προκάλεσε εναντίον του Υπαστυνόμου Α, διότι ο Υπαστυνόμος Α επιχείρησε να τον συλλάβει εξαιτίας τέλεσης αξιόποινης πράξης εκ μέρους του Π,
  • οι απλές σωματικές βλάβες του Α σε βάρος της Γ επειδή αυτή αρνήθηκε να οδηγηθεί στην πορνεία,
  • οι απλές σωματικές βλάβες του συζύγου Σ σε βάρος της συζύγου του Ε στα πλαίσια παραπόνων αυτής για τη χαρτοπαιξία του,
  • οι απλές σωματικές βλάβες του οδηγού Ο κατά του άλλου οδηγού Ξ, ο οποίος δεν του επέτρεψε την προσπέραση,
  • οι απλές σωματικές βλάβες του μνηστήρα Μ σε βάρος της μνηστής του Η, επειδή τούτη ζήτησε τη λύση της μνηστείας,
  • οι απλές σωματικές βλάβες του Δ σε βάρος του καθηγητή Λ που θέλησε να τον συλλάβει για προηγούμενη συμπεριφορά του,
  • οι απλές σωματικές βλάβες του Π σε βάρος της ηγουμένης Ν που την εμπόδισε να πάρει την καλόγρια κόρη του,
  • οι απλές σωματικές βλάβες του Αστυνόμου Α σε βάρος της Σουηδής τουρίστριας Σ που αρνήθηκε να συνάψει μαζί του ερωτικές σχέσεις.
γ1) Έννοια του όρου χωρίς πρόκληση από τον παθόντα
Την έννοια του όρου αυτού, προσπάθησε να δικαιολογήσει – αναλύσει η επιστήμη με δύο απόψεις:
α’ άποψη (ορθότερη)
Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ένα έγκλημα τελείται χωρίς πρόκληση από τον παθόντα, όταν ανάμεσα στο δράστη και στο θύμα δεν υπάρχει κάποια κοινωνικά αποδεκτή αιτιακή σύνδεση. Το έγκλημα γίνεται «στα καλά καθούμενα», χωρίς να έχει δοθεί κάποια κοινωνική αφορμή γι’ αυτό, από το θύμα.
β’ άποψη (κρατούσα)
Κατά την άποψη αυτή, ο όρος «χωρίς πρόκληση του παθόντα» έχει πολύ στενό νόημα και σημαίνει χωρίς κανένα απολύτως λόγο, χωρίς κίνητρο. Επομένως, αν ο δράστης τελέσει το έγκλημα για κάποιο λόγο, έστω και αν ο λόγος αυτός δεν είναι κοινωνικά κατανοητός, τότε η πράξη του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως απρόκλητη.
Ο δράστης, με την επίθεσή του κατά του συγκεκριμένου προσώπου θεωρείται ότι στοχεύει περισσότερο το έννομο αγαθό και όχι στο συγκεκριμένο φορέα του. Αυτό στο οποίο επικεντρώνεται η διάταξη, είναι η αντικοινωνική συμπεριφορά την  οποία επιδεικνύει ο δράστης με την τυχαία επιλογή του θύματος, με το οποίο δεν τον συνδέει τίποτα. Η τυχαία επιλογή του θύματος κατά το χρόνο της προσβολής, είναι το στοιχείο που καθιστά την αντίστοιχη πράξη κοινώς επικίνδυνη. Στην αξιόποινη δραστηριότητα του δράστη εμπλέκεται ένας αόριστος αριθμός υποψηφίων παθόντων που θα μπορούσαν αυτοί να είναι στη θέση του τυχαία επιλεγμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση θύματος.
Έτσι, από όσα μέχρι τώρα έχουν αναλυθεί, συνάγεται με σαφήνεια το συμπέρασμα ότι η απρόκλητη σωματική βλάβη (αρ. 308Α ΠΚ – δράστης και θύμα είναι άγνωστοι μεταξύ τους, δεν έχει προηγηθεί το παραμικρό που να πυροδότησε την επίθεση εκ μέρους του δράστη, η δε επιλογή του θύματος έγινε τυχαία από τον δράστη).
Στο σημείο αυτό επομένως βρίσκεται η δικαιολογία (in ratio) για την αυξημένη ποινή και την αυτεπάγγελτη δίωξη του απρόκλητου εγκλήματος. Όσο αδικαιολόγητη και να είναι η επίθεση ανάμεσα σε δύο (2) άτομα ήδη γνωστά μεταξύ του, δεν πρόκειται για απρόκλητη σωματική βλάβη με την έννοια του αρ. 308 Α, ΠΚ.
γ2) Καθορισμός των προϋποθέσεων εφαρμογής της περίστασης που αναφέρεται στην τέλεση της πράξης χωρίς πρόκληση από τον παθόντα  (αρ. 308 Α, § 1 ΠΚ).
Οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά στην προκειμένη περίπτωση, ώστε η σωματική βλάβη να είναι απρόκλητη είναι οι εξής:
  • · η πράξη του δράστη να στρέφεται εναντίον προσώπου με το οποίο δεν τον συνδέει κάποια εμπεδωμένη σχέση (δράστης και θύμα είναι άγνωστοι μεταξύ τους – ανώνυμη σχέση),
  • · η πράξη τελείται για χάρη της. Ο δράστης δεν επιδιώκει κάποιο παραπέρα όφελος (τα εγκλήματα αποτελούν αυτοσκοπό του δράστη, δεν γίνονται για να υπηρετήσουν ένα παραπέρα σκοπό),
  • · η πράξη στρέφεται εναντίον ατόμου με το οποίο δεν προηγήθηκε άμεση ηθελημένη από τον παθόντα προσωπική και με κάποια ένταση επικοινωνία (τυχαία επιλογή του θύματος – δεν προηγήθηκε το παραμικρό που να πυροδότησε την εγκληματική συμπεριφορά του δράστη.
Μόλις χρειάζεται όμως στο σημείο αυτό να τονιστεί, ότι η ρήτρα «απρόκλητα εκ μέρους του παθόντος» επικεντρώνει την προσοχή της διωκτικής ή της δικαστικής αρχής στις περιστάσεις της πράξης, με κριτήριο αν η πράξη έγινε με κάποιο συγκεκριμένο κίνητρο εναντίον κάποιου ή αν έγινε απρόκλητα δηλαδή χωρίς να υπάρχει καν ένα απολύτως στοιχείο σύνδεσης του δράστη με το θύμα.
γ3) Καθορισμός των προϋποθέσεων εφαρμογής της περίστασης που αναφέρεται στην τέλεση της πράξης με την πρόκληση από τον παθόντα (αρ. 308 § 1 εδ. α, ΠΚ).
Η κριτική προσέγγιση των παραπάνω προϋποθέσεων επιτρέπει τη διατύπωση των ακόλουθων βασικών παρατηρήσεων – αναλύσεων, έτσι ώστε η σωματική βλάβη να είναι κοινή και όχι απρόκλητη.
  • Η πράξη του δράστη πλήττει πρόσωπο το οποίο συνδέεται με αυτόν με εμπεδωμένη σχέση (προσωπικός χαρακτήρας)
  • Ο δράστης επιδιώκει κάποιο περαιτέρω όφελος (οργανικός χαρακτήρας)
  • Η πράξη τελείται μετά από μία άμεση ηθελημένη από τον παθόντα προσωπική και κάποιας εντάσεως επικοινωνία με το δράστη (ύπαρξη επικοινωνίας).
γ4) Χαρακτηριστικά γνωρίσματα απρόκλητης σωματικής  βλάβης
γ4.1) Σε ποια σωματική βλάβη αναφέρεται η απρόκλητη   σωματική βλάβη.
Η απρόκλητη σωματική βλάβη αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης. Βασικό έγκλημα είναι μόνο η απλή σωματική βλάβη. Ο ίδιος ο νόμος προορίζει την αυξημένη ποινή του αρ. 308Α § 1 ΠΚ, μόνο για την απρόκλητη απλή (αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ), αφού παραπέμπει στη σχετική διάταξη και όχι για την απρόκλητη όλως ελαφρά σωματική βλάβη. Αυτό πιο πέρα σημαίνει ότι η όλως ελαφρά σωματική βλάβη, εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις του αρ. 308 § 1, εδ. β ΠΚ (όλως ελαφρά σωματική βλάβη), έστω   και αν έγιναν χωρίς πρόκληση από τον παθόντα.
Έτσι, απ’ όσα μέχρι τώρα έχουν διατυπωθεί, συνάγεται με σαφήνεια το συμπέρασμα ότι απρόκλητη σωματική βλάβη (αρ. 308Α § 1 ΠΚ) = απλή σωματική βλάβη (σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας – αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ) + τέλεση της πράξης από το δράστη χωρίς πρόκληση από τον παθόντα.
γ4.2) Αναφορά της εισηγητικής έκθεσης σε σχέση με την απρόκλητη σωματική βλάβη.
Με βάση την εισηγητική έκθεση, το «χωρίς πρόκληση από τον παθόντα» που χρησιμοποιείται στο κείμενο του αρ. 308Α, ΠΚ ερμηνεύεται ως «χωρίς να υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο σύνδεσης του δράστη με το θύμα», «χωρίς καμία σχέση δράστη – θύματος», «χωρίς κανένα λόγο».
Το απρόκλητο της σωματικής βλάβης που αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος, συνιστά ενέργεια αυθαίρετη εκ μέρους του υπαιτίου, χωρίς να υπάρχει έστω και χαλαρή σύνδεση μεταξύ δράστη και θύματος.
Απρόκλητη δηλαδή είναι η σωματική βλάβη, όταν ο δράστης και ο παθών δεν είχαν καμία σχέση ή επαφή προηγουμένως σε οποιοδήποτε επίπεδο κοινωνικών σχέσεων (δεν είχαν συναντηθεί) και ο δράστης δεν είχε κανένα δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο λόγο να στραφεί κατά του παθόντα. Ενεργεί ο δράστης χωρίς αιτία, εκ του μηδενός, με στόχο την αφηρημένη έννοια του έννομου αγαθού της σωματικής βλάβης, χωρίς να τον ενδιαφέρει το συγκεκριμένο πρόσωπο, πράγμα το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση το ενσαρκώνει, η επιλογή του οποίου έγινε τυχαία, αυθαίρετα και όχι από συγκεκριμένη με αυτό εχθρότητα. Ο δράστης αμφισβητεί γενικά την κοινωνική τάξη των πραγμάτων και κάνει την πράξη αδιαφορώντας για το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό.
Μετά την παραπάνω αναφερόμενη τοποθέτηση, εκείνο το οποίο κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι, ο ιστορικός νομοθέτης θέλει να τιμωρήσει με τη διάταξη αυτή την αδικαιολόγητη βία εκ μέρους προσώπων που απλά για ξέσπασμα τελούν  την απρόκλητη σωματική βλάβη, κατά προσώπων ασχέτων που δεν έδωσαν καμία αφορμή. Η θέσπιση της διάταξης αυτής δεν είναι άσχετη με την εμφάνιση και δράση ατόμων νεαρών κύρια, σε γήπεδα ή σε άλλους χώρους (χούλιγκανς).
γ5) Αξιολόγηση του όρου «συνάντηση μεταξύ δράστη και θύματος».
Η συνάντηση δράστη και θύματος σε οποιοδήποτε επίπεδο κοινωνικών σχέσεων, αποκλείει την αξιολόγηση της σωματικής βλάβης ως απρόκλητης. Χαρακτηριστικά στοιχεία της συνάντησης είναι η αμεσότητα, η ένταση, η ποιότητα και η κατεύθυνση της συνάντησης. Έχει επισημανθεί, σωστά άλλωστε, ότι και χρονικά απομακρυσμένες ενέργειες του θύματος ή ενέργειες απόντων μπορούν να θεωρηθούν συναντήσεις και έτσι να κρατηθεί τελικά η απλή σωματική βλάβη στα πλαίσια του αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ.
Έτσι στην περίπτωση κατά την οποία ο Ε, εξυβρίζει τον Ζ τηλεφωνικά και ο τελευταίος κακοποιεί τον Ε στην πρώτη προσωπική επαφή τους μετά το παραπάνω επεισόδιο, η σωματική βλάβη αποκλείεται να χαρακτηρισθεί απρόκλητη, εάν αποδειχθεί ότι η προηγούμενη συμπεριφορά του θύματος (Ε) οδήγησε τον δράστη (Ζ) στο νέο έγκλημα.
Ομοίως στην περίπτωση κατά την οποία ο φίλαθλος Φ κτυπήθηκε από τον Α σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα την 20-12-2012 και στα πλαίσια του ίδιου αγώνα που έγινε στο δεύτερο γύρο 20-5-2013 ανάμεσα στις ίδιες ομάδες ο Φ κακοποιεί τον Α, η σωματική βλάβη στην προκειμένη περίπτωση αποκλείεται να χαρακτηριστεί απρόκλητη, εάν αποδειχθεί η προηγούμενη συμπεριφορά του θύματος Α οδήγησε το δράστη Φ στο νέο έγκλημα.
Με σημείο αναφοράς την ανάλυση του όρου «συνάντηση» μπορούμε στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι, η συνάντηση δράστη και θύματος μπορεί να έγινε με οποιονδήποτε τρόπο, με λόγια ή με έργα και να είχε οποιαδήποτε ένταση.
Έτσι στην περίπτωση κατά την οποία ο Γερμανός τουρίστας Τ, ο οποίος όταν τελείωσαν τα χρήματά του χτύπησε τον αρτοποιό Α, που αρνήθηκε να του δώσει ένα καρβέλι ψωμί, ο Τ θα κριθεί – τιμωρηθεί  ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1, εδ. α ΠΚ) και όχι της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308Α § 1 ΠΚ), διότι το απρόκλητο αποκλείεται από την ύπαρξη λόγου – αφορμής χωρίς να ενδιαφέρει η ποιότητα – το συγγνωστό τους.
γ6) Αξιολόγηση – ανάλυση της συμπεριφοράς του παθόντος για να μπορέσει να λειτουργήσει ως λόγος αποτροπής μιας σωματικής βλάβης ως απρόκλητης.
Οι σχετικές περιπτώσεις είναι δυνατό να ενταχθούν σχηματικά στις ακόλουθες κατηγορίες:
Α’ Κατηγορία:
Το θύμα απευθύνεται με την πράξη του στο συγκεκριμένο δράστη ή σε περισσότερα ατομικά προσδιορισμένα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο μετέπειτα δράστης του κρίσιμου εγκλήματος.
Έτσι, στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης Ι του κέντρου διασκέδασης «Ο ΜΑΥΡΟΣ ΓΑΤΟΣ», ενοχλεί σε ώρα κοινής ησυχίας με τη μουσική του το γείτονα  Γ και αυτός, επειδή δε μπορεί να κοιμηθεί, προκαλεί στον Ι σωματική βλάβη, ο Γ θα κριθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ) και όχι της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308Α, § 1 ΠΚ).
Β’ Κατηγορία:
Το θύμα απευθύνεται σε αόριστο αριθμό προσώπων και δέχεται την αντίδραση κάποιου που κατέστη τελικά αποδέκτης της προκλήσεως.
Έτσι, στην περίπτωση που ο Α αρχηγός κόμματος, εκφωνεί λόγο σε μεγάλη πολιτική συγκέντρωση στην πλατεία Αριστοτέλους  στη Θεσσαλονίκη, δεχθεί την επίθεση του ακροατή Κ και του προξενήσει σωματική βλάβη επειδή σε συγκεκριμένο θέμα προκάλεσε την αντίδρασή του, ο Κ θα κριθεί – τιμωρηθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφαιρείται από τον Κ η ιδιότητα του απρόκλητου εγκληματία, γιατί αυτός δεν επέλεξε τον οποιονδήποτε για θύμα του, ο δε Α προσβάλλεται από πρόσωπο που ήταν τελικά αποδέκτης της προκλήσεως του (αιτιακή σύνδεση της ομιλίας του παθόντος με την ενέργεια του δράστη).
Μόλις όμως χρειάζεται στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι, για την επίλυση του σχετικού θέματος υπάρχει και αντίθετη άποψη. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ελλείπει ο απαραίτητος, στοιχειώδης έστω, προσωπικός τόνος στην επικοινωνία του δράστη Κ και του θύματος Α, οπότε η πράξη του Κ θα χαρακτηρισθεί ως απρόκλητη σωματική βλάβη (αρ. 308Α, § 1 ΠΚ).
Γ’ Κατηγορία:
Η συνάντηση δράστη και θύματος έχει έμμεσο και όχι ευθύ χαρακτήρα, με την έννοια ότι η πράξη του παθόντα απευθύνεται άμεσα προς άτομο το οποίο συνδέεται με τον μετέπειτα δράστη με εμπεδωμένη σχέση. Αδιάφορο είναι εδώ το γεγονός, αν η δραστηριότητα του θύματος εκδηλώνεται ενώπιον ή όχι του δράστη του κρίσιμου εγκλήματος.
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο Π κτυπήσει τον Ζ ,επειδή πληροφορήθηκε ότι αυτός διατηρεί ερωτικές σχέσεις με τη σύζυγό του Σ, ο Π θα κριθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1, εδ. α ΠΚ). Η έμμεση πρόκληση του Ζ οδήγησε στη συγκεκριμένη περίπτωση ως αιτιακή αφορμή στη σωματική βλάβη που τέλεσε ο Π σε βάρος του Ζ.
Δ’ Κατηγορία:
Ο παθών ενεργεί χωρίς να απευθύνεται στο συγκεκριμένο δράστη, ο τελευταίος όμως γίνεται μάρτυρας της συμπεριφοράς του και του επιτίθεται.
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο Θ, για ασήμαντη αφορμή, πέφτει θύμα άγριου ξυλοδαρμού από τον Κ, ο Σ που παρακολούθησε τη σκηνή, παρακινημένος από αυτό που είδε, κτύπησε τον Κ προκαλώντας του σωματικές βλάβες, ο Σ θα κριθεί – τιμωρηθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ). Ο Σ ενήργησε έτσι, ωθούμενος από τα διαδραματισθέντα μπροστά του, ο δε Κ επιλέχθηκε ως θύμα λόγω της συμπεριφοράς του (αιτιακή σχέση ανάμεσα στην προηγούμενη συμπεριφορά του θύματος και στη χρονικά επόμενη αντίδραση του δράστη).
Ε’ Κατηγορία:
Η επιλογή του θύματος δεν ήταν τυχαία αλλά συγκεκριμένη και η αιτία – αφορμή σημαντική ή όχι, δεδομένη.
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο φίλαθλος Φ, στον αγώνα μεταξύ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ – ΑΕΚ τραυμάτισε τον Υπαστυνόμο Α όταν επιχείρησε να του κάνει σωματική έρευνα πριν από την είσοδό του στο γήπεδο Καραϊσκάκη, ο Φ θα κριθεί – τιμωρηθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1, εδ. α ΠΚ).
Αντίθετα, στην περίπτωση κατά την οποία ο οπαδός της ομάδας Ο, επιτίθεται και τραυματίζει τον Αστυνόμο Α, όχι με αφορμή μια προσδιορισμένη ενέργεια του αστυνομικού αλλά για να πληγεί το γένος του έννομου αγαθού – η μορφική και λειτουργική ακεραιότητα των αστυνομικών, ο Ο θα κριθεί – τιμωρηθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός του εγκλήματος της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308 Α, § 1 ΠΚ).
Απρόκλητες είναι επίσης για τον ίδιο λόγο οι σωματικές βλάβες, που ομάδα φιλάθλων τελεί μετά τη λήξη του αγώνα και χωρίς καμία αιτία, σε βάρος οπουδήποτε συναντά στο δρόμο της.
δ) Το αποτέλεσμα της πράξης
Τυποποιημένο αποτέλεσμα του αρ. 308Α § 1 ΠΚ ,αποτελεί η χωρίς πρόκληση απλή σωματική βλάβη στο θύμα (σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του).
ε)   Αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην πράξη προσβολής και στο αποτέλεσμα
Ανάμεσα στο αποτέλεσμα της πρόκλησης της απλής σωματικής βλάβης στο θύμα χωρίς πρόκλησή του και στην πράξη του δράστη, θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, όπως την προσδιορίζει η κρατούσα στην επιστήμη και στη νομολογία θεωρία του ισοδυνάμου των όρων. Με βάση τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, για να χρεωθεί η απρόκλητη σωματική βλάβη στον δράστη θα πρέπει το αποτέλεσμα αυτό να έχει ως αιτία την εγκληματική συμπεριφορά του δράστη.
Β) Υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος
Η απρόκλητη σωματική βλάβη συνιστά έγκλημα δόλου. Αν και ο νομοθέτης σιωπά ως προς το είδος του δόλου, γίνεται δεκτό από τον χαρακτήρα του εγκλήματος ως πλημμέλημα σε συνδυασμό με τα αρ. 26 ΠΚ και 18 ΠΚ, ότι απαιτείται τουλάχιστο ενδεχόμενος δόλος, άρα δόλος οποιουδήποτε βαθμού για όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.
Ειδικότερα, πρέπει ο δράστης στη συγκεκριμένη περίπτωση, να γνωρίζει ότι πραγματώνει και να θέλει να πραγματώσει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του βασικού εγκλήματος. Επιπλέον πρέπει να γνωρίζει και να θέλει να τελέσει απλή σωματική βλάβη και ακόμη να γνωρίζει και να θέλει να την τελέσει μολονότι δεν προκλήθηκε από τον παθόντα.
Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα, εκείνο το οποίο κρίνεται σκόπιμο να τονισθεί στο σημείο αυτό είναι ότι, αν ο δράστης Δ επιτεθεί στον Θ που δε γνωρίζει, επειδή νομίζει ότι είναι εραστής της συζύγου του Σ, η ποινική ευθύνη του Δ σύμφωνα με το αρ. 30 § 2 ΠΚ θα περιορισθεί μόνο σε εκείνη της απλής σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1, εδ. α, ΠΚ).
  1. 5.    Τετελεσμένο έγκλημα και απόπειρα εγκλήματος
Το έγκλημα του αρ. 308Α § 1 ΠΚ είναι τετελεσμένο από τη στιγμή κατά την οποία θα γίνει χωρίς πρόκληση η σωματική βλάβη στο θύμα. Απόπειρα απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308Α § 1 ΠΚ) υπάρχει όταν ο δράστης, προέβη μεν χωρίς να προκληθεί στη σχετική ενέργεια ή παράλειψη που συνιστά αρχή εκτέλεσης, πλην όμως δεν επήλθε καμία σωματική βλάβη ή επήλθε αλλά αυτή είναι εντελώς ελαφρά ή ασήμαντη.
  1. 6.    Ποινική κύρωση του εγκλήματος
Η ποινή που προβλέπεται για το έγκλημα της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308Α § 1 ΠΚ) είναι φυλάκιση τουλάχιστο έξι (6) μηνών (πλαίσιο ποινής 6 μήνες – 5 έτη, σύμφωνα με το αρ. 53 ΠΚ).
  1. 7.    Άσκηση ποινικής δίωξης (αρ. 27, 36, 43 ΚΠΔ) του εγκλήματος της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308 Α § 1 ΠΚ).
Η ποινική δίωξη του εγκλήματος αυτού ασκείται αυτεπαγγέλτως, εφόσον δεν ορίζεται ρητά στο αρ. 315 ΠΚ η κατ’ έγκληση δίωξη αυτού.
  1. 8.    ΑΠΡΟΚΛΗΤΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ – ΑΠΟΛΥΤΟ ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΡΟΚΛΗΤΗΣ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ (αρ. 308Α § 2 ΠΚ).
ΕΙΔΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ – ΝΟΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΞΙΩΣΗ (αρ. 7 § 1Σ)
Α) Αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος
Τα στοιχεία που έχουν αναφερθεί στην αντικειμενική υπόσταση του σχετικού διακεκριμένου εγκλήματος της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308Α § 1 ΠΚ), ισχύουν και στο απόλυτο διακεκριμένο έγκλημα της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308Α § 2 ΠΚ). Ειδικότερα ισχύουν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παρ. 4 Α (α, β, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5, γ6).
Πάνω στο επίμαχο όμως αυτό ζήτημα για την καλύτερη αξιολόγηση των αναλύσεων, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθούν τα εξής:
γ7) Ως προς την   απρόκλητη επικίνδυνη απλή σωματική βλάβη (αρ. 308Α § 2, εδ. α, ΠΚ).
Για να χαρακτηρισθεί μια πράξη ως απρόκλητη επικίνδυνη στα πλαίσια της εφαρμογής του αρ. 308Α § 2, εδ. α ΠΚ, πρέπει η πράξη αυτή να είναι:
  • και απρόκλητη απλή σωματική βλάβη (αρ. 308Α § 1 ΠΚ), άρα επομένως δεν αρκεί η απρόκλητη όλως ελαφρά αλλά
  • και επικίνδυνη, με την έννοια που έχει αυτή η σωματική βλάβη στο αρ. 309 ΠΚ.
Εάν λείπει ένα από τα δύο αυτά γνωρίσματα, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί το αρ. 308Α § 2 ΠΚ, αλλά ανάλογα με το δόλο του δράστη θα έχουμε είτε τετελεσμένη επικίνδυνη σωματική βλάβη (αρ. 309 ΠΚ) είτε απόπειρα απρόκλητης επικίνδυνης σωματικής βλάβης (αρ. 42 § 1 ΠΚ σε συνδ. με αρ. 308Α § 2 ΠΚ).
Έτσι, στην περίπτωση κατά της οποία ο νεαρός κακοποιός Κ, ήθελε να προκαλέσει σε βάρος του άγνωστου γέρου Γ όλως ελαφρά σωματική βλάβη για να σπάσει πλάκα, η σωματική όμως βλάβη την οποία τέλεσε ο Κ σε βάρος του Γ τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει σ’ αυτόν κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη (αρ. 309 ΠΚ), ο Κ θα κριθεί – τιμωρηθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (αρ. 309 ΠΚ). Αυτό συμβαίνει, διότι η πράξη του Κ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως απρόκλητη σωματική βλάβη, έστω κι αν έγινε απρόκλητα, αφού δεν τελέστηκε σε βάρος του Γ απλή σωματική  βλάβη, αλλά μόνο όλως ελαφρά σωματική βλάβη.
Είναι δεδομένο ότι η απρόκλητη σωματική βλάβη (αρ. 308Α § 2 ΠΚ) ως επικίνδυνη πρέπει να είναι και απρόκλητη απλή σωματική βλάβη και επικίνδυνη (αρ. 309 ΠΚ). Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι μόνο επικίνδυνη όχι όμως και απρόκλητη απλή σωματική βλάβη (αρ. 308Α § 1 ΠΚ).
Σε αντίθετη όμως περίπτωση, αν ο νεαρός Κ ήθελε να κάνει με επικίνδυνο τρόπο μια σε βάρος του Γ απρόκλητη απλή σωματική βλάβη, αλλά τελικά τέλεσε απρόκλητα όλως ελαφρά σωματική βία, ο Κ θα κριθεί – τιμωρηθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός της απόπειρας επικίνδυνης απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 42 § 1 ΠΚ σε συνδ. με αρ. 308Α § 2, εδ. α ΠΚ).
γ8) απρόκλητη απλή σωματική βλάβη που γίνεται όμως με τη συμμετοχή δύο ή περισσότερων ατόμων.
Τον όρο «συμμετοχή», που χρησιμοποιεί εδώ ο νόμος, σύμφωνα με μία άποψη με την πλατειά της σημασία, περιλαμβάνει δηλαδή, όχι μόνο τη συναυτουργία (αρ. 45 ΠΚ) αλλά και τη συμμετοχή με τη στενή έννοια, όπως την ηθική αυτουργία (αρ. 46 § 1α ΠΚ), την άμεση συνέργεια (αρ. 46 § 1β ΠΚ) και την απλή συνέργεια  (αρ. 47 § 1 ΠΚ).
Κατ’ άλλη άποψη όμως, σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη και το σκοπό της ρυθμίσεως, ο όρος συμμετοχή στο αρ. 308Α § 2 ΠΚ υποδηλώνει μονάχα τη συναυτουργία (αρ. 45 ΠΚ) και όχι την ηθική αυτουργία, συνέργεια (άμεση – απλή).
Έτσι, από όσα μέχρι τώρα έχουν διατυπωθεί, συνάγεται με σαφήνεια το συμπέρασμα ότι απρόκλητη επικίνδυνη σωματική βλάβη  (αρ. 308Α § 2 ΠΚ) = απρόκλητη σωματική βλάβη (αρ. 308Α § 1 ΠΚ) + επικίνδυνη σωματική βλάβη (αρ. 309 ΠΚ).
δ) Το αποτέλεσμα της πράξης
Τυποποιημένο αποτέλεσμα του αρ. 308Α § 2 ΠΚ αποτελεί η χωρίς πρόκληση απλή σωματική βλάβη στο θύμα. Η απρόκλητη όμως απλή σωματική βλάβη θα πρέπει να τελέστηκε με επικίνδυνο τρόπο ή με συμμετοχή περισσοτέρων.
ε) Αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην πράξη προσβολής και στο αποτέλεσμα
Ανάμεσα στο αποτέλεσμα της πρόκλησης της απρόκλητης απλής σωματικής βλάβης που τελέστηκε με επικίνδυνο τρόπο και στην πράξη του δράστη, θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, όπως την προσδιορίζει η κρατούσα στην επιστήμη και στη νομολογία θεωρία του ισοδυνάμου των όρων.
Β) Υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος
Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού. Επομένως αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος.
Ειδικότερα ο δράστης θα πρέπει να γνωρίζει ότι πραγματώνει και να θέλει να πραγματώσει όλα τα βασικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του βασικού εγκλήματος. Επί πλέον όμως πρέπει να γνωρίζει  και να θέλει να τελέσει την απρόκλητη απλή σωματική βλάβη με τρόπο επικίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή να γνωρίζει και να θέλει να συμμετάσχει με οποιαδήποτε  ιδιότητα στην τέλεση μιας απρόκλητης απλής σωματικής βλάβης.
  1. 9.    Τετελεσμένο έγκλημα και απόπειρα εγκλήματος.
Το έγκλημα του αρ. 308Α ΠΚ είναι τετελεσμένο από τη στιγμή κατά την οποία θα γίνει χωρίς πρόκληση η απλή σωματική βλάβη στο θύμα, οπότε η απρόκλητη αυτή απλή σωματική βλάβη  θα πρέπει να τελέστηκε με επικίνδυνο τρόπο ή με τη συμμετοχή περισσότερων προσώπων. Απόπειρα απρόκλητης σωματικής βλάβης υπάρχει, όταν ο δράστης προέβη μεν σε ενέργεια ή παράλειψη που συνιστά αρχή εκτέλεσης, χωρίς να προκληθεί, πλην όμως  δεν επήλθε καμία σωματική βλάβη ή επήλθε αλλά αυτή είναι εντελώς ελαφρά ή ασήμαντη σωματική βλάβη.
  1. 10.           Σχέση του αρ. 308Α ΠΚ – απρόκλητη σωματική βλάβη, με τις διατάξεις των αρ. 45 – 49 ΠΚ περί συμμετοχής.
Η συμμετοχή στο έγκλημα αυτό είναι δυνατή σε όλες τις μορφές της. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι λόγω της αυτοτελούς τυποποίησης της συμμετοχής στο αρ. 308Α § 2 ΠΚ, οποιαδήποτε συμμετοχική δράση στα πλαίσια του αρ. 308Α ΠΚ, μόνο ως απόλυτα διακεκριμένη απρόκλητη σωματική βλάβη του αρ. 308Α § 2 ΠΚ μπορεί να χρησιμοποιηθεί.
Με άλλα λόγια, τόσο οι συναυτουργοί όσο και οι ηθικοί αυτουργοί και συνεργοί, άσχετα αν συμμετείχαν στην παρ. 1 ή 2, θα τιμωρούνται πάντα στα πλαίσια της ποινής του αρ. 308Α § 2 ΠΚ.
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία οι Α, Β, Γ προκαλούν απρόκλητη σωματική βλάβη κατά συναυτουργία (αρ. 45 ΠΚ) σε βάρος του Θ, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει σ’ αυτόν κίνδυνο για τη ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη, σε βάρος των Α, Β, Γ θα επιβληθεί η ποινή που προβλέπεται από το αρ. 308Α § 2 ΠΚ.
  1. 11.        Σχέση των αρ. 308 § 1, εδ. α  ΠΚ – απλή σωματική βλάβη με το αρ. 308Α ΠΚ – απρόκλητη σωματική βλάβη και 309 ΠΚ – επικίνδυνη σωματική βλάβη
α) Η διάταξη του αρ. 308Α § 1, συρρέει φαινομενικά κατ’  ιδέα με τη διάταξη του αρ. 308 § 1, εδ. α  ΠΚ, εφαρμοζόμενη μόνο αυτή ως ειδικότερη.
β) Η διάταξη του αρ. 308Α § 2 ΠΚ επικρατεί ως ειδικότερη της διάταξης του αρ. 308Α § 1 ΠΚ
γ) Η διάταξη του αρ. 308Α § 2 ΠΚ – στη μορφή της απρόκλητης επικίνδυνης σωματικής βλάβης, επικρατεί ως ειδικότερη  της διάταξης του αρ. 309 – επικίνδυνη σωματική βλάβη. Οι παραπάνω παραδοχές γίνονται εύκολα αντιληπτές διότι:
  • η απρόκλητη σωματική βλάβη (αρ. 308Α § 1 ΠΚ)  είναι διακεκριμένη μορφή της απλής σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1, εδ. α ΠΚ),
  • η απρόκλητη, επικίνδυνη ή κατά συμμετοχή τελούμενη σωματική βλάβη (αρ. 308Α § 2 ΠΚ), είναι διακεκριμένη μορφή της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308Α § 1 ΠΚ),
  • η απρόκλητη επικίνδυνη σωματική βλάβη (αρ. 308Α § 2 ΠΚ), είναι διακεκριμένη μορφή της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (αρ. 309 ΠΚ).
  1. 12.        Σχέση της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308Α ΠΚ) με το έγκλημα που τελείται με παράλειψη (αρ. 15 ΠΚ)
Η απρόκλητη σωματική βλάβη κατά την ορθότερη άποψη μπορεί να τελεσθεί, όχι μόνο με ενέργεια αλλά και με μη γνήσια παράλειψη. Βέβαια η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση (αρ. 15 ΠΚ) που χαρακτηρίζει τη μη γνήσια παράλειψη, αποτελεί ισχυρό συνδετικό στοιχείο του δράστη και θύματος, που δεν αρκεί όμως από μόνο του το στοιχείο αυτό να αναιρέσει τον απρόκλητο χαρακτήρα της δια παραλείψεως τελεσθείσας πράξης, εφόσον δε δόθηκε στον δράστη κάποια κοινωνική αφορμή από το θύμα.
Έτσι, στην περίπτωση κατά της οποία η Μ, αναγκάζεται να ξενυχτήσει στο πλευρό του συζύγου της Σ, ο οποίος εδώ και καιρό είναι άρρωστος και για να τον εκδικηθεί, επειδή της είχε κάνει τη ζωή της μαύρη από τη βαναυσότητά του, δεν του κάνει μια ειδική ένεση, με αποτέλεσμα να προκληθεί σ’ αυτόν απλή σωματική βλάβη, η Μ θα κριθεί – τιμωρηθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός της απλής σωματικής βλάβης (αρ. 308 § 1, εδ. α ΠΚ) που τελέστηκε με παράλειψη (αρ. 15 ΠΚ). Αυτό συμβαίνει διότι η εγκληματική συμπεριφορά της Μ, η οποία συνίσταται σε μη γνήσια παράλειψη, προκλήθηκε εξαιτίας της προηγούμενης συμπεριφοράς του Σ απέναντι στη Μ, η οποία συνιστά πρόκληση (ύπαρξη κινήτρου – απόλυτο στοιχείο σύνδεσης δράστη Μ και θύματος Σ).
Στην αντίθετη περίπτωση όμως, που η νοσοκόμα Ν, αυστηρών χριστιανικών αρχών, που εργάζεται ως αποκλειστική, όταν μαθαίνει ότι ο ασθενής Α στο Νοσοκομείο είναι βουδιστής, τον παρατάει και φεύγει, με αποτέλεσμα λόγω μη αλλαγής του ορού να προκληθεί στον Α απλή σωματική βλάβη, η Ν θα κριθεί – τιμωρηθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308Α § 1 ΠΚ) που τελέστηκε με παράλειψη (αρ. 15 ΠΚ). Αυτό συμβαίνει διότι μεταξύ της νοσοκόμας Ν και του ασθενούς Α, δεν υπήρξε καμία απολύτως πρόκληση (μη ύπαρξη κινήτρου – απόλυτο στοιχείο σύνδεσης δράστη και θύματος).
  1. 13.           Προβληματική που αναφέρεται στην έννοια της ένταξης της πρόκλησης, συμπεριφοράς που εκφράζει απλώς θρησκευτική, οικονομική ή άλλη πεποίθηση, πολιτική ιδεολογία, αθλητική, καλλιτεχνική προτίμηση ή τρόπο ζωής του θύματος
Ο πυρήνας της απαντήσεως της παραπάνω προβληματικής συγκροτείται στη συγκεκριμένη περίπτωση από τα εξής επιχειρήματα:
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις,  η συμπεριφορά του θύματος στηρίζεται σε συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματά του και επομένως, κατά την ορθότερη άποψη, δε μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός που ασκεί ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα που προκαλεί το δράστη που έχει αντίθετες πεποιθήσεις.
Έτσι, με αφετηρία την παραπάνω τοποθέτηση, γίνεται φανερό ότι ο νεαρός Ν, που τραυματίζει (απλές σωματικές βλάβες) τον πλούσιο Π – ιδιοκτήτη αλυσίδας μεγάλων καταστημάτων, επειδή τον θεωρεί εκπρόσωπο του κεφαλαίου, ο Ν θα κριθεί – τιμωρηθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός του εγκλήματος της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308Α § 1 ΠΚ).
Ομοίως , στην περίπτωση που ο Δ προκαλεί στην κυρία Κ με τη γατούλα της την Τιτίκα, απλές σωματικές βλάβες επειδή θεωρεί εξοργιστικό να ξοδεύει κάποιος χρήματα για τα ζώα, τη στιγμή που άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα, ο Δ θα κριθεί – τιμωρηθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός της απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308Α § 1 ΠΚ).
  1. 14.    Κάλυψη ή αλλοίωση χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη (αρ. 308Α § 3 ΠΚ)
Η αυξημένη απαξία της πράξης στηρίζεται σε μια τεκμαιρόμενη επικινδυνότητα του δράστη για την κοινωνική ειρήνη, που υποστηρίζεται ότι εγκυμονεί η τέλεση με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου.
Τα αλλοιωμένα ή καλυμμένα χαρακτηριστικά εξυπηρετούν την μη αναγνώριση και σύλληψη του δράστη και δεν προδικάζουν την μεγαλύτερη επικινδυνότητά του σε σχέση με άλλον, ο οποίος δεν φοβάται την αναγνώριση και σύλληψή του.
Η κάλυψη των χαρακτηριστικών μπορεί μάλιστα να έχει νόημα, αν πρόκειται για ευπαθείς ομάδες όπως φορείς του AIDS, καρκινοπαθείς, ή ακόμα και συμβολικό χαρακτήρα, όπως στα μέλη μιας οργάνωσης οικολόγων που διαδηλώνει εναντίον της ατμοσφαιρικής ρύπανσης ή του πυρηνικού πολέμου φορώντας αντιασφυξιογόνες μάσκες, και να μην υποδηλώνει καμία επικινδυνότητα. Εφόσον οι αξιόποινες πράξεις που τελούνται, επιφέρουν τα ίδια αποτελέσματα είτε ο δράστης είχε καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του είτε όχι, δεν υφίσταται διαφορά ως προς την ενοχή μεταξύ των δύο περιπτώσεων. Ο δικαστής δεν πρέπει να δεσμεύεται από τέτοιου είδους αμάχητα τεκμήρια επικινδυνότητας, αλλά να μπορεί να εκτιμήσει ελεύθερα κατά την επιμέτρηση της ποινής.
  1. 15.           Ποινική κύρωση του εγκλήματος
Η ποινή που προβλέπεται για την απόλυτα διακεκριμένη πράξη της επικίνδυνης ή με τη συμμετοχή περισσότερων τελούμενης απρόκλητης σωματικής βλάβης, είναι φυλάκιση τουλάχιστο ενός (1) έτους (πλαίσιο ποινής 1 έτος – 5 έτη σύμφωνα με το αρ. 53 ΠΚ).
Ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 2 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών, εάν ενήργησαν με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους.
  1. 16.           Άσκηση ποινικής δίωξης (αρ. 27, 36, 43 ΚΠΔ του εγκλήματος της απόλυτα διακεκριμένης πράξης της επικίνδυνης ή με τη συμμετοχή περισσότερων ατόμων τελούμενης απρόκλητης σωματικής βλάβης (αρ. 308Α § 2 ΠΚ)
Η ποινική δίωξη της απρόκλητης επικίνδυνης και της απρόκλητης κατά συμμετοχή ασκείται αυτεπαγγέλτως. Αυτό είναι αυτονόητο αν σκεφτεί κανείς ότι και η απλή απρόκλητη σωματική βλάβη (αρ. 308Α § 1 ΠΚ) διώκεται αυτεπαγγέλτως.


Άρθρο 309
Επικίνδυνη σωματική βλάβη
Αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη (αρ. 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. 1.     Έννοια
Επικίνδυνη σωματική βλάβη διαπράττει εκείνος ο οποίος, εκ προθέσεως προξενεί σε άλλον απλή μεν σωματική βλάβη, αλλά κατά τρόπο όμως να παραγάγει κίνδυνο της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη αυτού.

2.    Προστατευόμενο έννομο αγαθό
Είναι η υγεία του ανθρώπου σε όλες τις μορφές της αλλά και κατά ένα μέρος η ανθρώπινη ζωή.

3.    Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εγκλήματος
Η διάταξη του αρ. 309 ΠΚ, χαρακτηρίζεται ως διακεκριμένη παραλλαγή του βασικού εγκλήματος του αρ. 308 ΠΚ. Έχει την ίδια ακριβώς με τούτο νομοτυπική μορφή συμπεριφοράς (αντικειμενική και υποκειμενική), αλλά εξειδικευμένο ορισμένο στοιχείο, το οποίο αναφέρεται στον τρόπο τελέσεως.
Η εξειδίκευση αυτή περιγράφει μια μεγαλύτερη, σε σχέση με το βασικό έγκλημα, απαξίας συμπεριφορά, για την οποία απειλείται και μεγαλύτερη ποινή. Είναι έγκλημα βλάβης της σωματικής ακεραιότητας, αλλά ταυτόχρονα και έγκλημα διακινδύνευσης.
Πρόκειται ειδικότερα για έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης, όταν η πράξη στρέφεται κατά της ζωής και συγκεκριμένης διακινδύνευσης, όταν η προσβολή δημιουργεί κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης. Η διάκριση συνάγεται από τον ίδιο το νόμο, από τον οποίο σαφώς προκύπτει ότι απαιτείται μεγαλύτερης έντασης διακινδύνευση για την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης απ’ ότι για την προσβολή της ζωής.
Με σημείο αναφοράς ότι η επικίνδυνη σωματική βλάβη, αποτελεί διακεκριμένη παραλλαγή της απλής σωματικής βλάβης και η κατάφασή της προϋποθέτει ύπαρξη δόλου για το σύνολο των στοιχείων της, αυτονόητο είναι ότι σε όλες τις μορφές της δεν συνιστά έγκλημα εκ του αποτελέσματος.
Κατά τα λοιπά, η επικίνδυνη σωματική βλάβη του αρ. 309 ΠΚ, έχει τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα με το έγκλημα του αρ. 308 ΠΚ, είναι δηλαδή έγκλημα κοινό, απλό, γνήσιο πολύτροπο υπαλλακτικώς ή διαζευτικώς μικτό, ενέργειας, αποτελέσματος (ουσιαστικό) στιγμιαίο μη ιδιόχειρο.

4.                     ΕΙΔΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ – ΝΟΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΞΙΩΣΗ (αρ. 7 § 1Σ)
Αποτελείται από την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος.
Α) Αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος
α) Υποκείμενο του εγκλήματος
Μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε.
β) Υλικό αντικείμενο της πράξεως
Είναι ο άλλος άνθρωπος
γ) Η πράξη προσβολής του εννόμου αγαθού (εγκληματική συμπεριφορά)
Η πράξη προσβολής του εννόμου αγαθού συνίσταται στην πρόκληση απλής σωματικής βλάβης (σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας), η οποία δύναται να είναι και εντελώς ελαφρά κατά τρόπον όμως τέτοιο, που δύναται να παράγει κίνδυνο της ζωής του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού (αρ. 310 § 2 ΠΚ).
γ1) Πρωταρχική προϋπόθεση για την εφαρμογή του  αρ. 309 ΠΚ
Βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, πρωταρχική προϋπόθεση για την εφαρμογή της, είναι η τέλεση της πράξης του αρ. 308 ΠΚ. Η πράξη αυτή περιλαμβάνει:
·      την απλή σωματική βλάβη  (αρ. 308 § 1, εδ. α ΠΚ) και
·      την εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη (308 § 1, εδ. β, ΠΚ)
Εφόσον το αρ. 309 ΠΚ παραπέμπει χωρίς καμία διάκριση στην πράξη του αρ. 308 ΠΚ, εννοεί οποιαδήποτε από τις τυποποιημένες σ’ αυτό πράξεις σωματικής βλάβης. Βάση επομένως για επικίνδυνη σωματική βλάβη μπορεί να μας δώσει τόσο η απλή, όσο και η εντελώς ελαφρά.
γ2) Η φράση «πράξη του άρθρου 308 ΠΚ» υπονοεί τελειωμένη πράξη και όχι απόπειρα αυτής.
Η ολοκληρωμένη επικίνδυνη σωματική βλάβη, προϋποθέτει το σύνολο της αντικειμενικής υποστάσεως περιλαμβανομένου και του αποτελέσματος της πράξης του αρ. 308 ΠΚ (τέλεση πλήρους εγκλήματος). Δεν αρκεί η απόπειρα της πράξης αυτής, έστω και αν έχει γίνει με επικίνδυνο τρόπο. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα μπορούμε να μιλάμε μόνο για απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης (αρ. 42 § 1 ΠΚ σε συνδ. με αρ. 309 ΠΚ) και όχι για τετελεσμένη επικίνδυνη σωματική βλάβη.
Έτσι, με βάση τις παραπάνω κεντρικές σκέψεις γίνεται δεκτό ότι επικίνδυνη σωματική βλάβη = σωματική βλάβη τελειωμένη πλήρως, του αρ. 308 § 1 ΠΚ (απλή σωματική βλάβη, εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη) + τρόπος, δυνάμενος να παράγει κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη του παθόντος.
γ3) Δυνατότητα πρόκλησης κινδύνου για τη ζωή του  παθόντος
γ3.1) Έννοια του κινδύνου
Κίνδυνος νοείται μια κατάσταση εμπειρικά διαπιστώσιμη που συνίσταται στη δημιουργία κάποιων αιτιακών όρων ή συνθηκών με αυτοδύναμη και διαβαθμίσιμη εξέλιξη προς τη βλάβη.
Αποτελεί δε κίνδυνο η παραγωγή μιας καταστάσεως  από τα μέσα ή τον τρόπο κατά τον οποίο ο δράστης έδρασε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου σύμφωνα με την κοινή πείρα, ο ερχομός του θανάτου θεωρείται πολύ κοντά και πολύ πιθανός.

γ3.2) Λειτουργία της επικίνδυνης σωματικής βλάβης ως αξιόποινης πράξης
Για να λειτουργήσει η επικίνδυνη σωματική βλάβη ως αξιόποινη πράξη που στρέφεται κατά του εννόμου αγαθού της ζωής, θα πρέπει να αποδεικνύεται από το δικαστή κάθε φορά, πέρα από το αυτονόητο γεγονός της δημιουργίας μιας εστίας κινδύνου και η συνδρομή συνθηκών που επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή την είσοδο του εννόμου αγαθού μέσα στην εστία κινδύνου. Αυτό σημαίνει ότι, δε χρειάζεται να δημιουργήθηκε από την πράξη του δράστη πραγματικός και συγκεκριμένος κίνδυνος για τη ζωή του θύματος (έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης για τη ζωή του θύματος). Για την πραγμάτωση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, αρκεί το γεγονός ότι δημιουργήθηκε η δυνατότητα επέλευσης κινδύνου για τη ζωή.
Με βάση τις τελευταίες αυτές επισημάνσεις, μπορούμε να τονίσουμε ότι για τον επικίνδυνο τρόπο τέλεσης, αρκεί η πράξη να δύναται να παράγει κίνδυνο ζωής.
Έτσι στην περίπτωση κατά την οποία ο Α, θέλει να τραυματίσει τον Θ επειδή έχει δαρθεί απ’ αυτόν, τον χτυπά με ένα μικρό μαχαίρι στο στήθος και του προκαλεί εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, ο Α θα κριθεί – τιμωρηθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (αρ. 309 ΠΚ), διότι ο τρόπος με τον οποίο έγινε αυτή, ήταν επικίνδυνος και μπορούσε να παράγει κίνδυνο της ζωής του Θ.
γ3.3) Συμπεριφορά του δράστη από την οποία δημιουργείται δυνατότητα κινδύνου για τη ζωή του θύματος.
Η δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου ή η πρόκληση κινδύνου βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τον τρόπο τελέσεως της πράξεως. Για να χαρακτηρισθεί επικίνδυνος ο τρόπος ενέργειας του δράστη, δεν απαιτείται η χρήση ενός επικίνδυνου μέσου (μαχαίρι, ψαλίδι, καυστικό υγρό), αλλά επικίνδυνη χρήση του μέσου ή τρόπου επίθεσης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία ο δάσκαλος καράτε Δ, επιτίθεται στον Θ και τον τραυματίζει με κτύπημα καράτε.
Μετά την παραπάνω τοποθέτηση, εκείνο που απομένει να τονισθεί είναι ότι, ο νομοθέτης στήριξε την επίταση της ποινής της επικίνδυνης σωματικής βλάβης στην επικινδυνότητα του τρόπου τελέσεως.
Έτσι, για την κατάφαση της επικινδυνότητας του τρόπου τελέσεως υφίσταται η μεμονωμένη ή συνδυασμένη εκτίμηση των στοιχείων που μπορεί να αφορούν:
·      τη φύση του μέσου ή του αντικειμένου που χρησιμοποιήθηκε (δηλητήριο, περίστροφο, τσεκούρι, μαχαίρι),
·      την ένταση της χρήσεως, που δεν αποκλείεται να αναδείξει σε επικίνδυνο μέσο καθεαυτό ακίνδυνο (αλλεπάλληλα γρονθοκοπήματα),
·      το ευαίσθητο ή όχι του σημείου,
·      της θέσεως του σώματος όπου προκλήθηκε η βλάβη (κεφάλι, μάτια, γεννητικά όργανα),
·      τα χαρακτηριστικά – περιστάσεις της προσβολής (ύπουλο και αιφνιδιαστικό επιθέσεως).
Προς την παραπάνω κατεύθυνση κινείται και η νομολογία των ποινικών μας δικαστηρίων, που κατ’ επανάληψη διακήρυξε ότι δεν ενδιαφέρει αποκλειστικά το μέσο αυτό καθεαυτό, αλλά και η σφοδρότητα των πληγμάτων ή το καίριο του σημείου του σώματος όπου καταφέρθηκαν.
Ειδικότερα, η διάταξη του αρ. 309 ΠΚ εφαρμόσθηκε σε περιπτώσεις:
·      πλήγματος με φιάλη μπύρας ή γυαλί στην κροταφοϊνιακή χώρα,
·      κτυπήματος στο κεφάλι με τη λαβή του πιστολιού,
·      σφοδρότατων κτυπημάτων με ράβδο στο κεφάλι,
·      πληγμάτων στο μάτι,
·      αλλεπάλληλων πληγμάτων με ρόπαλο στα πέλματα,
·      τραύματος με πέτρα στο πρόσωπο,
·      κτυπημάτων με φτυάρι στο μηρό,
·      πληγμάτων που καταφέρθηκαν στο κεφάλι και στον αυχένα αστυφύλακα,
·      πληγμάτων με ψαλίδι στα πόδια και στο κεφάλι,
·      εγκαυματικών επιδείξεων στο στήθος γυναίκας με αναμμένο τσιγάρο,
·      απώθηση κάποιου σε βαθύ νερό ή από ψηλό τοίχο σε χαντάκι ή από κινούμενο μοτοποδήλατο,
·      επίθεση με σκυλί,
·      το σφίξιμο του λαιμού με τα χέρια.
Έτσι, στο σημείο αυτό η κριτική προσέγγιση των παραπάνω κατευθύνσεων, επιτρέπει τη διατύπωση των ακόλουθων βασικών παρατηρήσεων.
Το αποτέλεσμα της προξενηθείσης σωματικής βλάβης δεν εξετάζεται, διότι αυτό μπορεί να είναι οποιοδήποτε, αλλά ο επικίνδυνος τρόπος τελέσεως όπου αυτό είναι ζήτημα πραγματικό και αντικειμενικό. Αξιολογείται όχι το αποτέλεσμα αλλά το μέσο που χρησιμοποιήθηκε, ο τρόπος ενέργειας, το ευπαθές ή μη τμήμα του σώματος, η προσφορότητα του χρησιμοποιηθέντος μέσου.
γ3.4) Συμπεριφορά του δράστη από την οποία δημιουργείται δυνατότητα πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης
Ως προς το έννομο αγαθό της σωματικής ακεραιότητας (υγείας), η διατύπωση του αρ. 309 ΠΚ διαφέρει. Δε γίνεται σχετικά λόγος για τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης, αλλά για τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη.
Με βάση τη διατύπωση αυτή, απαιτείται η επέλευση συγκεκριμένου κινδύνου βαριάς σωματικής βλάβης, η οποία πρέπει να συνδέεται ειδικότερα με τον τρόπο τέλεσης του βασικού εγκλήματος του αρ. 308 ΠΚ, με συγκεκριμένη διακινδύνευση του εννόμου αγαθού. Στην προκειμένη περίπτωση δεν αρκεί ούτε ο αφηρημένος κίνδυνος, ούτε η δυνατότητα κινδύνου πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Απαιτείται συγκεκριμένος κίνδυνος, κίνδυνος δηλαδή που να έχει δημιουργηθεί πραγματικά και να οδηγεί στην επέλευση της βαριάς σωματικής βλάβης, αν δεν ανακοπεί η προέλασή του.
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο Δ, δαγκώνει τον Θ στη μύτη, προκαλώντας του σχεδόν ολική αποκοπή, η οποία όμως δεν είναι πλήρης, διότι κρέμεται μόνο ένα μέρος του δέρματος, ο Δ θα κριθεί – τιμωρηθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (αρ. 309 ΠΚ).
Αυτό συμβαίνει διότι, η αποκοπή της μύτης από τον Δ, δημιουργεί συγκεκριμένο, δηλαδή πραγματοποιημένο κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης για τον Θ, ο οποίος κινδυνεύει να μείνει ανάπηρος ως προς το σχετικό όργανο, αν δε γίνει έγκαιρα και με επιτυχία η επέμβαση συγκόλλησής του.
Είναι όμως δεδομένο αλλά και προφανές ότι αν αποτύχει η σχετική επέμβαση και το θύμα (ο Θ), χάσει τελικά τη μύτη του, τότε ο Δ θα κριθεί – τιμωρηθεί ως φυσικός (άμεσος) αυτουργός της βαριάς σωματικής βλάβης (αρ. 310 ΠΚ).
Με βάση τις παραπάνω αναλύσεις, εκείνο το οποίο προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση ως συμπέρασμα είναι ότι, για το ζήτημα που αφορά τη ζωή, αρκεί και ένας περισσότερο απομακρυσμένος κίνδυνος (δυνατότητα κινδύνου), ενώ για το ζήτημα της βαριάς σωματικής βλάβης, απαιτείται η δυνατότητα κινδύνου να έχει γίνει πραγματικότητα.

Β) Υποκειμενική υπόσταση
Το αρ. 309 ΠΚ, στην υποκειμενική του υπόσταση, σιωπά ως προς το είδος της υπαιτιότητας που πρέπει να έχει ο δράστης. Από το χαρακτήρα όμως του εγκλήματος σε συνδ. με αρ. 26 και 18 ΠΚ προκύπτει ότι απαιτείται τουλάχιστο ενδεχόμενος δόλος, άρα δόλος οποιουδήποτε βαθμού.
Ειδικότερα, ο δράστης πρέπει να γνωρίζει ότι πραγματώνει και να θέλει να πραγματώσει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του βασικού εγκλήματος και του διακεκριμένου εγκλήματος. Επομένως πρέπει να γνωρίζει και να θέλει να τελέσει κάποια από τις σωματικές βλάβες του αρ. 308 ΠΚ και ακόμη να γνωρίζει και να θέλει να την τελέσει με το συγκεκριμένο επικίνδυνο τρόπο (γνώση και θέληση των περιστάσεων εκείνων του τρόπου τελέσεως, που μπορούν να προκαλέσουν κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη).
Με βάση το χαρακτήρα του εγκλήματος ως διακεκριμένης παραλλαγής, ο δράστης θα τιμωρηθεί μόνο για απλή σωματική βλάβη (αρ. 308 § 1 ΠΚ), αν βρισκόταν σε πλάνη για την επικινδυνότητα του τρόπου δράσεώς του, αφού σύμφωνα με το αρ. 30 § 2 ΠΚ, δεν καταλογίζονται σ’ αυτόν τα περιστατικά που κατά νόμο επαυξάνουν το αξιόποινο της πράξεως, στο μέτρο που τα αγνοεί.
Μόλις χρειάζεται να τονιστεί, ότι στις περιπτώσεις που υπάρχει αμέλεια και ως προς την απλή σωματική βλάβη (αρ. 308 § 1 ΠΚ) και ως προς την επικινδυνότητα του τρόπου τελέσεως, η μόνη διάταξη που μπορεί να εφαρμοστεί είναι εκείνη του αρ. 314 ΠΚ.

5.     Τετελεσμένο έγκλημα και απόπειρα εγκλήματος
Το έγκλημα του αρ. 309 ΠΚ, είναι τετελεσμένο από τη στιγμή κατά την οποία γίνει με επικίνδυνο τρόπο κάποια από τις σωματικές βλάβες του αρ. 308 ΠΚ.
Δυνατή απόπειρα, στην περίπτωση που ο δράστης επιχειρεί απλή σωματική βλάβη με επικίνδυνο τρόπο, αλλά για λόγους ανεξάρτητους από την θέλησή του (το θύμα μετακινείται απότομα) δεν προκαλείται τελικά καμία σωματική βλάβη. Απόπειρα υπάρχει και στην περίπτωση που επέλθει μεν απλή σωματική βλάβη, αλλά διαφορετική από εκείνη που ήθελε ο δράστης και δεν δημιουργήθηκε συγκεκριμένη δυνατότητα πρόκλησης κινδύνου ζωής ή συγκεκριμένου κινδύνου πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, ενώ κατ’ άλλη άποψη υπάρχει τετελεσμένη επικίνδυνη σωματική βλάβη.
Δυνατή απρόσφορη απόπειρα είτε λόγω αντικειμένου (όταν για παράδειγμα ο δράστης θεωρεί ότι το θύμα δεν ξέρει κολύμβηση, ενώ το τελευταίο γνωρίζει, και το σπρώχνει σε υδάτινη επιφάνεια μεγάλου βάθους) είτε λόγω μέσου (για παράδειγμα, το όπλο ήταν τελικά άδειο ή ήταν μικρότερου βεληνεκούς από την απόσταση).

6. Σχέση του αρ. 309 ΠΚ με τις διατάξεις του αρ. 45 – 49 ΠΚ περί συμμετοχής.
Στην περίπτωση του αρ. 309 ΠΚ είναι νοητή η συμμετοχή με τη μορφή της συναυτουργίας (αρ. 45 ΠΚ), της ηθικής αυτουργίας (αρ. 46 § 1α, ΠΚ), της άμεσης συνέργειας (αρ. 46 § 1β, ΠΚ) και της απλής συνέργειας (αρ. 47 § 1 ΠΚ).

7. Σχέση του αρ. 309 ΠΚ με τις διατάξεις των αρ. 308 ΠΚ (απλή σωματική βλάβη), 310 ΠΚ (βαριά σωματική βλάβη) και 311 ΠΚ (θανατηφόρα σωματική βλάβη), ανθρωποκτονίας με πρόθεση (αρ. 299 ΠΚ), απόπειρα ανθρωποκτονίας (αρ. 42 § 1 ΠΚ σε συνδ. με αρ. 299 ΠΚ).
α) Η διάταξη του αρ. 309 ΠΚ στο μέτρο που τυποποιεί διακεκριμένη μορφή σωματικής βλάβης, συρρέει με τη διάταξη του αρ. 308 § 1 ΠΚ. Δεν πρόκειται βέβαια για αληθινή, αλλά για φαινομενική συρροή εγκλημάτων. Η διάταξη για την επικίνδυνη σωματική βλάβη (αρ. 309 ΠΚ) θα εφαρμοσθεί ως ειδικότερη σε σχέση με τη διάταξη για τη βασική μορφή (αρ. 308 § 1 ΠΚ).
β) Ανάμεσα στην επικίνδυνη σωματική βλάβη από τη μία και βαριά ή θανατηφόρα σωματική βλάβη από την άλλη, η συρροή είναι φαινομενική. Οι διατάξεις των αρ. 310 ΠΚ και 311 ΠΚ εφαρμόζονται μόνες τους αφού τα εγκλήματα που τις τυποποιούν, απορροφούν το έγκλημα που το αρ. 309 ΠΚ προβλέπει. Η ίδια λύση θα πρέπει να γίνει δεκτή και για τη σχέση συρροής μεταξύ ανθρωποκτονίας ή απόπειρα ανθρωποκτονίας και επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Η απορρόφηση στηρίζεται στο γεγονός ότι η μορφή προσβολής που περιγράφεται στις διατάξεις των αρ. 310, 311 και 299 ΠΚ είναι εντονότερη (βλάβη) από εκείνη που περιγράφεται στο αρ. 309 ΠΚ (βλάβη μικρότερης εντάσεως + διακινδύνευση).

8.                     Σχέση του αρ. 309 ΠΚ – επικίνδυνη σωματική βλάβη με άλλα άρθρα του ειδικού ποινικού δικαίου.
Με βάση την ετερότητα των εννόμων αγαθών που προσβάλλονται, θα πρέπει να θεωρηθεί αληθινή η συρροή ανάμεσα στο έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και στα εγκλήματα:
·      της αντιστάσεως (αρ. 167 ΠΚ)
·      της κατάχρησης εξουσίας (αρ. 239 ΠΚ)
·      της συμπλοκής (αρ. 313 ΠΚ)
·      της απειλής (αρ. 333 ΠΚ)
·      του βιασμού (αρ. 336 ΠΚ)
·      της εκμετάλλευσης πόρνης (αρ. 350 ΠΚ)
·      της σωματεμπορίας (αρ. 351 ΠΚ)
·      της εξυβρίσεως (αρ. 361 ΠΚ)
·      της κλοπής (αρ. 372 ΠΚ)
·      της ληστείας (αρ. 380 ΠΚ)
·      της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (αρ. 381 ΠΚ)
·      της πλαστογραφίας πιστοποιητικών (αρ. 217 ΠΚ) και
·      της παράνομης οπλοφορίας – οπλοχρησίας (αρ. 7 Ν. 2168/93).

9.    Συναίνεση του παθόντος στα πλαίσια του αρ. 309 ΠΚ.
Αναφορικά με το αν η συναίνεση του παθόντος μπορεί να λειτουργήσει στα πλαίσια του αρ. 309 ΠΚ, επικράτησε η αρνητική εκδοχή που αποκρούει την αναλογική εφαρμογή του αρ. 308 § 2 ΠΚ στο ερευνώμενο έγκλημα.

10.               Δικαιολόγηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης.
Η επικίνδυνη σωματική βλάβη μπορεί να δικαιολογηθεί (ο άδικος χαρακτήρας της αίρεται) στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν υπάρχει άμυνα (αρ. 22 ΠΚ) ή κατάσταση ανάγκης (αρ. 25 ΠΚ).

11.               Ποινική κύρωση του εγκλήματος
Η επικίνδυνη σωματική βλάβη τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών (3 μήνες – 5 έτη). Αν η επικίνδυνη σωματική βλάβη είναι και απρόκλητη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους (άρθρο 308Α παρ. 2 ΠΚ). Αν προκλήθηκε με την ίδια πράξη του δράστη δυνατότητα κινδύνου για την ζωή και κίνδυνος για βαριά σωματική βλάβη του θύματος, θα υπάρχει ένα μόνο έγκλημα και η σώρευση των τρόπων τέλεσης θα ληφθεί υπ’ όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επικινδυνότητα του τρόπου τέλεσης δεν μπορεί να εκτιμηθεί σε βάρος του δράστη κατά την επιμέτρηση της ποινής, διότι αυτή αποτελεί ήδη στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης. Η τέλεση επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος αστυνομικού, λιμενικού, πυροσβεστικού και υγειονομικού υπαλλήλου κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του συνιστά σύμφωνα με το άρθρο 315Α ΠΚ ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση. Ως ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση ορίζεται και η τέλεση επικίνδυνης σωματικής βλάβης μέσα σε αθλητικές εγκαταστάσεις ή γύρω από αυτές κατά την διάρκεια αθλητικής εκδήλωσης ή λίγο πριν ή λίγο μετά από αυτήν (άρθρο 41ΣΤ παρ. 1 και 2 Ν. 2725/1999). Κατά την ορθότερη άποψη, δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά ο προσωρινός δυνητικός λόγος απαλλαγής από την ποινή, που προβλέπεται στο άρθρο 308 παρ. 3 ΠΚ για την απλή σωματική βλάβη. Η δικαιολογημένη αγανάκτηση του δράστη λόγω προηγούμενης ανάρμοστης συμπεριφοράς του παθόντος θα λειτουργήσει ως λόγος μείωσης της ποινής σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. γ’ ΠΚ. Η παραγραφή είναι πενταετής (άρθρο 111 παρ. 3 ΠΚ).

12.               Άσκηση ποινικής δίωξης (αρ. 27, 36, 43 ΚΠΔ του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (αρ. 309 ΠΚ)
Η ποινική δίωξη του εγκλήματος αυτού ασκείται αυτεπαγγέλτως.

ΔΕΡΜΕΝΟΥΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

- Επικίνδυνη σωματική βλάβη.



- Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρ. 310 παρ.2 ΠΚ) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της διάταξης 309 ΠΚ, είναι απαραίτητο στη καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα ίδια όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στη πρώτη πλήσσεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί βάσει των κατ΄ άρθρο 79 ΠΚ κριτηρίων.
- Αναίρεση λόγω εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 309 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο 'Αρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση για το αν το δικαστήριο της ουσίας, εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως.


Διατάξεις:
ΠΚ: 79, 84
ΚΠΔ: 308, 309, 310, 510 παρ.1 Ε, 511, 519
Αριθμός 2040/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου XXX, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, για αναίρεση της 8434/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1846/2005. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 α του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών και κατά την όμοια του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρ. 310 παρ. 2 ΠΚ) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης των διατάξεων αυτών, είναι απαραίτητο στη καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις δύο ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στη πρώτη πλήσσεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί βάσει των κατ΄άρθρο 79 ΠΚ κριτηρίων. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο 'Αρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση για το αν το δικαστήριο της ουσίας, εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' άριθμ 8434/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος επικίνδυνης σωματικής βλάβης, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2α ΠΚ και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, ανασταλείσα επί 3ετίαν. Σχετικά το Εφετείο, μετ΄ εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζει κατ΄ είδος, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις. Ειδικότερα ότι επέφερε στην εγκαλούσα πρώην σύζυγό του ΧΧΧ, με ένα μαχαίρι, που έφερε παράνομα μαζί του διάφορα τραύματα στα χέρια, στα πόδια και στο κεφάλι, από τα οποία αυτή υπέστη θλαστικά τραύματα έξω επιφανείας βραχιόνων άμφω, κάτω τριτημορίου μηρού και οπισθίας επιφανείας τριχωτού της κεφαλής, τα δε τραύματα αυτά, από τον τρόπο που τελέστηκαν, ιδίως δε το όργανο που χρησιμοποιήθηκε (μαχαίρι), καθώς και τα προαναφερόμενα σημεία του σώματος της παθούσας που επλήγησαν, ήταν ικανά να προκαλέσουν κίνδυνο στη ζωή της παθούσας ή βαρειά σωματική βλάβη του σώματός της. Τις πράξεις αυτές (επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία) ο κατηγορούμενος δεν τις αρνήθηκε, άσχετα αν απολογούμενος προφασίστηκε ότι δεν τις θυμάται, ενώ στο Πρωτόδικο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι το μαχαίρι το είχε στην τσάντα της η εγκαλούσα και τον απείλησε. Οι μάρτυρες υπεράσπισης που εξετάστηκαν, το μόνο που κατέθεσαν ήταν ότι είναι ο κατηγορούμενος καλό παιδί, χωρίς να αρνηθούν την από αυτόν τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων. Επομένως, πρέπει να, κηρυχθεί ένοχος, αφού, όμως, του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ, απορριπτομένων των λοιπών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. 'Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, ως προς το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, λόγω της αναφοράς εις το σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, διαζευκτικώς των εννόμων αγαθών του παθόντος, των οποίων επήλθε η διακινδύνευση, δημιούργησε ασάφεια, ως προς το είδος της διακινδύνευσης, που δέχθηκε, δηλαδή παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ και η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Μετά από αυτά εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, πρέπει, εξεταζομένου αυτεπαγγέλτως του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε λόγου αναιρέσεως (άρθρ. 511 ΚΠΔ), να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, όχι μόνο κατά το μέρος που εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο επικίνδυνης σωματικής βλάβης, αλλά και κατά το μέρος που τον εκήρυξε ένοχο παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και του επέβαλε συνολική ποινή, που συνδέονται άμεσα με την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης.
Αναιρουμένης της αποφάσεως, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο, όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8434/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο, όμως, θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 200


888888888888888888
Απόφαση 1105 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.



Περίληψη:
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου. Αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της άνω αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω ασαφειών). Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως διότι: α) προσδιορίζονται οι σωματικές κακώσεις που προκλήθηκαν στον παθόντα, το μέσο με το οποίο έγιναν και εξειδικεύονται και οι συνέπειες και ότι από τον τρόπο που έγινε συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση κίνδυνος να υποστεί ο παθών βαριά σωματική βλάβη, β) δεν υπάρχει ασάφεια της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το είδος διακινδυνεύσεως από το ότι στο διατακτικό γίνεται μνεία ότι μπορούσε να προκαλέσει η πράξη του κατηγορουμένου από τον τρόπο που έγινε και στα ευπαθή σημεία που επλήγη ο παθών, κίνδυνο για τη ζωή του τελευταίου ή τη βαριά σωματική του βλάβη, διότι από παραδρομή δεν απαλείφθηκαν οι λέξεις που αφορούσαν τον κίνδυνο ζωής από το διατακτικό, εφόσον εκτίθεται στο σκεπτικό και γίνεται δεκτό ότι το κτύπημα που κατάφερε στον παθόντα με πρόθεση μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτόν βαριά σωματική βλάβη και διευκρινιζόταν επαρκώς σε ποιο από τα έννομα αγαθά του παθόντος επήλθε διακινδύνευση.



Αριθμός 1105/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φράγγου) και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 1393/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1328/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιo δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου308 παρ. 1α Π.Κ., όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ιδίου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του η βαριά σωματική βλάβη (άρθρ. 310 παρ. 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εν όψει της διαζευτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιάς ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθορισθεί, βάσει των κατ' άρθρο 79 Π.Κ. κριτηρίων. Απαιτούμενα στοιχεία για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι α)σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 του Π.Κ. β)η πράξη να τελέσθηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη και γ)δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση προκλήσεως της σωματικής κακώσεως και των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 309 του Π.Κ. και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως. Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό την εξέδωσε, δέχθηκε όπως αναφέρεται στο σκεπτικό ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στην ... και περί ώρα 20.15 της 17/11/2002 ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος επιτέθηκε και κτύπησε με τη γροθιά του τον ανήλικο γεννηθέντα την 14/12/1989, ... στο κεφάλι προξενώντας του με πρόθεση σωματικές κακώσεις σε ευπαθή σημεία του σώματός του (πρόσωπο και αυχένα) με τρόπο έντονο που μπορούσε να προκαλέσει σε αυτόν βαριά σωματική βλάβη, τούτο δε το γνώριζε ασφαλώς ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος κτυπώντας με τη γροθιά του στο κεφάλι τον ανήλικο παθόντα προκάλεσε στον τελευταίο ήπια εκχύμωση στον αριστερό οφθαλμό, καθώς και ευαισθησία στην πίεση στην ινιακή χώρα του κρανίου, όπως προκύπτει από την 18/11/2002 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου ... που υπογράφεται από τον ιατρό ... επιμελητή Α' χειρουργικής κλινικής, αιτία για την οποία εισήχθη και νοσηλεύθηκε για 24 ώρες (βλ. εξιτήριο του Γενικού Νοσοκομείου ...). Με τα δεδομένα αυτά, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιοποίνου πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, απορριπτομένου του ισχυρισμού του για απαλλαγή του από την ποινή κατ' άρθρο 308 παρ. 3 Π.Κ., εξαιτίας της δικαιολογημένης αγανακτήσεως που του προκάλεσε προηγούμενη συμπεριφορά του μόλις 13 ετών ανηλίκου θύματος και τούτο διότι η ανωτέρω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής επί επικινδύνου σωματικής βλάβης. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα επικινδύνου σωματικής βλάβης κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της αποφάσεως διότι στην ... στις 17/11/2002, με πρόθεση προξένησε σε άλλο σωματική κάκωση, η πράξη του δε αυτή τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη. Ειδικότερα επιτέθηκε και χτύπησε με το χέρι του (με μπουνιά) τον ανήλικο (γεν. 14/12/1989) παθόντα - ..., στον αριστερό του οφθαλμό και στο πίσω μέρος της κεφαλής, άνωθεν του αυχένος, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί αυτός και να υποστεί κάκωση - εκχύμωση αριστερού οφθαλμικού κόγχου και κάκωση ινιακής χώρας τριχωτού κεφαλής. Η πράξη του δε αυτή αν ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα ευπαθή και ζωτικά σημεία που επλήγησαν, μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή τη βαριά σωματική του βλάβη. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την τέλεση από τον ήδη αναιρεσείοντα της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάστηκε αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 308 παρ. 1α και 309 Π.Κ. που εφήρμοσε.
Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες καθόσον εκτίθενται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως πως προκλήθηκαν στον ανήλικο παθόντα οι σωματικές κακώσεις με εξειδίκευση των συνεπειών. Το μέσο με το οποίο έγιναν αυτές οι σωματικές βλάβες με κτύπημα με τα χέρια και ειδικότερα με τη γροθιά του ήδη αναιρεσείοντος τα ευπαθή σημεία στο οποία επλήγη ο παθών, στο κεφάλι, καθώς και ο δόλος του ήδη αναιρεσείοντος που περιλάμβανε τη γνώση και θέληση προκλήσεως σωματικής κακώσεως υπό περιστάσεις από τις οποίες ήταν πιθανό να επέλθει βαριά σωματική βλάβη στον τραυματισθέντα. Από όσα γίνονται δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση το δικάσαν Εφετείο προκύπτει ότι έκρινε πως η αξιόποινη πράξη, για την οποία κατεδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα, είχε τον χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και ακόμη ότι έλαβε υπόψη του τον τρόπο που τελέσθηκε η σωματική βλάβη σε βάρος του παθόντος. Δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση από την ειδικότερη παραδοχή στο σκεπτικό ότι με τρόπο έντονο ο δράστης κτύπησε με τη γροθιά του στο πρόσωπο και στον αυχένα τον παθόντα που μπορούσε να προκαλέσει στον τελευταίο βαριά σωματική βλάβη. Το ίδιο συμπέρασμα υπάρχει στο διατακτικό υπό την παραδοχή ότι η πράξη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη. Η παραδοχή που υπάρχει στο τέλος ότι αν ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα ευπαθή και ζωτικά σημεία που επλήγησαν ήταν δυνατό η πράξη αυτή να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη αφορούσε στην επισήμανση της δυνατότητας να επηρέαζε δυσμενώς για αρκετό χρόνο αυτός ο τραυματισμός τον παθόντα. Από την παραδοχή στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ο υπαίτιος κτύπησε με τη γροθιά του τον ανήλικο παθόντα στο κεφάλι προξενώντας του με πρόθεση σωματικές κακώσεις σε ευπαθή σημεία του σώματος του (πρόσωπο και αυχένα) με τρόπο έντονο που μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτόν βαριά σωματική βλάβη, γνωρίζοντας τούτο ασφαλώς, διευκρίνισε επαρκώς για ποιο από τα έννομα αγαθά του παθόντος επήλθε διακινδύνευση. Συνάγεται από όσα δέχθηκε παραπάνω το δικαστήριο της ουσίας ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση κίνδυνος να υποστεί ο παθών βαριά σωματική βλάβη. Έτσι δεν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως από το ότι στο διατακτικό της αποφάσεως γίνεται αναφορά ότι από την πράξη αυτήν του κατηγορουμένου από τον τρόπο που τελέστηκε και από τα ευπαθή και ζωτικά σημεία που επλήγησαν μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή τη βαριά σωματική του βλάβη. Από παραδρομή δεν απαλείφθηκαν οι λέξεις που αφορούσαν στο κίνδυνο ζωής από το διατακτικό της αποφάσεως για να προσδιορίζεται ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου μπορούσε να προκαλέσει την έτερη μόνο διακινδύνευση όπως εκτίθεται και στο σκεπτικό για τον παθόντα. Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμου βάσεως από το ότι υπάρχει ασάφεια σ' αυτήν ως προς το είδος της διακινδυνεύσεως του παθόντος λόγω της αναφοράς στο σκεπτικό ότι από τις σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν σ' αυτόν μπορούσε να προκληθεί βαριά σωματική βλάβη ενώ στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι από τις κακώσεις αυτές μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή ή βαριά σωματική βλάβη είναι απορριπτέες. Κατ' ακολουθίαν οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου υπό την έννοια ελλείψεως νομίμου βάσεως λόγω ασαφειών ως προς το είδος της διακινδυνεύσεως που έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι συνέτρεξε και για το εάν η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων ήταν επικίνδυνη σωματική βλάβη και όχι απλή τέτοια υπό τα αναφερόμενα ως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά είναι αβάσιμοι. Μετά ταύτα και ελλείψει άλλου λόγου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 απρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2/9/2009 δήλωση αίτηση του ..., για αναίρεση της 1393/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαϊου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαϊου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Σχόλια