Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Συναυτουργία, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Πλάνη - Απόφαση 1516 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ...τερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών περί συγγνωστής νομικής πλάνης, άλλως, περί πραγματικής πλάνης

Απόφαση 1516 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Συναυτουργία, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Πλάνη.

Περίληψη:
Προώθηση στο εσωτερικό της χώρας υπηκόων τρίτων χωρών, υπό οδηγού μεταφορικού μέσου, κατά συναυτουργία (αρθρ. 88 § 1 Ν. 3386/05). Αιτίαση ότι η....
προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών περί συγγνωστής νομικής πλάνης, άλλως, περί πραγματικής πλάνης, ενώ υπάρχει και έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Όμως, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από το διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται, έχουν απορριφθεί αιτιολογημένα οι άνω ισχυρισμοί και έτσι δεν υπάρχει ούτε έλλειψη ακροάσεως. Αβάσιμοι και οι λόγοι των αιτήσεων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής που εφαρμόστηκε, για παράνομη προώθηση αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας. Απορρίπτει ως αβάσιμες αιτήσεις αναιρέσεως.



ΑΡΙΘΜΟΣ 1516/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χαραλαμπόπουλο, περί αναιρέσεως της 506/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Ιανουαρίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 204/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 26-1-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α) Χ1 και β) Χ2, κατά της υπ' αριθμ. 506/2009 αποφάσεως του τριμελούς Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά τη διάταξη του άρ. 88 παρ. 1 του Ν. 3386/2005"1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή τους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. β. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. γ. Με κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Δ. Με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ, αν στην περίπτωση γ' επήλθε θάνατος". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρό-τητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσια-στικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιο-λογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 506/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι προώθησης στο εσωτερικό της χώρας υπηκόου τρίτης χώρας από οδηγό μεταφορικού μέσου, κατά συναυτουργία και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών στον καθένα, η εκτέλεση της οποίας για μεν τον δεύτερο των κατηγορουμένων, ανεστάλη για τρία (3) χρόνια, για δε τον πρώτο κατηγορούμενο, μετατράπηκε σε χρηματική και ορίστηκε για κάθε ημέρα φυλακίσεως σε πέντε (5.00) ΕΥΡΩ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι, την 1-9-2007 και ώρα 16:00' στο ..., ο πρώτος ως οδηγός μεταφορικού μέσου και ο δεύτερος ως συνοδηγός κατελήφθησαν με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, να μεταφέρουν με αυτό προς ..., την Κ η οποία εισήλθε παράνομα στην ημεδαπή, από μη νομοθετημένη μεθοριακή διάβαση της ελληνοαλβανικής μεθορίου, (περιοχή ...), χωρίς να κατέχει τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα και χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, γεγονός το οποίο γνώριζαν. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι και να τους αναγνωρισθεί ως και πρωτοδίκως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' ΠΚ, δηλαδή ότι ωθήθηκαν στην ως άνω πράξη από αίτια μη ταπεινά. Τέλος, πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί τους ότι τελούσαν σε πλάνη". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο, κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, κατά συναυτουργία, αναγνωρίζοντας σε αυτούς το ελαφρυντικό ότι ωθήθηκαν στην άνω πράξη τους από αίτια μη ταπεινά και ειδικότερα του ότι: "την 1-9-2007 και ώρα 16:00' στο ..., ο πρώτος κατηγορούμενος ως οδηγός μεταφορικού μέσου και ο δεύτερος ως συνοδηγός από κοινού διευκόλυναν την προώθηση στο εσωτερικό της χώρας, αλλοδαπής, που δεν είχε δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, και συγκεκριμένα κατελήφθησαν με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, να μεταφέρουν με αυτό προς ..., την Κ, η οποία εισήλθε παράνομα στην ημεδαπή, από μη νομοθετημένη μεθοριακή διάβαση της ελληνοαλβανικής μεθορίου (περιοχή ...), χωρίς να κατέχει τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα και χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, γεγονός το οποίο γνώριζαν. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι κατηγορούμενοι ωθήθηκαν στην ως άνω πράξη από αίτια μη ταπεινά (84 § 2β ΠΚ)". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απο-δείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλο-γισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46, 83, 84 § 2β του ΠΚ και 88 § 1α' Ν. 3385/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 506/2009 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορου-μένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, κατηγορίας Φ και υπερασπίσεως Γ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτοί καταδικάστηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Δυτικής Μακεδονίας, δεν διέλαβε την κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφασή του και την στέρησε έτσι νόμιμης βάσης, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των προπαρατεθεισών διατάξεων. Συγκεκριμένα, δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με βάση τις οποίες πείσθηκε και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι και οι δύο εν γνώσει τους από κοινού, προέβησαν στην παράνομη προώθηση στο εσωτερικό της χώρας της παραπάνω λαθρομετανάστριας της οποίας μάλιστα δεν αναφέρεται η εθνικότητα για να μπορεί να κριθεί, ότι χρειαζόταν άδεια εισόδου (visa) στην χώρα αυτή, απορρίπτοντας μόνον τον αυτοτελή ισχυρισμό τους περί πλάνης γενικά, χωρίς καμία απολύτως αιτιολογία. Ειδικότερα, παρόλο που νόμιμα προέβαλλαν νόμιμα τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της κατηγορουμένης πράξεως: α) βρίσκονταν σε συγνωστή νομική πλάνη, καθόσον πίστευαν δικαιολογημένα λόγω πλάνης, ότι ο πρώτος Χ1, είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και ότι η πλάνη του αυτή ήταν συγνωστή. β) άλλως πως, ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης διατελούσαν σε πραγματική πλάνη, καθόσον κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοούσαν τα πραγματικά περιστατικά που την συνιστούσαν και τέλος, γ) ότι τέλεσαν σε κάθε περίπτωση την κατηγορούμενη πράξη, χωρίς τον απαιτούμενο για την στοι-χειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του κατηγορουμένου αδικήματος δόλο. Η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως βρίσκονταν σε συγνωστή νομική πλάνη, άλλως, ότι διατελούσαν σε πραγματική πλάνη σε σχέση με την κατηγορούμενη πράξη, που προέβαλλε ο συνήγορός τους εγγράφως και καταχωρήθηκε στα πρακτικά είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, αφού, όπως σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλο-συμπληρώνεται με το διατακτικό, το παραπάνω Δικαστήριο απέρριψε αιτιολογημένα, εκ του πράγματος, τον προανα-φερόμενο ισχυρισμό, τον κυρίως και τον επικουρικά προβαλλόμενο, με τις παραδοχές του ότι την ανωτέρω "λαθρομετανάστρια", όπως και αυτοί χαρακτηρίζουν, που γραμματικά σημαίνει "άτομο που δεν είχε άδεια εισόδου στη χώρα", κατελήφθησαν να μεταφέρουν προς τη ..., η οποία είχε εισέλθει παράνομα στην ημεδαπή, από μη νομοθετημένη διάβαση της ελληνοαλβανικής μεθορίου, από κοινού δε διευκόλυναν την προώθηση αυτής στο εσωτερικό της χώρας, χωρίς να κατέχει τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα και χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις γεγονός το οποίο γνώριζαν, γεγονότα τα οποία αναληθώς ισχυρίζονται. 2) Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπερ εγκαθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αφού δεν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος (δεν αναφέρονται καν), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Αβάσιμα όμως, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει στα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της, την απαιτούμενη πλήρη και σαφή αιτιολογία. 3) ότι δεν μπορούσε να κρισιολογηθεί, ότι ενέπιπτε στην αφηρημένη νομοτυπική μορφή του παραπάνω άρθρου, η επίδικη μεταφορά, ενόσω η παραλαβή της μεταφερόμενης αλλοδαπής για μεταφορά, δεν έγινε όπως η παραπάνω διάταξη σαφώς απαιτεί, από τα σημεία εισόδου ή τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, αλλά από το ... το οποίο απέχει πάνω από 50 χιλιόμετρα από την συνοριακή πύλη εισόδου της χώρας μας, που βρίσκεται στην .... Ως εκ τούτου, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε εσφαλμένη ερμηνεία της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αφού το δικάσαν Εφετείο της απέδωσε έννοια διαφορετική από αυτή που πραγματικά έχει, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ε' του Κ.Π.Δ., με άμεσο αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να μην έχει νόμιμη βάση. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση αυτή, διότι για το σημείο εισόδου της αλλοδαπής στην Ελληνική Επικράτεια από μη νομοθετημένη μεθοριακή διάβαση της ελληνοαλβανικής μεθορίου, έχει κρίνει ανέλεγκτα το δικάσαν Εφετείο, στην κρίση του οποίου περί τα πραγματικά, δεν μπορεί να εισέλθει το παρόν Δικαστήριο. Και 4) Αβάσιμη είναι και η αιτίαση, συνεπεία των παραπάνω, ότι με το να μην απαντήσει το Δικαστήριο της ουσίας στους πιο πάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης ακροάσεώς τους, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 περ. β' ΚΠΔ λόγω αναιρέσεως, καθόσον το άνω Δικαστήριο απάντησε κατά τα άνω στους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ακροάσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αίτησεις στο σύνολό τους και να καταδικαστει κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 26 Ιανουαρίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2 και 1/2010 αντίστοιχα ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας) κατατεθείσες αιτήσεις των: α) Χ1 και β) Χ2, για αναίρεση της με αριθμό 506/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.

Σχόλια