ΜΕΡΟΣ
ΤΕΤΑΡΤΟ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΕΣ
ΣΧΕΣΕΙΣ
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13
Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ
|

1. Έννοια, αντικείμενο, λόγοι κληρονομικής διαδοχής
→ Κληρονομική διαδοχή: Σύμφωνα με το άρ. 1710 παρ. 1 ΑΚ, κληρονομιά είναι η περιουσία ως
σύνολο του «προσώπου», ακριβέστερα, του ανθρώπου, που πέθανε. Επίσης, με βάση
την παραπάνω διάταξη, κληρονόμοι
είναι το ένα ή τα...
περισσότερα πρόσωπα, στα οποία «μεταβαίνει» η κληρονομιά είτε
από το νόμο είτε από διαθήκη. Παραλλήλως, ορίζεται ότι η κληρονομική διαδοχή είναι η μεταβίβαση της κληρονομιάς από τον
άνθρωπο που πέθανε, τον κληρονομούμενο, στον ένα ή τους
περισσότερους κληρονόμους. Πρόκειται για καθολική
διαδοχή, δηλ. ο κληρονόμος είναι διάδοχος του κληρονομουμένου, οπότε αμέσως
μόλις πεθάνει ο κληρονομούμενος, ο κληρονόμος αποκτά την περιουσία εκείνου ως
σύνολο, ως ενότητα. Μεταβιβάζεται αμέσως, τόσο το ενεργητικό όσο και το
παθητικό της περιουσίας ως συνέπεια του θανάτου του κληρονομουμένου.
→ Κληρονομικό δικαίωμα: Ως κληρονομικό δικαίωμα εννοείται, κυρίως, το
δικαίωμα του κληρονόμου στην κληρονομιά ως σύνολο. Είναι απόλυτο δικαίωμα,
επειδή στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε το προσβάλλει και επεκτείνεται στα επι
μέρους στοιχεία της κληρονομιάς. Το κληρονομικό δικαίωμα το αποκτά ο κληρονόμος
αυτοδικαίως, ως συνέπεια ενός
γεγονότος, του θανάτου του κληρονομουμένου και αναφέρεται στην κληρονομιά ως
σύνολο. Από τη στιγμή, που η κληρονομιά περιέρχεται στον κληρονόμο, δεν
παραμένει ως χωριστή ομάδα, αλλά τα επί μέρους στοιχεία της συγχέονται
με τα περιουσιακά στοιχεία του κληρονόμου και αποτελούν και αυτά πια στοιχεία
της περιουσίας του.
→ Ο κληρονομούμενος: Κληρονομούμενος είναι ο άνθρωπος που πέθανε
και του οποίου η κληρονομιά «μεταβαίνει», δηλ. περιέρχεται, στους κληρονόμους
του. Αν κάποιος πεθάνει χωρίς περιουσία (ούτε καν χρέη), δεν έχει αντικείμενο η
κληρονομική διαδοχή. Κληρονομική διαδοχή υπάρχει μόνο σε περίπτωση θανάτου ανθρώπου και όχι και διάλυσης
νομικού προσώπου, του οποίου η περιουσία τότε διατίθεται σύμφωνα με το
καταστατικό του ή το νόμο. Προϋπόθεση, συνεπώς, για να επέλθει κληρονομική
διαδοχή είναι κυρίως ο θάνατος του κληρονομουμένου, που, κατά κανόνα,
αποδεικνύεται με τη ληξιαρχική πράξη θανάτου.
→ Ο κληρονόμος: Κληρονόμος μπορεί να είναι όχι μόνο φυσικό, αλλά και νομικό πρόσωπο. Προϋπόθεση
όμως για να έχει κάποιο πρόσωπο την ικανότητα να γίνει κληρονόμος είναι να ζει
ή, προκειμένου για νομικό πρόσωπο, να έχει συσταθεί. Ο νόμος, ως προς την
προϋπόθεση αυτή εισάγει διπλή εξαίρεση: α) ειδικά για τον κληρονόμο, ο άνθρωπος
θεωρείται (πλάσμα δικαίου) ότι ζούσε έστω κι αν ήταν κυοφορούμενος, αρκεί να γεννήθηκε ζωντανός, ακόμη κι αν
έζησε για μικρό διάστημα (άρ. 36 και 1711 ΑΚ), β) ειδικά για το ίδρυμα, που συνιστάται μετά το
θάνατο του ιδρυτή του και το οποίο θεωρείται ότι υφίσταται κατά το χρόνο του
θανάτου του (άρ. 114 ΑΚ). Επίσης, δεν είναι άκυρη η εγκατάσταση σε διαθήκη
κληρονομουμένου, ανθρώπου που δεν έχει ούτε καν συλληφθεί ή νομικού προσώπου,
εκτός από ίδρυμα, που δεν έχει ακόμα συσταθεί. Το πρόσωπο που εγκαταστάθηκε
κληρονόμος, ενώ ακόμα δεν υπάρχει, θεωρείται
καταπιστευματοδόχος και η κληρονομιά θα περιέλθει σ’ αυτό «μόλις γίνει ο τοκετός ή μόλις συσταθεί το νομικό πρόσωπο» (άρ. 1935 παρ. 2
ΑΚ). Η κληρονομιά, ενώ μπορεί να περιέλθει σε κάθε άνθρωπο που ζει, είναι
δυνατό να αφαιρεθεί σε περίπτωση κληρονομικής
αναξιότητας.
→ Αντικείμενο της
κληρονομικής διαδοχής:
Κληρονομιά είναι, όπως έχει επισημανθεί, η περιουσία του προσώπου που πέθανε,
ως σύνολο. Σε γενικές γραμμές, κατά κανόνα, οι περιουσιακές σχέσεις είναι
κληρονομητές, ενώ οι προσωπικές είναι ακληρονόμητες (εξαιρούνται ορισμένες
περιουσιακές επειδή είναι προσωποπαγείς, όπως π.χ. δικαίωμα επικαρπίας,
οίκησης, ισόβιας προσόδου, απαίτηση για ικανοποίηση ηθικής βλάβης, αξίωση
ψυχικής οδύνης, κτλ.). Ακληρονόμητα είναι, γενικώς τα δικαιώματα και οι
υποχρεώσεις του οικογενειακού δικαίου (π.χ. η υποχρέωση διατροφής για ανιόντες,
κατιόντες και αδελφούς, η γονική μέριμνα, η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα,
κτλ.).
→ Λόγοι της κληρονομικής
διαδοχής και κληρονομική σύμβαση: Κληρονόμος μπορεί κάποιος να γίνει ή από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου ή με
την αναγκαστική διαδοχή. Καθιερώνοντας ο ΑΚ τους τρεις λόγους κληρονομικής
διαδοχής, απέκλεισε κάθε άλλον. Ειδικότερα, ο ΑΚ αποκλείει ως λόγο κληρονομικής
διαδοχής την κληρονομική σύμβαση,
δηλ. κάθε σύμβαση, που αποβλέπει στη μεταβολή του δικαίου της κληρονομικής
διαδοχής. Σύμφωνα με το άρ. 368 ΑΚ, σύμβαση σχετική με την κληρονομιά ζώντος
είτε συνάπτεται με τον ίδιο είτε με τρίτο είτε αφορά σε ολόκληρη την περιουσία
είτε σε ποσοστό της, είναι άκυρη.
Το ίδιο ισχύει και για τη σύμβαση, με την οποία περιορίζεται η ελευθερία που
σχετίζεται με τις διατάξεις τελευταίας βούλησης. Αντιθέτως, είναι ισχυρή (δεν
είναι δηλ. άκυρη) σύμβαση για κληρονομιά πεθαμένου. Άκυρη, αντιθέτως,
είναι η σύμβαση που συνομολόγησαν συμβαλλόμενοι, που αγνοούσαν το θάνατο του
κληρονομουμένου και τον θεωρούσαν ζωντανό. Αν κάποιος που έχει συνάψει (άκυρη)
κληρονομική σύμβαση συντάξει διαθήκη, με την οποία εκπληρώνει τους όρους της
σύμβασης, η διαθήκη είναι έγκυρη. Αν, όμως, αποδειχθεί ότι ο διαθέτης συνέταξε
τη διαθήκη νομίζοντας από πλάνη ότι το δίκαιο τον δεσμεύει να εκπληρώσει
τους όρους της κληρονομικής σύμβασης και το γεγονός αυτό μνημονεύεται στη
διαθήκη, τότε μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση της διαθήκης λόγω πλάνης περί
τα παραγωγικά αίτια της βούλησης (άρ. 1784 ΑΚ).
2. Κτήση και απώλεια της κληρονομιάς
2.1. Επαγωγή και κτήση
Με το θάνατο του κληρονομουμένου η κληρονομιά περιέρχεται («επάγεται»)
στον κληρονόμο. Επαγωγή ονομάζεται η αυτοδίκαιη κτήση της κληρονομιάς από τον
κληρονόμο κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.Η κτήση της
κληρονομιάς είναι, συνεπώς, άμεση και αυτοδίκαιη, ενώ οριστικοποιείται με την αποδοχή. Έως την αποδοχή και, εφόσον
μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομιά, γίνεται προσωρινός κληρονόμος. Μετά την αποδοχή γίνεται οριστικός
κληρονόμος. Αν αποποιηθεί την κληρονομιά, αυτή περιέρχεται στον επόμενο
κληρονόμο, με βάση τους κανόνες της κληρονομικής διαδοχής. Σε περίπτωση που ο
προσωρινός κληρονόμος πεθάνει μέσα στο διάστημα που έχει το δικαίωμα να
αποποιηθεί την κληρονομιά, το δικαίωμα αυτό μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του
κληρονόμου. Άρα, το δικαίωμα που πηγάζει από την επαγωγή είναι κληρονομητό.
Χρόνος επαγωγής είναι ο
χρόνος του θανάτου του κληρονομουμένου. Οι λόγοι επαγωγής είναι δύο: α) από διαθήκη,
β) από το νόμο. Η επαγωγή από το νόμο διακρίνεται σε
εξ αδιαθέτου διαδοχή και σε αναγκαστική διαδοχή. Εξ αδιαθέτου διαδοχή
έχουμε όταν δεν υπάρχει διαθήκη ή όταν αυτή που υπάρχει είναι άκυρη. Αναγκαστική
διαδοχή έχουμε όταν η διαθήκη προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα ορισμένων
συγγενών του κληρονομουμένου (νόμιμων μεριδούχων ή αναγκαίων κληρονόμων).
2.2. Αποδοχή
Αποδοχή είναι η ρητή (π.χ.με δήλωση
ενώπιον συμβολαιογράφου) ή σιωπηρή αμετάκλητη δήλωση του κληρονόμου
ότι θέλει να είναι οριστικός κληρονόμος. Σιωπηρή αποδοχή υπάρχει
όταν από τη συμπεριφορά του (προσωρινού) κληρονόμου προκύπτει η θέλησή του να
γίνει οριστικός κληρονόμος («ανάμιξη»
στην κληρονομιά). Τέτοιες πράξεις είναι π.χ.: η έγερση αγωγής περί κλήρου, η
αίτηση κληρονομητηρίου, η δήλωση φόρου κληρονομιάς, η παρέλευση άπρακτης
προθεσμίας για την αποποίηση, κτλ. Προϋποθέσεις έγκυρης αποδοχής είναι:
α) ικανότητα του κληρονόμου (την κληρονομιά που επάγεται σε ανήλικο αποδέχεται
ο νόμιμος αντιπρόσωπός του), β) η αποδοχή να μην είναι προϊόν πλάνης, απάτης ή
απειλής, γ) η αποδοχή να γίνεται μετά την επαγωγή, δ) η αποδοχή να γίνεται
χωρίς αίρεση ή προθεσμία και ε) η αποδοχή να γίνεται για ολόκληρη την
κληρονομιά και όχι για μέρος της.
2.3. Αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής
Ο κληρονόμος ευθύνεται για τις
υποχρεώσεις της κληρονομιάς όχι μόνο με την κληρονομιαία αλλά και με την
προσωπική του περιουσία. Για να προστατευθεί από τον κίνδυνο να χάσει και τη
δική του περιουσία, πληρώνοντας τα χρέη μιας καταχρεωμένης κληρονομιάς, του έχει
την ευχέρεια να αποδεχτεί την κληρονομιά με το ευεργέτημα της απογραφής
(ενώ η αποδοχή χωρίς το ευεργέτημα ονομάζεται απλή αποδοχή). Η σχετική δήλωση γίνεται στο γραμματέα του
δικαστηρίου της κληρονομιάς, δηλ. ο
κληρονόμος δηλώνει ότι αποδέχεται την κληρονομιά «επ’ωφελεία» απογραφής. Για ορισμένα πρόσωπα, η αποδοχή της
κληρονομιάς γίνεται κατά νόμο με το ευεργέτημα της απογραφής, δηλ. για: τους ανηλίκους, που βρίσκονται κάτω από γονική
μέριμνα ή επιτροπεία, όσους τελούν γενικά σε δικαστική συμπαράσταση (και λόγω
έκτισης στερητικής της ελευθερίας ποινής), καθώς και για το Δημόσιο, που δεν
υποχρεώνεται να το δηλώσει ή να συντάξει απογραφή.
Η απογραφή διατάσσεται με απόφαση του ειρηνοδίκη της περιφέρειας που
βρίσκονται τα κληρονομιαία. Ο κληρονόμος οφείλει να περατώσει την απογραφή της
κληρονομιάς μέσα σε 4 μήνες
από τη μέρα που έκανε τη δήλωση. Με το ευεργέτημα της απογραφής ο κληρονόμος
περιορίζει την ευθύνη του για τα χρέη της κληρονομιάς, έτσι, ώστε να ευθύνεται
γι’ αυτά «έως το ενεργητικό της».
2.4. Αποποίηση κληρονομιάς
Αποποίηση της κληρονομιάς είναι η αμετάκλητη δήλωση του κληρονόμου ότι δε δέχεται την κληρονομιά.
Γίνεται μετά την επαγωγή, με δήλωση
του κληρονόμου στο γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς. Το Δημόσιο δεν μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομιά
που του επάγεται εξ αδιαθέτου.
Η προθεσμία μέσα στην οποία ο
κληρονόμος μπορεί (και πρέπει) να ασκήσει το δικαίωμα αποποίησης είναι τέσσερις
μήνες και αρχίζει να τρέχει από τότε που ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή και το
λόγο της επαγωγής. Αν η επαγωγή έγινε με διαθήκη, η προθεσμία για την
αποποίηση αρχίζει από τη δημοσίευση της διαθήκης. Αν
δημοσιεύτηκε η διαθήκη αλλά ο κληρονόμος δε γνωρίζει ότι καλείται στην
κληρονομιά με τη διαθήκη (δεν ξέρει δηλ. ότι είναι κληρονόμος), τότε η
προθεσμία δεν αρχίζει από τη δημοσίευση, αλλά από το χρόνο που θα μάθει ότι
είναι κληρονόμος. Αν ο κληρονομούμενος
είχε την τελευταία του κατοικία στο εξωτερικό ή αν ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή διαμένοντας
στο εξωτερικό, η προθεσμία αποποίησης είναι ένα έτος.
2.5. Αποκλεισμός
από την κληρονομική διαδοχή
Αποκλεισμός από την κληρονομική διαδοχή μπορεί να γίνει λόγω αποκλήρωσης ή λόγω αναξιότητας.
2.5.1. Αποκλήρωση (άρ. 1839επ. ΑΚ)
Ο κληρονομούμενος μπορεί με τη διαθήκη του να
αποκλείσει από την κληρονομιά τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του (αποκλήρωση με ευρεία έννοια), ρητά ή
σιωπηρά (εγκατάσταση άλλου κληρονόμου) ή μεριδούχο από τη νόμιμη μοίρα. Για
να είναι έγκυρη η αποκλήρωση πρέπει να υπάρχουν ορισμένοι λόγοι:
→ Λόγοι
που παρέχουν σε ανιόντα (πατέρα, παππού, κτλ.) το
δικαίωμα να αποκληρώσει κατιόντα (γιο, εγγονό, κτλ.) είναι οι εξής: α)
επιβουλή ζωής του διαθέτη, του συζύγου ή άλλου κατιόντα του διαθέτη, β)
πρόκληση, από πρόθεση, σωματικών κακώσεων στο διαθέτη ή στο σύζυγό του από τον
οποίο κατάγεται ο κατιών, γ) αν αυτός έγινε ένοχος σοβαρού πλημελλήματος, που
διαπράχθηκε με πρόθεση και, που στρεφόταν κατά του διαθέτη ή του συζύγου του,
δ) κακόβουλη αθέτηση νόμιμης υποχρέωσης για διατροφή του διαθέτη και ε) αν ο
κατιών «ζει βίο άτιμο ή ανήθικο, παρά τη
θέληση του διαθέτη», όπως είναι π.χ. η εγκληματική διαβίωση, η άσκηση
ατιμωτικού επαγγέλματος (π.χ. μαστρωπός), η χαρτοπαιξία καθ’έξη, κτλ. Η
αποκλήρωση για τον τελευταίο λόγο είναι άκυρη αν ο κατιών κατά το θάνατο του διαθέτη είχε
οριστικά εγκαταλείψει τον άτιμο ή ανήθικο βίο.
→ Λόγοι
που παρέχουν σε κατιόντα το δικαίωμα να αποκληρώσει ανιόντα είναι οι
εξής: α) αν ο ανιών (γονέας) επιβουλεύτηκε τη ζωή του διαθέτη (τέκνου), του
συζύγου ή άλλου κατιόντος, β) έγινε ένοχος κακουργήματος ή βαρέως από πρόθεση
πλημμελήματος εναντίον του διαθέτη (τέκνου) ή του συζύγου του, γ) αν αθέτησε
κακόβουλα τη νόμιμη υποχρέωση για διατροφή του διαθέτη (τέκνου).
→ Λόγοι
αποκλήρωσης υπέρ του συζύγου: Ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το
σύζυγό του αν, κατά το χρόνο του θανάτου του είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή
διαζυγίου για βάσιμο λόγο που ανάγεται σε υπαιτιότητα του συζύγου του. Το
ίδιο ισχύει και για το σύντροφο με σύμφωνο συμβίωσης, αν κατά το χρόνο θανάτου
ο επιζών σύντροφος είχε υποπέσει σε υπαίτιο παράπτωμα που είχε κλονίσει τη
συμβίωση και το οποίο (εν. παράπτωμα), αν υπήρχε γάμος, θα δικαιολογούσε τη
λύση του γάμου με αγωγή διαζυγίου (π.χ. μοιχεία).
Το δικαίωμα της αποκλήρωσης αποσβήνεται με συγγνώμη. Η συγγνώμη που επέρχεται μετά
τη διάταξη για αποκλήρωση καθιστά την αποκλήρωση ανίσχυρη.
Ο ΑΚ προβλέπει τη δυνατότητα αποκλήρωσης για λόγους πρόνοιας,
εφόσον: α) ο μεριδούχος είναι κατιών, β) διάγει βίο άσωτο ή να είναι
καταχρεωμένος, γ) η αποκλήρωση να γίνεται με διαθήκη, στην οποία αναφέρεται ο
λόγος αποκλήρωσης, δ) λαμβάνεται πρόνοια για τη συντήρηση του μεριδούχου.
2.5.2. Κληρονομική αναξιότητα (1860επ. ΑΚ)
Η κληρονομική αναξιότητα αφορά σε περιπτώσεις, που ο νόμος αφαιρεί από τον
κληρονόμο τη δυνατότητα να ωφεληθεί από την κληρονομιαία περιουσία και τον
κηρύσσει ανάξιο να κληρονομήσει.
→ Οι λόγοι
αναξιότητας αφορούν σε περιπτώσεις που ο κληρονόμος έχει υποπέσει σε παράπτωμα
έναντι του κληρονομουμένου και προβλέπονται κατά τρόπο περιοριστικό,
δηλ.: α) η από πρόθεση θανάτωση ή
απόπειρα θανάτου του κληρονομουμένου, των παιδιών, των γονέων ή του
συζύγου του, β) αν ο κληρονόμος καταδικάστηκε επειδή μήνυσε ψευδώς τον κληρονομούμενο
για κακούργημα, γ) αν ο κληρονόμος από πρόθεση εμπόδισε παράνομα τον
κληρονομούμενο να συντάξει ή να ανακαλέσει διαθήκη, δ) αν ο κληρονόμος
παρακίνησε απάτη ή εξανάγκασε με απειλή τον κληρονομούμενο να συντάξει ή να
μεταβάλει διαθήκη και ε) αν ο κληρονόμος αλλοίωσε ή εξαφάνισε διαθήκη του
κληρονομουμένου.
→ Η κήρυξη
της αναξιότητας
γίνεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση και μπορεί να τη ζητήσει όποιος έχει
έννομο συμφέρον από τον παραμερισμό του αναξίου. Η αναξιότητα παύει
να υπάρχει με τη συγγνώμη του κληρονομουμένου, που παρέχεται με δημόσιο έγγραφο ή διαθήκη.
→ Συνέπειες αναξιότητας: Με την τελεσιδικία της απόφασης, που κήρυξε την αναξιότητα, η επαγωγή της
κληρονομιάς στον ανάξιο θεωρείται ότι δεν έγινε. Η κληρονομιά επάγεται σ’
εκείνον, ο οποίος θα καλούνταν, αν ο ανάξιος δε ζούσε κατά την επαγωγή.
3. Θεσμοί με τους οποίους παρέχεται ωφέλεια σε άλλα
πρόσωπα, εκτός από τον κληρονόμο
3.1. Κληροδοσία,
Κληροδοσία είναι η περιουσιακή ωφέλεια, που ο κληρονομούμενος
προσπορίζει σε κάποιον («κληροδόχο», που είναι «τετιμημένος») με τη διαθήκη
του, χωρίς να τον κάνει κληρονόμο του. Π.χ.: α) Ο Κ
εγκατέστησε κληρονόμους το γιο του Α και την κόρη του Β και άφησε τη βιβλιοθήκη
του στον ανηψιό του Γ. β) Ο Κ εγκατέστησε κληρονόμους τα παιδιά του Α και Β και
άφησε ένα ζωγραφικό πίνακα στο φίλο του Γ. Το πρόσωπο που οφείλει να
προσπορίσει την περιουσιακή ωφέλεια στον κληροδόχο λέγεται βεβαρημένος και μπορεί να είναι ο κληρονόμος, ο καταπιστευματοδόχος
και ο ίδιος ο κληροδόχος. Κληροδοσία μπορεί να συσταθεί μόνο με διαθήκη.
3.2. Καταπίστευμα
→ Έννοια:
Κληρονομικό (καθολικό) καταπίστευμα, έχουμε όταν ο κληρονομούμενος ορίζει κάποιο
πρόσωπο («βεβαρημένο κληρονόμο» ή «προκληρονόμο») να πάρει την κληρονομιά του
και το διατάσσει να την παραδώσει (ολόκληρη ή ποσοστό της) σε άλλο πρόσωπο
(«καταπιστευματοδόχο» ή «μετακληρονόμο»), όταν περάσει κάποιο χρονικό διάστημα
ή συμβεί κάποιο γεγονός. Π.χ.: α) Ο διαθέτης Κ
εγκατέστησε κληρονόμο το γιο του Α και όρισε μετά το θάνατο του Α η κληρονομιά
του να περιέλθει στο γιο του Α, τον Β. β) Ο διαθέτης Κ εγκατέστησε κληρονόμο
του τον αδελφό του Α και όρισε η κληρονομιά του να περιέλθει στον εγγονό του Ε,
όταν αυτός (ο Ε) ενηλικιωθεί. Το καταπίστευμα μπορεί να συσταθεί μόνο
με διαθήκη.
Στο καταπίστευμα
έχουμε δύο διαδοχικές επαγωγές. Μια επαγωγή στον κληρονόμο και μια
επαγωγή στον καταπιστευματοδόχο. Η δεύτερη επαγωγή αποτελεί την επαγωγή του
καταπιστεύματος. Ο χρόνος επαγωγής του καταπιστεύματος δεν είναι σταθερός, όπως
στην επαγωγή κληρονομιάς (όπου χρόνος επαγωγής είναι πάντοτε ο χρόνος του
θανάτου του διαθέτη). Κατ’αρχήν, χρόνος επαγωγής του καταπιστεύματος είναι ο
χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το χρονικό σημείο ή πραγματοποιήθηκε το γεγονός
που όρισε ο διαθέτης. Αν ο διαθέτης δεν όρισε τέτοιο σημείο ή γεγονός, χρόνος
επαγωγής του καταπιστεύματος είναι ο χρόνος του θανάτου του κληρονόμου. Στην
περίπτωση εγκατάστασης κληρονόμου προσώπου που δεν έχει συλληφθεί ή συσταθεί,
ο διαθέτης κληρονομείται από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους, οι οποίοι
βαρύνονται με καταπίστευμα υπέρ του προσώπου που θα γεννηθεί ή υπέρ του νομικού
προσώπου που θα συσταθεί: χρόνος επαγωγής του καταπιστεύματος είναι ο
χρόνος του τοκετού ή της σύστασης του νομικού προσώπου. Συγχρόνως με
την επαγωγή της κληρονομιάς (όχι πριν την επαγωγή), ο καταπιστευματοδόχος δικαιούται
να αποδεχτεί
ή να αποποιηθεί
την κληρονομιά.
3.3 Τρόπος (1715 ΑΚ)
→ Έννοια:
Τρόπο ονομάζουμε την υποχρέωση που επιβάλλει ο διαθέτης στον
κληρονόμο, στον καταπιστευματοδόχο ή στον κληροδόχο για να κάνει ή να
παραλείψει κάτι, χωρίς όμως στην υποχρέωση αυτή του βεβαρημένου να αντιστοιχεί
δικαίωμα (δεν υπάρχει δηλ. «τετιμημένος»).
Ο τρόπος ορίζεται με διαθήκη. Π.χ. Ο διαθέτης επιβάλλει την
υποχρέωση στον κληρονόμο του: α) να καταβάλλει ορισμένο χρηματικό ποσό κάθε
χρόνο σε ίδρυμα περίθαλψης ατόμων με ειδικές ανάγκες που βρίσκεται στην
ιδιαίτερη πατρίδα, β) του επιβάλλει τη φροντίδα κάποιου ζώου (π.χ. του σκύλου
του), γ) να πληρώσει για τα έξοδα φοίτησης της εγγονής του, δ) να αναλάβει να
εκδώσει μια αδημοσίευτη ποιητική συλλογή, ε) να κατασκευάσει μνημείο κτλ, δηλ. κάθε
πράξη ή παράλειψη ανεξάρτητα αν συνεπάγεται περιουσιακή ή μη παροχή, αρκεί να μην αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη
και να είναι δυνατή κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη.
3.4. Δωρεά αιτία θανάτου (άρ. 2032-235 ΑΚ)
Δωρεά αιτία θανάτου είναι δωρεά με την αναβλητική αίρεση ότι ο δωρητής θα πεθάνει πριν από το
δωρεοδόχο ή ότι δωρητής και δωρεοδόχος θα συναποβιώσουν, χωρίς στο μεταξύ
διάστημα ο δωρητής να έχει την απόλαυση των δωρηθέντων. Δωρητής μπορεί
να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο. Η σύμβαση
συνιστάται με συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο την περιουσία που υπάρχει κατά το χρόνο του
θανάτου του δωρητή και τέτοια σύμβαση είναι άκυρη. Είναι ελεύθερα ανακλητή από το δωρητή.
4. Σχολάζουσα κληρονομιά
Σχολάζουσα ονομάζεται η κληρονομιά όταν ο κληρονόμος είναι άγνωστος
ή όταν δεν είναι βέβαιο αν ο κληρονόμος αποδέχτηκε την κληρονομιά. Στην
περίπτωση αυτή ορίζεται κηδεμόνας, που εκπροσωπεί τον κληρονόμο. Αν δε βρεθεί
κληρονόμος, η κληρονομιά περιέρχεται στο
δημόσιο. Εφόσον η κληρονομιά
σχολάζει ο κηδεμόνας ορίζεται από το δικαστήριο της κληρονομιάς, ύστερα από
αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον (π.χ. δανειστές της κληρονομιάς) ή και
αυτεπαγγέλτως.
5. Νομιμοποίηση και προστασία του κληρονόμου
→ Κληρονομητήριο: Η ιδιότητα του κληρονόμου αποδεικνύεται με το κληρονομητήριο,
δηλ. πιστοποιητικό
που παρέχεται στον κληρονόμο με απόφαση του δικαστηρίου της κληρονομιάς.
Για το δημόσιο, θέση κληρονομητηρίου επέχει η δημοσίευση της πράξης αποδοχής
στην ΕτΚ. Εκείνος που κατονομάζεται στο κληρονομητήριο κληρονόμος ή
καταπιστευματοδόχος ή κληροδόχος ή εκτελεστής διαθήκης τεκμαίρεται ότι έχει τα
δικαιώματα που αναφέρονται σ’αυτό και ότι δεν περιορίζεται με άλλες διατάξεις
εκτός από εκείνες που αναγράφονται στο κληρονομητήριο. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό.
Στο κληρονομητήριο προσδίδεται δημόσια πίστη.
→ Αγωγή περί κλήρου: Περί κλήρου αγωγή ονομάζεται η
αγωγή, που έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση δικαιώματος και την απόδοση της
κληρονομιάς ή κάποιου αντικειμένου της στον κληρονόμο. Αν ο κληρονόμος
ζητά μόνο την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος, πρόκειται για
αναγνωριστική αγωγή και όχι για αγωγή περί κλήρου. Η έγερση της αγωγής περί
κλήρου αποτελεί σιωπηρή αποδοχή της
κληρονομιάς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14
Η ΔΙΑΔΟΧΗ ΑΠΟ ΔΙΑΘΗΚΗ
|
1. Γενικά χαρακτηριστικά της διαθήκης
Διαθήκη ονομάζεται η μονομερής
δικαιοπραξία, με την οποία ο δικαιοπρακτών (διαθέτης) ρυθμίζει θέματα της
κληρονομικής του διαδοχής ή και ορισμένες οικογενειακές σχέσεις του.
Η διαθήκη είναι μονομερής δικαιοπραξία,
δηλ. περιέχει τη δήλωση βούλησης ενός μόνο προσώπου, του διαθέτη, οπότε π.χ.
απαγορεύεται η συνδιαθήκη), ελεύθερα ανακλητή,
ανεπίδεκτη εκπροσώπησης, δηλ. ο
διαθέτης πρέπει να κάνει αυτοπροσώπως
τη διαθήκη του, χωρίς να μπορεί να χρησιμοποιήσει για τη δήλωση της βούλησής
του αντιπρόσωπο, στ) τυπική, δηλ.
πρέπει να τηρηθεί ο τύπος που προβλέπει ο ΑΚ.
Στην κληρονομική διαδοχή από διαθήκη
ισχύουν οι εξής αρχές: α) προτεραιότητα της κληρονομικής διαδοχής από διαθήκη
σε σχέση με την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, β) προτεραιότητα της
αναγκαστικής κληρονομικής διαδοχής σε σχέση με την κληρονομική διαδοχή από
διαθήκη και γ) μη αποκλειστικότητα της διαδοχής από διαθήκη σε σχέση με την εξ
αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, δηλ. ένα πρόσωπο μπορεί να κληρονομηθεί και από
διαθήκη και εξ αδιαθέτου (εξ αδιαθέτου κατά το μέρος της περιουσίας του, που
δεν καταλαμβάνεται από τη διαδοχή από διαθήκη).
2. Ικανότητα για τη σύνταξη διαθήκης
→ Ανίκανοι για τη σύνταξη οποιασδήποτε διαθήκης: Ολικά ανίκανοι για τη σύνταξη διαθήκης είναι: α) οι ανήλικοι, β) όσοι
βρίσκονται σε δικαστική συμπαράσταση με πλήρη στέρηση της δικαιοπρακτικής τους
ικανότητας ή με ρητή στέρηση της ικανότητας να συντάσσουν διαθήκη, γ) όσοι κατά
το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης, δεν έχουν τη συνείδηση των πράξεών τους ή
βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη
λειτουργία της βούλησής τους.
→ Ανίκανοι για τη σύνταξη ορισμένου τύπου διαθήκη: Μερικά (περιορισμένα) ανίκανοι για τη σύνταξη διαθήκης είναι: α) εκείνοι
που δεν μπορούν να διαβάσουν χειρόγραφα δεν μπορούν να συντάξουν ιδιόγραφη και
μυστική διαθήκη (μπορούν να συντάξουν δημόσια και έκτακτη), β) όποιος δεν είναι
ικανός να διαβάσει, δεν μπορεί να συντάξει μυστική διαθήκη.
→ Ανικανότητα λόγω πραγματικής αδυναμίας: Ανίκανα λόγω πραγματικής αδυναμίας είναι τα πρόσωπα εκείνα των οποίων η
ανικανότητα για τη σύνταξη διαθήκης δεν οφείλεται σε νομικό κώλυμα, αλλά σε
φυσικό κώλυμα, όπως είναι π.χ. οι κουφοί, οι τυφλοί, οι αγράμματοι, κτλ.
Η διαθήκη που συνέταξε ανίκανος είναι άκυρη
(σχετική ακυρότητα, υπέρ εκείνων που θα γίνονταν κληρονόμοι αν δεν υπήρχε η
άκυρη διαθήκη).
3. Τύποι για τη σύνταξη διαθήκης
→ Ιδιόγραφη διαθήκη: Ιδιόγραφη
είναι η διαθήκη που γράφεται στο σύνολό της με το χέρι του διαθέτη και
χρονολογείται και υπογράφεται απ’αυτόν. Η ιδιόγραφη διαθήκη είναι ιδιωτικό
έγγραφο. Ανίκανος να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη είναι εκείνος που δεν μπορεί να
διαβάσει χειρόγραφα. Στοιχεία της ιδιόγραφης διαθήκης είναι:
▪ Η «ιδιόχειρη
γραφή»: Ολόκληρη η ιδιόγραφη διαθήκη (κείμενο, χρονολογία, υπογραφή)
πρέπει να γραφεί από το χέρι του διαθέτη.
▪ Η χρονολογία: Χρονολογία είναι η ένδειξη της ημέρας, του μήνα και του έτους σύνταξης
της διαθήκης. Πρέπει να γραφτεί από τον
ίδιο το διαθέτη. Από τη χρονολογία προκύπτει αν ο διαθέτης ήταν ή όχι
ικανός κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης. Μπορεί να τεθεί στην αρχή ή στο
τέλος της διαθήκης (ακόμα και μετά την υπογραφή).
▪ Η υπογραφή από το
διαθέτη: Υπογραφή είναι η σημείωση του ονοματεπωνύμου που
χαρακτηρίζει το διαθέτη. Την υπογραφή αποτελούν το όνομα, το πατρώνυμο και το
επίθετο. Κατά κανόνα, υπογραφή πρέπει να τεθεί στο τέλος, κάτω από το κείμενο.
→ Δημόσια διαθήκη: Δημόσια διαθήκη
είναι η διαθήκη που συντάσσεται με δήλωση του διαθέτη ενώπιον συμβολαιογράφου
και με την παρουσία τριών μαρτύρων ή
ενώπιον δύο συμβολαιογράφων και με την παρουσία ενός μάρτυρα.
→ Μυστική διαθήκη: Μυστική διαθήκη
είναι η διαθήκη που καταρτίζεται με παράδοση από το διαθέτη προς το
συμβολαιογράφο, ενώπιον μαρτύρων, εγγράφου, με τη δήλωση ότι περιέχει την
τελευταία του βούληση. Σε αντίθεση με τη δημόσια διαθήκη υπάρχουν δύο
έγγραφα: α) το εγχειριζόμενο έγγραφο και β) η πράξη κατάθεσης ή
εγχείρισης, που συντάσσει ο συμβολαιογράφος. Τα δύο αυτά έγγραφα
αποτελούν τη μυστική διαθήκη.
→ Έκτακτες διαθήκες (άρ.
1749-1762): Συντάσσονται κάτω από ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις. Διακρίνουμε
τα εξής είδη έκτακτων διαθηκών: α) «Διαθήκη
σε πλοίο»: Ελληνικό, εμπορικό ή πολεμικό, κατά τη διάρκεια ταξιδιού. β) «Διαθήκη σε εκστρατεία»: Εντάσσονται και
ανάλογες συνθήκες, όπως είναι ο αποκλεισμός, η πολιορκία, η αιχμαλωσία, κτλ. Τη
διαθήκη αυτή μπορούν να συντάξουν μόνο στρατιωτικοί («στρατιωτική διαθήκη»). γ)
«Διαθήκη σε αποκλεισμό»: Συντάσσεται
από πρόσωπα, που διαμένουν σε αποκλεισμένο τόπο (π.χ. ασθένεια, πόλεμο, κτλ.). Αν
περάσουν τρεις μήνες από την ημέρα που έπαψαν να υπάρχουν για το διαθέτη
οι έκτακτες περιστάσεις και ο διαθέτης ζει ακόμα, η έκτακτη διαθήκη χάνει την
ισχύ της.
4. Προϋποθέσεις εγκυρότητας και περιεχόμενο της
διαθήκης
Η διαθήκη είναι τυπική δικαιοπραξία, που
πρέπει δηλ. να γίνει με τον (έγγραφο) τύπο, που προβλέπει ο νόμος. Ο τύπος
είναι συστατικός. Κατά το χρόνο της
σύνταξης της διαθήκης πρέπει να υπάρχει ικανότητα
σύνταξης διαθήκης. Η διαθήκη μπορεί, μεταξύ άλλων, να
περιέχει:
→ Εγκατάσταση
κληρονόμου, δηλ. ορισμό του προσώπου του ή των (από διαθήκη)
κληρονόμων. Ο κληρονόμος από διαθήκη ονομάζεται και «εγκατάστατος». Υποκατάσταση κληρονόμου υπάρχει,
όταν ο διαθέτης ορίζει κάποιον (Α) ως κληρονόμο και έναν άλλο (Β), ο οποίος θα
γίνει κληρονόμος του, αν ο Α εκπέσει από την κληρονομιά. Ο Α λέγεται εγκατάστατος κληρονόμος και ο Β υποκατάστατος κληρονόμος. Υποκατάστατος
μπορεί να ταχθεί και στον εξ αδιαθέτου κληρονόμο, στον καταπιστευματοδόχο και
στον κληροδόχο. Ο διαθέτης μπορεί να εγκαταστήσει κληρονόμο υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή υπό
διαλυτική αίρεση ή προθεσμία. Προβλέπονται ειδικές περιπτώσεις αιρέσεων,
όπως είναι π.χ. η αίρεση αγαμίας, η οποία λογίζεται ότι δεν
έχει γραφτεί. Π.χ.: Εγκαθιστώ κληρονόμο μου τον Α, αν δεν παντρευτεί.
Αντιθέτως, αίρεση χηρείας σε διάταξη του ενός συζύγου υπέρ του άλλου είναι
ισχυρή. Π.χ.: Ο σύζυγος Α εγκαθιστά κληρονόμο του τη σύζυγό του
Σ αν δεν ξαναπαντρευτεί. Αν η Σ ξαναπαντρευτεί θα κρατήσει τη νόμιμη μοίρα και
ότι περισσέψει θα πάει στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Α. Αδύνατες, δελεαστικές,
παράνομες ή ανήθικες αιρέσεις θεωρούνται άκυρες.
→ Εκτελεστή
διαθήκης (ένα ή και περισσότερα πρόσωπα), με έργο τη σωστή
εκτέλεση των διατάξεων της διαθήκης.
→ Ρήτρα έκπτωσης, δηλ. διάταξη σύμφωνα με την οποία ο τετιμημένος χάνει (ολικά ή μερικά) τα
δικαιώματά του αν συμπεριφερθεί με τρόπο που δεν επιθυμεί ο διαθέτης (π.χ. αν
αμφισβητήσει το κύρος της διαθήκης). Είδος ρήτρας έκπτωσης είναι η «σοκίνειος
ρήτρα», δηλ. ορισμός του διαθέτη (που αφήνει στο
μεριδούχο μερίδιο μεγαλύτερο από τη νόμιμη μοίρα με διάφορους περιορισμούς) σύμφωνα
με τον οποίο, αν ο μεριδούχος δεν αποδεχτεί τους περιορισμούς για ολόκληρο το
μερίδιο (και για τη νόμιμη μοίρα), τότε θα περιορίζεται στη νόμιμη μοίρα (απαλλαγμένη
από τους περιορισμούς). Ο μεριδούχος μπορεί να δεχτεί τους περιορισμούς, οπότε
παίρνει ολόκληρο το μερίδιο, ή να πάρει μόνο τη νόμιμη μοίρα χωρίς τους
περιορισμούς. Προσαύξηση είναι η αυτοδικαίως επερχόμενη προσθήκη
της μερίδας αυτού που εξέπεσε στη μερίδα των λοιπών κληρονόμων, κατά λόγο της
μερίδας καθενός απ’ αυτούς. Έτσι, αν εγκαταστάθηκαν περισσότεροι
κληρονόμοι και αποκλείεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή και ένας απ’ αυτούς εξέπεσε
πριν ή μετά την επαγωγή, η μερίδα του προσαυξάνει ανάλογα τις μερίδες των
υπολοίπων.
5. Ερμηνεία της διαθήκης
Συχνά προκύπτουν ζητήματα ερμηνείας της διαθήκης. Στην περίπτωση
αυτή αναζητάται η πραγματική βούληση του διαθέτη τη στιγμή που συνέταξε τη
διαθήκη. Ο ΑΚ περιέχει αρκετούς ερμηνευτικούς κανόνες, όπως είναι π.χ.:
∙ Το άρ. 1790 ΑΚ: Αν ο διαθέτης μνημονεύει στη διαθήκη του, χωρίς ειδικότερο
προσδιορισμό τους «εξ αδιαθέτου» ή τους «νόμιμους» κληρονόμους ή τους
«συγγενείς» του, θεωρείται ότι κληρονόμοι του είναι εκείνοι, που καλούνται εξ
αδιαθέτου κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς, κατά την αναλογία της μερίδας
τους.
∙ Το άρ. 1791 ΑΚ:
Αν ο διαθέτης μνημόνευσε στη διαθήκη του τον κατιόντα του και αυτός (ο κατιών),
για οποιοδήποτε λόγο εκπέσει από την κληρονομιά, σε περίπτωση αμφιβολίας, τη
θέση του παίρνουν οι κατιόντες του (εν. του κατιόντος που εξέπεσε), εφόσον θα
καλούνταν εξ αδιαθέτου. Ως έκπτωση εννοείται γενικά κάθε λόγος που οδηγεί στη
μη κληρονόμηση του διαθέτη από το συγκεκριμένο κατιόντα (π.χ. αποκλήρωση,
αποποίηση, κτλ.).
∙ Το άρ. 1792 ΑΚ: Αν ο διαθέτης αφήνει την περιουσία του (ή μέρος της) «υπέρ
των φτωχών», χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, τότε, σε περίπτωση
αμφιβολίας, λογίζεται ότι η περιουσία του καταλείπεται στο πτωχοκομείο του δήμου
όπου ο διαθέτης έχει την τελευταία του κατοικία ή διαμονή. Αν δεν υπάρχει
πτωχοκομείο, τότε η περιουσία περιέρχεται σε άλλο αγαθοεργό κατάστημα του
δήμου, που ζούσε ο διαθέτης. Αν δεν υπάρχει ούτε πτωχοκομείο ούτε άλλο
αγαθοεργό κατάστημα η περιουσία περιέρχεται στο ταμείο του δήμου και δαπανάται
υπέρ των φτωχών.
∙ Το άρ. 1801 παρ. 1 ΑΚ: Αν έχει εγκατασταθεί μόνο ένας κληρονόμος σε
περιορισμένο όμως ποσοστό της κληρονομιάς, ως προς το υπόλοιπο μέρος επέρχεται η εξ
αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή. Π.χ. Ο Κ ορίζει στη διαθήκη
του ότι επιθυμεί κληρονόμος του 50% της περιουσίας του να είναι ο αδελφός του
Α. Το υπόλοιπο 50% ερμηνευτικά προκύπτει ότι θα κληρονομηθεί από τους εξ
αδιαθέτου κληρονόμους του.
∙ Το άρ. 1803 ΑΚ: Αν καθένας
από τους κληρονόμους κληρονομεί ορισμένο ποσοστό και τα ποσοστά αυτά (όλα μαζί)
υπερβαίνουν την κληρονομιά, τότε χωρεί ανάλογη μείωσή τους.
∙ Το άρ. 1804 ΑΚ: Αν εγκαταστάθηκαν περισσότεροι κληρονόμοι, χωρίς να
προσδιοριστούν οι μερίδες τους, λογίζονται όλοι ότι εγκαταστάθηκαν ισομερώς.
6. Άκυρη και ακυρώσιμη διαθήκη
Άκυρη είναι η διαθήκη, όταν λόγω
κάποιου ελαττώματος δεν παράγει νομικά αποτελέσματα. Η ακυρότητα της διαθήκης
είναι απόλυτη και δεν είναι δυνατή ίαση της ακυρότητας (δηλ. ο διαθέτης πρέπει
να συντάξει νέα έγκυρη διαθήκη). Αρχική ακυρότητα της διαθήκης υπάρχει στις
εξής περιπτώσεις: α) αν ο διαθέτης ήταν ανίκανος για σύνταξη διαθήκης, β) αν
δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις για τη σύνταξή της, γ) αν υπάρχει τέτοια
ασάφεια ώστε να μην μπορεί να συναχθεί η πραγματική βούληση του διαθέτη, δ) αν
το περιεχόμενό της είναι αντίθετο στο νόμο ή στην ηθική (δηλ. αντιβαίνει σε
απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη), ε) αν το περιεχόμενό της εξαρτάται από τη γνώμη τρίτου προσώπου ή αν ο διαθέτης αναθέτει σε
τρίτο πρόσωπο να προσδιορίσει είτε το πρόσωπο του τετιμημένου είτε το πράγμα
που καταλείπεται (π.χ.: εγκαθιστώ κληρονόμο μου τον Α
αν το επιθυμεί η σύζυγός μου).
Ακυρώσιμη είναι η διαθήκη όταν έχει
συνταχθεί νομότυπα, αλλά μπορεί να προσβληθεί από τρίτο πρόσωπο και ειδικότερα
σε περιπτώσεις ακούσιας διάστασης μεταξύ βούλησης και δήλωσης της βούλησης. Η
διαθήκη παράγει έννομα αποτελέσματα, που μπορούν όμως να προσβληθούν και να
ακυρωθούν με δικαστική απόφαση. Οι λόγοι που καθιστούν τη διαθήκη ακυρώσιμη
είναι οι εξής:
→ Αν παραλείφθηκε μεριδούχος.
→ Αν η διαθήκη είναι
προϊόν απειλής (η απειλή πρέπει να είναι ικανή να εμπνεύσει φόβο σε
έμφρονα άνθρωπο), απάτης (χωρίς την οποία ο διαθέτης δε θα προέβαινε στη
συγκεκριμένη διάταξη) ή πλάνης. Ειδικά στις διαθήκες και, σε
αντίθεση με ότι ισχύει γενικώς για τις δικαιοπραξίες, η πλάνη ως προς τα παραγωγικά αίτια
της βούλησης έχει ακυρωτική ενέργεια. Π.χ.
Ο Κ που πιστεύει ότι η κόρη του, που ήταν εγκατεστημένη στο εξωτερικό έχει
πεθάνει, γράφει στη διαθήκη του: «εφόσον η κόρη μου, που ζούσε χρόνια στο
εξωτερικό έχει αποβιώσει, αφήνω όλη την περιουσία μου στο κοινωφελές ίδρυμα Χ».
Αν, μετά το θάνατο του Κ, εμφανιστεί η κόρη του, αυτή μπορεί να ζητήσει την
ακύρωση της διαθήκης του Κ. Τούτο επειδή, όπως προκύπτει από το κείμενο της
διαθήκης, ο Κ δε θα εγκαθιστούσε κληρονόμο του το ίδρυμα Χ, αν ήξερε κατά το
χρόνο σύνταξης της διαθήκης ότι η κόρη του ζει.
→ Η διάταξη σε διαθήκη του κληρονομουμένου
υπέρ του συζύγου του, αν ο μεταξύ τους γάμος είναι
άκυρος ή λύθηκε όσο ζούσε ο διαθέτης ή αν ο διαθέτης, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου
κατά του συζύγου του.
7. Ανάκληση και δημοσίευση της διαθήκης
→ Ανάκληση της διαθήκης σημαίνει άρση
του κύρους της διαθήκης με πράξη του διαθέτη. Μπορεί να γίνει μόνο από τον ίδιο
το διαθέτη προσωπικά, ρητά ή σιωπηρά,
ολικά ή μερικά. Γενικοί τρόποι ανάκλησης
είναι: α) μεταγενέστερη διαθήκη, β) δήλωση σε συμβολαιογράφο, με την παρουσία
τριών μαρτύρων. Ειδικοί τρόποι
ανάκλησης ισχύουν για την ιδιόγραφη και για τη μυστική διαθήκη.
→ Δημοσίευση: Η διαθήκη, μετά
το θάνατο του διαθέτη, δημοσιεύεται
από το αρμόδιο δικαστήριο ή από την αρμόδια προξενική αρχή, για να γίνει επίσημο
το περιεχόμενό της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15
Η ΕΞ ΑΔΙΑΘΕΤΟΥ ΔΙΑΔΟΧΗ
|
1. Χαρακτηριστικά
→ Έννοια: Κληρονομική
διαδοχή «εξ αδιαθέτου» είναι η διαδοχή που χωρεί
«εκ του νόμου», εφόσον δε χωρεί κληρονομιά από διαθήκη. Έχει ως βάση τις γενεές
ή τάξεις (όχι τη συγγένεια). Ο ΑΚ θεσπίζει σειρά προτεραιότητας στην
κληρονομιά και ορίζει έξι (6) τάξεις (γενεές),
από τις οποίες η προηγούμενη αποκλείει την επόμενη (άρ. 1813 επ. ΑΚ).
→ Προϋποθέσεις: Κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου χωρεί όταν
δεν υπάρχει έγκυρη διαθήκη ή όταν για κάποιο λόγο ματαιώθηκε η εκ
διαθήκης κληρονομική διαδοχή. Αν οι προϋποθέσεις αυτές αναφέρονται σε ολόκληρη
την κληρονομική περιουσία, έχουμε μόνο διαδοχή εξ αδιαθέτου. Αν οι προϋποθέσεις
αυτές αναφέρονται σε μέρος μόνο της κληρονομικής περιουσίας, έχουμε συρροή
εξ αδιαθέτου και εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή.
→ Γενεές και ρίζες: Για τον καθορισμό της
σειράς προτεραιότητας μεταξύ των συγγενών δε λαμβάνεται ως βάση ο βαθμός συγγενείας
με τον κληρονομούμενο, αλλά η γενεά. Με βάση το σύστημα του ΑΚ,
υπάρχουν τέσσερις γενεές. Η πρώτη γενεά έχει ως αρχηγό τον
κληρονομούμενο και περιλαμβάνει τους κατιόντες του (τέκνα, εγγόνια, δισέγγονα,
κ.ο.κ.). Η δεύτερη γενεά έχει ως αρχηγούς τους γονείς του κληρονομουμένου,
η τρίτη
γενεά τους παππούδες και τις γιαγιάδες του κληρονομουμένου και η τέταρτη
γενεά τους προπαππούδες και τις προγιαγιάδες. Η προηγούμενη γενεά αποκλείει από
την κληρονομιά την επόμενη (π.χ. η πρώτη αποκλείει τη δεύτερη, κ.ο.κ.).
Μέσα στην
ίδια γενεά, οι στενότεροι συγγενείς του κληρονομουμένου αποκλείουν τους
απώτερους συγγενείς της ίδιας ρίζας. Κάθε γενεά μπορεί να υποδιαιρεθεί
σε ρίζες.
Η ρίζα περιλαμβάνει ένα μέλος της γενεάς (ως αρχηγό) και όλους του κατιόντες
του. Η ρίζα μπορεί, επίσης, να υποδιαιρεθεί σε μερικότερες ρίζες,
με αρχηγό ένα μέλος της ρίζας και μέλη όλους τους κατιόντες του κ.ο.κ. π.χ.
κάθε τέκνο του κληρονομουμένου είναι αρχηγός της δικής του ρίζας. Οι ρίζες
έχουν σημασία για την κληρονομική διαδοχή μόνο στις τρεις πρώτες γενεές. Π.χ.
Πεθαίνοντας ο Κ άφησε τρία παιδιά τον Α, τον Β και τον Γ. Οι Α, Β και Γ, ως
κατιόντες του Κ, αποτελούν μέλη της γενεάς που έχει ως αρχηγό τον Κ (γενεά του
κληρονομούμενου). Αυτή καθαυτή η γενεά του Κ υποδιαιρείται σε τρεις ρίζες (όσα
και τα παιδιά του), τη ρίζα του Α, τη ρίζα του Β και τη ρίζα του Γ. Όπως έχει
ήδη επισημανθεί, μέσα στην ίδια ρίζα, ο εγγύτερος συγγενής του κληρονομουμένου
αποκλείει τον απώτερο. Π.χ. Αν μετά το θάνατο του Κ
υπάρχουν ο γιος του Α και ο εγγονός του Β (γιος του Α), η περιουσία επάγεται
μόνο στον Α (συγγενής α’ βαθμού) και όχι στον Β (συγγενής β’ βαθμού).
→ Τάξεις της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής και σειρά προτεραιότητας: Με βάση τις γενεές ρυθμίζεται η σειρά προτεραιότητας με την οποία οι εξ
αίματος συγγενείς του κληρονομουμένου καλούνται στην κληρονομιά. Η σειρά
προτεραιότητας στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή έχει, συνεπώς, έξι
τάξεις. Από τις τάξεις αυτές, η προηγούμενη αποκλείει από την
κληρονομιά την επόμενη. Οι τέσσερις πρώτες τάξεις αντιστοιχούν στις τέσσερις
γενεές. Μαζί με τους συγγενείς κληρονόμους των τάξεων αυτών κληρονομεί πάντοτε,
όταν υπάρχει, και ο σύζυγος (ή ο σύντροφος) του κληρονομουμένου. Η μερίδα του
συζύγου (ή συντρόφου) είναι ένα πάγιο ποσοστό της κληρονομιάς, μικρότερο (1/4)
όταν κληρονομεί με την πρώτη τάξη, μεγαλύτερο (1/2) όταν κληρονομεί με τις
άλλες τρεις. Στην πέμπτη τάξη κληρονομεί μόνο ο σύζυγος του κληρονομουμένου. Στην
έκτη τάξη κληρονομεί το δημόσιο. Για να διαδεχθεί η επόμενη τάξη την
προηγούμενη στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, πρέπει να μην υπάρχει έστω και ένα μέλος
της προηγούμενης τάξης που να γίνεται κληρονόμος. Η ανυπαρξία
κληρονόμου από την προηγούμενη τάξη μπορεί να οφείλεται σε οποιοδήποτε λόγο
(π.χ. πραγματική ανυπαρξία, έκπτωση, κτλ). Αν δεν υπάρχουν κληρονόμοι από τις
προηγούμενες πέντε τάξεις, το Δημόσιο γίνεται οπωσδήποτε κληρονόμος. Διαδοχή
κατά ρίζες ή διαδοχή βαθμών μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα στην ίδια τάξη
και μόνο στις τρεις πρώτες τάξεις. Όταν ο αρχηγός της ρίζας δε γίνεται, για
οποιοδήποτε λόγο, κληρονόμος, το μερίδιό του περιέρχεται στους κατιόντες του
(κατά σειρά προτεραιότητας στους κατιόντες πρώτου βαθμού, δεύτερου βαθμού,
κ.ο.κ.).
2. Οι επι μέρους τάξεις της εξ αδιαθέτου κληρονομικής
διαδοχής
2.1. Η πρώτη τάξη
Η πρώτη τάξη αποτελείται από τους κατιόντες του
κληρονομουμένου, χωρίς κανένα περιορισμό ως προς το βαθμό συγγενείας, δηλ. παιδιά,
εγγόνια, δισέγγονα, κτλ., δηλ. οι κατιόντες του κληρονομουμένου
καλούνται απεριόριστα. Μαζί με τους κατιόντες της πρώτης τάξης
κληρονομεί, όταν υπάρχει, και ο σύζυγος (ή ο σύντροφος) του
κληρονομουμένου το ¼ της κληρονομιαίας περιουσίας, που παίρνει και το «εξαίρετο».
Συνεπώς, όταν υπάρχει σύζυγος (ή σύντροφος) οι κατιόντες κληρονομούν τα ¾
μειωμένο κατά το εξαίρετο. Όταν δεν υπάρχει σύζυγος, οι κατιόντες κληρονομούν
ολόκληρη την περιουσία.
Τη διαδοχή στην πρώτη τάξη διέπουν, ιδίως, οι εξής αρχές:
→ Κάθε
κατιών αποκλείει από την κληρονομιά τους δικούς του κατιόντες. Δηλαδή,
κάθε κατιών του κληρονομουμένου αποκλείει από την κληρονομιά όλους τους δικούς
του κατιόντες (τη «ρίζα» του), αλλά δεν αποκλείει από την κληρονομιά τους
κατιόντες άλλου κατιόντος (άλλης «ρίζας»). Π.χ. Μετά το
θάνατο του Κ βρέθηκαν μοναδικοί κληρονόμοι του ο γιος του Α, ο εγγονός του Β
(γιος το Α) και η εγγονή του Γ (κόρη του Δ, γιου του Κ, που έχει πεθάνει). Στην
περίπτωση αυτή υπάρχουν δύο ρίζες: α) αυτή του Α και β) αυτή του πεθαμένου
αδελφού του Δ. Στην πρώτη ρίζα ο Α, ως συγγενής α’ βαθμού με τον Κ (εγγύτερος),
αποκλείει τον Β που είναι συγγενής β’ βαθμού με τον Κ και βρίσκεται στην ίδια
ρίζα. Δεν αποκλείεται, όμως, και η Γ, παρόλο που είναι και αυτή συγγενής β’
βαθμού με τον Κ, επειδή ανήκει σε άλλη ρίζα (τη ρίζα του Δ). Συνεπώς, την
περιουσία θα μοιραστούν εξίσου ο Α με την Γ.
→ Αν ο κατιών ζει κατά την επαγωγή, αλλά ο κληρονομούμενος τον έχει
περιορίσει (π.χ. με διαθήκη) στη νόμιμη μοίρα, στο υπόλοιπο της εξ αδιαθέτου
μερίδας (μετά την αφαίρεση της νόμιμης μοίρας) υπεισέρχονται οι κατιόντες του
περιορισθέντος στη νόμιμη μοίρα κατιόντος. Π.χ. Ο Κ άφησε διαθήκη που
όριζε μόνο ότι περιορίζει το γιο του Α στη νόμιμη μοίρα. Μετά το θάνατό του
βρέθηκαν οι γιοί του Α και Β και ο εγγονός του Ε (γιος του Α). Υπάρχουν,
συνεπώς, δύο ρίζες: α) η ρίζα του Α στην οποία αντιστοιχεί το ½ της κληρονομιάς
και β) η ρίζα του Β στην οποία αντιστοιχεί το υπόλοιπο ½ της κληρονομιάς. Ο Α,
όμως, περιορίστηκε στη νόμιμη μοίρα, που συνίσταται στο 50% της εξ αδιαθέτου
μερίδας. Έτσι, ο Α θα πάρει το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας (1/2:2), δηλ. το ¼
της κληρονομιάς. Το υπόλοιπο ¼ της εξ αδιαθέτου μερίδας του Α περιέρχεται στο
γιο του Ε (εγγονό του Κ).
→ Οι κατιόντες πρώτου βαθμού (τέκνα-αρχηγοί ριζών) κληρονομούν κατά
ισομοιρία, δηλαδή παίρνουν ίσο μερίδιο από την κληρονομιά. Οι απώτεροι
κατιόντες (εγγόνια, δισέγγονα, κτλ.) κληρονομούν κατά «ρίζες», δηλαδή
στους εγγονούς πηγαίνει κατά ισομοιρία το κληρονομικό μερίδιο που θα έπαιρνε ο
γονιός τους (το τέκνο του κληρονομουμένου) αν κληρονομούσε, στους δισεγγόνους
του κληρονομουμένου πηγαίνει κατά ισομοιρία το μερίδιο που θα έπαιρνε ο γονιός
τους (εγγονός του κληρονομουμένου), αν κληρονομούσε κ.ο.κ. Π.χ. Ο Κ άφησε
τρεις γιούς (Α, Β, Γ). Το κληρονομικό τους μερίδιο είναι από 1/3 του καθενός.
Στην περίπτωση που κάποιος από τους γιους εκπέσει από την κληρονομιά χωρεί
διαδοχή κατά ρίζες. Έτσι, αν, π.χ., εκπέσει ο Α και έχει δυο παιδιά, το μερίδιό
του (το 1/3) θα μοιραστεί σε ίσα μέρη στα παιδιά του, οπότε το καθένα θα πάρει
από (1/3:2) 1/6 της κληρονομιάς.
→ Προσαύξηση
στους ομόρριζους: Αν ένας από τους απώτερους κατιόντες του
κληρονομουμένου εκπέσει από την κληρονομιά χωρίς να αφήσει κατιόντες
κληρονόμους, το μερίδιό του πηγαίνει κατά ισομοιρία στα άλλα μέλη της ίδιας
ρίζας. Π.χ. Τον Κ
κληρονομούν ο γιος του Α και τα εγγόνια του Γ και Δ (γιοι του πεθαμένου γιου
του Κ, του Ε). Συνεπώς, ο Κ κληρονομείται από το γιο του Α και το γιο του Ε.
Στη θέση του Ε, που εξέπεσε από την κληρονομιά, καλούνται οι γιοι του Γ και Δ
(διαδοχή βαθμών). Αν εκπέσει από την κληρονομιά ο Γ, τότε η μερίδα του θα
προσαυξήσει τη μερίδα του ομόρριζου (του Γ) Δ και όχι τη μερίδα του Α, ο οποίος
ανήκει σε άλλη ρίζα.
→ Προσαύξηση
σε όλους τους συγκληρονόμους: Αν ένα από τα τέκνα του κληρονομουμένου
δε γίνει για οποιοδήποτε λόγο κληρονόμος και δεν αφήσει κατιόντες κληρονόμους,
το μερίδιό του πηγαίνει στα άλλα τέκνα του κληρονομουμένου κατά ισομοιρία. Αν
ένας από τους απώτερους κατιόντες του κληρονομουμένου δε γίνει για οποιοδήποτε
λόγο κληρονόμος και δεν αφήσει κατιόντες κληρονόμους, το μερίδιό του πηγαίνει
κατά ισομοιρία στις άλλες ρίζες της ίδιας γενεάς και οι ομόρριζοι παίρνουν από
το μερίδιο αυτό της ρίζας τους ίσα μερίδια. Π.χ. Στο αμέσως πιο πάνω παράδειγμα, αν είχαν εκπέσει
και ο Γ και ο Δ, τότε το μερίδιό τους θα πήγαινε στον Α (δηλ. στην άλλη ρίζα).
Συνεπώς, με βάση τα
παραπάνω, προηγείται η διαδοχή κατά
ρίζες. Αν δε χωρήσει αυτή, χωρεί προσαύξηση στους ομόρριζους και αν δε χωρήσει
κι αυτή, χωρεί προσαύξηση σε όλους τους συγκληρονόμους.
2.2. Η δεύτερη τάξη
Αν δεν υπάρχουν συγγενείς της πρώτης τάξης, καλούνται οι κληρονόμοι της
δεύτερης τάξης. Στη δεύτερη τάξη καλούνται μαζί οι γονείς του
κληρονομουμένου, οι αδελφοί, καθώς και τα τέκνα και έγγονοι αδελφών που έχουν
πεθάνει πριν από αυτόν. Στη δεύτερη τάξη κληρονομεί και ο σύζυγος (ή σύντροφος) του
κληρονομουμένου, το ½ της κληρονομιάς, ο οποίος, εκτός από το μερίδιο αυτό,
παίρνει και το «εξαίρετο». Συνεπώς, όταν υπάρχει σύζυγος (ή σύντροφος), οι
συγγενείς του κληρονομουμένου κληρονομούν το ½ της κληρονομιάς μειωμένο κατά το
εξαίρετο. Όταν δεν υπάρχει σύζυγος, οι συγγενείς κληρονομούν ολόκληρη την
περιουσία.
Τη διαδοχή στη δεύτερη τάξη διέπουν, ιδίως, οι εξής αρχές:
→ Γονείς και
αδελφοί κληρονομούν κατά ισομοιρία,
κατά τον αριθμό των προσώπων.
→ Προτεραιότητα
των αδελφών έναντι των τέκνων τους - όχι όμως και έναντι των τέκνων
άλλων αδελφών.
→ Προτεραιότητα τέκνων αδελφών έναντι των τέκνων
τους - όχι όμως και έναντι των τέκνων άλλων τέκνων.
→ Τα τέκνα και
οι εγγονοί των αδελφών κληρονομούν κατά ρίζες. Διαδοχή κατά ρίζες
υπάρχει μόνο ως προς το μερίδιο των αδελφών και των τέκνων αδελφών.
→ Προσαύξηση
στους ομόρριζους: Υπάρχει στις περιπτώσεις που κληρονομούν τέκνα
αδελφών ή εγγονοί αδελφών.
→ Προσαύξηση
στους συγκληρονόμους: Υπάρχει σε όλες τις περιπτώσεις που εκπίπτει ένας
κληρονόμος της δεύτερης τάξης και δε χωρεί ως προς το μερίδιό του ούτε διαδοχή
κατά ρίζες ούτε προσαύξηση σε ομόρριζους. Η προσαύξηση γίνεται ισομερώς.
→ Οι ετεροθαλείς
αδελφοί, όταν συντρέχουν με γονείς ή με αμφιθαλείς αδελφούς ή με τέκνα
ή εγγόνια τους, λαμβάνουν το μισό της
μερίδας που ανήκει στους αμφιθαλείς. Το μισό, επίσης, λαμβάνουν και τα
τέκνα ή τα εγγόνια προαποβιωσάντων ετεροθαλών αδελφών.
2.3. Η τρίτη τάξη
Στην τρίτη τάξη κληρονομούν οι συγγενείς της τρίτης γενεάς, δηλ.: α)
οι παππούδες
και οι γιαγιάδες του κληρονομουμένου (από την πατρική και από τη
μητρική πλευρά) και β) από τους κατιόντες τους τα παιδιά τους (δηλ. θείοι,
συγγενείς τρίτου βαθμού εκ πλαγίου του κληρονομουμένου) και οι
εγγονοί τους (δηλ. πρωτοξάδελφοι, συγγενείς τέταρτου
βαθμού εκ πλαγίου του κληρονομουμένου). Μαζί τους κληρονομεί και ο σύζυγος του κληρονομουμένου, το ½ της
κληρονομιάς και το «εξαίρετο».
Τη διαδοχή στην τρίτη τάξη διέπουν, ιδίως, οι εξής αρχές:
→ Προτεραιότητα παππού και
γιαγιάς, που αποκλείουν τους κατιόντες τους και
κληρονομούν κατά ισομοιρία (έτσι παίρνουν από ¼ της κληρονομιάς ο καθένας).
→ Προτεραιότητα τέκνων παππού και γιαγιάς έναντι εγγονών της ίδιας ρίζας.
→ Οι κατιόντες του παππού και της γιαγιάς κληρονομούν κατά ρίζες. Διαδοχή κατά ρίζες υπάρχει μόνο ως προς το μερίδιο του παππού ή της
γιαγιάς και των τέκνων τους.
→ Προσαύξηση στους ομόρριζους έχουμε στις περιπτώσεις που κληρονομούν τέκνα παππού ή γιαγιάς ή εγγόνια
τους.
→ Προσαύξηση στους ομόγραμμους έχουμε στην περίπτωση, κατά την οποία ο παππούς ή η γιαγιά από την πατρική
ή από τη μητρική γραμμή, καθώς και οι κατιόντες (του ή της) δεν μπορούν (για
οποιοδήποτε λόγο) να κληρονομήσουν, οπότε το μερίδιό (του ή της) πηγαίνει στη
γιαγιά (ή στον παππού) της ίδιας γραμμής (ή, αν αυτοί δεν μπορούν να
κληρονομήσουν, στους κατιόντες τους).
Π.χ. Αν ο Κ πέθανε και βρέθηκαν ως κοντινότεροι συγγενείς του ο παππούς του Π
και η γιαγιά του Γ από τη γραμμή του πατέρα του, κληρονομούν ισομερώς (1/2 ο καθένας).
Αν δε ζει η γιαγιά του Κ, αλλά υπάρχει ο γιος της Α (θείος του Κ), θα λάβει
αυτός τη μερίδα της Γ. Αν η Γ δεν έχει κατιόντες, τότε η μερίδα της περιέρχεται
στον Π. Αν δε ζούσε ούτε ο Π, αλλά είχε κατιόντες, η μερίδα περιέρχεται σ’
αυτούς. (Στην περίπτωση αυτή εννοείται πως οι κατιόντες του Π δεν έχουν
αποκτηθεί από το γάμο του με τη Γ, αλλά είναι από άλλο γάμο). Και στην
περίπτωση της διαδοχής αυτής δεν ισχύει ο
περιορισμός της κληρονομικής μερίδας των ετεροθαλών αδελφών σε σχέση με
τους αμφιθαλείς.
→ Προσαύξηση στους
συγκληρονόμους έχουμε στην περίπτωση, κατά την οποία ο παππούς ή η
γιαγιά της μιας γραμμής (π.χ. της πατρικής) δεν μπορούν να κληρονομήσουν και
δεν έχουν κατιόντες (ή οι κατιόντες τους δεν μπορούν να κληρονομήσουν), οπότε
τα μερίδιά τους πηγαίνουν κατά ισομοιρία στον παππού και στη γιαγιά της άλλης
γραμμής (της μητρικής ή στους κατιόντες τους).
Με βάση τα παραπάνω, προηγείται
η διαδοχή κατά ρίζες, ακολουθεί η προσαύξηση στους ομόρριζους, ακολουθεί η
προσαύξηση στους ομόγραμμους και τέλος, χωρεί η προσαύξηση στους συγκληρονόμους.
2.4. Οι υπόλοιπες τάξεις
→ Στην τέταρτη τάξη κληρονομούν οι συγγενείς της τέταρτης γενεάς, δηλ.
οι προπαππούδες
και οι προγιαγιάδες του κληρονομουμένου (ανιόντες τρίτου βαθμού).
Κληρονομούν σε ίσα μερίδια, ανεξάρτητα αν ανήκουν σε ίδια ή σε διαφορετικές
γραμμές. Άλλοι συγγενείς δεν κληρονομούν στη τέταρτη τάξη. Στην τέταρτη τάξη δε
γίνεται διάκριση γραμμής. Έτσι, όσοι από τους προπαππούδες και τις προγιαγιάδες
μπορούν να κληρονομήσουν, κληρονομούν ισομερώς. Αν ένας από τους συγγενείς της
τέταρτης τάξης δεν μπορεί να κληρονομήσει (για οποιοδήποτε λόγο), η μερίδα του προσαυξάνει ισομερώς στους υπόλοιπους
συγγενείς κληρονόμους. Μαζί τους κληρονομεί και ο σύζυγος του
κληρονομουμένου, το ½ της κληρονομιάς και το «εξαίρετο».
→ Στη πέμπτη τάξη, δηλ. όταν δεν υπάρχουν κληρονόμοι συγγενείς ούτε
της τέταρτης τάξης, όλη η κληρονομιά πηγαίνει στο σύζυγο (ή σύντροφο).
→ Στην έκτη τάξη, δηλ. όταν δεν υπάρχουν ούτε συγγενείς ούτε σύζυγος
(ή σύντροφος) που μπορούν να κληρονομήσουν, όλη η κληρονομιά πηγαίνει στο Δημόσιο,
το οποίο δεν μπορεί να αποποιηθεί, γίνεται όμως κληρονόμος πάντοτε
με το ευεργέτημα της απογραφής. Έτσι αποκλείεται περίπτωση αδέσποτης
κληρονομιάς.
2.5. Το
κληρονομικό δικαίωμα του συζύγου
Όταν ο επιζών σύζυγος (ή σύντροφος) κληρονομεί
μαζί με τους συγγενείς του κληρονομουμένου, παίρνει: στην πρώτη τάξη το ¼
της κληρονομιάς, στις άλλες τρεις
τάξεις το ½ της κληρονομιάς, καθώς και το «εξαίρετο». Τα ποσοστά αυτά είναι πάγια και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για προσαύξηση στη
μερίδα του συζύγου. Στην πέμπτη
τάξη ο σύζυγος παίρνει ολόκληρη
την κληρονομιά. Για να έχει κληρονομικό δικαίωμα ο σύζυγος πρέπει: α) να υπάρχει γάμος (νόμιμος και
έγκυρος) ή σύμφωνο συμβίωσης κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου και
β) ο κληρονομούμενος, έχοντας
βάσιμο λόγο διαζυγίου, να μην είχε
ασκήσει αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του.
Το εξαίρετο
περιλαμβάνει διάφορα οικιακά
αντικείμενα, δηλ. αντικείμενα (κινητά)
που χρησιμεύουν για την κοινή οικιακή οικονομία των συζύγων (κοινές οικιακές
ανάγκες των δύο συζύγων ή μόνο του κληρονόμου συζύγου), όπως είναι π.χ. έπιπλα,
σκεύη, ενδύματα, κτλ. Την καθιέρωση του εξαιρέτου επιβάλλει βασικά η ευπρέπεια. Δεν περιλαμβάνονται στο εξαίρετο: α) αντικείμενα που χρησιμοποιούσε
μόνο ο σύζυγος που πέθανε, β) διάφορες συλλογές (π.χ. γραμματοσήμων, πινάκων,
νομισμάτων, κτλ.), που δεν υπάγονται στα οικιακά αντικείμενα, γ) χρεόγραφα,
μετοχές και πιστωτικοί τίτλοι. Προϋπόθεση για να πάρει το εξαίρετο ο επιζών
σύζυγος είναι να κληρονομεί εξ αδιαθέτου με τους συγγενείς μιας από τις
τέσσερις τάξεις. Αν ο σύζυγος (ή
σύντροφος) αποποιηθεί την κληρονομιά δε δικαιούται ούτε το εξαίρετο.
Αντιθέτως, αν αποδεχτεί την κληρονομιά, μπορεί
να αποποιηθεί το εξαίρετο.
Στην περίπτωση που εκπέσει από την
κληρονομιά κάποιος από τους συγκληρονόμους του συζύγου, η μερίδα του δεν
προσαυξάνει τη μερίδα του συζύγου ή συντρόφου με σύμφωνο συμβίωσης. Η
προσαύξηση χωρεί μόνο για τις μερίδες των υπόλοιπων συγκληρονόμων. Π.χ.
Μετά το θάνατο του Κ καλούνται, ως κληρονόμοι πρώτης τάξης, τα παιδιά του Α και
Β και η σύζυγός του Σ. Η Σ στην πρώτη τάξη θα λάβει το ¼ της κληρονομιάς και το
εξαίρετο. Τα υπόλοιπα ¾ μοιράζονται σους Α και Β (από 3/8 ο καθένας). Στην
περίπτωση που αποποιήθηκε την κληρονομιά ο Α, η μερίδα του (3/8) δεν
προσαυξάνει τη μερίδα της Σ, που παραμένει στο ¼. Η μερίδα του Α προσαυξάνει τη
μερίδα του συγκληρονόμου Β, ο οποίος τελικά θα λάβει τα ¾ της κληρονομιάς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ (ΝΟΜΙΜΗ ΜΟΙΡΑ)
|
1. Έννοια και φύση νόμιμης μοίρας
Νόμιμη μοίρα λέγεται ένα ορισμένο ποσοστό κληρονομιάς, που
αναγνωρίζεται υποχρεωτικά υπέρ ορισμένων στενών συγγενών του κληρονομουμένου
(κατιόντων, γονέων, συζύγου) και όταν ακόμα δεν το θέλει ο κληρονομούμενος
(άρ. 1825 επ. ΑΚ). Γι’ αυτό η κληρονομική αυτή διαδοχή ονομάζεται αναγκαστική,
το μερίδιο που παίρνουν με τη διαδοχή αυτή οι κληρονόμοι, ονομάζεται νόμιμη
μοίρα, αφού ορίζεται άμεσα από το νόμο και οι κληρονόμοι ονομάζονται αναγκαίοι
κληρονόμοι (μπορούν, ωστόσο, να αποποιηθούν την κληρονομιά) ή
νόμιμοι μεριδούχοι ή μεριδούχοι. Ο περιορισμός στην
ελευθερία διάθεσης του κληρονομουμένου δικαιολογείται από: α) την ανάγκη
προστασίας της οικογενείας του κληρονομουμένου και β) το ηθικό καθήκον του
κληρονομουμένου απέναντι στους νόμιμους μεριδούχους.
Σχετικά με τη φύση του δικαιώματος, ο ΑΚ ορίζει ότι κατά το ποσοστό που
αναλογεί στο μεριδούχο, ο μεριδούχος αυτός συντρέχει ως κληρονόμος (άμεσος
διάδοχος του κληρονομουμένου). Έτσι, εφαρμόζονται σχετικά μ’αυτόν οι διατάξεις,
που εφαρμόζονται για κάθε κληρονόμο (επαγωγή, συμμετοχή στα χρέη της κληρονομιάς,
αποποίηση, κτλ.). Έτσι, ο μεριδούχος έχει άμεσο κληρονομικό δικαίωμα για το
ποσοστό της νόμιμης μοίρας. Το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας δημιουργείται με το
θάνατο του κληρονομουμένου. Συνεπώς, στο μεριδούχο, ως κληρονόμο επάγεται (και
αυτός αποκτά) το ποσοστό της κληρονομιάς που του αναλογεί.
2. Προϋποθέσεις της αναγκαστικής διαδοχής
Συχνά, η αναγκαστική διαδοχή συντρέχει με διαδοχή από διαθήκη. Ο
κληρονομούμενος αφήνει με τη διαθήκη του όλη την περιουσία του σε άλλα πρόσωπα
και όχι στους κατιόντες, το σύζυγο (ή σύντροφο) ή τους γονείς του, ή αφήνει
στους αναγκαίους κληρονόμους του μέρος από την περιουσία του που είναι
μικρότερο από τη νόμιμη μοίρα, ενώ αφήνει την υπόλοιπη κληρονομιά σε τρίτους.
Σε άλλες περιπτώσεις, η αναγκαστική διαδοχή χωρεί παράλληλα με την εξ αδιαθέτου
διαδοχή (π.χ. όταν ο κληρονόμος με άστοργες δωρεές άφησε τόσο μικρή
περιουσία, ώστε οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του νη μην μπορούν να πάρουν ούτε τη
νόμιμη μοίρα), ενώ είναι δυνατόν η αναγκαστική διαδοχή να χωρεί παράλληλα
τόσο με διαδοχή από διαθήκη όσο και με διαδοχή εξ αδιαθέτου (όταν π.χ.
ο κληρονομούμενος άφησε με διαθήκη σε τρίτους τόσο μεγάλο μέρος της
κληρονομιάς, ώστε το υπόλοιπο που περιέρχεται στους μεριδούχους με βάση την εξ
αδιαθέτου διαδοχή να μην καλύπτει τη νόμιμη μοίρα). Π.χ. Ο Κ είχε τρία
παιδιά (Α, Β, Γ). Λίγο καιρό πριν πεθάνει δωρίζει τα ¾ της περιουσίας του στον
τρίτο Ε με αποτέλεσμα, μετά το θάνατο του Κ, το υπόλοιπο της κληρονομιάς να μην
επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα των Α, Β, και Γ. Στην περίπτωση αυτή, η δωρεά
του Κ προς τον Ε υπόκειται σε μέμψη
για να συμπληρωθεί το ποσοστό της νόμιμης μοίρας των μεριδούχων.
3. Τάξεις αναγκαίων κληρονόμων
Υπάρχουν δύο (2) τάξεις αναγκαίων κληρονόμων. Στην πρώτη τάξη ανήκουν οι κατιόντες:
από αυτούς, ο εγγύτερος αποκλείει από τη νόμιμη μοίρα τον απώτερο. Στη δεύτερη
τάξη ανήκουν οι γονείς, οι οποίοι γίνονται αναγκαίοι
κληρονόμοι, όταν δεν υπάρχουν (αναγκαίοι ή εξ αδιαθέτου) συγγενείς κληρονόμοι
από την πρώτη τάξη. Ο σύζυγος
γίνεται πάντα αναγκαίος κληρονόμος και στην πρώτη και στη δεύτερη τάξη. Διαδοχή
κατά ρίζες έχουμε μόνο στην πρώτη τάξη των αναγκαίων
κληρονόμων, ενώ διαδοχή τάξεων έχουμε μόνο αν δεν υπάρχουν για οποιοδήποτε
λόγο, συγγενείς αναγκαίοι ή εξ αδιαθέτου κληρονόμοι από την πρώτη τάξη.
4. Ποσοστό της νόμιμης μοίρας
Η νόμιμη μοίρα είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας.
Δηλαδή, βάση για τον προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας αποτελεί το υποθετικό εξ
αδιαθέτου μερίδιο που θα έπαιρνε ο αναγκαίος κληρονόμος αν γινόταν κληρονόμος
εξ αδιαθέτου. Π.χ.: Ο κληρονομούμενος Κ είχε γυναίκα (Γ) και δυο
παιδιά (Α και Β) και άφησε όλη την κληρονομιά στον Χ. Η νόμιμη μοίρα των
αναγκαίων κληρονόμων θα είναι της (Γ) το 1/8, του Α τα 3/16 και του Β τα 3/16.
Στο ποσοστό αυτό ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος. Δηλ. για να υπολογίσουμε
τη νόμιμη μοίρα, πρέπει κατ’ αρχάς να βρούμε την εξ αδιαθέτου μερίδα όλων των
κληρονόμων. Για να προσδιοριστεί η εξ αδιαθέτου μερίδα επί της οποίας οφείλεται η
νόμιμη μοίρα συναριθμούνται όσοι
αποκληρώθηκαν με τη διαθήκη ή αποποιήθηκαν την κληρονομιά ή κηρύχτηκαν ανάξιοι.
5. Διαδοχή βαθμών ή τάξεων και προσαύξηση
Σε περίπτωση αποκλήρωσης, αποποίησης ή κήρυξης αναξιότητας, δεν
επέρχεται προσαύξηση στη νόμιμη μοίρα, αλλά μόνο διαδοχή βαθμών για
απώτερους κατιόντες ή τάξεων για τους γονείς. Οι μεριδούχοι εξακολουθούν,
επομένως, να έχουν την ίδια νόμμη μοίρα, χωρίς να επωφελούνται από την έκπτωση
συμμεριδούχου. Η ρύθμιση αυτή ισχύει και για το σύζυγο για τον οποίο δεν
υπάρχει προσαύξηση. Π.χ.: α) Ο Κ περιόρισε
τους τρεις γιούς του Α, Β, Γ στη νόμιμη μοίρα και άφησε την υπόλοιπη περιουσία
του στο φίλο του Ε. Στην περίπτωση αυτή, η κληρονομιά μοιράζεται ως εξής:
Βρίσκουμε την εξ αδιαθέτου μερίδα των Α, Β και Γ, που είναι από 1/3 ο καθένας.
Το μισό του 1/3, δηλ. το 1/6 αποτελεί το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους.
Συνεπώς, έχουμε: Α=1/6, Β=1/6, Γ=1/6 και Ε=3/6. Στην περίπτωση που εκπέσουν οι
Α (αποποίηση) και Γ (αναξιότητα) και δεν έχουν κατιόντες, οι μερίδες τους δεν
προσαυξάνουν τη μερίδα του Β, η οποία παραμένει σταθερή στο 1/6. Αν οι Α και Β
έχουν κατιόντες, οι μερίδες τους περιέρχονται σ’ αυτούς (στους κατιόντες τους).
Π.χ.:
β)
Ο Κ είχε σύζυγο, ένα παιδί που αποποιήθηκε και πατέρα Π. Η νόμιμη μοίρα της
συζύγου, αφού αυτή δεν καλείται για πρώτη φορά, παραμένει όση ήταν, δηλ. το 50%
του ¼=1/8, έστω κι αν καλείται τώρα και μεριδούχος, κατά διαδοχή τάξεων, γονέας
του Κ, ο Π. Αντιθέτως, αν ο Κ δεν είχε παιδί, ο σύζυγος που επιζεί θα είχε
κληθεί αμέσως με τους γονείς του Κ, οπότε η νόμιμη μοίρα του θα ήταν 50% του ½,
δηλ. το ¼ της κληρονομιάς.
Επισημαίνεται ότι
διαδοχή
στη νόμιμη μοίρα επέρχεται σε τρεις μόνο περιπτώσεις (έκπτωσης): α)
νόμιμη αποκλήρωση, β) παραίτηση (αποποίηση), γ) κήρυξη αναξιότητας. Π.χ.:
Ο Κ είχε δύο παιδιά, τους Α και Β και ο Β είχε δικό του παιδί τον Γ, ενώ ζούσε
και ο Π, πατέρας του Κ. Αναγκαίοι κληρονόμοι εν προκειμένω είναι μόνο οι Α και
Β. Αν αποποιηθεί ο Β, τότε, κατά διαδοχή βαθμών, συμμεριδούχος με τον
Α, γίνεται ο Γ. Στην περίπτωση αυτή, η νόμιμη μοίρα του Α μένει πάλι ¼, αφού η
εξ αδιαθέτου μερίδα είναι το 50% της κληρονομιάς. Αν και ο Γ, που δεν έχει
κατιόντες, αποποιηθεί, ο Α, επειδή ήταν από την αρχή συμμεριδούχος με τον Γ,
δεν ωφελείται από την έκπτωση του Γ, αφού αποκλείεται η προσαύξηση στη νόμιμη
μοίρα και τη θέση του Γ καταλαμβάνει ο μεριδούχος της δεύτερης τάξης, ο πατέρας
του Κ, ο Π (διαδοχή τάξεων).
6. Παραίτηση από τη νόμιμη μοίρα
Ο ΑΚ (άρ. 1826) επιτρέπει την (μερική) παραίτηση
από τη νόμιμη μοίρα, που γίνεται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου της
κληρονομιάς. Ως παραίτηση από τη νόμιμη μοίρα, εννοείται, κυρίως, η παραίτηση
από το δικαίωμα του νόμιμου μεριδούχου να επικαλεστεί τη σχετική ακυρότητα της
διάταξης της διαθήκης που του προσβάλλει το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του.
7. Περιορισμοί της νόμιμης μοίρας
Για την εξασφάλιση της νόμιμης μοίρας προβλέπεται ότι κάθε περιορισμός της είναι άκυρος («θεωρείται σαν να μην έχει
γραφεί»). Τέτοιοι περιορισμοί είναι π.χ. η κατάλειψη της νόμιμης μοίρας υπό
αίρεση ή προθεσμία, η επιβάρυνση της νόμιμης μοίρας με κληροδοσία ή τρόπο ή
καταπίστευμα, κτλ.
Ο διαθέτης μπορεί, επίσης, αφήνοντας περισσότερο ποσοστό κληρονομιάς
(παραπάνω από τη νόμιμη μοίρα), να κάνει χρήση της «σοκίνειας ρήτρας», δηλ.
να ορίσει ότι ο μεριδούχος, αν δεν αναγνωρίσει τον περιορισμό που έθεσε, να
περιοριστεί στη νόμιμη μοίρα και να μη λάβει το παραπάνω ποσοστό που του άφησε.
Π.χ.:
Ο Κ, μετά το θάνατό του, εγκατέστησε κληρονόμους του το γιο του Α στα 2/3 της
κληρονομιάς και το γιο του Β στο 1/3. Όρισε, επίσης, ότι ο γιος του Β με δικά
του έξοδα θα εξέδιδε τα απομνημονεύματα του Κ. Αν δεν πραγματοποιούσε την επιθυμία
του αυτή, να περιορίζεται στη νόμιμη μοίρα. Στο παράδειγμα αυτό έχουμε
κληρονομική εγκατάσταση του Β, ο οποίος επιβαρύνεται με τρόπο (την έκδοση των απομνημονευμάτων του Κ). Στην περίπτωση που ο
τρόπος βαρύνει τη νόμιμη μοίρα θεωρείται ότι δεν έχει γραφτεί. Στο παράδειγμα,
όμως, ο Β έχει εγκατασταθεί σε ποσοστό μεγαλύτερο από το ποσοστό της νόμιμης
μοίρας (1/3 αντί του κανονικού ¼), ενώ υπάρχει και η σοκίνειος ρήτρα. Συνεπώς, ο Β είτε θα εκτελέσει τον τρόπο και θα
πάρει το 1/3 της κληρονομιάς είτε δε θα τον εκτελέσει και θα περιοριστεί στο ¼
της κληρονομιάς (δηλ. τη νόμιμη μοίρα).
8. Μέμψη άστοργης δωρεάς
Ο ΑΚ προβλέπει ειδική προστασία του νόμιμου μεριδούχου (άρ. 1835 επ.) μόνο
για τις δωρεές (οι οποίες και υπολογίζονται στην κληρονομιά κατά το άρ. 1831
ΑΚ), που έκανε ο κληρονομούμενος ενόσω ζούσε και οι οποίες προσβάλλουν τη
νόμιμη μοίρα, δηλ. η κληρονομιά που μένει κατά το θάνατο του κληρονομουμένου
δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα. Η σχετική αγωγή ονομάζεται «μέμψη
άστοργης δωρεάς». Με την αγωγή αυτή, εφόσον πληρούνται οι σχετικές
προϋποθέσεις, ανατρέπεται η δωρεά κατά το μέρος που απαιτείται για να ικανοποιηθεί το
δικαίωμα της νόμιμης μοίρας. Την αγωγή ασκεί ο μεριδούχος του οποίου προσβάλλεται η νόμιμη
μοίρα και στρέφεται κατά του δωρεοδόχου (τρίτου ή μεριδούχου) και των
κληρονόμων του. Η αγωγή παραγράφεται δύο
χρόνια μετά από το θάνατο του κληρονομουμένου, ανεξάρτητα από τη γνώση του
γεγονότος αυτού από τον ενάγοντα μεριδούχο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17
ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ & ΤΟΥΣ
ΣΥΓΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΣ
|
1. Σχέσεις του κληρονόμου με τους κληρονομικούς
δανειστές
Για την προστασία των δανειστών, προβλέπεται ο θεσμός της δικαστικής
εκκαθάρισης, δηλ. της διαδικασίας με την οποία επιδιώκεται η είσπραξη ή
η ρευστοποίηση του ενεργητικού της κληρονομιάς και η απόσβεση του παθητικού
της. Με τη δικαστική εκκαθάριση αποχωρίζεται η κληρονομιά από την (προσωπική)
περιουσία του κληρονόμου, δηλ. γίνεται χωρισμός περιουσιών. Τη διοίκηση της
κληρονομιάς δεν έχει ο κληρονόμος, αλλά ο εκκαθαριστής.
Η δικαστική εκκαθάριση
κηρύσσεται με δικαστική απόφαση. Τη δικαστική εκκαθάριση μπορεί να ζητήσει μόνο
ο δανειστής της κληρονομιάς, δηλ. δεν μπορούν να τη ζητήσουν ούτε το
δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ούτε τρίτος. Η δικαστική εκκαθάριση αποτρέπεται, αν ο
κληρονόμος παρέχει ασφάλεια υπέρ του αιτούντος δανειστή.
2. Σχέσεις μεταξύ περισσότερων κληρονόμων
Ο κληρονομούμενος μπορεί να κληρονομηθεί
από έναν κληρονόμο (μοναδικός, γενικός κληρονόμος) ή από περισσότερους
κληρονόμους (συγκληρονόμοι). Συγκληρονόμοι είναι δυνατό να υπάρξουν τόσο
στην περίπτωση κληρονομικής διαδοχής από διαθήκη όσο και στην περίπτωση
κληρονομικής διαδοχής από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή αναγκαστικής).
Μεταξύ συγκληρονόμων δημιουργείται σχέση κοινωνίας, που περιορίζεται στο ενεργητικό της κληρονομιάς.
Κάθε συγκληρονόμος μπορεί να ζητήσει, οποτεδήποτε, τη διανομή της κληρονομιάς.
Το δικαίωμα διανομής έχουν, επίσης, ο καταπιστευματοδόχος κληρονομικής μερίδας
(μετά την επαγωγή του καταπιστεύματος), ο αγοραστής κληρονομικής μερίδας ή
αντικειμένου της κληρονομιάς. Η διανομή
μπορεί να είναι εξώδικη (εκούσια,
δηλ. συμφωνία των συφκληρονόμων), ή δικαστική
(όταν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των συγκληρονόμων).
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΕΜΒΑΘΥΝΣΗΣ
|
Ερωτήσεις Θεωρίας:
1.Τι ονομάζεται
κληρονομική διαδοχή και ποια είδη της γνωρίζετε;
2. Πρόσωπο
(φυσικό ή νομικό), το οποίο δεν υπάρχει, μπορεί να κληρονομήσει;
3. Τι γνωρίζετε
για την κληρονομική σύμβαση;
4. Τι ονομάζεται
επαγωγή της κληρονομιάς;
5. Τι ονομάζεται
αποδοχή κληρονομιάς και τι αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής;
6. Τι ονομάζεται
αποποίηση κληρονομιάς;
7. Τι ονομάζεται αποκλήρωση
και τι συγγνώμη
του λόγου της αποκλήρωσης;
8. Ποιοι είναι οι λόγοι αποκλήρωσης; Τι είναι η αποκλήρωση για λόγους
πρόνοιας;
8. Τι ονομάζεται
κληρονομική αναξιότητα; Ποιοί οι λόγοι κληρονομικής αναξιότητας;
9. Τι ονομάζεται κληροδοσία,
κληρονομικό καταπίστευμα, τρόπος, δωρεά αιτία θανάτου;
10. Τι ονομάζεται
σχολάζουσα κληρονομιά;
11. Τι είναι το
κληρονομητήριο και ποια είναι η σημασία του;
12. Τι ονομάζεται
αγωγή περί κλήρου; Ποια είναι η σημασία της;
13.Τι είναι
διαθήκη και ποια είδη της γνωρίζετε; Ποιες αρχές ισχύουν στην κληρονομική
διαδοχή από διαθήκη;
14. Τι ονομάζεται
εγκατάσταση και τι υποκατάσταση κληρονόμου;
15. Τι είναι ο
εκτελεστής διαθήκης;
16. Τι ονομάζεται
προσαύξηση κληρονομικής μερίδας;
17. Τι γνωρίζετε
για την κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου; Έννοια, προϋποθέσεις, γενεές, ρίζες,
τάξεις και σειρά προτεραιότητας.
18. Αναγκαστική
διαδοχή (Νόμιμη μοίρα): Έννοια, προϋποθέσεις, τάξεις, ποσοστό, διαδοχή βαθμών ή
τάξεων και προσαύξηση, κατάλειψη και παραίτηση, περιορισμοί.
19. Τι γνωρίζετε
για το κληρονομικό δικαίωμα του συζύγου στην εξ αδιαθέτου και στην αναγκαστική
κληρονομική διαδοχή; Τι είναι το «εξαίρετο»;
ΠΡΟΣΟΧΗ:
Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στα παραδείγματα
που υπάρχουν στο κείμενο των σημειώσεων. Για το σκοπό αυτό υπάρχει η σχετική
ένδειξη με έντονα γράμματα: «π.χ.»
Ερωτήσεις
πολλαπλής επιλογής:
Να επιλέξετε τη
σωστή απάντηση (σημ.: μία μόνο είναι σωστή).
1. Ο κληρονόμος οφείλει να περατώσει την
απογραφή της κληρονομιάς από τη μέρα που έκανε τη δήλωση μέσα σε:
Α) 2 μήνες
Β) 3 μήνες
Γ) 4 μήνες
Δ) 6 μήνες
|
2. Η προθεσμία
μέσα στην οποία ο κληρονόμος μπορεί (και πρέπει) να ασκήσει το δικαίωμα
αποποίησης είναι:
Α) 4 μήνες
Β) 8 μήνες
Γ) 10 μήνες
Δ) 12 μήνες
|
3. Αν ο
κληρονομούμενος είχε την τελευταία του κατοικία στο εξωτερικό ή αν ο
κληρονόμος έμαθε την επαγωγή διαμένοντας στο εξωτερικό, η προθεσμία
αποποίησης είναι:
Α) 4 μήνες
Β) 8 μήνες
Γ) 10 μήνες
Δ) 12 μήνες
|
4. Λόγοι που παρέχουν σε ανιόντα (πατέρα, παππού, κτλ.) το δικαίωμα να
αποκληρώσει κατιόντα (γιο, εγγονό, κτλ.) είναι (σημειώστε το λάθος):
Α) Επιβουλή ζωής του διαθέτη, του συζύγου ή άλλου κατιόντα του διαθέτη.
Β) Πρόκληση, από πρόθεση, σωματικών κακώσεων στο διαθέτη ή στο σύζυγό του
από τον οποίο κατάγεται ο κατιών.
Γ) Αν ο κατιών έζησε οποτεδήποτε στο παρελθόν βίο άτιμο ή ανήθικο, πριν το θάνατο του διαθέτη.
Δ) Κακόβουλη αθέτηση νόμιμης υποχρέωσης για διατροφή του διαθέτη.
|
5. Λόγοι που παρέχουν σε κατιόντα το δικαίωμα να αποκληρώσει ανιόντα
είναι αν ο ανιών (γονέας) (σημειώστε το λάθος):
Α) Επιβουλεύτηκε τη ζωή του διαθέτη (τέκνου), του συζύγου ή άλλου
κατιόντος.
Β) Έγινε ένοχος κακουργήματος ή βαρέως από πρόθεση πλημμελήματος εναντίον
του διαθέτη (τέκνου) ή του συζύγου του.
Γ) Αθέτησε κακόβουλα τη νόμιμη υποχρέωση για διατροφή του διαθέτη
(τέκνου).
Δ) Ζει
βίο άσωτο ή είναι καταχρεωμένος.
|
6. Ο Κ
εγκατέστησε κληρονόμους το γιο του Α και την κόρη του Β και άφησε τη
βιβλιοθήκη του στον ανηψιό του Γ. Ο Γ είναι:
Α)
υποκατάστατος
Β)
καταπιστευματοδόχος
Γ) κληροδόχος
Δ) κληρονόμος
με τρόπο
|
7. Ο διαθέτης Κ
εγκατέστησε κληρονόμο το γιο του Α και όρισε μετά το θάνατο του Α η
κληρονομιά του να περιέλθει στο γιο του Α, τον Β. Ο Β είναι:
Α) εγκατάστατος
Β)
καταπιστευματοδόχος
Γ) κληροδόχος
Δ)
κληρονόμος με τρόπο
|
8. Ο διαθέτης
επέβαλε στον κληρονόμο του την υποχρέωση να καταβάλλει ορισμένο χρηματικό
ποσό κάθε χρόνο σε ίδρυμα περίθαλψης ατόμων με ειδικές ανάγκες που βρίσκεται
στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Η υποχρέωση αυτή του κληρονόμου αποτελεί:
Α) υποκατάσταση
Β) καταπίστευμα
Γ) κληροδοσία
Δ) τρόπο
|
9. Το πρόσωπο
που οφείλει να προσπορίσει την περιουσιακή ωφέλεια στον κληροδόχο λέγεται:
Α) τιμημένος
Β) βεβαρημένος
Γ) εγκατάστατος
Δ)
υποκατάστατος
|
10. Με βάση το
σύστημα του ΑΚ, στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή υπάρχουν:
Α) τρεις
γενεές.
Β) τέσσερις
γενεές.
Γ) πέντε
γενεές.
Δ) έξι γενεές.
|
11. Στην εξ
αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, έχει ως αρχηγούς τους παππούδες και τις
γιαγιάδες του κληρονομουμένου:
Α) Η πρώτη
γενεά.
Β) Η δεύτερη
γενεά.
Γ) Η τρίτη
γενεά.
Δ) Η τέταρτη
γενεά.
|
12. Η νόμιμη
μοίρα είναι ........ της εξ αδιαθέτου μερίδας:
Α) το ¼
Β) το 1/3
Γ) το ½
Δ) τα 3/4
|
13. Μεταξύ
συγκληρονόμων δημιουργείται σχέση ...................., που περιορίζεται στο
ενεργητικό της κληρονομιάς.
Α) ενοχής
Β) κοινωνίας
Γ)
συγκυριότητας
Δ) συνιδιοκτησίας
|
Άσκηση
αντιστοίχισης:
Να αντιστοιχίσετε τα στοιχεία της στήλης Α με
εκείνα της στήλης Β.
Α
|
Β
|
|||
14.
|
Κληρονόμος
|
Α
|
υποχρέωση που
επιβάλλει ο κληρονομούμενος στο βεβαρημένο να κάνει ή να παραλείψει κάτι
|
|
15.
|
κληρονομιά
|
Β
|
ο
κληρονομούμενος ορίζει κάποιο πρόσωπο να πάρει την κληρονομιά του και το
διατάσσει να την παραδώσει (ολόκληρη ή ποσοστό της) σε άλλο πρόσωπο, όταν
περάσει κάποιο χρονικό διάστημα ή συμβεί κάποιο γεγονός
|
|
16.
|
καταπίστευμα
|
Γ
|
φυσικό ή νομικό
πρόσωπο, που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου
|
|
17.
|
κληροδοσία
|
Δ
|
σύνολο των
κληρονομητών σχέσεων του κληρονομουμένου
|
|
18.
|
τρόπος
|
Ε
|
ο
κληρονομούμενος προσπορίζει σε κάποιον περιουσιακή ωφέλεια χωρίς να τον κάνει
κληρονόμο του
|
|
Ασκήσεις σωστού
(Σ) - λάθους (Λ):
Στις παρακάτω
προτάσεις σημειώστε Σ ή Λ ανάλογα αν τις θεωρείτε σωστές (Σ) ή λανθασμένες (Λ). Να αναδιατυπώσετε σωστά τις λανθασμένες.
19. Σύμβαση
σχετική με την κληρονομιά ζώντος (κληρονομική σύμβαση) είτε συνάπτεται με τον
ίδιο είτε με τρίτο είτε αφορά σε ολόκληρη την περιουσία είτε σε ποσοστό της,
είναι άκυρη.
|
20. Την
ιδιότητα του κληρονομουμένου
αποκτά το φυσικό και το νομικό πρόσωπο.
|
21. Κληρονομική
ικανότητα έχει κάθε φυσικό πρόσωπο εφόσον ζει ή έχει συλληφθεί κατά το χρόνο
της επαγωγής.
|
22. Από τη στιγμή, που η κληρονομιά περιέρχεται στον κληρονόμο, τα
επί μέρους στοιχεία της συγχέονται με τα περιουσιακά στοιχεία του κληρονόμου
και αποτελούν και αυτά πια στοιχεία της περιουσίας του.
|
23. Κληρονόμος μπορεί να γίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που υπάρχει
κατά το χρόνο επαγωγής της
κληρονομιάς.
|
24. Αν το
πρόσωπο δεν έχει συλληφθεί κατά το χρόνο της επαγωγής, μπορεί, όταν γεννηθεί,
να αποκτήσει την κληρονομιά ως κληροδόχος.
|
25. Ο ΑΚ καθιερώνει τρεις λόγους κληρονομικής διαδοχής: α) τη διαδοχή
από διαθήκη β) τη διαδοχή εξ αδιαθέτου και γ) την αναγκαστική διαδοχή.
|
26. Με το ευεργέτημα της απογραφής ο κληρονόμος περιορίζει την ευθύνη
του για τα χρέη της κληρονομιάς, έτσι ώστε να ευθύνεται γι’ αυτά «έως το
ενεργητικό της».
|
27. Το Δημόσιο δεν μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομιά που του επάγεται
εξ αδιαθέτου.
|
28. Αποκλήρωση μπορεί να γίνει μόνο με διάταξη τελευταίας βούλησης (δηλ.
με διαθήκη).
|
29. Ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το σύζυγό του αν, κατά το χρόνο του
θανάτου του είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο που
ανάγεται σε υπαιτιότητα του συζύγου του.
|
30. Ο διαθέτης
μπορεί να διατάξει με τη διαθήκη την αποκλήρωση κληρονόμου για λόγους
πρόνοιας (π.χ. ασωτία, αν ο κληρονόμος είναι καταχρεωμένος κτλ).
|
31. Αποτελεί
λόγο κληρονομικής αναξιότητας η περίπτωση κατά την οποία ο κληρονόμος
καταδικάστηκε επειδή μήνυσε ψευδώς τον κληρονομούμενο για κακούργημα.
|
32. Για το
Δημόσιο, θέση κληρονομητηρίου επέχει η δημοσίευση της πράξης αποδοχής στην
ΕτΚ.
|
33. Το
κληρονομητήριο παρέχεται στον κληρονόμο με δικαστική απόφαση.
|
34. Ο
κληρονομούμενος μπορεί να καταστήσει το ζώο του κληροδότη του, προκειμένου να
το φροντίζει ο κληρονόμος του.
|
35. Αν περάσουν
έξι μήνες από την ημέρα που έπαψαν να υπάρχουν για το διαθέτη οι έκτακτες
περιστάσεις και ο διαθέτης ζει ακόμα, η έκτακτη διαθήκη χάνει την ισχύ της.
|
36. Αίρεση
χηρείας σε διάταξη του ενός συζύγου υπέρ του άλλου είναι ισχυρή, ενώ αίρεση
αγαμίας, λογίζεται ότι δεν έχει γραφτεί.
|
37. Ειδικά στις
διαθήκες, και σε αντίθεση με ότι ισχύει γενικώς για τις δικαιοπραξίες, η
πλάνη ως προς τα παραγωγικά αίτια της βούλησης έχει ακυρωτική ενέργεια.
|
38. Εγκατάσταση
κληρονόμου σημαίνει ότι ο κληρονομούμενος ορίζει κληρονόμους.
|
39.
Υποκατάσταση κληρονόμου σημαίνει ότι ο κληρονομούμενος ορίζει κληρονόμο και
κάποιον άλλο αν ο πρώτος εκπέσει.
|
40. Ως
«εκτελεστή διαθήκης», ο κληρονομούμενος μπορεί να ορίσει περισσότερα πρόσωπα.
|
41. Ο ΑΚ
θεσπίζει σειρά προτεραιότητας στην κληρονομιά εξ αδιαθέτου και ορίζει έξι (6)
τάξεις (γενεές), από τις οποίες η προηγούμενη αποκλείει την επόμενη.
|
42. Για τον
καθορισμό της σειράς προτεραιότητας μεταξύ των συγγενών λαμβάνεται ως βάση ο
βαθμός συγγενείας με τον κληρονομούμενο.
|
43. Στην εξ
αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, η προηγούμενη γενεά αποκλείει από την
κληρονομιά την επόμενη.
|
44. Μέσα στην ίδια
γενεά, οι στενότεροι συγγενείς του κληρονομουμένου αποκλείουν τους απώτερους
συγγενείς της ίδιας ρίζας.
|
45. Η ρίζα
περιλαμβάνει ένα μέλος της γενεάς (ως αρχηγό) και όλους του κατιόντες του.
Και η ρίζα μπορεί να υποδιαιρεθεί σε μερικότερες ρίζες, με αρχηγό ένα μέλος
της ρίζας και μέλη όλους τους κατιόντες του κ.ο.κ.
|
46. Για να
διαδεχθεί η επόμενη τάξη την προηγούμενη στην εξ αδιαθέτου κληρονομική
διαδοχή, πρέπει να μην υπάρχει έστω και ένα μέλος της προηγούμενης τάξης που
να γίνεται κληρονόμος. Η ανυπαρξία κληρονόμου από την προηγούμενη τάξη μπορεί
να οφείλεται σε οποιοδήποτε λόγο (π.χ. πραγματική ανυπαρξία, έκπτωση, κτλ).
|
47. Διαδοχή
κατά ρίζες ή διαδοχή βαθμών μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα στην ίδια τάξη και
μόνο στις τέσσερις πρώτες τάξεις.
|
48. Όταν ο
αρχηγός της ρίζας δε γίνεται, για οποιοδήποτε λόγο, κληρονόμος, το μερίδιό
του περιέρχεται στους κατιόντες του (κατά σειρά προτεραιότητας στους
κατιόντες πρώτου βαθμού, δεύτερου βαθμού, κ.ο.κ.).
|
49. Στην πρώτη
τάξη οι κατιόντες του κληρονομουμένου καλούνται απεριόριστα.
|
50. Στην εξ
αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, η σύζυγος κληρονομεί στις τρεις πρώτες τάξεις
ποσοστό 50% και στην τέταρτη το σύνολο της περιουσίας.
|
51. Στην εξ
αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, στη δεύτερη τάξη, γονείς και αδελφοί
κληρονομούν κατά ισομοιρία, κατά τον αριθμό των προσώπων.
|
52. Στην εξ
αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, στη δεύτερη τάξη, αν δεν υπάρχει σύζυγος, οι
συγγενείς κληρονομούν ολόκληρη την περιουσία.
|
53. Στην εξ
αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, στη δεύτερη τάξη, οι κατιόντες των αδελφών
κληρονομούν απεριόριστα.
|
54. Στην εξ
αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, στη δεύτερη τάξη, οι ετεροθαλείς αδελφοί, όταν συντρέχουν με γονείς ή με αμφιθαλείς
αδελφούς ή με τέκνα ή εγγόνια τους, λαμβάνουν το μισό της μερίδας που ανήκει
στους αμφιθαλείς.
|
55. Στην εξ
αδιαθέτου διαδοχή, στην τρίτη τάξη
ισχύει η αρχή, σύμφωνα με την οποία ο
παππούς και η γιαγιά αποκλείουν τους κατιόντες τους και κληρονομούν
κατά ισομοιρία, οπότε και παίρνουν από ¼ της κληρονομιάς ο καθένας.
|
56. Στην εξ
αδιαθέτου διαδοχή, στην τρίτη τάξη, αν ένας παππούς ή μια γιαγιά δεν μπορεί
να κληρονομήσει, αλλά έχει παιδιά, το μερίδιό τους πηγαίνει σ’ αυτά ισομερώς.
|
57. Στην εξ
αδιαθέτου διαδοχή, στην τρίτη τάξη, αν
ένας εγγονός του παππού ή της γιαγιάς δεν μπορεί να κληρονομήσει, το μερίδιό
του πηγαίνει στον αδελφό του (δηλ. τον άλλο ομόρριζο εγγονό του παππού ή της
γιαγιάς) και όχι στα δισέγγονα, που είναι ε’ βαθμού συγγενείς με τον
κληρονομούμενο και αποκλείονται από την κληρονομιά.
|
58. Στην
περίπτωση που εκπέσει από την κληρονομιά κάποιος από τους συγκληρονόμους του
συζύγου, η μερίδα του δεν προσαυξάνει τη μερίδα του συζύγου ή συντρόφου με
σύμφωνο συμβίωσης. Η προσαύξηση χωρεί μόνο για τις μερίδες των υπόλοιπων
συγκληρονόμων.
|
59. Η
αναγκαστική διαδοχή συντρέχει συχνά με διαδοχή από διαθήκη.
|
60. Στην
αναγκαστική κληρονομική διαδοχή, ο ΑΚ ορίζει έξι (6) τάξεις αναγκαίων
κληρονόμων.
|
61. Στην
αναγκαστική κληρονομική διαδοχή προβλέπεται διαδοχή κατά ρίζες στις δύο
πρώτες τάξεις.
|
62. Βάση για
τον προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας αποτελεί το υποθετικό εξ αδιαθέτου
μερίδιο που θα έπαιρνε ο αναγκαίος κληρονόμος αν γινόταν κληρονόμος εξ
αδιαθέτου.
|
63. Σε
περίπτωση αποκλήρωσης, αποποίησης ή κήρυξης αναξιότητας, δεν επέρχεται
προσαύξηση στη νόμιμη μοίρα, αλλά μόνο διαδοχή βαθμών για απώτερους κατιόντες
ή τάξεων για τους γονείς. Οι μεριδούχοι εξακολουθούν, επομένως, να έχουν την
ίδια νόμμη μοίρα, χωρίς να επωφελούνται από την έκπτωση συμμεριδούχου.
|
64. Σε
περίπτωση αποκλήρωσης, αποποίησης ή κήρυξης αναξιότητας, επέρχεται προσαύξηση
στη νόμιμη μοίρα μόνο για το σύζυγο.
|
65. Κάθε
περιορισμός της νόμιμης μοίρας είναι άκυρος.
|
66. Ο
υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται με βάση την κατάσταση και την αξία της
κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.
|
67. Ο ΑΚ
ρυθμίζει τις περιπτώσεις «αδέσποτης κληρονομιάς».
|
68. Μεταξύ
συγκληρονόμων δημιουργείται σχέση κοινωνίας για το ενεργητικό και το παθητικό
της κληρονομιάς.
|
Συμπλήρωση κενών:
Να συμπληρώσετε τα κενά στις παρακάτω προτάσεις:
60. Η μονομερής
δικαιοπραξία, με την οποία ο δικαιοπρακτών (διαθέτης) ρυθμίζει θέματα της
κληρονομικής του διαδοχής ή και ορισμένες οικογενειακές σχέσεις του ονομάζεται
……………..
70. Η αυτοδίκαιη
κτήση της κληρονομιάς από τον κληρονόμο κατά το χρόνο του θανάτου του
κληρονομουμένου ονομάζεται ………….
71. Όταν δεν
υπάρχει διαθήκη ή όταν αυτή που υπάρχει είναι άκυρη έχουμε διαδοχή …… …..
72. Όταν η
διαθήκη προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα ορισμένων συγγενών του κληρονομουμένου
έχουμε ………….. διαδοχή.
73. Η ρητή (π.χ.
με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου) ή σιωπηρή δήλωση του κληρονόμου ότι θέλει να
είναι οριστικός κληρονόμος ονομάζεται .............
74. Η δήλωση του
κληρονόμου ότι δε δέχεται την κληρονομιά ονομάζεται ..............
75. Για να
προστατευθεί ο κληρονόμος από τον κίνδυνο να χάσει και τη δική του περιουσία
πληρώνοντας τα χρέη μιας καταχρεωμένης κληρονομιάς, του δίνει την ευχέρεια να
αποδεχτεί την κληρονομιά με το ...................... ..........
.........................
76. Η υποχρέωση
που επιβάλλει ο διαθέτης στον κληρονόμο, στον καταπιστευματοδόχο ή στον
κληροδόχο για να κάνει ή να παραλείψει κάτι, χωρίς όμως στην υποχρέωση αυτή του
βεβαρημένου να αντιστοιχεί δικαίωμα ονομάζεται ..............
77. Η δωρεά με
την αναβλητική αίρεση ότι ο δωρητής θα πεθάνει πριν από το δωρεοδόχο ή ότι
δωρητής και δωρεοδόχος θα συναποβιώσουν, χωρίς στο μεταξύ διάστημα ο δωρητής να
έχει την απόλαυση των δωρηθέντων ονομάζεται .............. ...........
...............
78. Η κληρονομιά
της οποίας ο κληρονόμος είναι άγνωστος ή όταν δεν είναι βέβαιο αν ο κληρονόμος
την αποδέχτηκε ονομάζεται ..............
79. Το
πιστοποιητικό που παρέχεται στον κληρονόμο με απόφαση του δικαστηρίου της
κληρονομιάς ονομάζεται ...........
80. Η αγωγή, που
έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομιάς
ή κάποιου αντικειμένου της στον κληρονόμο ονομάζεται αγωγή ......... .............
81. Η διαθήκη που
γράφεται στο σύνολό της με το χέρι του διαθέτη και χρονολογείται και
υπογράφεται απ’αυτόν ονομάζεται .................
82. Όταν ο
διαθέτης ορίζει κάποιον (Α) ως κληρονόμο και έναν άλλο (Β), ο οποίος θα γίνει
κληρονόμος του, αν ο Α εκπέσει από την κληρονομιά, υπάρχει ............... .............
83. Έργο του
........... ................... είναι η σωστή εκτέλεση των διατάξεων της
διαθήκης.
84. Η αυτοδικαίως
επερχόμενη προσθήκη της μερίδας αυτού που εξέπεσε στη μερίδα των λοιπών
κληρονόμων, κατά λόγο της μερίδας καθενός απ’ αυτούς ονομάζεται ...............
85. Η διαδοχή που
χωρεί «εκ του νόμου», εφόσον δε χωρεί κληρονομιά από διαθήκη ή όταν για κάποιο
λόγο ματαιώθηκε η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή ονομάζεται ...... ........
86. Στην
κληρονομική διαδοχή, κάθε γενεά μπορεί να υποδιαιρεθεί σε .............
87. Στην εξ
αδιαθέτου διαδοχή, ο σύζυγος κληρονομεί και το ................., που
περιλαμβάνει διάφορα οικιακά αντικείμενα, δηλ. αντικείμενα (κινητά) που
χρησιμεύουν για την κοινή οικιακή οικονομία των συζύγων (κοινές οικιακές
ανάγκες των δύο συζύγων ή μόνο του κληρονόμου συζύγου), όπως είναι π.χ. έπιπλα,
σκεύη, ενδύματα, κτλ.
88. Το
συγκεκριμένο ποσοστό κληρονομιάς, που αναγνωρίζεται υποχρεωτικά υπέρ ορισμένων
στενών συγγενών του κληρονομουμένου (κατιόντων, γονέων, συζύγου) και όταν ακόμα
δεν το θέλει ο κληρονομούμενος λέγεται ........... .........
89. Οι
κληρονόμοι, που λαμβάνουν τη νόμιμη μοίρα, ονομάζονται ......... κληρονόμοι ή
........ ......... ή ..................
90. Μεταξύ
συγκληρονόμων δημιουργείται σχέση ...........
Πρακτικά Θέματα:
1. Η Α εργαζόταν
ως οικιακή βοηθός της Κ. Με συμβολαιογραφική συμφωνία μεταξύ Α και Κ, αντί για
μισθό, η Α θα έπαιρνε κατά το θάνατο της Κ το 1/3 της κληρονομιάς της Κ ως
κληρονόμος της. Όταν πέθανε η Κ, χωρίς να αφήσει διαθήκη, μοναδικός στενός
συγγενής της ήταν ο αδελφός της Β. Είναι έγκυρη η συμβολαιογραφική συμφωνία
μεταξύ Α και Κ;
Σχετική διατάξη
ΑΚ: άρ. 368.
2. Ο Κ άφησε με διαθήκη στους γιούς του
Α και Β όλη του την περιουσία. Ο Α 5 μήνες από το θάνατο του Κ και 3 μήνες πριν
από τη δημοσίευση της διαθήκης του, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου της
κληρονομιάς αποποιείται το μερίδιό του. Ο Β είχε φύγει πριν δέκα χρόνια στη
Λατινική Αμερική. Ο Β αγνοούσε το θάνατο του Κ επειδή τα τελευταία δύο χρόνια
δεν είχε αλληλογραφία με κανένα συγγενή και τα ίχνη του Ν είχαν χαθεί. Ερωτάται:
α): α1)Είναι έγκυρη η αποποίηση του Α; α2) Θα μπορούσε ο Α, πριν από το θάνατο
του Κ να είχε αποποιηθεί εγκύρως την κληρονομιά;
β) Δέκα μήνες
μετά τη δημοσίευση της διαθήκης του Κ, ο Γ αποποιείται την κληρονομιά. Είναι
έγκυρη η αποποίηση του Γ;
3. Ο Α πέθανε στις 10.1.2011 και άφησε κληρονόμο του τον Β. Στις 10.2.2011,
ο Β υπέβαλε δήλωση φόρου κληρονομιάς. Επειδή, όμως, διαπίστωσε ότι η κληρονομιά
είχε πολλά χρέη, ρώτησε στις 20.2.2012 το δικηγόρο του Δ αν μπορεί να την
αποποιηθεί. Ποια θα είναι η απάντηση του δικηγόρου και γιατί;
Σχετικές
διατάξεις ΑΚ: 1847-1849, 1860-1863.
4. Ο Α άφησε με τη διαθήκη του τα εξής: «Τη μισή
περιουσία μου να πάρει το
πρώτο παιδί της κόρης μου
Γ. Ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού μου Π να πάρει
10.000 ευρώ για την ενίσχυση των δραστηριοτήτων του
και η δημοτική βιβλιοθήκη Κ
τα βιβλία μου. Ο γιος μου
Δ να καταβάλλει 500 ευρώ κάθε χρόνο στο ίδρυμα «ΧΧΧ»
για την περίθαλψη ατόμων με ειδικές ανάγκες που βρίσκεται
στην ιδιαίτερη
πατρίδα μου». Κατά το θάνατο του Α
ζούσαν: η γυναίκα του Β, η κόρη του Γ, ο
γιός του Δ, ενώ η
Γ δεν είχε αποκτήσει παιδί ούτε ήταν έγκυος. Να
χαρακτηρίσετε
τους Β, Γ, Δ, Κ, Π και το παιδί της Γ σε σχέση με την κληρονομιά του Α. Μπορεί
να επιβάλει στο γιό του Δ τη σχετική υποχρέωση (καταβολή ποσού στο ίδρυμα
«ΧΧΧ»);
Σχετικές διατάξεις ΑΚ: 1901, 1923, 1924, 1930,
1931, 1935, 1936.
Βλ. και παραπάνω
τις διατάξεις για την εξ αδιαθέτου διαδοχή.
5. Πεθαίνοντας ο Κ άφησε την εξής
ιδιόγραφη διαθήκη, στην οποία, μεταξύ άλλων, όριζε τα εξής: «Καλοκαίρι 2014.
Αφήνω τα τρία διαμερίσματά μου επί της οδού Ο στο γιο μου Α με την αίρεση να
μην παντρευτεί και στη σύζυγό μου Σ αφήνω το σπίτι στο οποίο μέναμε έως το
θάνατό μου, με την αίρεση να μην ξαναπαντρευτεί. Τα παραπάνω ισχύουν, εφόσον
συμφωνεί η μεγάλη μου αδελφή Γ». Υπογραφή (κανονικά). Ερωτάται: α) α1)
Είναι έγκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη του Κ; α2) Θα ήταν έγκυρη η διαθήκη αν ήταν
δακτυλογραφημένη (ο Κ ήταν άριστος χρήστης Η/Υ) και ως υπογραφή είχε τη
σφραγίδα του ονοματεπωνύμου του Κ; α3) Είναι έγκυρη η διάταξη «εφόσον συμφωνεί
η μεγάλη μου αδελφή Γ»; β) Τι θα συμβεί αν μετά το θάνατο του Κ ο Α παντρευτεί
και η Σ ξαναπαντρευτεί;
6. Ο Κ συνέταξε από κοινού με τη σύζυγό
του Σ ιδιόγραφη διαθήκη με την οποία άφηναν την περιουσία τους στους φτωχούς; Ερωτάται:
α) Ποιοι εννοούνται με τον όρο «φτωχοί»; β) Η διαθήκη των Σ και Κ είναι έγκυρη;
7. Ο Κ άφησε την εξής διαθήκη: «Παρακαλώ τον κ. Χ να φροντίσει, ώστε η
διανομή της περιουσίας μου μεταξύ των παιδιών μου να γίνει δίκαια και χωρίς
αντιδικίες». Η διαθήκη ήταν ιδιόγραφη και έφερε χρονολογία και υπογραφή. Ερωτάται:
Αποτελεί το κείμενο αυτό διαθήκη; Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας.
Σχετικές
διατάξεις ΑΚ: 1717-1719, 1721, 1764, 1789, 1792, 1795.
8. Ο Κ πέθανε χωρίς να αφήσει διαθήκη. Κατά το χρόνο του θανάτου του ο Κ
είχε γυναίκα (Σ), δυο παιδιά (το γιο του Α και την κόρη του Β), τον εγγονό του
Ε (γιο της Β) και τα εγγόνια του Ζ και Η, παιδιά του πεθαμένου γιου του, του Γ.
Ερωτάται: α) α1)Ποιοι και α2) κατά ποιο ποσοστό κληρονομούν τον Κ; β)
Πώς διαμορφώνεται η κληρονομική διαδοχή αν εκπέσει ο Η από την κληρονομική του
μερίδα; γ) Αν ο Κ είχε βάσιμο λόγο διαζυγίου κατά της Σ και είχε εγείρει αγωγή
διαζυγίου, πώς θα διαμορφωνόταν η κληρονομική διαδοχή;
9. Ο Κ πέθανε χωρίς να αφήσει διαθήκη ή συγγενείς που να τον κληρονομούν.
Ποια η τύχη της κληρονομιάς του Α;
Σχετικές
διατάξεις ΑΚ: 1813-1824.
10. Ο Κ πέθανε και με τη διαθήκη του άφησε όλη του την περιουσία στο
Κράτος. Κατά το χρόνο του θανάτου του ο Α είχε γυναίκα (Σ), δυο παιδιά (Α και
Β) και γονείς (Π και Μ). Ποιοι και κατά ποιο ποσοστό κληρονομούν τον Κ;
11. Ο Κ πεθαίνοντας άφησε κληρονόμους του τη γυναίκα του Σ, την κόρη του Θ,
τον εγγονό του Ε, γιο του πεθαμένου γιου του Α, τον αδελφό του Ζ, τον ανιψιό
του Η, παιδί του πεθαμένου αδελφού του Δ και το θείο του Μ. Με διαθήκη του, ο
Κ, περιόρισε τους μεριδούχους του στη νόμιμη μοίρα. Ερωτάται: α) Πώς
κληρονομείται η περιουσία του Κ; β) Αν με τη διαθήκη του όριζε μοναδικό του
κληρονόμο το θείο του Μ, τότε ποιοι θα κληρονομούσαν τον Κ;
Σχετικές
διατάξεις ΑΚ: 1825-1830.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου