Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

Προβλήματα ως προς την προθεσμία για τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας κατά την ΑΚ 1483 * ΜΠρΠατρ 141/2018 Διαφορές από τις σχέσεις γονέων-τέκνων - Ιδιότητα τέκνου γεννημένου σε γάμο - Προσβολή της πατρότητας - Μάρτυρες– - Πραγματογνωμοσύνη -. Αγωγή προσβολής της πατρότητας και αναγνώρισης της πατρότητας του ενάγοντος. Δεν λαμβάνεται υπόψη η ένορκη κατάθεση μάρτυρα, ο οποίος είναι τέκνο της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων. Διαταγή πραγματογνωμοσύνης ώστε να διαπιστωθεί αν στο ανήλικο τρίτο εναγόμενο εντοπίζονται γονιδιακές μορφές που μπορούν να αποδοθούν στον ενάγοντα ή στον δεύτερο εναγόμενο, που να αποκλείουν ή να επιβεβαιώνουν ποιος εκ των δύο αυτών διαδίκων είναι ο βιολογικός πατέρας του.

ΠολΔ 614 § 1 εδ. γ', ΑΚ 1483
Προβλήματα ως προς την προθεσμία για τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας κατά την ΑΚ 1483 *
Μ. Σταθόπουλος
Ο ΑΚ υπάγει σε...
χρονικό περιορισμό το δικαίωμα της μητέρας τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητάς του καθώς και το αντίστοιχο δικαίωμα του τέκνου αυτού ή των λοιπών νομιμοποιούμενων προσώπων. Ο νομοθέτης έκρινε ότι το ηθικό αίτημα της χρονικά απεριόριστης αναζήτησης της βιολογικής αλήθειας έπρεπε να υποχωρήσει ύστερα από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, προφανώς για χάρη της ασφάλειας δικαίου μέσω άρσης της αβεβαιότητας ως προς τις συγγενικές σχέσεις.
Έτσι στο άρθρο 1483 ΑΚ ορίζεται: "Το δικαίωμα της μητέρας να ζητήσει την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της αποσβήνεται όταν περάσουν πέντε χρόνια από τον τοκετό. Το δικαίωμα του τέκνου αποσβήνεται, ένα έτος μετά την ενηλικίωσή του, και το δικαίωμα του πατέρα ή των γονέων του δύο έτη αφότου αρνήθηκε τη συναίνεσή της η μητέρα.
Αν η μητέρα ήταν έγγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του τέκνου, η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου αρχίζει αφότου γίνει αμετάκλητη η απόφαση που δέχεται την προσβολή της πατρότητας. Στην περίπτωση του άρθρου 1473 το δικαίωμα δεν υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία".
Μεταξύ άλλων έχουν ανακύψει ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου αυτού δύο αμφισβητήσεις που θα εξετασθούν παρακάτω. Η πρώτη αφορά το κατά πόσο η ρύθμιση της ΑΚ 1483 § 2 εδ 1 θα πρέπει να επεκταθεί, παρά το γράμμα της διάταξης, και στην περίπτωση όπου η μητέρα ήταν έγγαμη (όχι κατά τη σύλληψη αλλά) κατά τη γέννηση του τέκνου (βλ. παρακάτω υπό Ι). Η δεύτερη αφορά το ερώτημα, αν η προβλεπόμενη στην εν λόγω διάταξη μετάθεση του χρόνου έναρξης της προθεσμίας για το δικαίωμα της μητέρας προς δικαστική αναγνώριση πρέπει να εφαρμοσθεί αναλογικά και για το αντίστοιχο δικαίωμα του τέκνου (βλ. παρακάτω υπό ΙΙ).
Ι.
Η προθεσμία για μητέρα έγγαμη κατά τη σύλληψη
ή κατά τη γέννηση του τέκνου
1.
Προστασία μόνο της έγγαμης κατά τη σύλληψη μητέρας
α)
Ο σκοπός της ΑΚ 1483 § 2
Σύμφωνα με την ΑΚ 1483 § 2 εδ. 1 "αν η μητέρα ήταν έγγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του τέκνου, η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου αρχίζει αφότου γίνει αμετάκλητη η απόφαση που δέχεται την προσβολή της πατρότητας". Όπως εισαγωγικά ειπώθηκε, το ερώτημα που γεννιέται είναι αν η μετάθεση του χρόνου έναρξης της προθεσμίας, που κατά το γράμμα της διάταξης προβλέπεται μόνο για την περίπτωση σύλληψης του τέκνου εν γάμω (δηλαδή κατά τη διάρκεια του γάμου της μητέρας του), θα πρέπει με διασταλτική ερμηνεία της διάταξης ή με αναλογική εφαρμογή της να ισχύσει και στην περίπτωση γέννησης του τέκνου (τοκετού) εν γάμω.
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, πρέπει πρωτίστως να εξετασθεί ο σκοπός για τον οποίο ο νομοθέτης προέβλεψε την εν λόγω χρονική μετάθεση της έναρξης της προθεσμίας. Συνήθως λέγεται, άμεσα ή έμμεσα, ότι ο πραγματικός λόγος θέσπισης της διάταξης είναι το ότι, όταν το τέκνο συλλαμβάνεται εν γάμω, καλύπτεται από το τεκμήριο πατρότητας, δηλαδή καταγωγής από τον γάμο της μητέρας του, άρα από τον σύζυγό της (ΑΚ 1465 § 1), τεκμήριο όμως το οποίο ισχύει σε κάθε περίπτωση γέννησης του τέκνου εν γάμω, άρα και όταν αυτό έχει συλληφθεί πριν από τον γάμο, αλλά ο τοκετός έλαβε χώρα μετά την τέλεση του γάμου. Την άποψη αυτή διατύπωσε πρώτα ο Δεληγιάννης ("Τέκνα γεννημένα χωρίς γάμο: Οι βασικές αρχές της νέας ρύθμισης της νομικής θέσης των "εξωγάμων", Δίκαιο και Πολιτική 1983, Τεύχ. 4, σ. 39 επ., σ. 58 σημ. 57 · βλ. επίσης Δεληγιάννη-Κούσουλα, Οικογ.Δ., 1984, σ. 76 επ.) και στη συνέχεια την ακολούθησαν, ίσως όχι με πολλή βάσανο ως προς την ορθότητά της και χωρίς άλλη θεμελίωση ή επεξήγηση, και άλλοι ερμηνευτές της διάταξης (Κουμάντος, Οικογ.Δ. ΙΙ, 1989, σ. 84 επ. · Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση στη δίκη για την αναγνώριση της πατρότητας, Αρμ. 1984, 953 επ., 957 σημ. 28 και σε χωριστή έκδοση "Η δικαστική αναγνώριση της πατρότητας μετά την αναθεώρηση του Οικογενειακού Δικαίου", 1986, σ. 74 σημ. 28 · η ίδια στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρ. 1483 αρ. 2 σημ. 5 και Οικογ.Δ. ΙΙ, 3η έκδ., σ. 136 σημ. 94 · Φίλιος, Οικογ.Δ., Β΄ Τόμ. § 82 Β ΙΙ · μάλλον και Παπαχρίστου, Οικογ.Δ., 3η έκδ., σ. 291).
Εν τούτοις, ο πραγματικός λόγος της ρύθμισης αυτής βαίνει πέρα από το τεκμήριο πατρότητας. Μόνο το γεγονός ότι το τέκνο καλύπτεται από το τεκμήριο αυτό δεν αρκεί για να την εξηγήσει. Γιατί η ύπαρξη του τεκμηρίου καθεαυτή δεν εμποδίζει την προσβολή της πατρότητας ακόμη και όσο διαρκεί ο γάμος, προσβολή και από τη μητέρα στην οποία η ΑΚ 1483 § 2 αναφέρεται (ΑΚ 1467, 1469 αρ. 4, 1470 αρ. 4). Ο δρόμος και για τη δικαστική αναγνώριση, πάλι όσο διαρκεί ο γάμος, παραμένει για τη μητέρα επίσης ανοικτός. Βεβαίως η προσβολή πρέπει να προηγηθεί της αναγνώρισης, αφού η τελευταία προϋποθέτει τέκνο εκτός γάμου (ΑΚ 1479). Αλλά και οι δύο αγωγές (προσβολής της πατρότητας και δικαστικής αναγνώρισης) μπορούν να ασκηθούν κατά τη διάρκεια του γάμου και μάλιστα και συγχρόνως, η δεύτερη υπό την αίρεση ευδοκίμησης της πρώτης σύμφωνα με τις ΚΠολΔ 69 § 1 εδ. ε, 620, 621. Η μητέρα, ασκώντας την αγωγή δικαστικής αναγνώρισης υπό την αίρεση της προσβολής της πατρότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές του ΚΠολΔ, δεν έχει ανάγκη της πρόσθετης προστασίας της ΑΚ 1483 § 2, για να μη χάσει την προθεσμία της ΑΚ 1483 § 1 (πέντε χρόνια από τον τοκετό), αφού η άσκηση της αγωγής αυτής με βάση τις γενικές διατάξεις και με όμοια αποτελέσματα διακόπτει την αποσβεστική προθεσμία (ΑΚ 279 § 1, 260 , 270 § 1 · για την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής και στις αποσβεστικές προθεσμίες βλ. ΑΠ 170/1980, ΝοΒ 1980, 1465 · 593/1992, ΕλλΔνη 1995, 608 · Μαριδάκη, Ζητήματα εκ της διαδικασίας του διαζυγίου, ΤιμΤ Κ. Τριανταφυλλόπουλου, 1959, σ. 136 επ. · Σημαντήρα, Γεν.Αρχ., 4η έκδ., αρ. 1092 επ. · Παπαντωνίου, Γεν.Αρχ., 3η έκδ., σ. 237 · Απ. Γεωργιάδη, Γεν.Αρχ., 3η εκδ., § 26 αρ. 5 · Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρ. 279, αρ. 8 · βλ. και ΚΠολΔ 634 · η μη ορθή παλαιότερη, αντίθετη νομολογία [βλ. ΑΠ 74/1952, Θεμ. 63, 218 · 531/1968, ΝοΒ 1969, 43] έχει προ πολλού ξεπερασθεί). Αλλά και αν ο νομοθέτης λάμβανε, έστω, υπόψη το ενδεχόμενο της διαδοχικής έγερσης των αγωγών της προσβολής της πατρότητας και (ακολούθως) της δικαστικής αναγνώρισης, θα προέβλεπε στην ΑΚ 1483 το πολύ αναστολή της προθεσμίας άσκησης της δεύτερης για όσο χρόνο διαρκεί η πρώτη δίκη, με τις συνέπειες της αναστολής (ΑΚ 257) και δεν θα θέσπιζε έναρξη νέας, πλήρους (πενταετούς) προθεσμίας.
Εν πάση όμως περιπτώσει ο νομοθέτης είχε εδώ υπόψη ότι η έγγαμη μητέρα που θέλει να προχωρήσει σε δικαστική αναγνώριση της πατρότητας άλλου (από τον σύζυγό της) άνδρα για το τέκνο της δεν έχει μόνο το πρόβλημα του τεκμηρίου πατρότητας υπέρ του συζύγου της (που, όπως είπαμε, μπορεί εύκολα να το αντιμετωπίσει, χωρίς να χάσει την προθεσμία της ΑΚ 1483 § 1), αλλά έχει κατά κανόνα και "σοβαρό λόγο" να μη προσβάλει καθόλου την πατρότητα του συζύγου της κατά τη διάρκεια του γάμου της μ' αυτόν. Τούτο το προβλέπει ρητά ακριβώς η αναφερόμενη στο θέμα της προθεσμίας για την αγωγή προσβολής ΑΚ 1470 αρ. 4, την οποία προφανώς είχε στον νου ο νομοθέτης, όταν στην ΑΚ 1483 § 2 μιλούσε για "έγγαμη μητέρα" και για "προσβολή της πατρότητας". Η ΑΚ 1483 § 2 δεν μπορεί να κατανοηθεί και να ερμηνευθεί χωρίς συσχετισμό της με την ΑΚ 1470 αρ. 4 (δηλαδή χωρίς συσχετισμό των δύο προθεσμιών των διατάξεων αυτών) και χωρίς συνεκτίμηση του ότι ο νομοθέτης είχε επίγνωση του σοβαρού λόγου για τη μη προσβολή κατά τη δεύτερη διάταξη. Συνίσταται δε ο σοβαρός λόγος, όπως γενικά γίνεται δεκτό, στο  ψυχικό και ηθικό δίλημμα της μητέρας λόγω του υφιστάμενου γάμου της, τον οποίο δεν θα επιθυμεί να διαταράξει με την ομολογία μοιχείας, δηλαδή με την ομολογία μιας πράξης που, κατά τις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις, θεωρείται ηθικά επίμεμπτη (βλ. ΑΠ 1546/2000, ΕλλΔνη 2001, 1343 · ΕφΘεσ 1709/1993, ΕλλΔνη 1994, 671 · ΕφΠειρ 359/1997, ΕλλΔνη 1997, 1668). Ορθώς διδάσκεται ότι, μολονότι η διατύπωση της ΑΚ 1470 αρ. 4 αφήνει περιθώρια για εξαιρέσεις και μολονότι το ζήτημα θα εξετάζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Παπαζήση στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρ. 1470 αρ. 17), η ψυχική πίεση από το δίλημμα αυτό θα υπάρχει πάντοτε ή σχεδόν πάντοτε κατά τη διάρκεια του γάμου (βλ. Κουμάντο, ό.π. σ. 49: "η μητέρα πάντα θα έχει σοβαρό λόγο να μην αποκαλύψει τη μοιχεία της κατά τη διάρκεια του γάμου" · επίσης Παπαχρίστου, ό.π. σ. 270 υπό 2.1.6.3. · Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογ.Δ. ΙΙ, 3η έκδ., σ. 92 · Φίλιος, ό.π., § 87 Β Ι δ · βλ. επίσης Δεληγιάννη-Κούσουλα, ό.π., σ. 41). Η σχετική κρίση πρέπει να εκφέρεται με επιείκεια για τη σύζυγο και η ύπαρξη του κωλύματός της να γίνεται κατά κανόνα δεκτή.
Τα παραπάνω οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα, ότι η πραγματική ratio της χρονικής μετάθεσης της αποσβεστικής προθεσμίας κατά την ΑΚ 1483 § 2 δεν βρίσκεται στην τυπική ύπαρξη τεκμηρίου πατρότητας, αλλά στον ουσιαστικό λόγο για τον οποίο η μητέρα κωλύεται να προσβάλει την πατρότητα. (Τούτο στην ουσία παραδέχονται και οι Δεληγιάννης-Κούσουλας, ό.π. σ. 77, όταν γράφουν ότι σκοπός της ΑΚ 1483 § 2 είναι "να μη εξαναγκάζεται έμμεσα η μητέρα να προσβάλει την πατρότητα"). Η ρύθμιση της ΑΚ 1483 § 2 συνδέεται με το κώλυμα για την προσβολή, δηλαδή τελικά με τη μοιχεία της μητέρας ("έγγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης"), κώλυμα που μπορεί να εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λήξη της προθεσμίας της ΑΚ 1483 § 1.  Η ratio αυτή, που προκύπτει ήδη από την ΑΚ 1470 αρ. 4, επιβεβαιώνεται από το ότι η εδώ ερμηνευόμενη διάταξη (ΑΚ 1483 § 2) αναφέρεται ακριβώς στη σύλληψη εν γάμω και όχι στον τοκετό εν γάμω. Η διαφορά των δύο περιπτώσεων (σύλληψης ή τοκετού εν γάμω) είναι προφανής και δείχνει ότι δεν ήταν τυχαίο ότι ο νομοθέτης αναφέρθηκε μόνο στη σύλληψη. Η διαφορά εξηγείται αναλυτικότερα παρακάτω υπό β΄.


β)
Διαφορετική η αξιολόγηση της σύλληψης εν γάμω
από τον τοκετό εν γάμω
Στην περίπτωση της σύλληψης εν γάμω, η μητέρα έχει υποπέσει σε μια παρεκτροπή (την απιστία), η οποία αποκαλυπτόμενη (με την προσβολή της πατρότητας) δημιουργεί, όπως εξηγήθηκε, τον κίνδυνο κλονισμού του ήδη υφιστάμενου κατά τη διάπραξη της παρεκτροπής γάμου. Η ψυχική πίεση που ασκεί το γεγονός αυτό στη μητέρα μπορεί να είναι μεγάλη και το δίλημμά της ανάμεσα στην αναζήτηση της βιολογικής αλήθειας με αποκάλυψη του "μυστικού" της και στη διάσωση του γάμου μπορεί να γίνεται δυσβάστακτο. Ότι το πρόβλημα δημιουργείται από τον εύλογο δισταγμό της μητέρας να ομολογήσει τη μοιχεία της κατά τη διάρκεια του γάμου είναι κοινή παραδοχή (βλ. Κουμάντο, Παπαχρίστου, Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π.), χωρίς όμως να αξιοποιείται η παραδοχή αυτή στην ερμηνεία της ΑΚ 1483 § 2. Έτσι ο νόμος, δείχνοντας κατανόηση, απαλλάσσει τη μητέρα από την εν λόγω ψυχική πίεση, επεκτείνοντας, με τη συνδυασμένη εφαρμογή των ΑΚ 1470 αρ. 4 και 1483 § 3 τα χρονικά περιθώρια αναζήτησης της βιολογικής αλήθειας. Συγχρόνως, εκτός από τη μητέρα, προστατεύεται και ο θεσμός του γάμου με τον τεκμαιρόμενο πατέρα (βλ. και άρθρ. 21 § 1 Συντ.). Αν κατ' εξαίρεση κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι δεν υπάρχει κώλυμα ("σοβαρός λόγος" κατά την ΑΚ 1470 αρ. 4), η μητέρα πρέπει να προχωρήσει εμπρόθεσμα στη δικαστική διαδικασία, οπότε, εφόσον δεν κάνει χρήση της δυνατότητας παράλληλης άσκησης υπό αίρεση και της αγωγής δικαστικής αναγνώρισης (ΚΠολΔ 69 § 1 εδ. ε΄), έχει πάλι πεδίο εφαρμογής η ΑΚ 1483 § 2.
Η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική στην περίπτωση σύλληψης πριν από τον γάμο και τοκετού εν γάμω. Εδώ η μητέρα, αποφεύγοντας την αποκάλυψη στον μελλοντικό σύζυγο και μη φυσικό πατέρα, δεν έχει το πρόβλημα να διασώσει υφιστάμενο γάμο, αλλά επιδιώκει να προσέλθει σε γάμο ή να τον προκαλέσει στη βάση της απόκρυψης από τον υποψήφιο σύζυγο ενός τόσο σημαντικού γι' αυτόν γεγονότος, που ενδεχομένως θα βάρυνε στην απόφασή του για το αν θα τελέσει τον συγκεκριμένο γάμο ή όχι, μια απόφαση που αποτελεί έκφραση της ιδιωτικής αυτονομίας, δηλαδή της θεμελιώδους ελευθερίας αυτοπροσδιορισμού του ατόμου. Αν ο σύζυγος (μη φυσικός πατέρας) πράγματι αγνοούσε, όταν τελούσε τον γάμο, τη μη πατρότητά του ή και την ίδια την κύηση της συζύγου του, τούτο σημαίνει ότι η κυοφορούσα τον παραπλάνησε για να επιτύχει τον γάμο μαζί του, τακτική που είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική για τη γυναίκα. Το Σύνταγμα και ο νόμος προστατεύουν υφιστάμενους γάμους, όχι την τέλεση γάμων με αθέμιτες μεθόδους. Η ψυχική κατάσταση εξάλλου της έγγαμης γυναίκας που υπέπεσε σε μοιχεία κατά τη διάρκεια του γάμου της δεν μπορεί να εξομοιωθεί με αυτήν της γυναίκας που αποκρύπτει την κατάσταση για να πετύχει τη μη ματαίωση μελλοντικού γάμου της, πολύ περισσότερο που στην τελευταία περίπτωση η σύλληψη όχι από τον υποψήφιο σύζυγο αλλά από άλλον άνδρα πριν από τον προσδοκώμενο γάμο δεν έχει, πάλι κατά τις κρατούσες σήμερα στην κοινωνία αντιλήψεις, τον επίμεμπτο χαρακτήρα της μοιχείας. Κατανόηση και συγγνώμη για τη γυναίκα που αποκρύπτει την εγκυμοσύνη της από τον υποψήφιο σύζυγο εδώ δεν δικαιολογείται. Η διαφορετικότητα των δύο καταστάσεων αποκλείει τη διασταλτική ερμηνεία ή αναλογική εφαρμογή της ΑΚ 1483 § 2 και δείχνει ότι ενσυνείδητα ο νομοθέτης αναφέρθηκε μόνο στη σύλληψη και όχι στον τοκετό εν γάμω. Τη μητέρα που είχε τη δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση να ενημερώσει τον μέλλοντα σύζυγό της για την εγκυμοσύνη της από άλλον άνδρα (αντί να τον παραπλανήσει) δεν είχε πρόθεση να προστατεύσει η ΑΚ 1483 § 2. Τουλάχιστον δεν της αναγνωρίζει το ηθικό δίλημμα και την αντίστοιχη ψυχική πίεση της γυναίκας που καλείται να ομολογήσει τη μοιχεία της.
Εξάλλου, αν η μελλόνυμφη έγκυος έχει αποκαλύψει στον υποψήφιο σύζυγο την αλήθεια και παρά ταύτα δέχονται και οι δύο να τελέσουν τον γάμο τους (εκδοχή που προφανώς θα συντρέχει, όταν η γυναίκα είναι ήδη σε προχωρημένη, εμφανή εγκυμοσύνη, όπως στην υπό κρίση περίπτωση), τούτο σημαίνει ότι δεν υπάρχει πλέον περίπτωση απόκρυψης και ο δρόμος για την προσβολή της πατρότητας θα είναι ανοικτός, εκτός αν η τέλεση του γάμου συνδυάσθηκε με τη θέληση των δύο συζύγων να αποδεχθούν το τεκμήριο πατρότητας και, για οποιουσδήποτε δικούς του λόγους και υπολογισμούς ο καθένας, να μην επιχειρήσουν να το ανατρέψουν προσβάλλοντας την πατρότητα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, που είναι πολύ πιθανή, όταν οι μελλόνυμφοι δεν αναμένουν τουλάχιστον πρώτα τον τοκετό πριν τελέσουν τον γάμο τους, ώστε να αποφύγουν το τεκμήριο πατρότητας, η γυναίκα έχει επιλέξει ήδη τη θέση της (να καταστήσει δηλαδή πατέρα από νομική άποψη τον σύζυγό της) και θα ήταν αντιφατικό, άρα αντίθετο στην αρχή non venire contra factum proprium, να προχωρήσει στη συνέχεια στην προσβολή της πατρότητας που η ίδια εσκεμμένα δημιούργησε. Και εν πάση περιπτώσει (ανεξάρτητα από την παραπάνω αντιφατικότητα) η γυναίκα δεν θα μπορούσε να εισακουσθεί επικαλούμενη στη συνέχεια ψυχική πίεση που την εμποδίζει να προχωρήσει στην προσβολή της πατρότητας. Τέτοια περίπτωση, που έτσι κι αλλιώς δεν καλύπτεται από το γράμμα της ΑΚ 1483 § 2, ούτε κατά το πνεύμα και τον σκοπό της διάταξης είναι προστατευτέα, μιας διάταξης που αφορμάται από την ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, όπως αυτή εξηγήθηκε παραπάνω.
γ)
Συμπέρασμα
Το συμπέρασμα είναι ότι η ΑΚ 1483 § 2 προστατεύει τη μητέρα που βρισκόταν κατά τη διάρκεια του γάμου στο ηθικό δίλημμα αποκάλυψης ή μη της μοιχείας και όχι της μητέρας για την οποία δεν υπήρχε ή έπαυσε να υπάρχει τέτοιο δίλημμα. Στην περίπτωση σύλληψης πριν από τον γάμο δεν υπάρχει μοιχεία, άρα ούτε το ανάλογο ηθικό δίλημμα. Η διάταξη, άρα, παρέχει νέα προθεσμία για τη δικαστική αναγνώριση, που αρχίζει "αφότου γίνει αμετάκλητη η απόφαση που δέχεται την προσβολή της πατρότητας" μόνο στη μητέρα που ήταν έγγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, όχι κατά τον τοκετό. Την τελευταία περίπτωση ο νομοθέτης ενσυνείδητα δεν τη μνημόνευσε. Αν υπάρχει "κενό", αυτό είναι ηθελημένο (και δικαιολογημένο, κατά τα λεχθέντα) και επομένως δεν υπάρχει έδαφος για διασταλτική ερμηνεία ή αναλογική εφαρμογή της διάταξης. Η γυναίκα που παντρεύτηκε μετά τη σύλληψη και γέννησε εν γάμω δεν μένει απροστάτευτη, αν θέλει να αποκαλυφθεί η βιολογική αλήθεια και να επέλθουν οι σχετικές έννομες συνέπειες. Έχει τις προθεσμίες των ΑΚ 1470 αρ. 4 (χωρίς κατά κανόνα ύπαρξη "σοβαρού λόγου" αναστολής) και 1483 § 1, υποκείμενες σε αναστολή ή διακοπή κατά τις γενικές διατάξεις. Παραπέρα προστασία της θα ήταν στην περίπτωσή της υπερβολική.
2.
Αυτοτέλεια της έννομης προστασίας της μητέρας
έναντι αυτής του τέκνου
Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω που μόνα αρκούν για τη μη εφαρμογή της ΑΚ 1483 § 2 στην περίπτωση σύλληψης πριν από τον γάμο, στην ίδια λύση καταλήγουμε και για έναν άλλο λόγο. Οι δικαιούχοι προσβολής της πατρότητας, εκούσιας αναγνώρισης και δικαστικής αναγνώρισης (ο σύζυγος της μητέρας, το τέκνο, η μητέρα του, ο φυσικός πατέρας κλπ) έχουν αυτοτελές ο καθένας δικαίωμα ένδικης προστασίας προς ικανοποίηση, με την αναζήτηση της βιολογικής αλήθειας, των δικών τους έννομων συμφερόντων. Το δικαίωμά τους αυτό δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος άλλου δικαιούχου. (Για την αυτοτέλεια και ανεξαρτησία του δικαιώματος της μητέρας για δικαστική αναγνώριση από το αντίστοιχο δικαίωμα του τέκνου, αυτοτέλεια που επιβεβαιώνεται και από τις διαφορετικές προθεσμίες άσκησης του δικαιώματος από κάθε δικαιούχο χωριστά, βλ. και ΑΠ 97/1993, ΕΕΝ 1994, 90 · 401/1999, ΝοΒ 2000, 962 · ΕφΘεσ 2874/1991, ΕλλΔνη 1992, 1289 · Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογ.Δ. ΙΙ, 3η έκδ., σ. 131 επ.). Αν αποσβεσθεί το δικαίωμα αυτό για ένα δικαιούχο, π.χ. λόγω παρέλευσης της προθεσμίας άσκησής του, δεν αναβιώνει λόγω εμπρόθεσμης προσφυγής στη δικαιοσύνη άλλου δικαιούχου. Ο τελευταίος προσφεύγει στη δικαιοσύνη για την εξυπηρέτηση των δικών του έννομων συμφερόντων και όχι συμφερόντων άλλων προσώπων.
Έτσι, αν π.χ. η μητέρα απώλεσε την προθεσμία προσβολής της πατρότητας (ΑΚ 1470 αρ. 4), που είναι προϋπόθεση για να ζητήσει στη συνέχεια ιδίω δικαίω τη δικαστική αναγνώριση, δεν θα μπορεί πλέον να ασκήσει αυτοδυνάμως την αγωγή δικαστικής αναγνώρισης επειδή τυχόν η πατρότητα προσβλήθηκε ύστερα από αγωγή άλλου δικαιούχου. Είναι θέμα του τελευταίου να συνεχίσει την αναζήτηση της βιολογικής αλήθειας ασκώντας την αγωγή της δικαστικής αναγνώρισης. Για τη μητέρα η δυνατότητα της αυτοδύναμης (εξ ιδίου δικαιώματος) αναζήτησης της βιολογικής αλήθειας περνούσε αναγκαίως από το δικαίωμά της να προσβάλει την πατρότητα, το οποίο όμως η μητέρα άφησε με την αδράνειά της (άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας της ΑΚ 1470 αρ. 4) να χαθεί και μαζί του και το δικαίωμα παραπέρα αναζήτησης της βιολογικής αλήθειας με τη δικαστική αναγνώριση. Την προστασία που παρέχει ο νόμος στη μητέρα για την ικανοποίηση του δικού της έννομου συμφέροντος αναγνώρισης της βιολογικής αλήθειας την εξαρτά από τη βούλησή της, δηλαδή την άσκηση από την ίδια του δικαιώματός της, αν το επιθυμεί, όχι από τη βούληση και ενέργεια τρίτων προσώπων. Δεν την αφήνει σε συμπτωματικούς παράγοντες, όπως είναι η τυχόν άσκηση αντίστοιχου δικαιώματος από τρίτους. Θα υπήρχε άνιση μεταχείριση, αν η προστασία παρεχόταν στη μητέρα μόνο στην περίπτωση που τυχαίνει να παρεμβάλλεται ένας τρίτος και όχι στην περίπτωση που τούτο δεν συμβαίνει.
Η ΑΚ 1483 § 2 δεν απαλλάσσει τη μητέρα από την υποχρέωση να τηρήσει την προθεσμία της ΑΚ 1470 αρ. 4 (ένα έτος από τον τοκετό ή, επί σοβαρού λόγου, έξι μήνες από τη λύση ή ακύρωση του γάμου). Αντίθετα, προϋποθέτει ότι η μητέρα ασκεί εμπρόθεσμα την αγωγή που είναι προϋπόθεση της δικαστικής αναγνώρισης, δηλαδή την αγωγή προσβολής της πατρότητας. Η ενσυνείδητη μάλιστα απώλεια της προθεσμίας αναζήτησης της βιολογικής αλήθειας συνιστά μια επιλογή της μητέρας. Θα παραβιαζόταν και η αρχή non venire contra factum proprium, αν μεταγενέστερα η μητέρα μετέβαλλε πολιτική και, εκμεταλλευόμενη την αγωγή άλλου δικαιούχου και τη σχετική δικαστική απόφαση, αναζητούσε τώρα τη βιολογική αλήθεια, που η ίδια με τη συμπεριφορά της είχε απορρίψει όσο έτρεχαν οι γι' αυτήν προβλεπόμενες προθεσμίες.
Αν το τέκνο ζήτησε αργότερα την προσβολή της πατρότητας, έχοντας ακόμη το δικαίωμα αυτό, είναι δικό του θέμα να αναζητήσει περαιτέρω και την πραγματική του καταγωγή, ασκώντας αυτό, εμπροθέσμως και εξ ιδίου δικαιώματος, την αγωγή δικαστικής αναγνώρισης. Η μητέρα θα έχει χάσει, σύμφωνα με τα παραπάνω, το δικό της δικαίωμα και για τις δύο αγωγές.
ΙΙ.
Αναλογική ή μη εφαρμογή
της ΑΚ 1483 § 2 εδ. 1 και στο τέκνο
1.
Το πρόβλημα της έκτασης  της ανάγκης
προστασίας του τέκνου
Η ΑΚ 1483 § 2 εδ. 1 επεκτείνει, όπως εκτέθηκε αναλυτικά παραπάνω υπό Ι, τα χρονικά περιθώρια δικαστικής αναγνώρισης μόνο για τη μητέρα, χωρίς να αναφέρεται και στο αντίστοιχο δικαίωμα του τέκνου (που κατά την ΑΚ 1470 αρ. 3 αποσβήνεται ένα έτος μετά την ενηλικίωσή του). Έχει ανακύψει το ζήτημα, αν η ίδια χρονική επέκταση πρέπει να ισχύσει, με αναλογική εφαρμογή της διάταξης, και στο τέκνο. Στο ζήτημα αυτό έχει υποστηριχθεί, ιδίως στη θεωρία, η καταφατική απάντηση (Δεληγιάννης, ό.π. [Δίκαιο και Πολιτική 4], σ. 71 επ. · Κουμάντος, ό.π., σ. 85 · Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογ.Δ. ΙΙ, 3η έκδ. σ. 141 επ. και στον ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου άρθρ. 1483 αρ. 4 · Παπαπετροπούλου-Ταλιαδούρου, Σχόλιο, ΕλλΔνη 1988, 1464 επ. · μάλλον ουδέτερος ο Παπαχρίστου, ό.π. σ. 292). Η υπέρ της εφαρμογής της ΑΚ 1483 § 2 και στο δικαίωμα του τέκνου γνώμη θεωρεί ότι η διάταξη αυτή καταλείπει ακούσιο κενό που πρέπει να πληρωθεί με αναλογία.
Είναι αμφίβολο όμως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναλογίας σε κάθε περίπτωση προσβολής της πατρότητας μετά τη λήξη της προθεσμίας της ΑΚ 1470 αρ. 3, οποιοσδήποτε και αν ασκεί την αγωγή προσβολής. Και εδώ η απάντηση στο ερώτημα αν συντρέχουν οι όροι της αναλογίας δεν μπορεί να βρεθεί χωρίς εξέταση του πραγματικού σκοπού της ΑΚ 1483 § 2, βάσει του οποίου θα κριθεί και η έκταση της παρασχετέας προστασίας που αρμόζει στον σκοπό αυτόν. Πρέπει δηλαδή να εξετάσουμε, σε συνέπεια και με όσα εκθέσαμε παραπάνω υπό Ι για τις περιπτώσεις όπου πράγματι υπάρχει ανάγκη προστασίας της μητέρας (κωλυόμενης να ασκήσει την αγωγή προσβολής της πατρότητας κλπ και γι' αυτόν τον λόγο διατρέχουσας τον κίνδυνο να χάσει την προθεσμία της ΑΚ  1483 § 1), αν και πότε υπάρχει ανάγκη προστασίας του τέκνου ανάλογης με την προστασία που η ΑΚ 1483 § 2 προσφέρει στη μητέρα. Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να διερωτηθούμε, αν και πότε το τέκνο κινδυνεύει να απολέσει την προθεσμία της ΑΚ 1483 § 1 εδ. 2 για τη δικαστική αναγνώριση (ένα έτος μετά την ενηλικίωσή του).
2.
Η προθεσμία de lege ferenda
και de lege lata
Πριν από την εξέταση του ζητήματος αυτού, είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι βασική θέση του Έλληνα νομοθέτη ήταν, όπως και εισαγωγικά σημειώσαμε, να υποβάλλεται το δικαίωμα αναζήτησης της βιολογικής αλήθειας σε ορισμένες προθεσμίες. Ο ΑΚ δεν θέλησε απρόθεσμη άσκηση του δικαιώματος αυτού, ούτε για το τέκνο που ενδεχομένως, έστω με μεγάλη καθυστέρηση, θέλει να ανεύρει την πραγματική καταγωγή του.
De lege ferenda η νομοθετική αυτή θέση μπορεί να υποστεί, ειδικά για το δικαίωμα του τέκνου, κριτική. Είναι π.χ. χαρακτηριστικό ότι ο Γερμανός νομοθέτης, ενώ υποβάλλει σε προθεσμία την προσβολή της πατρότητας από το τέκνο (1600 b γερμΑΚ), αφήνει απρόθεσμο το δικαίωμά του για δικαστική αναγνώριση. Υποστηρίζεται πάντως και εκεί ότι για την κατά το δυνατόν ταχεία αποσαφήνιση της οικογενειακής κατάστασης του τέκνου αλλά και των κληρονομικών δικαιωμάτων που ενδιαφέρουν και τους άλλους κληρονόμους πρέπει η αγωγή να εγείρεται κατά το δυνατόν νωρίς (βλ. Munchener Kommentar/Seidel, 4η έκδ., § 1600e, αρ. 24). Αλλά de lege lata η εφαρμογή των προβλεπόμενων προθεσμιών δεν μπορεί υπερκερασθεί.  Αυτή είναι η νομοθετική επιλογή και άλλων ξένων δικαίων. Σε προθεσμία π.χ.  υποβάλλει το δικαίωμα αυτό του τέκνου και ο Γάλλος νομοθέτης: Κατά το άρθρο 340-4 γαλλΑΚ το δικαίωμα του τέκνου πρέπει να ασκηθεί μέσα σε 2 έτη από το τέλος της τυχόν συμβίωσης της μητέρας με τον υποτιθέμενο πατέρα ή από το τέλος της συμμετοχής του στη διατροφή και εκπαίδευση του τέκνου και εν πάση περιπτώσει, μέσα σε δύο έτη από την ενηλικίωση του τέκνου. Διάταξη αντίστοιχη με την ΑΚ 1483 § 2 δεν προέβλεψε για το τέκνο το γαλλικό δίκαιο.
Οι λόγοι για τους οποίους ο νομοθέτης, τόσο πριν από τη μεταρρύθμιση του 1983, με την οποία εξομοιώθηκαν κατά βάση τα εξώγαμα με τα ενδόγαμα τέκνα, όσο και σήμερα, υπάγει σε προθεσμίες την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων (βλ. παλαιές ΑΚ 1474, 1544 και ισχύουσες σήμερα ΑΚ 1470, 1483) είναι, όπως ομόφωνα τονίζεται (βλ. Δεληγιάννη, ό.π. [Δίκαιο και Πολιτική 4], σ. 70 · Κουμάντο, ό.π., σ. 48, 49, 83, 86 · Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρ. 1481 αρ. 4, Η δικαστική αναγνώριση, σ. 42, 79, Οικογ.Δ., σ. 89 · Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρ. 1470 αρ. 1) οι εξής: Αφενός η αποτροπή παράτασης επ' αόριστον της εκκρεμότητας ως προς την οικογενειακή κατάσταση των εμπλεκόμενων προσώπων, για τα οποία η αβεβαιότητα μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις ή και περιουσιακές μεταβολές (π.χ. κληρονομικών δικαιωμάτων) και τα οποία, συνεπώς, έχουν συμφέρον για την εκκαθάριση της υπόθεσης (πρβλ. Terre-Fenouillet, Droit Civil - Les personnes, La famille, Les incapacites, 6η έκδ., 1996, αρ. 805, που, παρά την κριτική τους de lege ferenda, εκτιμούν ότι ο Γάλλος νομοθέτης έκρινε "ότι δεν πρέπει να αφήσει τον υποτιθέμενο πατέρα υπό τη [χρονικά] αόριστη απειλή μιας δίκης"). Και αφετέρου ο κίνδυνος δυσχέρανσης της απόδειξης με την πάροδο μακρού χρόνου, ενδεχομένως και αποδυνάμωσης ή εξαφάνισης ορισμένων αποδεικτικών μέσων, πολύ περισσότερο αν στο μεταξύ πεθάνει ο υποτιθέμενoς πατέρας, αφού η δικαστική αναγνώριση μπορεί να στραφεί και κατά των κληρονόμων του (ΑΚ 1480). Στην τελευταία μάλιστα περίπτωση η απόδειξη της πατρότητας βαρύνει το τέκνο, αν αυτό ασκεί την αγωγή μετά την ενηλικίωσή του (ΑΚ 1481 εδ. 2).
Η προθεσμία που ο νόμος δίνει στο τέκνο (ένα έτος από την ενηλικίωσή του, δηλαδή 19 έτη από τον τοκετό) θεωρείται από ορισμένους συγγραφείς ιδιαίτερα μεγάλη, χαρακτηριζόμενη ως ενέχουσα εύνοια για το τέκνο και ως ανεπιεικής για τον υποτιθέμενο πατέρα και τους κληρονόμους του (βλ. Δεληγιάννη, ό.π. · Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, ό.π. και την ίδια, Παιδιά γεννημένα χωρίς γάμο: Κοινωνικοοικονομική εξέλιξη και νομοθετική μεταρρύθμιση, Δίκαιο και Πολιτική 11, 113 επ., 126 · βλ. και Παπαζήση, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρ. 1470 αρ. 15 in fine). Οι χαρακτηρισμοί αυτοί είναι μάλλον υπερβολικοί, διότι ορθώς ο νομοθέτης αποδίδει σημασία στο συμφέρον του τέκνου για αναζήτηση της πραγματικής καταγωγής του. Οπωσδήποτε πάντως υπάρχει μια σημαντική επιμήκυνση της προθεσμίας σε σύγκριση με την προϊσχύουσα ΑΚ 1544, που προέβλεπε προθεσμία 5 ετών από τον τοκετό αντί των 19 ετών της ισχύουσας διάταξης.
3.
Η διαφοροποίηση ως προς την έκταση της
προστασίας του τέκνου.
Αναλογική εφαρμογή της ΑΚ 1483 § 2
μόνο επί προσβολής της πατρότητας
από άλλον δικαιούχο
Επανερχόμενοι στο ερώτημα, αν και πότε το τέκνο κινδυνεύει να απολέσει την προθεσμία της ΑΚ 1483 §1 εδ. 2, παρατηρούμε ότι το ζήτημα διαφοροποιείται ανάλογα με τον αν την αγωγή προσβολής της πατρότητας (ΑΚ 1467 επ.) ασκεί το ίδιο το τέκνο ή άλλος δικαιούχος. Στην πρώτη περίπτωση το τέκνο έχει τη δυνατότητα να ασκήσει και τις δύο αγωγές (προσβολής της πατρότητας και δικαστικής αναγνώρισης) συγχρόνως, τη δεύτερη υπό την αίρεση αποδοχής της πρώτης (ΚΠολΔ 69 § 1 εδ. ε - βλ. και ΚΠολΔ 621). Ο νομοθέτης με επίγνωση αυτής της δυνατότητας προέβλεψε ακριβώς την ίδια προθεσμία και για τις δύο αγωγές του τέκνου (ένα έτος από την ενηλικίωση του, δηλαδή 19 έτη από τον τοκετό). Όταν όριζε την προθεσμία για τη δεύτερη αγωγή (ΑΚ 1483 § 1 εδ. 2), δεν αγνοούσε, φυσικά, ότι την ίδια προθεσμία έχει ορίσει και για την πρώτη αγωγή (1470 αρ. 3). Αν είχε κατά νου τη διαδοχική άσκηση των δύο αγωγών, ασφαλώς θα όριζε για τη δεύτερη αγωγή μεγαλύτερη προθεσμία ή θα προέβλεπε αναστολή της δεύτερης προθεσμίας όσο διαρκεί η πρώτη δίκη. Ουδέν τούτων όμως έπραξε, πράγμα που σημαίνει ότι ο νομοθέτης ακριβώς υπολόγιζε στην κατά τα άνω δυνατότητα παράλληλης άσκησης των αγωγών. Είχε επομένως συνείδηση ότι το τέκνο δεν διατρέχει κίνδυνο απώλειας της δεύτερης προθεσμίας. Στην ουσία ο νομοθέτης με το να προβλέψει την ίδια προθεσμία και για τις δύο αγωγές του τέκνου, του υποδεικνύει να χρησιμοποιήσει, αν χρειάζεται, τις υπάρχουσες δικονομικές δυνατότητες για την άσκηση και των δύο αγωγών μέσα στην προθεσμία αυτή. Συνεπώς η μη πρόβλεψη επέκτασης της προθεσμίας στην ΑΚ 1483 § 2 στην περίπτωση αυτή και για το τέκνο είναι ηθελημένη. Και τα εκούσια κενά δεν επιδέχονται πλήρωση με αναλογία. Άλλωστε ο σκοπός της ΑΚ 1483 § 2 (ύπαρξη κωλύματος άσκησης της πρώτης αγωγής - βλ. παραπάνω υπό Ι 1) δεν συντρέχει, κατά τα λεχθέντα, εδώ και επομένως δεν πληρούνται και γι' αυτόν τον λόγο οι προϋποθέσεις της αναλογίας. Το τέκνο δεν έχει σ' αυτήν την περίπτωση την ανάγκη προστασίας, την οποία ο νομοθέτης αναγνωρίζει (με την ΑΚ 1483 § 2) στη μητέρα, την οποία πιέζει ψυχικά "σοβαρός λόγος για τη μη προσβολή κατά τη διάρκεια του γάμου" (ΑΚ 1470 αρ. 4). Ούτε ο Γάλλος νομοθέτης (που, όπως λέχθηκε παραπάνω υπό 2, υποβάλλει επίσης σε προθεσμία το δικαίωμα του τέκνου για δικαστική αναγνώριση της πατρότητας) θεώρησε αναγκαία μια τέτοια επέκταση της προθεσμίας για το τέκνο.
Αν όμως την αγωγή προσβολής της πατρότητας ασκεί άλλος δικαιούχος, το τέκνο, μη ελέγχοντας την ανοιγείσα δίκη και ενδεχομένως μη επιθυμώντας τη μεταβολή της οικογενειακής του κατάστασης, την οποία εν πάση περιπτώσει δεν επιδιώκει το ίδιο, διατρέχει πράγματι τον κίνδυνο να απολέσει την προθεσμία της ΑΚ 1483 § 1 εδ. 2 στην περίπτωση ήττας του στην πρώτη δίκη (δηλαδή ευδοκίμησης της αγωγής προσβολής της πατρότητας). Αυτόν τον κίνδυνο ασφαλώς δεν σκέφθηκε ο νομοθέτης, διότι δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα δεχόταν να μείνει το τέκνο σ' αυτήν την περίπτωση απροστάτευτο. Πρόκειται συνεπώς εδώ για ακούσιο κενό και είναι σύμφωνο με τον γενικότερο σκοπό της ΑΚ 1483 § 2 να πληρωθεί το κενό αυτό με αναλογική εφαρμογή της εν λόγω διάταξης. Ως προς τούτο (και μόνο) συμφωνούμε με την κρατούσα στη θεωρία γνώμη υπέρ της αναλογίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υποστηρικτές της γνώμης αυτής, μολονότι γενικεύουν ως προς τη δυνατότητα αναλογίας, όταν αναφέρονται στην εξήγηση των λόγων για τους οποίους ενδείκνυται η αναλογία, επικαλούνται ακριβώς τον κίνδυνο που διατρέχει το τέκνο στην περίπτωση που την αγωγή προσβολής ασκεί άλλος δικαιούχος.
Έτσι ο Δεληγιάννης, ό.π., σ. 71 επ. γράφει:
"Ο νόμος σιωπά σχετικά με την προθεσμία άσκησης της αγωγής από το ίδιο το τέκνο στην περίπτωση όπου η προσβολή της πατρότητας γίνεται, δυνάμει των αριθμ. 3 ή 4 του νέου άρθρου 1470, μετά την ενηλικίωσή του. Και στη μεν περίπτωση αριθμ. 3 του άρθρου 1470, το τέκνο μπορεί να ασκεί, μέσα στην προθεσμία του ενός έτους από την ενηλικίωσή του, παράλληλα και την αγωγή προσβολής και την αγωγή αναγνώρισης, τη δεύτερη υπό την αίρεση της ευδοκίμησης της πρώτης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 § 1 ε΄ σε συνδ. με § 2 γ΄ ΚΠολΔ. Ζήτημα όμως θα προκύψει στην πράξη, για το τέκνο, στην περίπτωση όπου την αγωγή προσβολής θα ασκεί η μητέρα, δυνάμει του άρθρου 1470 αριθμ. 4, μετά τη λύση του γάμου της και ενώ θα έχει απολέσει το τέκνο τη δυνατότητα να επιδιώξει το ίδιο αυτοπροσώπως της δικαστική αναγνώρισή του, γιατί θα έχει συμπληρωθεί η προθεσμία του εδ. β΄ της § 1 του άρθρου 1483. Για την περίπτωση αυτή ο νόμος παρουσιάζει  επικίνδυνο κενό που πιστεύω ότι μπορεί και πρέπει να πληρωθεί με αναλογική εφαρμογή της § 2 του άρθρου 1483: η προθεσμία, με άλλα λόγια, άσκησης της αγωγής από το τέκνο να μη συμπληρώνεται πριν περάσει ένα έτος αφότου γίνει αμετάκλητη η απόφαση η οποία δέχεται την προσβολή της πατρότητας που επιδιώχθηκε με αγωγή της μητέρας, με τον περιορισμό όμως και πάλι του β΄ εδ. του άρθρου 1481".
Επίσης ο Κουμάντος, ό.π., σ. 85, γράφει:
[Η αναστολή έναρξης προθεσμίας για την αγωγή του τέκνου με ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 1483 § 2] "πρακτικά θα έχει σημασία στην περίπτωση όπου πρόκειται για προσβολή της πατρότητας από τη μητέρα, "καθυστερημένη" με βάση το άρθρο 1470 περίπτ. 4, γιατί τότε μόνο κινδυνεύει να εκκρεμεί η σχετική δίκη κατά τη διάρκεια του έτους από την ενηλικίωση του παιδιού".
Ανάλογη είναι και η εξήγηση της Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π. (Οικογ.Δ.), σ. 141 επ.:
"Η αναλογική αυτή εφαρμογή του άρθρου 1483 § 2 και στην περίπτωση που την αγωγή ασκεί το παιδί είναι φανερό πως είναι απαραίτητη, αφού χωρίς αυτή το παιδί θα μπορούσε να χάσει τη δυνατότητα να ζητήσει τη δικαστική του αναγνώριση, εφόσον το έτος μετά την ενηλικίωσή του (1483 § 1 εδ. 2) θα ήταν δυνατό να περάσει πριν γίνει αμετάκλητη η απόφαση για την προσβολή της πατρότητας, ειδικά αν την αγωγή της προσβολής ασκούσε μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου της η μητέρα".
Και προσθέτει η συγγραφέας στην υποσημείωση 113 της σελ. 142:
"Ενώ, αν την αγωγή προσβολής της πατρότητας την ασκεί το ίδιο το παιδί μέσα στην προθεσμία του ενός έτους από την ενηλικίωσή του (1470 αρ. 3), υπάρχει γι' αυτό η δυνατότητα να ασκήσει παράλληλα και την αγωγή για την αναγνώρισή του με την αίρεση της ευδοκίμησης της πρώτης αγωγής (ΚΠολΔ 69 § 1ε και § 2 εδ. γ: Δεληγιάννη, ό.π. · βλ. άλλωστε και ΚΠολΔ 69 § 1 δ)".
Η παραπάνω εξήγηση του λόγου της αναλογίας πρέπει ακριβώς να προσδιορίσει και το πεδίο εφαρμογής της, δηλαδή τις περιπτώσεις που πρέπει να καλυφθούν με την αναλογική εφαρμογή, και να μην οδηγήσει σε αβασάνιστη γενίκευση της αναλογίας. Έτσι κι αλλιώς η αναλογία ως μέθοδος πλήρωσης των κενών, εκεί που δεν μίλησε ο νομοθέτης, πρέπει να καταφάσκεται μόνο όταν είναι βέβαιο ότι ο νομοθέτης, αν είχε σκεφθεί την αρρύθμιστη περίπτωση, θα έδινε την ίδια προστασία που προβλέπει στη ρυθμισμένη περίπτωση, εκτιμώντας ότι υπάρχει και εκεί η ίδια ανάγκη όπως και εδώ.
Σημειωτέον ότι υπό το προϊσχύσαν δίκαιο (παλαιά ΑΚ 1544 § 2) προβλεπόταν η μετάθεση της έναρξης της προθεσμίας άσκησης της αγωγής δικαστικής αναγνώρισης από τη μητέρα ή το τέκνο στον χρόνο όπου τελεσιδίκησε η απόφαση για "αποκήρυξη" του τέκνου, γιατί την αποκήρυξη (σήμερα: προσβολή της πατρότητας) μπορούσε να ζητήσει μόνο ο σύζυγος της μητέρας (παλαιά ΑΚ 1471). Άρα, η εν λόγω χρονική επέκταση της προθεσμίας ήταν και εδώ, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν παραπάνω, αναγκαία. Μητέρα και τέκνο δεν είχαν τον έλεγχο της προσβολής της πατρότητας και θα κινδύνευαν να χάσουν την παρεχόμενη σ' αυτούς προθεσμία δικαστικής αναγνώρισης.

4.
Περαιτέρω προστασία του τέκνου
α) Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι προστασία στο τέκνο μπορεί να προσφέρουν και οι λόγοι αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας. Πράγματι, στην προθεσμία της ΑΚ 1483 § 1 εδ. 2 για το τέκνο (όπως, άλλωστε, και σ' όλες τις άλλες προθεσμίες) εφαρμόζονται αναλόγως, κατά την ΑΚ 279, οι διατάξεις για την παραγραφή, άρα και για την αναστολή, π.χ. η ΑΚ 255. Έτσι έχει κριθεί ότι η εκ μέρους της άγαμης μητέρας ή -σε άλλη περίπτωση- εκ μέρους των θετών γονέων απόκρυψη από το τέκνο της πραγματικής καταγωγής του επί πολύ και μετά την ενηλικίωσή του αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας που εμποδίζει το τέκνο να ασκήσει την αγωγή δικαστικής αναγνώρισης και αναστέλλει την προθεσμία άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1044/1994, ΕΕΝ 1995, 625 · ΕφΑθ 5125/1985, Δίκη 1986, 243 · Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π. [Οικογ.Δ.], σ. 137 σημ. 97).
β) Δεν υπόκειται σε προθεσμία η δυνατότητα του τέκνου να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή, σύμφωνα με την ΚΠολΔ 70, για να αναγνωρισθεί απλώς η φυσική πατρότητα, αγωγή που δεν θα έχει τα διαπλαστικά αποτελέσματα της δικαστικής "αναγνώρισης" κατά τις ΑΚ 1479 επ., 1484, αλλά στην κυριολεξία μόνο αναγνωριστικά αποτελέσματα. Η προϋπόθεση της ύπαρξης κάποιας (υπό αναγνώριση) έννομης σχέσης με την έννοια της ΚΠολΔ 70 συντρέχει στο μέτρο που η αναγνώριση αυτή, κατά την εν λόγω διάταξη του ΚΠολΔ, θα ενέχει αναγνώριση της ύπαρξης κωλύματος γάμου (συνιστάμενου στη συγγένεια εξ αίματος, ΑΚ 1456) και της απαγόρευσης της αιμομιξίας (ΠΚ 345). Το κώλυμα γάμου και η αιμομιξία υπάρχουν και επί φυσικής πατρότητας. Με ένα τέτοιο καθαρώς αναγνωριστικό αίτημα θα ικανοποιείται και το ηθικής τάξεως συμφέρον του τέκνου για την αλήθεια της βιολογικής καταγωγής του και μάλιστα συμφέρον αποσυνδεδεμένο από την επιδίωξη δικαιωμάτων περιουσιακής φύσεως, π.χ. κληρονομικών. (Για τη δυνατότητα αυτή του τέκνου και για τις ως άνω συνέπειες της φυσικής πατρότητας βλ. Σταθόπουλο στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρ. 1356-1360, αρ. 8).
ΙΙΙ.
Ανακεφαλαίωση
1. Στην ΑΚ 1483 § 2 ο νομοθέτης την έναρξη νέας πενταετούς προθεσμίας δικαστικής αναγνώρισης (από το αμετάκλητο της απόφασης που δέχεται την προσβολή της πατρότητας) την προέβλεψε ενσυνείδητα μόνο για την περίπτωση όπου η μητέρα ήταν έγγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του τέκνου και όχι και για την περίπτωση όπου ο τοκετός έγινε από έγγαμη μητέρα. Διότι μόνο στην πρώτη περίπτωση δικαιολογείται η μετάθεση της έναρξης της προθεσμίας, δεδομένου ότι η μητέρα είχε "σοβαρό λόγο" να μην προσβάλει καθόλου την πατρότητα του συζύγου της κατά τη διάρκεια του γάμου της μ' αυτόν (ΑΚ 1470 αρ. 4) και συγκεκριμένα είχε λόγο να μην αποκαλύψει τη μοιχεία της, δηλαδή μια πράξη που, κατά τις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις, θεωρείται ηθικά επίμεμπτη.
Αντίθετα, στην περίπτωση σύλληψης πριν από τον γάμο και τοκετού εν γάμω δεν υπάρχει μοιχεία, άρα ούτε το παραπάνω κώλυμα της μητέρας να προχωρήσει στην προσβολή της πατρότητας. Δεν μπορεί να θεωρηθεί εξίσου προστατευτέα η μητέρα που αποκρύπτει από τον μελλοντικό σύζυγό της την εγκυμοσύνη της από άλλον άνδρα · ούτε η μητέρα που, έχοντας τυχόν αποκαλύψει στον μελλοντικό σύζυγό της την αλήθεια, αποφασίζει από κοινού μ' αυτόν την τέλεση του γάμου πριν από τον τοκετό και, άρα, συναποδέχεται το τεκμήριο της πατρότητας.
Άρα διασταλτική ερμηνεία ή αναλογική εφαρμογή της ΑΚ 1483 § 2, ώστε να καλύπτει κάθε περίπτωση γέννησης τέκνου κατά τη διάρκεια του γάμου (ανεξάρτητα από τον χρόνο σύλληψής του) δεν δικαιολογείται.
2. Η μητέρα έχει αυτοτελές δικαίωμα προσβολής της πατρότητας και δικαστικής αναγνώρισης άλλης πατρότητας, μη εξαρτώμενο από την άσκηση ή μη άσκηση αντίστοιχου δικαιώματος άλλων δικαιούχων. Η εξ ιδίου δικαιώματος δικαστική αναζήτηση από τη μητέρα της βιολογικής αλήθειας προϋποθέτει την εκ μέρους της προσβολή, πρώτα, της τυχόν τεκμαιρόμενης πατρότητας. Η απώλεια της σχετικής προθεσμίας δεν επιτρέπει στη μητέρα να επανέλθει, εκμεταλλευόμενη την ανοιγείσα με τη βούληση και ενέργεια άλλου δικαιούχου δίκη και προκαλώντας κατά κάποιο τρόπο αναβίωση των χαμένων γι' αυτήν προθεσμιών.
3. Η ΑΚ 1483 § 2 προβλέπει επέκταση της προθεσμίας άσκησης της αγωγής δικαστικής αναγνώρισης μόνο για τη μητέρα (όχι για το τέκνο), εκτιμώντας ότι υπάρχει ανάγκη τέτοιας προστασίας της λόγω του κωλύματός της να ασκήσει την αγωγή προσβολής της πατρότητας και του συνεπεία του κωλύματος αυτού κινδύνου να χάσει την προθεσμία της ΑΚ 1483 § 1. Ανάλογος κίνδυνος υφίσταται για το τέκνο μόνο στην περίπτωση όπου τρίτος ασκεί την αγωγή προσβολής της πατρότητας και η αγωγή αυτή γίνεται δεκτή μετά την πάροδο της για το τέκνο προβλεπόμενης προθεσμίας στην ΑΚ 1483 § 1 εδ. 2. Σ' αυτήν την περίπτωση δικαιολογείται η αναλογική εφαρμογή της ΑΚ 1483 § 2 και για το τέκνο.
Αν όμως την αγωγή προσβολής της πατρότητας ασκεί το ίδιο το τέκνο, τούτο δεν διατρέχει τέτοιον κίνδυνο. Γιατί έχει τη δικονομική δυνατότητα να ασκήσει μέσα στην προθεσμία της ΑΚ 1483 § 1 εδ. 2 και την αγωγή δικαστικής αναγνώρισης υπό την αίρεση ευδοκίμησης της πρώτης αγωγής (ΚΠολΔ 69 § 1 εδ. ε, 621). Σ' αυτήν την περίπτωση το τέκνο δεν έχει την ανάγκη προστασίας, την οποία η ΑΚ 1483 § 2 αναγνωρίζει στη μητέρα και επομένως δεν δικαιολογείται η αναλογική εφαρμογή της διάταξης στο δικαίωμα του τέκνου.
4. Κατ' αρχήν υπάρχει και η δυνατότητα άσκησης της αναγνωριστικής αγωγής κατά την ΚΠολΔ 70 από το τέκνο. Η ευδοκίμηση της αγωγής αυτής εξαρτάται κυρίως από την ύπαρξη in concreto έννομου συμφέροντος του ενάγοντος.


ΜΠρΠατρ 141/2018

Διαφορές από τις σχέσεις γονέων-τέκνων - Ιδιότητα τέκνου γεννημένου σε γάμο - Προσβολή της πατρότητας - Μάρτυρες - Πραγματογνωμοσύνη -.

Αγωγή προσβολής της πατρότητας και αναγνώρισης της πατρότητας του ενάγοντος. Δεν λαμβάνεται υπόψη η ένορκη κατάθεση μάρτυρα, ο οποίος είναι τέκνο της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων. Διαταγή πραγματογνωμοσύνης ώστε να διαπιστωθεί αν στο ανήλικο τρίτο εναγόμενο εντοπίζονται γονιδιακές μορφές που μπορούν να αποδοθούν στον ενάγοντα ή στον δεύτερο εναγόμενο, που να αποκλείουν ή να επιβεβαιώνουν ποιος εκ των δύο αυτών διαδίκων είναι ο βιολογικός πατέρας του.




ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ


Αριθμός απόφασης 141/2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ



Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημοσθένη Ρίζο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Διευθύνων το Πρωτοδικείο Πατρών Πρόεδρος Πρωτοδικών και από τη Γραμματέα Ευγενία Τσιντώνη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 26η Οκτωβρίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος: ..., κατοίκου Πατρών, οδός ..., με ΑΦΜ ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Βασιλείου Γαλανόπουλου.

Των εναγομένων: 1) ..., κατοίκου Πατρών, οδός ..., με ΑΦΜ ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Παναγιώτη Αναστασόπουλου, 2) ..., κατοίκου Πατρών, οδός ..., με ΑΦΜ ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3) άνευ κυρίου ονόματος ανήλικου άρρενος τέκνου, που γεννήθηκε από την πρώτη εναγομένη την 23-8-2016 στην Πάτρα, νόμιμα εκπροσωπούμενου από την ειδική επίτροπο ..., κάτοικο Πατρών που διορίστηκε με τη με αριθμό 674/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (εκουσία δικαιοδοσία), η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Παναγιώτη Αναστασόπουλου.

Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από 10-6-2016 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 1481/15-6-2017, η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παριστάμενων διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν επί της έδρας.


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Από την υπ' αριθμ. 9620/22-6-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Πατρών, ..., η οποία νομίμως προσκομίζεται μετ' επικλήσεως εκ μέρους του ενάγοντος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο (26-10-2017), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο εναγόμενο. Επομένως, ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος δεν παραστάθηκε στην παρούσα δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση με τη σειρά εγγραφής της στο σχετικό πινάκιο, πρέπει να δικαστεί ερήμην και το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρμόζουσα ειδική διαδικασία των διαφορών που αναφέρονται σε σχέσεις γονέων - τέκνων (άρθρα 592 επ. και 606 επ. ΚΠολΔ) σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 595 ΚΠολΔ).


Κατά τη διάταξη του άρθρου 1467 ΑΚ, η ιδιότητα του τέκνου, ως προς το οποίο συντρέχει ένα από τα τεκμήρια των άρθρων 1465 και 1466 ΑΚ, ως τέκνου γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβληθεί δικαστικά, αν αποδειχθεί ότι η μητέρα δεν συνέλαβε πράγματι από το σύζυγο της ή ότι, κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, ήταν φανερά αδύνατο να συλλάβει από αυτόν, ιδίως εξαιτίας της ανικανότητας ή αποδημίας του ή επειδή δεν είχαν σχέσεις. Την ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου σε γάμο, μπορούν να προσβάλλουν τα αναφερόμενα στο άρθρο 1469 ΑΚ πρόσωπα, μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με την περίπτωση 5 του εν λόγω άρθρου, ο άνδρας, με τον οποίο η μητέρα, ευρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγο της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή προσβολής πατρότητας τέκνου, το οποίο γεννήθηκε σε γάμο, είναι διαπλαστική και κατά ρητή επιταγή της διάταξης του άρθρου 1472 § 1 ΑΚ, τα αποτελέσματα της επέρχονται αφού γίνει αμετάκλητη, αναδρομικά, δηλαδή, από το χρόνο γέννησης του τέκνου. Συνακόλουθα των ανωτέρω, το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί από τον αληθινό του πατέρα, πριν χωρήσει προσβολή πατρότητας του συζύγου της μητέρας και εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Κατά ρητή δε νομοθετική επιταγή του άρθρου 1472 § 2 ΑΚ, στην ειδική περίπτωση, που ενάγων στην αγωγή προσβολής πατρότητας, είναι ο άνδρας που είχε σαρκική συνάφεια με την μητέρα, ήτοι ο εραστής (άρθρο 1469 αριθ. 5 ΑΚ), η αμετάκλητη απόφαση που δέχεται την προσβολή (άρθρο 1472 § 1 ΑΚ) επιφέρει αυτοδικαίως δικαστική αναγνώριση του τέκνου από τον άνδρα αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζεται ως προς αυτόν το άρθρο 1484 ΑΚ και το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο, απέναντι και στους δύο γονείς και τους συγγενείς τους (ΕφΑθ 5321/2007 ΕφΑΔ 2009.92, ΠΠρΘεσ 18762/2012 ΤΝΠ Ισοκράτης).


Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η πρώτη εναγομένη την 23-8-2016, εντός των τριακοσίων ημερών από τη λύση του γάμου της με το δεύτερο εναγόμενο, γέννησε στην Πάτρα το τρίτο εναγόμενο, τέκνο της, όπως αυτό εκπροσωπείται από την αναφερόμενη ορισθείσα ειδική επίτροπο. Ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης του ανηλίκου τέκνου, η πρώτη εναγομένη διατηρούσε ερωτική σχέση με σαρκική συνάφεια με τον ίδιο, αφού είχε ήδη διασπασθεί ο έγγαμος βίος της με το δεύτερο εναγόμενο, των οποίων ο γάμος κατόπιν λύθηκε με την αναφερόμενη δικαστική απόφαση. Ότι ο ίδιος (ενάγων) τέλεσε με την πρώτη εναγομένη νόμιμο γάμο την 19-2-2017 στην Πάτρα. Ζητά δε να κηρυχθεί το τρίτο εναγόμενο, μη γνήσιο τέκνο του τεκμαιρόμενου πατέρα, δεύτερου εναγόμενου και να αναγνωριστεί ότι ο ίδιος είναι ο βιολογικός πατέρας αυτού. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα,1 η αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 17 περ. 1 και 22 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από τις σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρα άρθρα 592 επ. και 606 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1463 εδ. α', 1465 § 1, 1467, 1468, 1469 αρ. 5, 1470 αρ. 5, 1472, 1481 και 1484 ΑΚ, 176, και 609 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.


Απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από την ομολογία του περιεχομένου της κρινόμενης αγωγής εκ μέρους της πρώτης και του τρίτου των εναγομένων, όπως αυτή δηλώθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, μετά του οποίου παραστάθηκαν κατά τη δημόσια συζήτηση της υπόθεσης, και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και επανέλαβαν με τις νόμιμα και εμπρόθεσμα κατατεθειμένες έγγραφες προτάσεις τους, η οποία όμως ομολογία τους δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη αλλά εκτιμάται ελεύθερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 597 § 1 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, ..., που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, καθώς ο εν λόγω μάρτυρας είναι τέκνο της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται να εξεταστεί ως μάρτυρας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 597 § 2 αρ. 2 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο δεν δύναται να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση για το αμφισβητούμενο θέμα της πατρότητας του ανήλικου τρίτου εναγομένου, που γεννήθηκε την 23-8-2016 στην Πάτρα από την πρώτη εναγομένη, εντός των τριακοσίων ημερών από τη λύση του γάμου της με το δεύτερο εναγόμενο. Επειδή στην προκείμενη περίπτωση η διαπίστωση ή ο αποκλεισμός της πατρότητας είναι ζητήματα για τα οποία απαιτούνται ειδικές γνώσεις της ιατρικής επιστήμης, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο κατ' άρθρο 254 § 1 ΚΠολΔ, προκειμένου, με επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων, να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη κατ' άρθρο 368 ΚΠολΔ, ώστε να διακριβωθεί αν στο ανήλικο τρίτο εναγόμενο εντοπίζονται γονιδιακές μορφές που μπορούν να αποδοθούν στον ενάγοντα ή στο δεύτερο εναγόμενο, που να αποκλείουν ή να επιβεβαιώνουν ποιος εκ των δύο αυτών διαδίκων είναι ο βιολογικός πατέρας του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Θέμα δικαστικής δαπάνης δεν τίθεται, διότι η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική κατά την έννοια του άρθρου 191 § 1 ΚΠολΔ.


ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ερήμην του δεύτερου εναγομένου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, με την επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων, από ιατρό γενετιστή, που περιλαμβάνεται στον κατάλογο των πραγματογνωμόνων του παρόντος Πρωτοδικείου και να προσκομισθεί στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση η έγγραφη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα αυτού.

ΔΙΟΡΙΖΕΙ ως πραγματογνώμονα την γενετίστρια ..., κάτοικο Πατρών, επί της οδού ..., τηλ. ..., η οποία θα δώσει τον όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτή της παρούσας απόφασης. Στη συνέχεια, αφού λάβει γνώση των στοιχείων από το φάκελο της δικογραφίας, καθώς και δείγμα αίματος από τον ενάγοντα, το δεύτερο εναγόμενο και το ανήλικο τέκνο τρίτο εναγόμενο, και μετά από ανάλυση των δειγμάτων, εφαρμόζοντας τη μέθοδο υβριδοποίησης DNA με RNA ή όποια άλλη μέθοδο ήθελε αυτή κρίνει σκόπιμη και πρόσφορη ή και συνδυασμό περισσοτέρων μεθόδων, θα συντάξει έκθεση με την οποία, με ειδικώς αιτιολογημένες σκέψεις, θα γνωμοδοτήσει αν ο ενάγων ή ο δεύτερος εναγόμενος είναι ο βιολογικός πατέρας του ανηλίκου τρίτου εναγομένου, που γεννήθηκε στην Πάτρα την 23-8-2016, από την πρώτη εναγομένη. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης πρέπει να κατατεθεί στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την ημέρα που η πραγματογνώμονας θα ορκιστεί.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Πάτρα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγορών τους, στις 12 MAP. 2018


Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

Δεν υπάρχουν σχόλια: