
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων
648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο
38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και
μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι
συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της... εργασίας του μισθωτού για
ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού
και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη
ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από
τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να
ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της
εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να
συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Εξ άλλου,
σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους
συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις
αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου
επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης
μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης
εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο
είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας
από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για
τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο
του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν
υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος
παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι
διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε τη φύση
και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της
εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες
αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης
κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, στη
σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο
μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση,
επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη
ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως
αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της
συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης
υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, επί της συμβάσεως αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).
Συνεπώς, επί της συμβάσεως αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).
Αριθμός 1711/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Κ. Δ. του Γ., 2) Α. Δ. του Χ., 3) Σ. Κ. του Χ., 4) Δ. Τ. του Κ., 5) Ζ. Ν. του Θ., 6) Π. Μ. του Ι., 7) Χ. Μ. του Α., 8) Ε. Β. του Σ. και 9) Ε. Σ. του Χ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Μπέη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Λιβαδειάς-Γενικό Νοσοκομείο Θηβών", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Λιβαδειά και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Γεωργούση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2703/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2995/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-4-2017 αίτησή τους και τους από 12-10-2017 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Κατά τα άρθρα 94 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ, οι διάδικοι στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν αποδεικνύεται κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που έγιναν προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, με εκείνες των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ.1 και παρ.3 ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, συνάγεται ότι αν ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν παρίσταται προσηκόντως ο διάδικος που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, ερευνάται αυτεπάγγελτα το κύρος της επίσπευσης εκ μέρους αυτού και από άποψη πληρεξουσιότητας. Σε περίπτωση, κατά την οποία δεν προκύπτει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που επισπεύδει τη συζήτηση για λογαριασμό του εν λόγω διάδικου, επέρχεται η ακυρότητα της επίσπευσης ως προς αυτόν και, συνακόλουθα, το απαράδεκτο της συζήτησης, εφ' όσον, βεβαίως, αυτός δεν έχει κλητευθεί ούτε από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παρασταθεί στη συζήτηση. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται ως προς αυτόν και η γενομένη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη, προχωρεί, όμως, νομίμως ως προς όσους από τους λοιπούς διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως. Στην προκείμενη περίπτωση, τη συζήτηση της υπό κρίση, από 12-4-2017 αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων κατά της 2995/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επισπεύδουν οι αναιρεσείουσες (βλ. τις .../12-9-2017 και .../31-10-2017 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ευβοίας, Σ. Κ.), μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η όγδοη (8) Ε. Β. του Σ.. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, η εν λόγω φέρεται ότι παραστάθηκε όπως και οι υπόλοιπες. Εν όψει, όμως, του ότι ο δικηγόρος Ευάγγελος Μπέης, που φέρεται ότι έδωσε την παραγγελία προς επίσπευση της συζητήσεως και παραστάθηκε ως πληρεξούσιος όλων των αναιρεσειουσών, δεν αποδεικνύει πληρεξουσιότητα και εκ μέρους της ως άνω (βλ. το .../28-2-2017 πληρεξούσιο της συμ/φου Θηβών Αγγελικής Βλάχου, που αφορά μόνο στις υπόλοιπες) και, επί πλέον, δεν αποδεικνύεται κλήτευσή της ούτε από τους παριστάμενους ούτε από το αναιρεσίβλητο, πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και η γενομένη συζήτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτήν, να προχωρήσει, όμως, η δίκη ως προς άπαντες τους λοιπούς διαδίκους, που μετέχουν νομίμως στη διαδικασία.
2.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Εξ άλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, επί της συμβάσεως αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).
3.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που ίσχυσαν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου). Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί. Εξ άλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήσαν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών. Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/ 2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012). Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά στην πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας. Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 218/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017). Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζόμενους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζόμενους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε. Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/ 2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν με άκυρη σύμβαση εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης άλλου εργαζόμενου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017). Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας σύμφωνα με το καταβαλλόμενο ή, άλλως, το συμφωνημένο ημερομίσθιο (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/ 1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1805/2017). Δικαιούνται, επίσης, κατά τη λήξη της σχέσης εργασίας, την αποζημίωση την οποία θα λάμβανε ο αντιστοίχως εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου (άρθρα 7 παρ.2 εδ. β' του π.δ. 164/2004 και 55 παρ.1, 2, 5 και 9 του ν. 410/1988). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
4.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, κατά το έτος 2007, είχαν προσληφθεί από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Θηβών", το οποίο ακολούθως διασυνδέθηκε νομίμως με το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Λιβαδειάς" και έκτοτε αποτέλεσαν το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, στο πλαίσιο προγράμματος επιδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage), προκειμένου να απασχοληθούν στις υπηρεσίες του οι 1η, 2η, 3η, 5η, 6η και 7η ως διοικητικοί υπάλληλοι (ΔΕ), οι 4η και η 8η ως βοηθοί ιατρικών και βιολογικών εργαστηρίων (ΔΕ) και η 9η ως νοσηλεύτρια (ΔΕ). Ότι στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού, οι ενάγουσες εργάσθηκαν στο ως άνω νοσοκομείο με δύο διαδοχικές 18μηνες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (πλην της ένατης, που είχε και μια προηγούμενη, 18μηνη σύμβαση από 8-8-2003 μέχρι 7-2-2005) κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ότι, ειδικότερα, οι ενάγουσες πρόσφεραν εργασία η πρώτη στο γραφείο προσωπικού και στο τμήμα πρωτοκόλλου, η τρίτη στο γραφείο κίνησης ασθενών, στο λογιστήριο και στη γραμματεία εξωτερικών ιατρείων, η έβδομη ως κλητήρας και οι λοιπές σε άλλα τμήματα, όπως είχε καθορισθεί με τις συμβάσεις τους. Ότι, σύμφωνα με αυτές, η απασχόλησή τους απέβλεπε στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο αντικείμενο της απασχόλησης, θα έπρεπε να διαρκεί 7 ώρες ημερησίως από Δευτέρα έως Παρασκευή με μέγιστη διάρκεια 22 ημερών κάθε μήνα και θα αμειβόταν με 25 ευρώ ημερησίως (μικτά) για τις διπλωματούχους ΙΕΚ ή αποφοίτους ΤΕΛ, ΕΠΛ, ΤΕΕ β' κύκλου και Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης ή με 30 ευρώ ημερησίως (μικτά) για τις πτυχιούχους ΑΕΙ ή ΤΕΙ. Ότι οι ενάγουσες ουδέποτε απασχολήθηκαν ως μαθητευόμενες, αλλά πρόσφεραν εξαρτημένη εργασία με τους ίδιους ακριβώς όρους, όπως και οι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι του νοσοκομείου, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και τελούσαν υπό τις ίδιες, δεσμευτικές οδηγίες και εντολές των αρμοδίων προϊσταμένων, σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους, υπαγόμενες και στον έλεγχο που γινόταν προς διαπίστωση της συμμόρφωσης αυτών. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων εκάστης ενάγουσας, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η άσκησή τους, καθίσταται εμφανές ότι η σχέση, που συνέδεε τις ενάγουσες με τον φορέα απασχόλησης, είχε τα χαρακτηριστικά όχι μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας. Ότι οι επίμαχες συμβάσεις, έστω και εάν επιγράφονταν ως "μαθητείας", λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρης, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου (άρθρο 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994), με συνέπεια να έχει δημιουργηθεί απλή σχέση εργασίας. Και ότι οι ενάγουσες, για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα που απασχολήθηκαν στο νοσοκομείο, δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού τη νόμιμη αμοιβή, που αυτό θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και υπό τις ίδιες συνθήκες. Τέλος, έκρινε το εφετείο ότι, εκτός εκείνων των επιμέρους αξιώσεων εκάστης ενάγουσας οι οποίες ανάγονταν στο χρονικό διάστημα μέχρι την 31-12-2008 και είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή των άρθρων 48 παρ.1 και 3, 49 και 51 του ν.δ. 496/1974, οι ενάγουσες δικαιούνται για το υπόλοιπο μέρος του ένδικου χρονικού διαστήματος, αφ' ενός σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού τις διαφορές αποδοχών μεταξύ εκείνων που λάμβαναν οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου και αυτών που έλαβε εκάστη ενάγουσα και αφ' ετέρου σύμφωνα με τις ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και την αποζημίωση απολύσεως, συνολικού ποσού 19.417,70 ευρώ η πρώτη, 18.515,36 ευρώ η δεύτερη, 19.095,76 ευρώ η τρίτη, 18.467,61 ευρώ η τέταρτη, 22.711,31 ευρώ η πέμπτη, 17.479,51 ευρώ η έκτη, 20.22,71 ευρώ η έβδομη και 17.780,34 ευρώ η ένατη από αυτές. Γι' αυτό και, αφού έκανε δεκτή την έφεση του εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη 2703/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως προς την επικουρική βάση αυτής, αναγνώρισε ότι οι ενάγουσες συνδέονταν με το εναγόμενο με άκυρες σχέσεις εξαρτημένης εργασίας κατά τα χρονικά διαστήματα της απασχόλησης εκάστης και επιδίκασε τα ως άνω ποσά στην καθεμιά, για τις αντιστοίχως αναφερόμενες αιτίες, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
5.
Με την ανωτέρω κρίση το Εφετείο, κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς την κυρία βάση της, ήτοι να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγουσες συνδέονταν εξ αρχής με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίες καταγγέλθηκαν ακύρως με συνέπεια το εναγόμενο να οφείλει, πλην των άλλων, αποδοχές υπερημερίας, ουδόλως παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 8 του ν. 2112/1920, 14 παρ.2 περ. κα' και 21 του ν. 2190/1994, 20 παρ.15 του ν. 2639/1998, 648 ΑΚ και του π.δ. 164/2004, καθόσον, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά, οι επίμαχες συμβάσεις είχαν συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004 και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι τούτο απαγορεύεται από το άρθρο 103 του Συντάγματος, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ενάγουσες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αίτησης, καθώς και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Ο τρίτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παραβίασε την 2/ 7093/0022/2004 ΚΥΑ περί "επέκτασης των διατάξεων του ν. 3205/2003 στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν. 3205/2003, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή στο προσωπικό, το οποίο χωρίς να υπάγεται ευθέως στις διατάξεις για το βαθμολόγιο και μισθολόγιο του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, έχει με σχετική διάταξη νόμου βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία με αυτό, όχι όμως και στο προσωπικό που απασχολείται με άκυρη σχέση εργασίας στα εν λόγω νομικά πρόσωπα, όπως οι ενάγουσες, οι οποίες δεν έχουν βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με τους μονίμους υπαλλήλους του εναγομένου, σύμφωνα με κάποια διάταξη νόμου.
6.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ.1 και 3, 49 και 51 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" συνάγεται ότι οι αξιώσεις των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές οποιασδήποτε φύσεως ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες ορίζονται και οφείλονται απευθείας από το νόμο και των οποίων την πληρωμή αρνείται ή καθυστερεί το ΝΠΔΔ για οποιονδήποτε λόγο, σύμφωνα με την έννοια την οποία προσδίδουν τα όργανά του στο νόμο, από την οποία, όμως, άρνηση ή καθυστέρηση δεν παρακωλύεται η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης, υπόκεινται σε διετή παραγραφή. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη και διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με τη υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως για πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την έκδοση πράξεως επί της αιτήσεως από την αρχή που είναι αρμόδια για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαίτησης. Σε περίπτωση δε μη απαντήσεως, η παραγραφή αρχίζει μετά την πάροδο εξαμήνου από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης. Κατά το άρθρο 52 του ως άνω νομοθετικού διατάγματος, η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αρ.6 και αρ.17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι αποδέκτες των υπηρεσιών τους ως φορολογούμενοι (πρβλ. ΟλΑΠ 38/2005).
Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται ούτε στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, αφού η τελευταία εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων. Επίσης, η άνω διάταξη δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ, εξάλλου, και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του ως άνω Πρωτοκόλλου συνάγεται ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση αυτών εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας των ΝΠΔΔ (ΟλΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 31/2007, ΑΠ 1052/2018). 7.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής, δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις εκάστης ενάγουσας, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα έως 31-12-2008, ενόψει του ότι η αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο νοσοκομείο την 19-4-2011, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974. Κατόπιν αυτού, απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής, κατά το μέρος που ζητείται η απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε το εναγόμενο από την εργασία που είχαν προσφέρει οι ενάγουσες μέχρι την 31-12-2008, συμπεριλαμβανομένων και των αξιώσεων καταβολής επιδομάτων εορτών και αδείας του χρονικού αυτού διαστήματος, ως αβάσιμη στην ουσία της, λόγω παραγραφής. Με την κρίση ότι οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε τα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση περί παραβίασης της αρχής της εμπιστοσύνης του διοικούμενου είναι απαράδεκτη, διότι η αρχή αυτή αφορά στη διοικητική λειτουργία του Κράτους και δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην επικαλούμενη μεταβολή της νομολογίας του ΕΔΔΑ επί των υποθέσεων Ζ. και Γ. κατά Ελλάδος (ΑΠ 780/2017).
8.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 3693/ 1952 σε συνδυασμό με την ΥΑ 134423/8-12-1992 Δικαιοσύνης), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς την όγδοη (8) αναιρεσείουσα Ε. Β. του Σ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτήν.
Απορρίπτει την από 12-4-2017 αίτηση των εναγουσών περί αναιρέσεως της 2995/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Κ. Δ. του Γ., 2) Α. Δ. του Χ., 3) Σ. Κ. του Χ., 4) Δ. Τ. του Κ., 5) Ζ. Ν. του Θ., 6) Π. Μ. του Ι., 7) Χ. Μ. του Α., 8) Ε. Β. του Σ. και 9) Ε. Σ. του Χ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Μπέη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Λιβαδειάς-Γενικό Νοσοκομείο Θηβών", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Λιβαδειά και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Γεωργούση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2703/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2995/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-4-2017 αίτησή τους και τους από 12-10-2017 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Κατά τα άρθρα 94 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ, οι διάδικοι στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν αποδεικνύεται κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που έγιναν προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, με εκείνες των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ.1 και παρ.3 ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, συνάγεται ότι αν ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν παρίσταται προσηκόντως ο διάδικος που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, ερευνάται αυτεπάγγελτα το κύρος της επίσπευσης εκ μέρους αυτού και από άποψη πληρεξουσιότητας. Σε περίπτωση, κατά την οποία δεν προκύπτει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που επισπεύδει τη συζήτηση για λογαριασμό του εν λόγω διάδικου, επέρχεται η ακυρότητα της επίσπευσης ως προς αυτόν και, συνακόλουθα, το απαράδεκτο της συζήτησης, εφ' όσον, βεβαίως, αυτός δεν έχει κλητευθεί ούτε από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παρασταθεί στη συζήτηση. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται ως προς αυτόν και η γενομένη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη, προχωρεί, όμως, νομίμως ως προς όσους από τους λοιπούς διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως. Στην προκείμενη περίπτωση, τη συζήτηση της υπό κρίση, από 12-4-2017 αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων κατά της 2995/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επισπεύδουν οι αναιρεσείουσες (βλ. τις .../12-9-2017 και .../31-10-2017 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ευβοίας, Σ. Κ.), μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η όγδοη (8) Ε. Β. του Σ.. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, η εν λόγω φέρεται ότι παραστάθηκε όπως και οι υπόλοιπες. Εν όψει, όμως, του ότι ο δικηγόρος Ευάγγελος Μπέης, που φέρεται ότι έδωσε την παραγγελία προς επίσπευση της συζητήσεως και παραστάθηκε ως πληρεξούσιος όλων των αναιρεσειουσών, δεν αποδεικνύει πληρεξουσιότητα και εκ μέρους της ως άνω (βλ. το .../28-2-2017 πληρεξούσιο της συμ/φου Θηβών Αγγελικής Βλάχου, που αφορά μόνο στις υπόλοιπες) και, επί πλέον, δεν αποδεικνύεται κλήτευσή της ούτε από τους παριστάμενους ούτε από το αναιρεσίβλητο, πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και η γενομένη συζήτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτήν, να προχωρήσει, όμως, η δίκη ως προς άπαντες τους λοιπούς διαδίκους, που μετέχουν νομίμως στη διαδικασία.
2.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Εξ άλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, επί της συμβάσεως αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).
3.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που ίσχυσαν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου). Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί. Εξ άλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήσαν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών. Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/ 2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012). Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά στην πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας. Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 218/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017). Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζόμενους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζόμενους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε. Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/ 2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν με άκυρη σύμβαση εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης άλλου εργαζόμενου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017). Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας σύμφωνα με το καταβαλλόμενο ή, άλλως, το συμφωνημένο ημερομίσθιο (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/ 1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1805/2017). Δικαιούνται, επίσης, κατά τη λήξη της σχέσης εργασίας, την αποζημίωση την οποία θα λάμβανε ο αντιστοίχως εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου (άρθρα 7 παρ.2 εδ. β' του π.δ. 164/2004 και 55 παρ.1, 2, 5 και 9 του ν. 410/1988). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
4.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, κατά το έτος 2007, είχαν προσληφθεί από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Θηβών", το οποίο ακολούθως διασυνδέθηκε νομίμως με το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Λιβαδειάς" και έκτοτε αποτέλεσαν το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, στο πλαίσιο προγράμματος επιδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage), προκειμένου να απασχοληθούν στις υπηρεσίες του οι 1η, 2η, 3η, 5η, 6η και 7η ως διοικητικοί υπάλληλοι (ΔΕ), οι 4η και η 8η ως βοηθοί ιατρικών και βιολογικών εργαστηρίων (ΔΕ) και η 9η ως νοσηλεύτρια (ΔΕ). Ότι στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού, οι ενάγουσες εργάσθηκαν στο ως άνω νοσοκομείο με δύο διαδοχικές 18μηνες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (πλην της ένατης, που είχε και μια προηγούμενη, 18μηνη σύμβαση από 8-8-2003 μέχρι 7-2-2005) κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ότι, ειδικότερα, οι ενάγουσες πρόσφεραν εργασία η πρώτη στο γραφείο προσωπικού και στο τμήμα πρωτοκόλλου, η τρίτη στο γραφείο κίνησης ασθενών, στο λογιστήριο και στη γραμματεία εξωτερικών ιατρείων, η έβδομη ως κλητήρας και οι λοιπές σε άλλα τμήματα, όπως είχε καθορισθεί με τις συμβάσεις τους. Ότι, σύμφωνα με αυτές, η απασχόλησή τους απέβλεπε στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο αντικείμενο της απασχόλησης, θα έπρεπε να διαρκεί 7 ώρες ημερησίως από Δευτέρα έως Παρασκευή με μέγιστη διάρκεια 22 ημερών κάθε μήνα και θα αμειβόταν με 25 ευρώ ημερησίως (μικτά) για τις διπλωματούχους ΙΕΚ ή αποφοίτους ΤΕΛ, ΕΠΛ, ΤΕΕ β' κύκλου και Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης ή με 30 ευρώ ημερησίως (μικτά) για τις πτυχιούχους ΑΕΙ ή ΤΕΙ. Ότι οι ενάγουσες ουδέποτε απασχολήθηκαν ως μαθητευόμενες, αλλά πρόσφεραν εξαρτημένη εργασία με τους ίδιους ακριβώς όρους, όπως και οι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι του νοσοκομείου, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και τελούσαν υπό τις ίδιες, δεσμευτικές οδηγίες και εντολές των αρμοδίων προϊσταμένων, σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους, υπαγόμενες και στον έλεγχο που γινόταν προς διαπίστωση της συμμόρφωσης αυτών. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων εκάστης ενάγουσας, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η άσκησή τους, καθίσταται εμφανές ότι η σχέση, που συνέδεε τις ενάγουσες με τον φορέα απασχόλησης, είχε τα χαρακτηριστικά όχι μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας. Ότι οι επίμαχες συμβάσεις, έστω και εάν επιγράφονταν ως "μαθητείας", λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρης, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου (άρθρο 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994), με συνέπεια να έχει δημιουργηθεί απλή σχέση εργασίας. Και ότι οι ενάγουσες, για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα που απασχολήθηκαν στο νοσοκομείο, δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού τη νόμιμη αμοιβή, που αυτό θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και υπό τις ίδιες συνθήκες. Τέλος, έκρινε το εφετείο ότι, εκτός εκείνων των επιμέρους αξιώσεων εκάστης ενάγουσας οι οποίες ανάγονταν στο χρονικό διάστημα μέχρι την 31-12-2008 και είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή των άρθρων 48 παρ.1 και 3, 49 και 51 του ν.δ. 496/1974, οι ενάγουσες δικαιούνται για το υπόλοιπο μέρος του ένδικου χρονικού διαστήματος, αφ' ενός σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού τις διαφορές αποδοχών μεταξύ εκείνων που λάμβαναν οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου και αυτών που έλαβε εκάστη ενάγουσα και αφ' ετέρου σύμφωνα με τις ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και την αποζημίωση απολύσεως, συνολικού ποσού 19.417,70 ευρώ η πρώτη, 18.515,36 ευρώ η δεύτερη, 19.095,76 ευρώ η τρίτη, 18.467,61 ευρώ η τέταρτη, 22.711,31 ευρώ η πέμπτη, 17.479,51 ευρώ η έκτη, 20.22,71 ευρώ η έβδομη και 17.780,34 ευρώ η ένατη από αυτές. Γι' αυτό και, αφού έκανε δεκτή την έφεση του εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη 2703/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως προς την επικουρική βάση αυτής, αναγνώρισε ότι οι ενάγουσες συνδέονταν με το εναγόμενο με άκυρες σχέσεις εξαρτημένης εργασίας κατά τα χρονικά διαστήματα της απασχόλησης εκάστης και επιδίκασε τα ως άνω ποσά στην καθεμιά, για τις αντιστοίχως αναφερόμενες αιτίες, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
5.
Με την ανωτέρω κρίση το Εφετείο, κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς την κυρία βάση της, ήτοι να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγουσες συνδέονταν εξ αρχής με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίες καταγγέλθηκαν ακύρως με συνέπεια το εναγόμενο να οφείλει, πλην των άλλων, αποδοχές υπερημερίας, ουδόλως παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 8 του ν. 2112/1920, 14 παρ.2 περ. κα' και 21 του ν. 2190/1994, 20 παρ.15 του ν. 2639/1998, 648 ΑΚ και του π.δ. 164/2004, καθόσον, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά, οι επίμαχες συμβάσεις είχαν συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004 και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι τούτο απαγορεύεται από το άρθρο 103 του Συντάγματος, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ενάγουσες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αίτησης, καθώς και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Ο τρίτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παραβίασε την 2/ 7093/0022/2004 ΚΥΑ περί "επέκτασης των διατάξεων του ν. 3205/2003 στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν. 3205/2003, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή στο προσωπικό, το οποίο χωρίς να υπάγεται ευθέως στις διατάξεις για το βαθμολόγιο και μισθολόγιο του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, έχει με σχετική διάταξη νόμου βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία με αυτό, όχι όμως και στο προσωπικό που απασχολείται με άκυρη σχέση εργασίας στα εν λόγω νομικά πρόσωπα, όπως οι ενάγουσες, οι οποίες δεν έχουν βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με τους μονίμους υπαλλήλους του εναγομένου, σύμφωνα με κάποια διάταξη νόμου.
6.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ.1 και 3, 49 και 51 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" συνάγεται ότι οι αξιώσεις των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές οποιασδήποτε φύσεως ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες ορίζονται και οφείλονται απευθείας από το νόμο και των οποίων την πληρωμή αρνείται ή καθυστερεί το ΝΠΔΔ για οποιονδήποτε λόγο, σύμφωνα με την έννοια την οποία προσδίδουν τα όργανά του στο νόμο, από την οποία, όμως, άρνηση ή καθυστέρηση δεν παρακωλύεται η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης, υπόκεινται σε διετή παραγραφή. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη και διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με τη υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως για πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την έκδοση πράξεως επί της αιτήσεως από την αρχή που είναι αρμόδια για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαίτησης. Σε περίπτωση δε μη απαντήσεως, η παραγραφή αρχίζει μετά την πάροδο εξαμήνου από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης. Κατά το άρθρο 52 του ως άνω νομοθετικού διατάγματος, η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αρ.6 και αρ.17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι αποδέκτες των υπηρεσιών τους ως φορολογούμενοι (πρβλ. ΟλΑΠ 38/2005).
Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται ούτε στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, αφού η τελευταία εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων. Επίσης, η άνω διάταξη δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ, εξάλλου, και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του ως άνω Πρωτοκόλλου συνάγεται ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση αυτών εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας των ΝΠΔΔ (ΟλΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 31/2007, ΑΠ 1052/2018). 7.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής, δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις εκάστης ενάγουσας, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα έως 31-12-2008, ενόψει του ότι η αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο νοσοκομείο την 19-4-2011, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974. Κατόπιν αυτού, απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής, κατά το μέρος που ζητείται η απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε το εναγόμενο από την εργασία που είχαν προσφέρει οι ενάγουσες μέχρι την 31-12-2008, συμπεριλαμβανομένων και των αξιώσεων καταβολής επιδομάτων εορτών και αδείας του χρονικού αυτού διαστήματος, ως αβάσιμη στην ουσία της, λόγω παραγραφής. Με την κρίση ότι οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε τα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση περί παραβίασης της αρχής της εμπιστοσύνης του διοικούμενου είναι απαράδεκτη, διότι η αρχή αυτή αφορά στη διοικητική λειτουργία του Κράτους και δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην επικαλούμενη μεταβολή της νομολογίας του ΕΔΔΑ επί των υποθέσεων Ζ. και Γ. κατά Ελλάδος (ΑΠ 780/2017).
8.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 3693/ 1952 σε συνδυασμό με την ΥΑ 134423/8-12-1992 Δικαιοσύνης), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς την όγδοη (8) αναιρεσείουσα Ε. Β. του Σ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτήν.
Απορρίπτει την από 12-4-2017 αίτηση των εναγουσών περί αναιρέσεως της 2995/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου